Skip navigation

 

 

 

 

 

Η Ζωή, είναι εξ ορισμού ένα φαινόμενο ανισότητας, και από αυτήν την άποψη, είναι αναμενόμενο να δημιουργούνται  συχνά, μίσος και φθόνος, με όποιαν δικαιολογία, υποκρισία ή άλλοθι και αν επικαλύπτονται κάποτε αυτά τα ιδιαιτέρως μεγαλόψυχα πράγματα.

Σίγουρα, δεν είναι εύκολο να γίνει βιωτή αυτή η αντίφαση, -εννοώ, ασφαλώς,  αντίφαση ανάμεσα ζωή και ανισομέρεια υπαρκτικής έκφανσής της-,  αλλά όχι και ακατόρθωτο. Εκεί άλλωστε βρίσκεται, και ένα από τα πολύ σημαντικά κλειδιά του μέλλοντος. Το πιο σημαντικό πιθανώς όχι, αλλά, όπως και να το κάνουμε, δεν μπορεί να παρακάμπτεται.

Ο χαμηλός νους δεν θα μπορέσει ποτέ να δει άλλη λύση εδώ, παρά μόνον την λύση του Πολ-Ποτ, τουτέστιν, για να είναι όλα τα κεφάλια ίσα, απλά …κόψε τα, για να έχεις … ήσυχο το κεφάλι σου.

Αυτό δεν είναι καν πονάει χέρι, κόβει χέρι, αλλά  ” πονάει που δεν έχει μυαλό, συνεπώς, επιχειρεί να κόψει τον λαιμό του (άλλου)”.

 

 

Η λύση, δεν βρίσκεται, φυσικά, στον ανορθολογισμό και το μίσος, αλλά στην ΙΣΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ. Ισότητα ΔΕΝ  πρόκειται ποτέ να υπάρξει σε αυτήν την γη, παρά μόνον αν μετατρέψεις ολόκληρο το γήινο πεδίο σε “Θρίαμβο του Θανάτου”, Μπρέχελ του Πρεσβύτερου.

Επειδή, ισότητα μπορεί να παρέχει μόνον ο θάνατος. Η Ζωή είναι ανισότητα, εξ ορισμού. Δεν θα αλλάξει αυτό ποτέ, και ευτυχώς. Αν άλλαζε, θα έπαυε να υφίσταται ζωή.

Η ισαξιοπρέπεια (δυνητικώς, τουλάχιστον, γιατί κάποιος άνθρωπος μπορεί να απωλέσει αυτοβούλως την αξιοπρέπειά του), όμως, είναι κάτι διαφορετικό, πολύ πιο ουσιαστικό, και εν τέλει το ζητούμενο.

Είναι άλλο πράγμα ένα ζωντανό πλάσμα, και, άλλο , ένα κομμάτι ξύλο που θα ‘θελες να πριονίσεις και να γεμίσεις με πριονίδια τον κόσμο.

Γκαχ και γκουχ, σαν  βηξίματα από πριονίδια θα ακούγονται τα ανήμπορα λόγια αιμοβόρων προθέσεων, όταν, παρ’ όλ’ αυτά, δεν μπορούν να προκαλέσουνε κανένα πριονίδι.  Το μίσος, όμως, προκαλεί άσθμα.

Το μίσος, εξ άλλου, είναι το άσθμα του μυαλού.

 

 

Τι στο καλό, αν ο Προκρούστης ήξερε ότι ήταν ένας βλαξ και μισός, δεν θα επιχειρούσε να αφήσει μισούς τους άλλους,  κυρίως, δεν θα άφηνε να τον σκοτώσει τόσον εύκολα ο Θησέας!

Ο οποίος Θησέας “περιποιήθηκε” τον Προκρούστη, όχι από την καλή , ούτε και από την ανάποδη, αλλά με τον μόνον τρόπον που συνίστατο για την περίπτωση. 

Τόσον ζωντόβολον που ήταν άλλωστε ο Προκρούστης, δεν θα μπορούσε να καταλάβει διαφορετικά . Εξ άλλου, αυτουνού ειδικά, όχι μόνον του άξιζε, αλλά και του πήγαινε “ασορτί” η ίδια η κλίνη του.

Πράγμα που σημαίνει: άλλο το να είσαι βλαξ και άλλο το να το καταλαβαίνεις!

