Skip navigation

 

 

 

 

 

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

 

                    στην Χαριτίνη

 

Υπήρχε ένα μακρινό ακρογιάλι στην
Άκρη του κόσμου σαν από δεκαετίες

ή αιώνες ξεχασμένο

και εντελώς

Έρημο από ανθρώπους· τα πλοία δεν
Φαινόνταν ποτέ στον ορίζοντα, και οι

σπάνιοι γλάροι

Στο πέταγμά τους φαντάζανε ωσάν τα
Κυματιστά σινιάλα του ουρανού προς

την βωβή, ήρεμη θάλασσα

Η οποία στους

Αλλεπάλληλους ελαφρείς επανασυρμούς
Των κυμάτων της, ωθούσε την κρυπτική

επιφάνειά της

Εγγύτερα ολοένα της ξηράς· οι μάλιστα
Βραχύχρονοι παφλασμοί των νερών σε

ρυθμό τακτικό

Μιας

Άφιξης διακριτικής από βάθη άγνωστα
Κι από μαύρους υποβρύχιους κρημνούς

Έμοιαζαν να τραβάνε ολοένα την ξηρά
Προς τα μέσα, προς τα νερά, παρόλο δε

Που ήταν αυτοί που εξέρχονταν με την
Πρωθύστερη κίνησή τους προς τ’ άδειο

ακρογιάλι·

Υπήρχανε τα δένδρα ολιγοστά κι ακόμα
Οι σκόρπιες πέτρες υπήρχαν εδώ κι εκεί

Ως εάν τα κτερίσματα ενός παραδείσου
Και μέσα σε μια συλλογιστική ακινησία

Η οποία δεν έδειχνε να επηρεάζεται από
Τους γλυκείς απαλούς ήχους των νερών

ποτέ·

Και μια βάρκα δεμένη πρόχειρα σε έναν
Απόλυτο μετωπιαίο βράχο παραπλεύρως

Άγνωστον ποιος την είχε αφήσει και πότε,
Βάρκα τόσον ευγενική στην ανεπαίσθητη

Εναιώρησή της επί των διακριτικών κυμάτων
Καθώς και  στην λεπτή ξύλινη κατασκευή της,

που

Καίτοι περισσότερον από βέβαιο πως και
Αυτή, όπως και τα λοιπά πλεούμενα στον

κόσμο,

Αναμενόταν να διαπλεύσει τ’ αχανή ύδατα
Παρέμενε ωστόσο σταθερά στο ίδιο σημείο

Ως εάν παραδόξως

Eίχε φτιαχτεί όχι για να πλέει αλλά για να
Υποδέχεται· οι δε ολοένα καταφθάνοντες

φλοίσβοι

Τοσούτον στιγμιαίοι στην προφάνειά τους
Και την ήσυχη, άηχη απόσυρσή τους από

Το

Χείλος της βαρειάς, εκδηλωμένης στεριάς
Πίσω πάλι προς τ’ αδήλωτο της θάλασσας

Δεν έδειχναν ποτέ να αναχαιτίζονται από την
Παρουσία της βάρκας·  εξ ίσου στιγμιαία από

Κάτω της γλιστρούσαν σαν σ’ έναν χορευτικό
Αναπαλμό της, καθώς δεν έφευγε ούτε λεπτό

από τη θέση της,

Στα σύνορα ανάμεσα σε δυο κόσμους και σε
Δύο επικράτειες ήρεμα προτείνοντας ένα πιο

διηνεκές βασίλειο

της λήψης και της απόδοσης,

Κάτ’ από τον ράθυμο αιώνιο ήλιο που
Ακολουθούσε σιωπηλά, χωρίς αλήθεια

να έχει λόγο να φωτίσει

Ο ίδιος κάτι περισσότερο·

 

 

 

 

 

 

 

 

KØBENHAVNS EVIG UDSIGT

 

 

