Skip navigation

 

 

 

 

 

Η Γνώση προϋπάρχει και υπερέχει της Πίστης.

Δεν υπάρχει Πίστη προ της Γνώσης, ή παρά αυτήν, πρόκειται γι’ αυταπάτη, μάλλον εξ ανθρωπολογικής ανάγκης. Ως προς  ένα ποσοστό, ό,τι ήδη το Ασυνείδητο ΓΝΩΡΙΖΕΙ από μόνο του, καλείται κάποτε “πίστη”, και ό,τι το Ασυνείδητο ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΝΕΙ σε βαθμό μη αναγνωρίσιμο (το πλέον σύνηθες), αποβαίνει  κάποια στιγμή, και αναπόφευκτα, “ψευδής πίστη”.

Από μιαν άλλην άποψη, προ-πιστεύεις κάτι, επειδή ανταποκρίνεται περισσότερον στο ζητούμενο αίσθημα ασφαλείας ή παρηγορίας απέναντι σε κάποιες γνωστές φοβικές παραμέτρους της ανθρώπινης ύπαρξης,  σε σχέση, βέβαια, με τον απειλητικό περίγυρό της (που κυμαίνεται από έναν εσωτερικό χώρο ή μια περιοχή έως ολόκληρο το σύμπαν).

Με λίγα λόγια, η Πίστη είτε είναι ασυνείδητη Γνώση (ή από-γνωση) είτε συνειδητή ελπίδα (ή ιδιοτελής πρό-θεση και διάθεση) προς κάτι.

 

 

Η πίστη εκ προαισθήσεως (ή διαισθήσεως) που ως προαίσθηση γίνεται, βέβαια, συνειδητά αντιληπτή (και, συνήθως, αποβαίνει αρκετά ισχυρή) και αυτή, ακόμα, προκύπτει από Γνώση που μαίνεται ήδη υποσυνείδητα, δίχως το υποκείμενο να αντιλαμβάνεται τίποτα εξ αυτής της διαδικασίας.

Το λεγόμενο “προαίσθημα”, δεν θα ήταν άστοχον αν λέγαμε, πως δεν είναι τίποτε άλλο από μη συνειδητή, “παρασκηνιακώς” ορθολογική επεξεργασία δεδομένων!

Εν κατακλείδι, η  Πίστη δεν μπορεί να αντικαταστήσει την Γνώση ή να υπερέχει με οποιονδήποτε τρόπον αυτής.

Όμως, η μεγάλη δοκιμασία για τον άνθρωπο, ήταν ανέκαθεν άλλη.

 

 

Να πιστεύσει τελικά, πλήρως, αυτό που ήδη γνωρίζει καλώς, ακόμα κι εκείνο που βλέπει ήδη μπροστά του! Φαντάζει αυτονόητο, αλλά είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο. Να πιστεύσεις αυτό που ξέρεις.

Μια τέτοια πίστη, πραγματικά, θα μπορούσε να μετακινήσει βουνά, σε τέτοιον βαθμό, μάλιστα, που όχι μόνο δεν θα χρειαζόταν να πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, αλλά ούτε καν θα χρειαζόταν να πάει το βουνό στον Μωάμεθ, κατανοώντας, κάποτε, και εν τέλει, ότι ο Μωάμεθ είναι το ίδιο το βουνό και το βουνό ο Μωάμεθ.

 

 

 

 

Advertisements

 

 

 

 

 

Η Ελευθερία είναι το Μέγα Τεστ του Κόσμου, εκεί όπου όλα μπορούν να κριθούν σύμφωνα με τις πραγματικές δυνατότητές τους και όχι υπό το καθεστώς μιας οιονεί καθυπονομεύουσας “ασυνειδητότητας” που τορπιλίζει, δίχως να φαίνεται,  κάθε ανθρώπινη προσπάθεια .

Το μέγα τεστ του κόσμου, συνεπώς, aλλά και η απαραίτητη συνθήκη για να υπάρξει  ο κόσμος, ως στέγη υπερ-κειμένων πλέον, αυτονόμων και ανεξαρτήτων μεταξύ τους και όχι σαν σε δουλεμπόριο υποκειμένων έτσι όπως τελούν έως σήμερα, και καθώς, εν παραλλήλω, αγωνίζονται για λίγα μέτρα ακτίνας δράσης, μέσα σε ένα κατασκότεινο αμπάρι πλοίου που τους μεταφέρει εκόντες άκοντες στην νέα αμερικανική ήπειρο του μέλλοντος.