Το δεύτερο είναι μια ελπίδα, σίγουρα,  η μεγαλύτερη ελπίδα, ίσως , για την ισαξιοπρέπεια στην ανθρωπότητα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ, ΤΟ ΚΑΤΙ ΚΑΙ Η ΠΡΩΙΑ

 

On n’est pas libre tant qu’on désire, qu’on veut, qu’on craint peut-être tant qu’on vit.”

Marguerite Yourcenar, “L’ Œuvre au noir” (1968)

 

Μπορεί και να είναι έτσι, όπως το γράφει η Γιουρσενάρ, μπορεί, δηλαδή, ελευθερία πραγματική να προκύπτει ή να ορίζεται μόνον όταν δεν επιθυμείς, δεν θέλεις τίποτα, δεν φοβάσαι, και ίσως (σίγουρα, μάλλον) όταν καν δεν ζεις.

Καίτοι, ωστόσο, είναι μια ελευθερία πλήρως αναμενόμενη με αυτούς τους όρους, δεν παύει όμως να πρόκειται για ελευθερία που εν απειρότητι ταυτίζεται με την απόλυτη σκλαβιά. Δεν υπάρχει δηλαδή “εκεί” κανείς για να την διαπιστώνει. Ελευθερία, χωρίς συνείδηση, χωρίς υποκείμενο, χωρίς εγώ, φαντάζει μια φάρσα. Επιδίδεται εν τέλει, όμως επιδίδεται σε κανέναν, και ως εκ τούτου φαντάζει περισσότερον ως μια “παγίδα ελευθερίας”, και όχι ακριβώς ως ελευθερία.

Κάτι παρόμοιο, άλλωστε, δεν διεκήρυττε και ο Βούδδας αιώνες πριν; Τουτέστιν, να πεθάνει, ή τουλάχιστον να αποδυναμωθεί, πλήρως η επιθυμία στον άνθρωπο ώστε να ελευθερωθεί από τον  τροχό των γεννήσεων, των θανάτων, και των αναγεννήσεων  (Saṃsāra –  संसार ).

Για τον Βούδδα, η επιθυμία είναι ο λόγος που ερχόμαστε σε ύπαρξη, και ως προς αυτό, σίγουρα έχει δίκιο. Όμως η επιθυμία επιφέρει και την συνείδηση της επιθυμίας, τουτέστιν την αυτοσυνείδηση της ίδιας της ύπαρξης.

 

 

Γενικώτερα, και προσωπικά μιλώντας από μια καθαρά φιλοσοφική άποψη, συμφωνώ με τον Βουδδισμό (ιδίως με τον κατοπινότερο, λόγιο Βουδδισμό της Mahayana) σε πολλά, και ακριβώς γι’ αυτό δεν υπάρχει κοσμοφιλοσοφικό σύστημα που να εκτιμώ περισσότερον.  Διαφωνώ ωστόσο πλήρως, ή για να το πω ακριβέστερα,  είμαι εκ διαμέτρου αντίθετος,  με τον “σκοπό” του.

Δεν επιθυμώ να απωλέσω την (αυτο)συνείδησή μου και να χαθώ στα πρωταρχικά πεδία της Βουδδότητας ή της Παρινιρβάνα, αλλά το ακριβώς αντίθετο: επιθυμώ να υποκειμενοποιούμαι και να εξατομικεύομαι ολοένα και περισσότερον.

Επιθυμώ το κάτι έναντι του πανίσχυρου τίποτα. “Επιθυμώ”, είπα, άλλωστε, μόλις. H λέξη-κλειδί που έφερε και μένα, όπως και όλους τους ανθρώπους, στην γη.

Η Ζωή μου αρέσει, και βρίσκω νόημα σε αυτήν, παρόλο που συνιστά, πράγματι, και από φιλοσοφική-ρεαλιστική άποψη, μια ψευδαίσθηση. Ο κόσμος δεν είναι “πραγματικός”, τίποτα δεν είναι πραγματικό (μόνον η αγάπη!) , όμως έχει ενδιαφέρον να ζεις. Τίποτα δεν συγκρίνεται με την Ομορφιά της Περιπέτειας στην Γη. Υπάρχει κόστος γι’ αυτό, σίγουρα. Πληρώνουμε, και πληρώνουμε πάντα σε “μετρητά”. Σύμφωνοι. Υπάρχει όμως και Μέγα Ιωβηλαίο στην Ύπαρξη κάποια στιγμή.

 

 

Το ζήτημα όπως το θέτουν ο Βούδδας και η Γιουρσενάρ, πάσχει σε ένα κεντρικό σημείο διάγνωσης.