Όταν, λοιπόν, εκόπασε η μεγάλη ταραχή
Και οι προάνθρωποι – ημιπνεύματα είδαν

από

Τα φινιστρίνια των ουρανών, αυτόν τον
Θρυλούμενο, νεοσχηματισμένο Κόσμον,

κανείς

Δεν ήταν σίγουρο, ωστόσο, πως έβλεπε τη
Φλόγα που μαινότανε  στα εσώτερα των

κέρινων,  ωσεί ανθρώπων,

μορφών,

Οι οποίες και απροσκόπτως τόσον

Πορευόντανε στους δρόμους ωσάν νύχτες
Που κατέπιναν διαρκώς νύχτα μετά νύχτα·

Ιδού ο κόσμος, λέγανε, και έδειχναν, όντως,
Τα τήδε χρωματισμένα σπίτια στο λιμάνι να

Απλώνονται σαν παιδική ζωγραφιά επί της
Μίας πραγματικότητας, αλλά και τις άλλες

Κέρινες μορφές που παρομιλούσανε καθ’ όλην
Την συσκοτισμένη διάρκεια της Δημιουργίας

Και έφτιαχναν με υπνοβατική όρεξη κάθε
Πολιτισμό, θρησκεία και φιλοσοφία, καθώς

και τέχνη,

 

 

Και μετά, βεβαίως, εισήρχοντο ξανά στα
Σπίτια τα χρωματιστά εμμένοντας όμως

οι ίδιες

αχρωμάτιστες·

Σαίρεν, Σαίρεν, ακουγόταν η φωνή
Στα όρια ανάμεσα μνήμη και νύχτα,

Είναι δάνειος ο κόσμος αυτός, έλεγε
Η δριμεία γοργόνα στους περαστικούς

Που είχε ζωντανέψει αλλά παρέμενε
Στην θέση του αγάλματος, είναι σας

λέγω,

δάνειος ο συρφετός του,

όμως θα γίνει κάποτε δικός μας!

Είναι Δανός, δανός και κεκαυμένος
Ηριδανός, Ιορδάνης και ομιλών επί

της πυράς κάθε στιγμή,

 

 

κατέληγε,

Και η ατέρμονη φλόγα του πυρσού
Που σχημάτιζ’ η πλήρης χώρα στον

χάρτη

Πάν’ από τον ηπειρωτικό βωμό της
Ευρώπης, δεν διεπιστώθη ακόμα τι

ακριβώς εφώτιζε·

Ωστόσο,

Ήταν άγρια και υπέροχη η Βόρεια
Θάλασσα, φυσούσε ξανά κόσμους

πάνω σε κόσμους

Που κατέπιπταν σωρηδόν επί των
Δυτικών ακτών της χώρας την μία

Γεωδαιτική φλόγα μεγαλύνοντας

 

 

Έως την ολοένα αύξουσα σπορά
Χρωμοσωμάτων σπινθηραιώνων

Ολοσχερώς μετέχοντας επί παντός
Οι επερχόμενες, απτές, ανθρώπινες

μορφές

Σε μιαν ακόμα, του φωτός,
Πλήρως άγνωστη ταχύτητα·

 

 

 (πρωτοαναρτήθηκε στο THE RETURN blog – ο τίτλος του ποιήματος είναι στην δανική γλώσσα και σημαίνει:

Η Αιώνια Θέα της Κοπεγχάγης” )

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν η αγαπημένη σου , σου αφιερώνει το τελευταίο βιβλίο της, αυτό είναι μια χειρονομία που καίτοι εμπερικλείει τον χώρο και την σημαντική της καρδιάς, εν τούτοις ανάγεται, εν ταυτώ, και σε μια φωταγώγηση του λειμώνα της γραφής σε πεδία μιας άλλης ανθρώπινης ποιότητας.

Χαριτίνη μου, δεν ξέρω αν οποιοδήποτε ευχαριστώ θα μπορέσει ποτέ να είναι αρκετό σε αυτήν την περίπτωση. Θέλω, όμως, να σου πω, ότι σ αγαπώ πολύ.
Σ αγαπώ πολύ, πέραν όλων των άλλων λόγων, και για το γεγονός ότι είσαι ένα πλάσμα βουτηγμένο στην λογοτεχνία και τον πυρετό της, μαίνεσαι μέσα στην λογοτεχνία, το “κύτταρό” σου είναι λογοτεχνικό, στον ύψιστο βαθμό !

Κυρίως, είσαι ένα από τα λίγα άτομα για τα οποία μπορεί να πει κανείς ότι έχουν κάλλιστο λογοτεχνικό ήθος, ιδιαίτερα σε μιαν εποχή τόσον φθηνή και παρακμιακή, όσον η εποχή μας.