 

 

Το Πεπρωμένο είναι αυτό το πλοίο και το μεν πλοίο από την ίδια την ιστορική πορεία πλεύσης του κατευθύνεται προς έναν Νέο Κόσμο της Αυτοπραγμάτωσης και της Ελευθερίας, όμως ο μηδείς καπετάνιος του, ο Μη Υπάρχων που, όμως, και κατ’ έναν τρόπο, “υφίσταται”,- μια κενή θέση με άδεια μάτια στο πιλοτήριο κατ’ ουσίαν-, ενδιαφέρεται πρωτίστως να μπατάρει τους σκλάβους στα νερά πριν φτάσουν σε αυτόν τον Νέο Κόσμο. Γιατί, αυτήν την φορά, οι σκλάβοι, με το που θα πατήσουν το πόδι τους στην Νέα Γη, θα απελευθερωθούν αυτόματα.

Σύγκρουση θελήσεων και επιδιώξεων, σίγουρα. Το αδηφάγο Μέγα Τίποτα απέναντι στην δίψα για ύπαρξη.

Μα πάνω απ’όλα υπάρχει πραγματικά,  ατομικό, συλλογικό πεπρωμένο, ακόμα και πεπρωμένο των Εθνών.

Στην Καταλωνία, για παράδειγμα, “έτυχε” ένα από τα πλέον άσχημα πεπρωμένα του είδους.

 

 

Ας μην πάμε μακριά με κάποια ιστορική αναδρομή, ας αναφέρουμε απλώς το εξής : το να περιορίζεις, για παράδειγμα, τόσον πολύ ακόμα και ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ενός έθνους στην χρήση και διδασκαλία της με έναν τρόπο τέτοιον που λίγο απέχει από την απαγόρευση, (μια γλώσσα έτσι κι αλλιώς όμορφη και περισσότερον δραστική από την καστιλλιάνικη γλώσσα), αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια σαφής απαγόρευση σε αυτό το έθνος να υπάρξει ως τέτοιο.

Το ότι οι Ισπανοί πρέπει να παρουσιάζουν σοβαρό σύνδρομο κατωτερότητας έναντι των Καταλανών, αυτό είναι κάτι τόσον φανερό και γνωστό πλέον, που δεν υπάρχει νόημα να το πραγματευτούμε εδώ περαιτέρω.

Εδώ μας ενδιαφέρει, ωστόσο, και  πρωτίστως, κάτι άλλο.

Η Ελευθερία ως κατ’ εξοχήν αντίπαλος της έννοιας του “πεπρωμένου”, και στην παρούσα περίπτωση ενός “εθνικού” πεπρωμένου.

 

 

Η παλαιά αναρχική θεώρηση που διέβλεπε σε κάθε “εθνικό” πόλεμο και εθνική επανάσταση ΜΟΝΟΝ τον πόθο για την ελευθερία (με την πλέον υπαρκτική και ατομική έννοια) ως κινούν αίτιο, παραμένει απόλυτα σωστή.
Μα και εδώ στην Ελλάδα μια φορά και έναν καιρό, “ελευθερία ή θάνατος” δεν είχαν ως σύνθημα οι οπλαρχηγοί; (πριν τα κάνουν, φυσικά, μαντάρα με την αρχομανία τους, και κάτσουν για τα καλά την βάρκα της επανάστασης, κάτι που το πληρώνουμε  με αυτό το εφιαλτικό ελληνικό υπο-κράτος που βιώνουμε έως σήμερα).

Δεν έχουν λοιπόν καμμία σχέση οι Καταλανοί με αυτό που θα μπορούσε να αποκληθεί ακόμα και “δικαιολογημένος εθνικισμός ενός καταπιεζομένου έθνους”. Δεν είναι καν τέτοια περίπτωση. Οι Βάσκοι ίσως.

Δεν υπάρχει πιο κοσμοπολίτικη, διεθνιστική, επικράτεια στην Ευρώπη σήμερα από την Καταλωνία.
Οι Καταλανοί μάχονται καθαρά για το γυμνό όραμα της Ελευθερίας, και η πάλη τους, στον σημερινό κόσμο αποτελεί έναν από τους καλύτερους οιωνούς του μέλλοντος.

 

 

Φόρος τιμής στην Καταλωνία, λοιπόν, για δεύτερη φορά. Ο Τζωρτζ Όργουελ, μια φορά και έναν καιρό, όντας αναρχικών πεποιθήσεων ενετάχθη εθελοντικά στην πολιτοφυλακή του τροτσκιστικού POUM και πάλεψε τον φρανκισμό μέσα από τις γραμμές του.

Τότε η Καταλωνία αφέθηκε μόνη της από όλην την Ευρώπη, δυτική και “σοσιαλιστική”, επρόκειται για την κατ’ εξοχήν προδομένη επανάσταση του 20ού αιώνα.

Σήμερα, απέναντι στον μέγα καραγκιόζη Ραχόι, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μαχαιρώνει πισώπλατα τους Καταλανούς.

Και αυτό είναι κάτι που επ’ ουδενί δεν πρέπει να επιτρέψουμε.