Πονάει χέρι, δεν κόβει ωστόσο χέρι γι’ αυτό.

Πραγματική ελευθερία (ό,τι και αν σημαίνει αυτό) μπορεί να υπάρξει μόνον στην Ζωή, γιατί μονάχα υπ’ αυτόν τον όρο, υπάρχει επίσης κάποιος να την συνειδητοποιεί.

Και ό,τι δεν συνειδητοποιείται, δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει από μόνο του.

Ο,τιδήποτε  μπορεί να “υπάρχει” μονάχα όταν υφίσταται κάποιος να το συνειδητοποιεί. Όπως ακριβώς στους επιταχυντές των υποατομικών σωματιδίων. Ένα γεγονός στον υποατομικό μικρόκοσμο δεν υφίσταται χωρίς τον παρατηρητή του. Συμβαίνει “κάτι” εκεί, μόνον επειδή βρίσκεσαι ΕΣΥ για να το παρατηρήσεις!

 

 

Το ίδιο και στον πιανιστικό “Μικρόκοσμο” του Béla Bartók (Mikrokozmosz, έργο των ετών 1926 -1939) στον οποίον η κλιμάκωση των κομματιών από το απλούστερο στο πλέον πολύπλοκο  (όπως ακριβώς και στην Ζωή), δεν μπορεί να επισυμβεί χωρίς την  υψηλότερη ανθρώπινη/καλλιτεχνική αυτοσυνείδηση και συνειδητοποίηση της ίδιας της Ζωής ως Τέχνη.

Μπορεί, πιθανώς, ο “Μακρόκοσμος”,  ή μεγάκοσμος, το πεδίο της υψηλότερης “βουδδότητας” κατά τον Σιντάρτα Γκωτάμα, να είναι χωρίς συνείδηση και αυτοσυνείδηση, σύμφωνοι. Όμως ο Μικρόκοσμος (αν θα μπορούσαμε να τον πούμε πολύ αμφίβολα, έτσι) της Γης, αν μη τι άλλο,  προσφέρει και τα δύο, και από αυτήν την άποψη το “μέγα” του  Μεγακόσμου είναι πολύ σχετικό. Ίσως εδώ η προβληματική μπορεί να συμπεριλάβει την σεφιροτική διαλεκτική ανάμεσα “μεγαπρόσωπο” (Αρίχ Ανπίν –  אריך אנפין )και “μικροπρόσωπο”  θεό (Ζέιρ Ανπίν –  זעיר אנפין) στην εβραϊκή Kabbalah, όμως, σε κάθε περίπτωση, ο μεγάκοσμος και ο μικρόκοσμος είναι θέμα “οπτικής γωνίας”.

Και ο Μικρόκοσμος της Γαίας  από μίαν ή περισσότερες απόψεις, είναι πιο σημαντικός από τον συμβατικώς ή κατ’ έθος λογιζόμενον ως “Μεγάκοσμο”, και καθίσταται ούτως ουσιαστικότερος, ή o έχων νόημα , Μέγας Κόσμος.

 

 

Όπως παρατηρείς από μακριά μια Μεγάλη Πόλη, μιαν απέραντη Βαβυλώνα του ονείδους, σίγουρα, αλλά μαζί της χαράς  και της αξιοπρέπειας, εφ’ όσον αναλάβεις την ευθύνη να παλέψεις γι’ αυτά, και  βλέπεις αρχικώς αυτήν την πόλη σαν μια κουκίδα στον ορίζοντα. Από κοντά, μέσα στους δρόμους της πόλης, δεν αποκλείεται να περάσουν αιώνες, ώσπου να καταλάβεις ότι ποτέ δεν έφυγες από το ίδιο “σημείο”.

Μόνον, που η διαφορά του να επιθυμείς “κάτι”, απέβη περισσότερον από σημαντική, μοιραία ίσως, κόλαση πιθανώς, αλλά το μόνον, ωστόσο, που υπόσχεται κάποια στιγμή την Ελευθερία.

 

 

 

 

 

 

 

της Χαριτίνης Ξύδη

 

Η ευθύνη της πίστης στη φερεγγυότητα και αξιοπιστία ισχυρισμών ασύλληπτης διαβολής, κακοβουλίας και αήθειας, οι οποίοι εκστομίζονται από βαρέως – κλινικώς – νοσούντες, βαρύνει, ευθέως & πάντοτε, τους φέροντες την πίστη αυτή και σε καμία περίπτωση τους νοσούντες.