Περπατάς με το κεφάλι ψηλά, ανάμεσα σε αναγνωστικές συνειδήσεις που, ευτυχώς, έχουν εκτιμήσει την γραφή σου, και σε κάποιες γελοίες φιγούρες από την άλλη μεριά, που είναι λογικό να σε φθονούν και επιβουλεύονται.

Επιπλέον, δίνεις μια μάχη πολιτισμού, καλαισθησίας και ομορφιάς μέσα από το περιβάλλον του facebook, σε αντίξοες συνθήκες, αλλ’ όμως, και ευτυχώς, η προσπάθειά σου αυτή έχει εκτιμηθεί σημαντικώς.

Καλορρίζικο και πάλι, το βιβλίο σου, μωρό μου. Πραγματικά, σπουδαία και πρωτότυπη δουλειά!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μια σπουδαία ποιητική δουλειά βρίσκει τον δρόμο της για το τυπογραφείο. Κυκλοφορεί το Φθινόπωρο.

Καλορρίζικο,  μωρό μου.

 

 

Για όποιον  ενδιαφερόμενο, παραπέμπουμε  σε αυτό το κείμενο του Μαΐου 2017.

 

 

 

 

 

 

SÆCULUM NOVUM

Η Πνύκα, η Άβυσσος, ο Διόνυσος Ελευθερεύς,
και το γέλιο του Ισαάκ στους διαδρόμους του Νέου Αιώνος

 

 

Η εκκλησία του δήμου στην Πνύκα, η πολυδιαφημισμένη από τους ανιστόρητους και τους αφελείς, ήταν μια φορά κι έναν καιρό το ψευδώνυμο του θανάτου όταν δεν ήταν χαζός να υπογράφει με το όνομά του, με τον ίδιο τρόπο που ένας υπέρτατα αιρετικός κάλλιστα θα μπορούσε να σκεφθεί (από φαινομενική και μόνον άποψη “βλάσφημα”, μιας και εδώ δεν ομιλούμε για έναν άνθρωπο, αλλά περί του εσωτερικού σχίσματος σε ένα καθολικό πνεύμα), ότι ο Σατανάς είναι το ψευδώνυμο του Θεού, όταν ο ίδιος δεν θέλει ή δεν μπορεί να υπογράψει με το όνομά του. Εκεί που ο Θεός, άλλωστε, κτίζει, δουλειά του Σατανά είναι να καταστρέφει.

Φυσικά, ο θάνατος αφθονούσε ανέκαθεν στην υδρόγειο. Όμως, αυτού του είδους η “δημοκρατία” δεν μπορούσε να περιμένει τους κάποτε αργούς ρυθμούς του. Εξ αυτού, άλλωστε, το κώνειο κατέστη κάποια στιγμή το αγαπημένο ντρινκ “εις υγείαν του λαού” φυσικά, που όπως πάντοτε, του αρκούσε μια δημαγωγική συμμορία για να τον αποβλακώσει και να ζητεί τις κεφαλές των φιλοσόφων.
Δυόμιση αιώνες, περίπου, όλους κι όλους κατάφερε να επιζήσει η εκκλησία του δήμου, για να καταλήξει όχι αργά σε ένα σφαγείο και κρεοπωλείο δημαγωγίας, ψευδούς ρητορικότητας και ανεξέλεγκτης συκοφαντίας.

 

 

Η εμφάνιση συμμοριών σε τέτοιες συνθήκες (συνθήκες, δηλαδή, μιας ψευδούς ισότητας που αιτείται, τις περισσότερες φορές ασυνειδήτως πλην εμφανέστατα, την επιστροφή σε μιαν πλήρως αδιαφοροποίητη massa confusa και την άρση του υποκειμένου) είναι ένα γεγονός που ενέχει και την υπαρξιακή, και, σίγουρα, συνολικότερη, εξήγησή του, εκτός, φυσικά, όλων των άλλων εξηγήσεων, των πλέον μεμερισμένων και εξειδικευμένων.