 

 

 

Σημείωση για το “Islands” που παρατίθεται στο βίντεο μόλις άνω:

 

 

Το “Islands” που παρουσιάζεται στο τέλος του κείμενου είναι μια avant-garde οπτικοηχητική σύνθεση του Καταλανού δημιουργού Josep Manuel Berenguer, συνθέτη και διευθυντή της καταλανικής Orquestra del Caos και επιτίμου προέδρου της International Conference of Electro Acoustic Music CIM/UNESCO. Η σύνθεση έχει να κάνει με το μνημείο “Passages” του Ισραηλινού γλύπτη Dani Karavan, το οποίο ηγέρθη στην καταλανική πόλη Πορτ Μπόου, εκεί που φέρεται πως αυτοκτόνησε ο μεγάλος Γερμανο-εβραίος στοχαστής Walter Benjamin προκειμένου να μην πέσει στα χέρια των ναζί.
Η φράση που επαναλαμβάνεται σε διάφορες γλώσσες κατά την διάρκεια του έργου, είναι του Walter Benjamin, από τις φιλοσοφικές θέσεις του για την Ιστορία, και έχει ως εξής:

“Schwerer ist es das Gedächtnis der Namenlosen zu ehren als das der Berühmten. Dem Gedächtnis der Namenlosen ist die historische Konstruktion geweiht.”

“Είναι κατά πολύ πιο δύσκολη η απόδοση τιμής στην μνήμη των ανωνύμων απ’ ό,τι των  φημισμένων. Η ερμηνεία της Ιστορίας είναι αφιερωμένη στην μνήμη των ανωνύμων”.

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα πράσινα, ολοσμάραγδα μάτια σου, μωρό μου, πάνω από τις δύο οπώρες του θεαματικού σου μπούστου, είναι μια γλυκυτάτη υπενθύμιση ότι δεν φάγαμε τσάμπα την μηλόπιττα στην Εδέμ.

Μηλόπιττα, βεβαίως, και όχι απλά, ή σκέτο, μήλο.

Το μήλο (εκτός των άλλων) είναι το Αρχέτυπον της Καύλας —

η μηλόπιττα, όμως, είναι το εμπράγματο και αποτέλεσμα της Καύλας, δίκην γηίνου δικαίου, εκεί που δεν παίρνει στους θεούς να επέμβουν, έτσι κι αλλιώς.

Θέλω, να πω με άλλα λόγια, πως αυτός ο κόσμος προέκυψε ως ερωτικός σπασμός, στην  σφοδρή προ-αρχέτυπη επιθυμία για το συγκεκριμένο, το φανερωμένο. 

Η αγάπη, τουτέστιν,  έχει νόημα όταν ομοιούται με το όνομά σου και όχι με την λέξη “αγάπη”.

 

 

 

 

 

 

 

Η Ισπανία υπήρξε ανέκαθεν μια εξαιρετικά αντιδραστική και οπισθοδρομική χώρα, αρχής γενομένης με τα γνωστά πογκρόμ κατά των Εβραίων κατά τους 14ον και 15ον αιώνες, που είχαν, μάλιστα, ως κατάληξη να θεσπιστούν οι πρώτοι προ-ναζί κανόνες “καθαρότητας του αίματος” (limpieza de sangre) στην Ευρώπη, μέχρι τον 20ό αιώνα (φρανκικό καθεστώς, καταπίεση και καταστολή των κινημάτων για την καταλανική και βασκική αυτονομία και πολλά πολλά άλλα).

Τους Καταλανούς, αντίθετα, φαίνεται ότι τους διέπνεε, πάντοτε ή συχνά, μια “καθαρότητα του πνεύματος”. Πιο σοβαρή, και κατά πολύ πιο πολιτισμένη επικράτεια, η καταλανική,  μέσα στο σημερινό ναφθαλινικό κατασκεύασμα που καλείται “Βασίλειο της Ισπανίας”. Δεν είναι τυχαίο που ο μοντερνισμός και η avant-garde ανθίσαν στην Βαρκελώνη, εν αντιθέσει με την Μαδρίτη. Δεν είναι τυχαίος, κυρίως, ο ρόλος της Καταλωνίας κατά τα χρόνια της επανάστασης, 1936-1939.

Εννοείται, είμαστε υπέρ της Ανεξαρτησίας των Καταλανών με κάθε τρόπο, με κάθε μέσο, με κάθε κόστος – ακόμα και με εμφύλια σύρραξη, αν δεν γίνεται να αποφευχθεί (εμφύλια, τρόπος του λέγειν, για δύο διαφορετικά έθνη).