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ 

(για κάποιες ημέρες ή για περισσότερον)

 

Για να τελειώνουμε, επί τη ευκαιρία, με ένα άλλο, -ακόμα πιο νοσηρό- φαινόμενο στον διαδικτυακό χώρο, όπως καταντάει χρόνιο και σχετικά δύσκολο να αντιμετωπισθεί από ποινική άποψη.

Δεν έχω και δεν έχουμε (όχι μόνον εγώ, αλλά ΚΑΙ ο οποιοσδήποτε!) ΚΑΜΜΙΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΣΧΕΣΗ  με οποιαδήποτε “γραφόμενα” και μουρμουρητά αυτού του γελοίου πλάσματος που “στωκάρει” καθ’ έξιν και για χρόνια σε διάφορους.

Δεν έχουμε σχέση, δηλαδή, αντικειμενικά, και ανεξάρτητα από την δυσφημιστική πρόθεσή του. Όσον έχει να κάνει με μένα, δεν τον ξέρω προσωπικά, και δεν με έχει δει ποτέ ούτε ζωγραφιστόν.

Ιστοπλαστογράφος και διαδοσίας, φέρεται ως δράστης ανήθικων, γελοίων και υβριστικών επιθέσεων κατά διαφόρων ανθρώπων στο διαδίκτυο, με ιδιάζουσα κλινική συμπτωματολογία χρόνιου μίσους και νοσηρότητας.  Πρόκειται, ακόμα, για άτομο μειωμένης αντιλήψεως και ακόμα πιο μειωμένης ευφυίας και, μάλλον, περιορισμένου εύρους -και, σίγουρα, ακόμα πιο περιορισμένης κατανόησης-, παιδείας.  Παρ’ όλ’ αυτά, πολύ κουτοπόνηρο και ύπουλο.

Το κόλπο που μετέρχονται οι συμμορίες του είδους ή οι ψυχικά προβληματικές φιγούρες στο διαδίκτυο είναι απλό. Προσπαθούν με μασημένα λόγια και υπονοοούμενα σε κείμενά τους, να διασπείρουν φήμες και νοσηρότητες για ανθρώπους, κρυμμένοι συνήθως (στο φμπ είναι πανεύκολο αυτό) για να μην τους διαβάζουν οι στόχοι τους, ενώ μόλις κάτσει η “στραβή”, κλαίγονται με δάκρυα στα μάτια. Ανθρώπους που είτε μισούν ανεξιχνιάστως για οποιονδήποτε λόγο, είτε τους βλέπουν ως κίνδυνο, είτε τους έχουν άχτι για κάποιον φανταστικό προσωπικό λόγο  που υπάρχει μόνον στο εξαιρετικά εμμονικό κεφάλι τους.

Το συγκεκριμένο  άτομο, μαζί με συνεργούς του της ιδίας νοητικής συνομοταξίας και ήθους (που δεν τους γνωρίζω ούτε αυτούς),  έχει καταγγελθεί στην Δίωξη, και το ζήτημα εκκρεμεί.

Η μόνη αποτελεσματική λύση για την αντιμετώπιση τέτοιου είδους φαινομένων είναι η αυξημένη συνείδηση και εγρήγορση του κοινού (έστω και σε καιρό παρακμής, που οι περισσότεροι δεν νοιάζονται ή δεν ασχολούνται, ή αρκετοί δεν λογαριάζουν καν το ήθος προκείμενου να αποκτήσουν μικρο-οφέλη έστω και σε λασπότοπους), στον βαθμό που οποιαδήποτε ποινική δίωξη με διαδικτυακούς όρους δεν είναι εύκολη, μιας και η σχετική νομοθεσία στην Ελλάδα, όπως είναι γνωστόν, και όπως μας εξηγήθηκε και σε εμάς στην Δίωξη, είναι σχεδόν ανύπαρκτη, Ή, το λιγότερο, ελλιπεστάτη.