 

 

Μετά τις τελευταίες εξελίξεις, φαίνεται πως η βλακεία στον ανθρώπινο εγκέφαλο μιλάει συχνά ισπανικά (έτσι κι αλλιώς, πρόκειται για γλώσσα εξαιρετικά απλοποιημένη και μάλλον ανεπαρκή ή περιορισμένη για σοβαρή αφηρημένη σκέψη – η λογοτεχνική ισπανική είναι άλλο ζήτημα).

Αντίθετα η καταλανική γλώσσα, γενικά, φαντάζει μάλλον πιο αξιόπιστη από την άποψη του στοχασμού (και σίγουρα, κατά πολύ πιο ωραία αισθητικώς).

Και αυτό, έχει την δική του σημασία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Υπάρχει κάτι το εξόχως τυχοδιωκτικό (με την καλλίστη έννοια της λέξης) στην ζωή και το έργο του Ιάννη Ξενάκη, το οποίο, δείχνει,  με τον τρόπο του, την βάσανο της πρωτοπορίας κατά την διαδρομή του 20ού αιώνα, όχι λιγότερον μάλιστα, τις δημιουργικές αντιφάσεις αναπροσαρμογής της σε νέα δεδομένα, και κυρίως, το πρωτοφανές αίσθημα ερήμωσης που επιπροσέθετε διαρκέστερα σε έναν κόσμο, που ολοένα και περισσότερον ερημωνόταν μέσα σε πρωτοφανή διαδικασία όχι πάντοτε αναγνωρίσιμης ή διακριτής ανθρωπολογικής μετάβασης. 

Μια εξαιρετικά μεταβατική περίοδος της ανθρωπότητας ανάμεσα σε χίλιους τρόμους, απειλές, συγχυσμένες οπτικές και θεωρήσεις από  την πλευρά των συμβατικών ιδεολογιών, αλλά και ριζοσπαστικές, καινοφανείς εφορμήσεις κάποτε (π.χ. το Κίνημα της  Αυτονομίας  στην Ιταλία της δεκαετίας του 70), και συναντώντας, εν τέλει, την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, που δεν σήμαινε απαραίτητα ότι τα “τείχη” έπεσαν επιτέλους στον κόσμο.

Καταδικασμένος σε θάνατο, λοιπόν, ο Ξενάκης,  από στρατοδικείο του ελληνικού κράτους για λιποταξία (μια απόφαση που ήρθη μόλις το …1974), πέρασε με πλαστό διαβατήριο στην Ιταλία και από εκεί στην Γαλλία, όπου βρήκε άσυλο και μπόρεσε να σταδιοδρομήσει.

 

 

Τσακώθηκε , ως γνωστόν, με τους πάντες, τον “έπνιγαν” τα πάντα, ακόμα και οι πρωτοπορίες του καιρού του. Πρώτα πρώτα, με τον Honegger που ήταν ο δάσκαλός του, επειδή ο Ξενάκης απέρριπτε την αρμονία και την αντίστιξη και δεν ήθελε καν να ασχοληθεί με αυτά (με την πιο κρίσιμη βάση της μουσικής θεωρίας δηλαδή!), τσακώθηκε με τον Boulez, με τον Stockhausen (ο οποίος έβρισε τον Ξενάκη δημόσια, λόγω μιας θέσης του Έλληνα συνθέτη για τον σειραϊσμό εκείνον τον καιρό), ακόμα και με τον μεγάλο ευεργέτη του, τον Le Corbusier, και με αυτόν τσακώθηκε (για σχεδόν παιδιάστικους λόγους).

Τα “Εόντα” (1963) του συνθέτη, βασίζονται σε ένα κομπιούτερ-πρόγραμμα που αναπτύχθηκε σε εκείνους τους πολύ αρχέγονους και πρώιμους από την άποψη της σχετικής τεχνολογίας καιρούς. Πολύ λίγοι συνθέτες καταπιάνονταν τότε με τα κομπιούτερς, τα δε σχετικά -ολίγα- μηχανήματα ήταν ογκώδη, αποθηκευμένα στα Πανεπιστήμια και εξαιρετικά αργά στο processing (μνημειώδης έχει παραμείνει έως σήμερα, για παράδειγμα, η “Computer Cantata” του μεγάλου Αμερικανού συνθέτη Lejaren Hiller, έργο που εμφανίστηκε την ίδια χρονιά, στην οποία εμφανίστηκαν και τα “Εόντα” του Ξενάκη).

 

 

Λοιπόν, τα “Εόντα”, είναι τρόπον τινά ένας φόρος τιμής στον Παρμενίδη, που τυγχάνει να είναι, για εκλεκτικούς και ειδικούς λόγους,  ο πλέον προτιμώμενός μου από τους προσωκρατικούς στοχαστές, όπως εξ άλλου και ο ίδιος ο Ξενάκης παραμένει ένας από τους πλέον προσφιλείς συνθέτες μου απ’ όλην την ιστορία της μουσικής·  όμως θέλω να πω κάτι άλλο τώρα.

Η έννοια του “Εόντος” είναι πολύ βασική στον Παρμενίδη, άνευ αυτής  δεν κατανοείται  ή γίνεται μόλις αντιληπτό τίποτε από την σκέψη του. Πρόκειται για το σταθερό, και αδιασάλευτο στην ουσία του, Είναι των πραγμάτων πίσω από την πολυ-φαινομενικότητα των εμφανίσεών του (ή άλλως, για το δεύτερο, το “Πολύτοπο” του Ξενάκη με ηχητικούς/αρχιτεκτονικούς όρους).

Στα “Εόντα” του ο Ξενάκης μέσα από ένα προ-σχέδιο  ανάπτυξης πιθανοτήτων και ενδεχομενικότητων στον ήχο, δημιουργεί ένα αριστούργημα για πιάνο, δύο τρομπέτες και δύο τενόρο-τρομπόνια.

 

 

Σε αυτό το έργο, θα έλεγα κυρίως, ο μεγάλος φυγάς Έλληνας συνθέτης επιτυγχάνει μια από τις πλέον απόλυτες εκφράσεις της ιδιοφυίας του. Για μένα, αυτό το έργο είναι η ίδια η Ύπαρξη, ή αλλιώς, -και αν θα μπορούσα να το πω έτσι-, το Εόν που γίνεται Αιών.

 

Σημείωση: στην πρώτη φωτογραφία πάνω, το περίπτερο της Philips στην Διεθνή Έκθεση των Βρυξελλών, το έτος 1958.  Η κατασκευή του περιπτέρου ξεκίνησε ως σύλληψη από τον Le Corbusier και ολοκληρώθηκε σχεδιαστικώς από τον Ξενάκη.

 

 

 

 

 

 

 

 

un hommage à  Iannis Xenakis

 

H συνθετική ιδιοφυία ενδιαφέρεται για τον ήχο, οι υπόλοιποι συνθέτες για την μελωδία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Δήμος είναι ο κατ’ εξοχήν πρωτογονισμός του ανθρώπου, το αρχαίον asylum του θανάτου, όχι μόνον η πλήρης απόδειξη της διαρκούσης Μεγάλης Νύχτας του Ασυνειδήτου, αλλά, κυρίως, ο επίμονος και επιθετικότατος μηχανισμός αυτής, τα δεσμά που φοράει το Αίνιγμα στην ανθρωπότητα, ούτως ώστε να μην αυτονομηθεί ποτέ από αυτό.

Ο σκληρός πυρήνας του Δήμου, άλλωστε, είναι ο Δείμος, σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, ώστε κάλλιστα αυτές οι δύο έννοιες συμπίπτουν σε πληρεστάτη αλληλεφαρμογή και ανάπτυξη παραπλανητικών διχτυών στο βουλητικό μέρος και το ένστικτο αυτοσυντήρησης/ αυτοπροστασίας του ανθρώπου.

Δήμος, σημαίνει στην ουσία και χωρίς αυταπάτες:  να σκοτώνεις κάθε μέρα την ζωή σου για να είσαι αρεστός και αποδεκτός, να μην το πετυχαίνεις φυσικά -στον βαθμό που και οι υπόλοιποι δεν επιδιώκουν κάτι άλλο, και έτσι επιτυγχάνεται το τέλειο πλέγμα αλληλοαποκλειομένων ονείρων-,  και, στο τέλος, να αποβαίνεις ένα ηλίθιο πλάσμα που θα υπερασπίζεται από το πρωί ως το βράδυ τον εαυτό του, έναντι της απλής φυσικής τάσης του ανθρώπου (προς το παρόν) να κατασπαράζει σαν λύκος με δικαιολογίες, τον διπλανό του.

 

 

Δεν υπάρχει οραματισμός ενός μέλλοντος,  στοιχειωδώς σοβαρός, ο οποίος να μην προϋποθέτει την οριστική εξαφάνιση αυτού του Κήτους που καταπίνει και καταπίνει ζωές για να τις γυρίσει στο Μεγάλο Τίποτα ( η αλληλεγγύη και η συνεργασία είναι τελείως διαφορετικά πράγματα, και δεν μπορούν και αυτά να υπάρξουν πραγματικά χωρίς την εξαφάνιση του Δήμου).

Δεν υπάρχει, εξ άλλου, έννοια του “Δημοσίου” που να μην παύει αυτόματα να υφίσταται σε μια προμηθεϊκή εποχή με νέα ανθρωπολογικά δεδομένα πλέον.