Καίτοι βέβαια, καθίσταται περιττό να επαναληφθεί (πρόκειται για “γνωστή” περίπτωση σε όσους είχαν την ατυχία να γίνουν στόχος του και φαίνεται αμέσως -για κάθε νοήμονα αναγνώστη- ο τρόπος που λειτουργεί ), εν τούτοις άλλη μια φορά:

Ο,ΤΙ ΜΑ Ο,ΤΙ ΚΑΙ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ με τον γνωστό άνανδρο και  ύπουλο τρόπο του, το εν λόγω άτομο, δεν έχει καμμία σχέση με μένα, αλλά και ούτε και ΜΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΑΛΛΟΝ που έχει ως στόχο του. Είτε, -για παράδειγμα-, γράψει(υπαινιχθεί καλυμμένα)  ότι είμαι ορειβάτης στα βουνά, είτε ότι το πρωί με είδε από μακριά να αγοράζω τσιγάρα στην Σταδίου, ότι έχω παντρευτεί τέσσερις φορές, πως πέθανα και εδώ γράφει το φάντασμά μου, πως έκανα το ένα και το άλλο, πως είμαι το ένα και το άλλο, ό,τι, τέλος πάντων, κατεβάσει το κεφαλάκι του, ΔΕΝ έχω καμμία σχέση. Και αυτό λέγεται άπαξ, δια παντός, και προκαταβολικώς για ο,τιδήποτε και προς όσους είναι της ίδιας συνομοταξίας, επειδή για έναν στοιχειωδώς νορμάλ άνθρωπο που αντιλαμβάνεται αμέσως τους ανθρώπους που δεν είναι στα καλά τους, είναι απολύτως περιττό.

Ευχαριστώ τους φίλους και αναγνώστες.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ας μην παρεξηγούμαστε πια. Θέλω να πω απλώς, και όσον έχει να κάνει με μένα, πως δηλώνω την συμπάθειά μου προς κάθε περιφερόμενη μετριότητα ή εξαιρετικά αδύναμη ευφυία του fb (που ενίσταται, σκίζει ιμάτια, διαμαρτύρεται, ανεκτοξεύεται συνεχώς από το τραμπολίνο, αυτοπυρπολείται, κλπ.). Ιδιαίτερα δε, όταν χάνει τα λόγια σε προφανή αυτοταραχή και σύγχυση, χωρίς να σημαίνει κατ’ ανάγκην γι’ αυτό ότι τα είχε ανεύρει και ποτέ.

Δεν είναι εύκολη υπόθεση να εκφράζεται κανείς στα πρόθυρα εγκεφαλικού, το αναγνωρίζω, και εκφράζω την αμέριστη κατανόησή μου, έστω και αν είναι δύσκολο να προσφέρω κατ’ εκείνη την στιγμή άμεση πρώτη βοήθεια.

Και,  έστω, αν δεν συνιστά αυτό ακριβώς την τέχνη του λόγου, σίγουρα, και αν μη τι άλλο, πρόκειται για την έξιν του α-λόγου. Όμως άλλο πράγμα να κυνηγάς να μαζέψεις τα λόγια σου κάτω από το τραπέζι, και άλλο να κυνηγάς σαν παλαβός άλογα στα λιβάδια.

Και  μάλιστα με τα πόδια,  όταν δεν περνάει έστω και ένα τρόλλεϋ από το λιβάδι, και δεν μπορείς να καταλάβεις τον λόγον που καθυστέρησε.

 

 

 

 

 

 

 

 

1.  Δεν υπάρχει πραγματικότητα έξω από την γλώσσα. Κάθε αντιληπτή πραγματικότητα συνιστά κατ’ ουσίαν και φαινομενικώς μια γλωσσική πραγματικότητα.

2.  Η γλώσσα δεν απεικονίζει το πραγματικό. Δεν υφίσταται έτσι κι αλλιώς αντικειμενικά “πραγματικό”. Υπάρχει, απλά,  μια αισθητηριακή μεσολάβηση ανάμεσα σε μια μονάδα που φέρει ένα σημαντικό ποσοστό συνείδησης και αυτοσυνείδησης (άνθρωπος) και κάτι “σκοτεινό”  εκεί έξω (κόσμος, γεγονότα), το οποίο και φέρεται ότι προκαλεί αυτήν την αμφισβητούμενη αισθητηριακή εντύπωση.

Η γλώσσα, συνεπώς, δεν αναπαριστά τίποτα. Τουναντίον, προκαλεί το (φερόμενο ως) πραγματικό να εμφανιστεί!

3.  Αν γλώσσα και (υποτιθέμενη) πραγματικότητα ήταν ξεχωριστά μεταξύ τους, το σύμπαν θα ήταν δύο. Το δύο υπάρχει μεν, αλλά είναι μόνον φαινομενικό.

4.  Η παλαιά διαπίστωση του Wittgenstein που έχει λεχθεί τόσες φορές από πολλούς, και συχνά μηχανακλαστικώς ή φθηνοπαπαγαλικώς, ώστε να καταστεί ένα από τα πλέον χιλιοτετριμμένα κλισέ στην ιστορία της αναπαραγόμενης αποφθεγματολογίας,  εμμένει εν τούτοις ολόσωστη: “τα όρια της γλώσσας μου ορίζουν τα όρια του κόσμου μου”.