 

 

Η απάντηση στον αργά ή γρήγορα μελλούμενο θάνατο του Δημοσίου δεν είναι το Ιδιωτικό, αλλά το Νοητικό. Και αυτό είναι κάτι τελείως διαφορετικό και αναπάντεχο, όσον προβαίνει και φανερώνεται αυτόματα, κάθε φορά που ο Δήμος υποχωρεί προς όφελος δυνατοτήτων, οι οποίες έως σήμερα αχνολάμπουν καταχωνιασμένες στους περιορισμούς αυτής της εποχής. Μια εποχή που φθίνει αργά μεν , αλλά περισσότερον αναπόφευκτα απ’ όσον δείχνει ή φαντάζει .

 

 

 

 

 

 

 

 

Μπορούμε, κάλλιστα, να δούμε την σημερινή παρακμή, ιδιαίτερα στην χώρα μας, όταν παίρνει μορφές σαφώς πιο έντονες και ανορθολογικές απ’ οπουδήποτε αλλού, μέσα από ένα αρχετυπικό, ιδιοφανές πρίσμα, ήτοι την “Mεγάλη Aπορρόφηση” του όντος πίσω στο Τίποτα. Έχουμε αναφερθεί, έτσι κι αλλιώς, συχνά,  μέσα από κείμενα του παρόντος ιστολογίου.

Αν το σκεφθεί κάποιος βαθύτερα, μια τέτοια διαδικασία πισωγυρίσματος, είναι αδύνατον να συμβεί, χωρίς να επιχειρείται να “ξηλώνεται” ό,τιδήποτε είναι θεμελιακό στην ανθρώπινη ποιότητα, την ανθρώπινη εξέλιξη και το διαρκώς αναπτυσσόμενο σύνολο αξιών.

Η μορφοποίηση κατά την διαδικασία της Δημιουργίας συνοδεύεται, από αυτά τα πράγματα, κατ’ ανάγκην και οριακώς κάθε φορά. Η διαδικασία της διάλυσης συνοδεύεται από το αντίστροφο: τον χλευασμό και την απόπειρα ισοπέδωσής τους.

 

 

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που ο λόγος της παρακμής, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ως λόγος με την πλήρη έννοιά του, αλλά συνίσταται συχνά σε ένα ιδιοπαθές κατασκεύασμα τυφλής άρνησης, φανατικής αυθαιρεσίας και κωμικής μικρεξουσιαστικότητας, αλλά, επίσης,  και ενός ελλοχεύοντος,  ή περισσότερον φανερού, μίσους για την έννοια της “αξίας”.

Είναι πανεύκολο σε εποχές όπου κατακλυσμιαίες δυνάμεις “απορρόφησης” δρουν μέσα από το συλλογικό αλλά και από το ατομικό ασυνείδητο των  νοητικώς πιο ευπαθών, ασταθών ή φοβουμένων τους πάντες και τα πάντα, να κάτσει κάποιος σε μια γωνιά και να εξαπολύει μύδρους, τρέλλες ή νοσηρές φαντασίες. Φυσικά, για όλα υπάρχουν χοντροκομμένες δικαιολογίες και αιτιάσεις.

Όμως το “σύνδρομο της Πνύκας” είναι ορατό. Το αρχέτυπο επανεμφανίζεται. Και το αρχέτυπο για να αντιμετωπιστεί, πρέπει πρώτα να αναγνωριστεί και να σημαίνεται διαρκώς με τις ακριβείς διαγνώσεις: όλα, σύμφωνα με αυτό, πρέπει να διαλυθούν σε έναν βόρβορο ψευδοαμεσοδημοκρατίας, επειδή ο Χρόνος αρχίζει να λειτουργεί “αντίστροφα”. Η υποκειμενικοποίηση, η αξία, η εξέλιξη κηρύσσονται τότε, και  με έναν εξαιρετικά παράλογο τρόπο, “ανεπιθύμητα” πράγματα, και οποιοδήποτε κεφάλι ξεχωρίζει, πρέπει να κόβεται, επειδή, απλά ξεχωρίζει.

 

 

Ο Εβραίος καββαλιστής στοχαστής του 14ου αιώνα David ben Abraham ha-Laban, έγραψε κάποτε τα εξής:

“Το Τίποτα (δηλαδή, το ayin –  אין ) είναι περισσότερον υπαρκτόν από όλα τα πράγματα του κόσμου. Όμως, εφ’ όσον είναι υπέρτατα απλό, και όλα τα απλά πράγματα συγκρινόμενα με την  απλότητά του είναι πολύπλοκα, καλείται γι’ αυτό,  Αyin (Τίποτα)”.

Πολύ σωστά. Και πράγμα, που σημαίνει εξ άλλου, πως δεν είναι ένα κυριολεκτικό “τίποτα”, αλλά η υπέρτατη άρνηση της πολυπλοκότητας των υπαρκτών  πραγμάτων  αυτού του κόσμου, και κατά κάποιον τρόπο μια ΑΙΩΝΙΑ ΑΝΤΙ-ΠΑΡΑΘΕΣΗ προς την συνθετότητά τους. Από αυτήν την άποψη η απλότητά του είναι ΑΠΕΙΡΗ και τείνει προς την έννοια του “τίποτα”.

Το Τίποτα, αυτό όμως, όπως διαβεβαιώνει και ο  David ben Abraham ha-Laban,  είναι περισσότερον “υπαρκτόν” από κάθε τι άλλο.

Για να είμαστε και περισσότερον ακριβείς, είναι η Απόλυτη Αλήθεια έναντι της ψευδαίσθησης αυτού του κόσμου. Μόνο, που σε αυτήν την απόλυτη αλήθεια, δεν “υπάρχεις” πλέον.

 

 

Προσέξτε κάτι τώρα (ιδιαίτερα για όσους γνωρίζουν στον έναν ή τον άλλον βαθμό την εβραϊκή γλώσσα). Με έναν απλό αναγραμματισμό της λέξεως  ayin – אין έχετε αμέσως αμέσως την λέξη   אני , τουτέστιν , “ανί” που σημαίνει “εγώ” !

Το Τίποτα προβαίνει σε Εγώ και Εξυποκειμενικοποίηση, λοιπόν, κατά μίαν έννοια χρονορυθμιζόμενο. Κάποια στιγμή, ο χρόνος τελειώνει, και το Εγώ καλείται να επιστρέψει στο Τίποτα.

Ακριβώς, γι αυτόν τον λόγο, τόσοι και τόσοι άνθρωποι σήμερα, χωρίς απολύτως καμμία συνείδηση ή υποψία των δυνάμεων που δρουν μέσα τους και ενεργούν πολύ επικίνδυνα μέσα από αυτούς, χρησιμοποιώντάς τους, δεν αντέχουν ό,τι συνιστά την ουσία της ζωής: το Εγώ και την αναπτυξιακή δράση του Υποκειμένου, και εκφέρουν γι’ αυτό χίλιες δυο δικαιολογίες, λαϊκιστικές και μη.

Δεν καταλαβαίνουν πως σε ό,τι λένε, σε ό,τι κάνουν, είναι ασυνείδητες μαριονέττες στα χέρια μιας Δύναμης συντριπτικής και πολύ σκοτεινής, στην οποία, εξ άλλου, οφείλει αυτός ο Κόσμος την γέννησή του.

 

 

Όμως, το ερώτημα που τίθεται είναι απλό. Στο βαθμό που το Ayin (το Τίποτα) προσπαθεί να πισωγυρίσει το Εγώ (και κατ’ επέκτασιν την πλήρη ανθρώπινη ύπαρξη) στους κόλπους του, αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς την ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου, αλλιώς, μιλάμε, για ένα είδος μεταφυσικής “δικτατορίας”, η οποία μπροστά στα κέφια ή την αναγκαιότητά της, δεν καταλαβαίνει τίποτα άλλο.

Όμως, στον βαθμό, ακόμα, που το Εγώ προκύπτει σε αυτόν τον ψευδαισθητικό -πλην, όμως, ζώντα- κόσμο ως μονάδα αυτοσυνείδησης και ελεύθερης κρίσης, τότε όλα τείνουν να μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα πως το Θεϊκό Τίποτα αυτοδιχάζεται σε μιαν υπαρκτική σχιζοφρένεια και πως η διαδικασία απορρόφησης πίσω στο “τίποτα”, δεν είναι ούτε μονόδρομος ούτε και αναγκαία, αλλά το ένα “σκέλος” αυτής της σχιζοφρένειας, επειδή ακριβώς αυτό το “Εγώ” συνιστά, ταυτόχρονα μιαν ανάγκη και επιθυμία αυτού του θεϊκού να “ζήσει”, να “δει” τον εαυτό του, να περάσει, με άλλα λόγια, σε απόλαυση του εαυτού του.

 

 

Το “Είτε- Είτε” στην παρακμιακή εποχή μας επανεμφανίζεται, λοιπόν, όπως και το “σύνδρομο της Πνύκας”: στην πιο άγρια ή αυθαίρετη μορφή του.

Η απάντηση, φυσικά, δεν μπορεί να είναι άλλη: Προς το Μέλλον!, – με κάθε κόστος και με κάθε τίμημα.