Άλλος κόσμος, πέραν αυτών των ορίων, δεν υπάρχει, παρά μονάχα το “κενό” (με μια φιλοσοφική έννοια, τουτέστιν, το κενό συνιστά ένα είδος “κόσμου” και αυτό).

5.  Οι μέτριοι, ή οι του σωρού, συγγραφείς προσπαθούν να αναπαράγουν έναν κόσμο. Οι ισχυροί τον δημιουργούν.

6.  Η λέξη είναι πιο αληθινή από το αντικείμενο. Το τελευταίο φθείρεται και κάποτε χάνεται. Η λέξη όμως δεν πεθαίνει.

7.  Η γλώσσα δεν υπάρχει για να περιγράψει τον κόσμο, αλλά για να τον δημιουργήσει.

 

 

 

 

 

 

 

Ο λαϊκισμός και η ψυχοπαθολογία του fb δεν συνιστούν συμπτώματα, απλώς, μιας γενικευμένης διάλυσης/παρακμής (η οποία, εξ άλλου, εκφράζεται σε ιδιότυπες “εθνικές” συνθήκες με όρους πλήρους αφοσίωσης ή και …αφιέρωσης ζωής στο εν λόγω νέτγουερκ), αλλά και ένα “ανεστραμμένο” (ψευδ)ανθρωπολογικό όριο “καμπής” και “μεταστροφής” του συλλογικού ασυνειδήτου προς το σημείο μηδέν της ανθρώπινης ύπαρξης.

Βέβαια, το ανθρωπολογικό άλμα που δηλώνεται μέσα από την πληροφορική και τα κομπιούτερς, ορίζει από αξιακή άποψη κάτι τελείως διαφορετικό, ενώ δυνητικά σημαίνει μια καινούργια εποχή προς κάτι που θα μας κάνει να τρίβουμε τα μάτια μας σε μερικά χρόνια ή δεκαετίες, ας πούμε, από τώρα, και αν, βέβαια, υποθέσουμε πως θα γλυτώσουμε από το ενδεχόμενο θέαμα υπερδυνάμεων να παίζουν μεταξύ τους ρακέτες με πυρηνικές κεφαλές.

Όμως δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που να μην συνοδεύεται (ιδίως στις αρχές ή μεταρχές του) από την “σκιά”-παρωδία του, πολλώ δε μάλλον σε μιαν εποχή, και σε εθνικές συνθήκες τέτοιες, όπου τα πάντα φαντάζουν μια ατέλειωτη παρωδία.

 

 

Άνθρωποι (αρκετοί) που σκοτώνουν τον χρόνο τους με το να λένε κατά το πλείστον κουταμάρες από το πρωί ως το βράδυ, (και οι οποίες έχουν χρόνο ζωής μόνον 24 ώρες, – το κάθε τι στο fb δεν “ζει” παραπάνω, και στην καλύτερη περίπτωση τόσον), ενώ είναι βαθειά πεπεισμένοι πως αυτή η (μη) δραστηριότητα συνιστά “εκτόνωση” και “έκφραση γνώμης”, αυτό δεν ορίζει απλή “παρακμή”, αλλά, πρωτίστως, μια πλήρη “απορρόφηση” από τις χειρότερες περιοχές του συλλογικού ασυνειδήτου, όταν το τελευταίο αιτείται την διάλυση της ζωής και του πολιτισμού.

Ένας άναρχος φόβος και πανικός μπροστά σε μια καινούργια εποχή, ένα φόβος πάν’ απ’ όλα που δεν αποβαίνει κατ’ ανάγκην συνειδητός.

Η κλινική συνθηματολογία και η στωκερική ψύχωση με όλα τα φαινόμενα που τις συνοδεύουν, ποτέ δεν έφτασαν σε τέτοια υπερπληθωριστικά ύψη , όσον σήμερα.  Ο λαϊκιστής, ο κοινοτοπολόγος, ο παραναγνώστης (ο μη αναγνώστης μάλλον), ο “σε μένα μιλάς;”,  ο ψυχανωμαλάκος διαδοσίας, ο παλαιο-στώκερ που πιστεύει πως ανοίγει “διάλογο” και ότι τον διαβάζουν ή ότι του …”απευθύνονται” κιόλας κλπ. κλπ. Δεν είναι σίγουρον, λοιπόν, πως όλοι αυτοί οι καινοφανείς ψευδανθρωπολογικοί τύποι, μπορούν μαζί με άλλες καρικατουρίστικες εκφάνσεις να συναποτελέσουν έναν καινούργιο “χρυσό μόσχο” της εποχής. Σίγουρα, όμως, όλος αυτός ο επίχρυσος ή όχι τενεκεδένιος πολιτισμός της υποκουλτούρας, δεν δεικνύει τίποτε περισσότερον από την συνάντηση μιας παρωδιακής/γελοιογραφικής εκδοχής της Πνύκας με τον Πολ-Ποτ.