Κάθε τι άλλο,  είναι φενάκη και, κυρίως, παγίδα.  Ο κόσμος αυτός είναι μια “παγίδα” εξ άλλου, και πρέπει να κινηθούμε πολύ προσεχτικά και με ακρίβεια, σαν σε ναρκοπέδιο εννοιών, αν σκοπεύουμε κάποτε να απελευθερωθούμε. Στον βαθμό, κιόλας, που κατανοεί κανείς ακόμα, πως τίποτα δεν έχει νόημα, αν δεν μπορεί  ο ίδιος να το ορίζει  εξ ολοκλήρου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ΚΛΙΝΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

(όταν καταστρέφεται μια χώρα, υπάρχει ελπίδα ακόμα – όταν πεθαίνουν ο εγκέφαλος και η λογική της, καμμία)

 

1. Αν η πραγματικότητα, από καθαρά υπαρκτική/φιλοσοφική άποψη, είναι η εκάστοτε προτιμώμενη φαντασία,

2. τότε η πραγματικότητα του facebook, είναι οι εκάστοτε αλληλοαποκλειόμενες φαντασίες ανάμεσα στους χρήστες του.

Το (1) είναι κάτι σαν, ας πούμε,  ονειροντολογικός ορισμός, που απλά επισημαίνει μιαν Αλήθεια (με την πλήρως φιλοσοφική έννοια ότι, δηλαδή, δεν υπάρχει εκεί έξω καμμία “αντικειμενική” πραγματικότητα, κοινή για όλους, και ότι οι “πραγματικότητες” είναι όσες τα υποκείμενα, και προ-επιλεγμένες), αλήθεια, ακόμα και όταν αυτή μπορεί να ερμηνευθεί στην χειρίστη εκδοχή της παρωδίας της, ήτοι της μονοκόμματης ονειροπόλησης και του απλοϊκού ετσιθελισμού.

Το (2), όμως, (fb-state of mind), είναι σκέτη, καθαρή, παρωδία χωρίς απολύτως καμμία πραγματικότητα, τουτέστιν, η πραγματικότητα όχι ως η εκάστοτε προτιμώμενη φαντασία, αλλά ως η εκάστοτε προτιμώμενη, -για όποιους λόγους (τρόπος του λέγειν)-, παρανοϊκή υπεραυθαιρεσία,

και κάπου εδώ, αυτοκαταργείται το όλο πράγμα, ακόμα και ως παρωδία του εαυτού του, και απομένει μόνο το ευγενές βλέμμα του βοδιού, όταν ματαίως προσπαθεί να αναθαρρήσει, “κολλημένο” και σκεπτόμενο την πιθανολογούμενη ή θρυλούμενη διαφορά του από το χοιρινό κρέας.

 

 

 

 

 

 

 

 

Μια παθιασμένη, ολοσύγκορμη αγκαλιά στο ίδιο εγκαταλελειμμένο υπόστεγο. Είχαν προσαπορροφηθεί τόσον πολύ μεταξύ τους σε κάθε δριμύτητα, όσον ρημάζανε μαζί τα απομεινάρια ενός παγκόσμιου χρόνου προς όφελος ενός ιδιωτικού ρίγους που τους συνήρπαζε μέχρι τις εσχατιές της πιο ηδονικής σκοτοδίνης.

Στην μεγάλη εξωτερική επικράτεια απλώνοταν μονίμως ένα χλωμό σκότος – ο ήλιος δεν ανέτειλε πλέον στον ορίζοντα, αλλά μόνον μέσα στους ανθρώπους,

των όσων πλέον, των σίγουρα όχι πολλών, μπορούσε το εσώτερο και διαρκέστερο είναι τους να τον αντέξει.

 

 

Μόλις έξω από το υπόστεγο, -το οποίο, παραδόξως, ενέμενε αρκετά φωτισμένο- από την μια πλευρά, φαινόταν ένας βρώμικος, πλήρως παρατημένος τόπος, και από την άλλη, σκορπισμένα εδώ κι εκεί σκέλεθρα λόγου, παρατημένα και αυτά στο μηδέν του ανθρώπου. Ενίοτε, κάποιες σκιές προσπαθούσαν να τα μετακινήσουν, άγνωστο προς τα πού, όμως μετά από λίγο εγκατέλειπαν την απόπειρά τους και αφήναν τα σκέλεθρα στην θέση τους.

‘Αλλοτε ακούγονταν κάτι σαν σποραδικοί ψίθυροι τραγουδιών που σπάζανε προοδευτικώς σε ρυάκια αγάπης, και τελικώς, όχι σπάνια, προέβαλε ξανά στην μεγάλη ερημιά η Πρώτη Φωτιά του κόσμου, εμφανής σε κάθε ορατότητα, απ’ όποιο σημείο και αν επέλεγες για να την δεις. Σαν ένας ακόμη ήλιος που παραμόνευε κρυμμένος για να αλλάξει κάποια στιγμή την όψη της γης.

 

 

Υπήρξαν οι δυο τους εραστές, προφανώς, σε μιαν ηλίθια εποχή.

Όμως ο κόσμος, ολοένα ερημώνοντας, δεν θα υπήρχε λόγος να μην ερημώνει όμορφα.