 

 

Σε αυτή την γελοία, γκροτέσκα, κατάσταση που δεν μπορεί έτσι κι αλλιώς, αποκομμένη απο την πραγματικότητα της έξω ζωής να κυριαρχήσει, και είναι καταδικασμένη να πνίγεται μέσα στα ίδια τα δηλητήριά της, όποιος έχει το θάρρος της γνώμης του και δεν συμπαράγεται/συσκευάζεται στην καραμελοβιομηχανία του λαϊκισμού του fb “λιθοβολείται”. Οι ποιοτικές, πάνω σε αρχές και με το θάρρος της γνώμης τους παρουσίες στο facebook, όχι σπάνια γίνονται “στόχος”.

Αν, για παράδειγμα, κάνεις το έγκλημα να διατυπώσεις ένα κατευόδιο για τον εσχάτως τεθνεώτα πολιτικό, αυτο δεν συγχωρείται, ακόμα και αν ανήκεις σε πολιτικό χώρο πλήρως διάφορο ή και αντίθετο αυτού.

Δεν υπάρχουν σκέψη, γνώμη, δεν υπάρχει τίποτα. Ένας άναρχος φόβος μόνον για το πώς θα σε “εκλάβουν” και για το πώς “θα δημιουργήσεις εντυπώσεις”.

 

 

Ο φόβος, άλλωστε, είναι η μόνη πραγματική ασθένεια του ανθρωπίνου είδους.

Εξ αυτού όλα τα κακά, και ο ίδιος είναι το πρωταρχικό “Κακό”. Και το facebook, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να θρέφει, συχνά, ψοφοδεή ανθρωπάκια (η κολακεία και φόβος της “αγέλης”), τα οποία προσπαθούν να παραστήσουν μεν τους “πλάγιους” καρχαρίες μεταξύ τους (και κατά πάντων), αλλά το τελικό θέαμα που παράγουν, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς και με πάσα φιλοσοφική και ευγενική διάθεση, δεν είναι τίποτε περισσότερον από θηλυπρεπή και παθητικά  πιθηκάκια μιας πρωτοφανούς μουσολινικής ψευδοδημοκρατίας της αποχέτευσης και των συνακολούθων στεναγμών.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο έρωτας είναι πρωτίστως κοσμολογική “ανάμνηση”, -και σωστά-, είναι όμως και η υπόσχεση μιας νέας ανθρωπότητας, λυμένης από τα δεσμά της πρωτοκαθεδρίας του ονείρου του κόσμου έναντι του “εσώτερου” ονείρου (μέσα σε όνειρο) που περιέχει, τουτέστιν, του ονείρου της ανθρωπότητας.

Ο άνθρωπος έως τώρα ονειρεύεται, κινούμενος μέσα στο όνειρό του, χωρίς να το καταλαβαίνει. Εκλαμβάνει ό,τι βλέπει γύρω του, στην καθημερινή ζωή του, τα πάντα, ως “πραγματικά”. Πιστεύει στα σοβαρά, πως ο κόσμος υπάρχει.

Η λύση φυσικά δεν είναι “να ξυπνήσει” από αυτό το όνειρο, αλλά να το τροποποιήσει και να το αλλάξει, ώστε να περνάει καλά ΕΝΤΟΣ αυτού!

Κυρίως, να αντιλαμβάνεται συνειδητά ότι “ζει” μέσα σε όνειρο, χωρίς γι’ αυτό να νιώθει την επιθυμία να ξυπνήσει. Στην ουσία πάλι “ξυπνάει”, αλλά αλλιώς. Μια τέτοιου ειδους “αφύπνιση”, όμως, που κατορθώνει και διατηρεί το όνειρο του κόσμου και δεν το απολύει, είναι το ζητούμενο, τουλάχιστον για όποιον το επιθυμεί.

 

 

Ο έρωτας δεν υπάρχει για να θυμηθούμε τον “τόπο” απ’ όπου προ-ήλθαμε (συμβαίνει και αυτό), αλλά για να διαφύγουμε πλήρως από αυτόν.

Έως  τώρα η ανθρώπινη πρωταρχική “φυγή” από το μυστικό κέντρο και άξονα- axis mundi, είναι toccata (toccare-αγγίζω) και fuga-“φυγή” από την αρχέτυπη κατάσταση της μη -συνειδητότητας ενός παντοδύναμου “τίποτα” (ο όρος “κενό”, είναι πιο ακριβής ίσως, από ορισμένες απόψεις, τουλάχιστον). Αυτή είναι η Πρώτη Επανάσταση. Η κατ’ εξοχήν τέτοια και “πρότυπη” για κάθε άλλη επανάσταση, ανεξαρτήτως προθέσεων και επιδιώξεων που ακολούθησε εν χρόνω!

Μέλλεται, ακόμα, μια Δεύτερη Επανάσταση, κατ’ αντίστροφην σειρά, τουτέστιν, fuga (συνεχιζόμενη) και, κυρίως, νέο toccare- άγγιγμα ενός πλήρως “νέου κόσμου”,

ενός “ελεγχόμενου”- κατά  βούλησιν “ρυθμιζομένου” ονείρου,

και “δομικώς”, αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ό,τι πραγματικά αξίζει στην ανθρώπινη ύπαρξη, αν επιθυμεί να είναι όντως ανθρώπινη και όχι ανακλαστικό μιας άλλης βούλησης “φυτό”, ή μια πρωτύτερη αναίσθητη μακαριότητα.

 

 

 

 

 

 

 

Σ’ αγαπώ, όχι μόνον επειδή είσαι ένα σπάνιο λουλούδι, αλλά επειδή έχεις μια τέτοια εντιμότητα και ευθύτητα, που ούτε “άνδρες” δεν την έχουν (σε “εισαγωγικά”, ασφαλώς: ιδιαίτερα, σήμερα, δεν το συζητάμε, είναι ανέκδοτο). 

Σ αγαπώ, γιατί τα “γράφεις όλα εκεί που πρέπει” για μένα, όταν χρειάζεται, και δεν υπολογίζεις τίποτα.

Γιατί, ακόμα, είσαι ένα ζωντανό χαστούκι προς κάθε γυναικούλα και απλή “γλάστρα”.

Επειδή, κυρίως, είσαι τόσον τρελλή όσον τρελλός είμαι εγώ, και δεν λογαριάζεις τίποτα μπροστά στην εκδήλωση της τρέλλας σου, όπως ακριβώς κι εγώ.

Σ’ αγαπώ, επειδή είσαι αυτό που είσαι, και γνωρίζεις πολύ καλά σε βάθος μετρήσεως φαινομενολογίας της ύπαρξης, πως ο κόσμος είναι φτιαγμένος μόνον για δύο, κάθε φορά και για πάντα.

 

 

 

 

 

 

 

 

Άλλο το “κρυμμένο” Μυστήριο του Κόσμου που φέρνει και κρατάει την Ζωή σε εμφάνιση, (και, σίγουρα, δεν πρέπει ποτέ να αναμένεται ως ό,τι ιδανικότερο στην θέα, μιας και ένα μυστήριο αυτού του είδους ταυτίζεται με μιαν απόλυτη φρίκη),

και άλλο, η Ζωή η ίδια.

Το να (επιχειρήσεις να) μάθεις την σκοτεινή “καταβολή” της Ζωής, είναι ένα πράγμα. Το να μάθεις μετά να “αποφεύγεις ”  αυτό που ο ίδιος έχει μάθει και ξέρεις  (το όποιον και όσον),  στον βαθμό που, εξ ορισμού, δεν μπορεί παρά να κινείται εναντίον σου (Μυστήριο και Άνθρωπος ποτέ δεν συμφιλιώνονται, αναγκαστικά το ένα θα εξουσιάσει το άλλο), είναι το σημαντικότερο, η ίδια η Τέχνη της Ζωής.

Η ωραιότερη περιπέτεια που μπορεί να κάνει πραγματικά ενδιαφέρουσα την ανθρώπινη ύπαρξη, μακριά από την βαρεμάρα της καθημερινής, συμβατικής ομιλίας και του ανθρωπακιστικώς συμπεριφέρεσθαι.

Ό,τι μπορεί να σου γεμίσει την ζωή, πανέμορφα,  με άνθη και μυδράλια.