Μια τυφλή τάση ή επιθυμία άρσης κάθε διαφοροποίησης και υποκειμενικοποίησης, όπως εν προκειμένω, δεν παύει ωστόσο να τελείται σε έδαφος γήινο που προκαλεί συνεχώς την εμφάνιση εκείνων των πραγμάτων των οποίων ακριβώς η άρση επιζητείται.
Τοιουτοτρόπως, το υποκείμενο και η εμφάνισή του, και ως προς τις πολιτικές παραμέτρους ανάδειξής τους, δεν παύουν (δεν μπορούν να παύσουν) στην εκκλησία του δήμου, αλλά συνήθως αναφύονται με μάλλον εγκληματικό, βάρβαρο τρόπο.

Η Πνυξ που πνίγει.

Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς παρά να “πνίγει”, γιατί Πνυξ και Ζωή, αν το δούμε κατ’ ουσίαν και όχι κατ’ επίφασιν πολιτικού και δημόσιου βίου, είναι δυο πράγματα πλήρως ασύμβατα μεταξύ τους. Οποιοδήποτε κεφάλι ξεχωρίζει πρέπει να κόβεται, σχεδόν αυτόματα.

Και, όπως εύκολα μπορεί να καταλάβει κάποιος, αν δεν ξεχωρίζουν και δεν πρόκειται να ξεχωρίζουν κεφάλια ποτέ, δεν υπάρχει ζωή.

 

 

Βέβαια, υπάρχει και ο “χρυσούς αιών” της αθηναϊκής δημοκρατίας, μόνο που θα πρέπει να διαπιστώσουμε σε αυτόν, την ευφυία και την οργανωτική δύναμη ξεχωριστών προσωπικοτήτων περισσότερον, παρά την αποτελεσματικότητα της εκκλησίας του δήμου.
Προ πάντων, ο “χρυσούς αιών” ώρισε και επέβαλε μια δεσποτική ηγεμονία των Αθηνών σε μέγα μέρος του ελλαδικού χώρου, τέτοια που κάλλιστα θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για πρωτο-“ιμπεριαλιστική” (ο όρος με την πλατύτερη και εν ολίγοις αυθαίρετη έννοιά του) φάση επεκτατικής τυρρανίας που προήρχετο από μια πόλη που έβγαινε νικηφόρος από τους Περσικούς Πολέμους.

Τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο ισχύει για τα γράμματα και την φιλοσοφία. Οι αττικοί τραγωδοί παρουσίαζαν συχνά φιλοαριστοκρατικές απόψεις, ενώ ο Σωκράτης, από ένα σημείο και μετά, δεν υπήρξε τίποτε άλλο από μια ζωντανή περιφερόμενη μομφή κατά της αθηναϊκής δημοκρατίας.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε το εξής: φαίνεται ότι τα γράμματα και οι προσωπικότητες, κατ’ εκείνους τους καιρούς, δεν άνθισαν τόσον χάρις στην εκκλησία του δήμου, αλλά, μάλλον, ή κυρίως, χάρις σε μιαν “αντιπαλότητα” με αυτήν.

 

 

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε που οι περισσότεροι αναρχικοί θεωρητικοί και ακτιβιστές του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνων (όταν, δηλαδή, υπήρξε μια φορά κι έναν καιρό σοβαρό αναρχικό κίνημα στον κόσμο) δεν εμπνεύσθηκαν καθόλου από την Πνύκα, ακριβώς επειδή διέγνωσαν τον κρυμμένο τυρρανικό χαρακτήρα της και το όργιο θανάτου που θα μπορούσε να επιφέρει στο όνομα μιας ψευδούς “ισότητας”.
Οι οποιεσδήποτε συνδέσεις και εκλεκτικές συμπροσθέσεις ή συμπάθειες ανάμεσα Αναρχία και “άμεση δημοκρατία” (όρος που δεν πρέπει να ταυτίζεται εξ ολοκλήρου με την εκκλησία του δήμου στην Πνύκα), υπήρξαν κατοπινότερα επιγενόμενα, στην πλειοψηφία τους τουλάχιστον, αν εξαιρέσει κανείς μερικές πρώιμες απόπειρες επί τούτου.

Ο φιλοαναρχικός στοχαστής και συγγραφέας Jacques Ellul, για παράδειγμα, στράφηκε στους Κριτές του Ισραήλ όπως αναγράφονται και περιγράφονται στην Παλαιά Διαθήκη, για να ανεύρει έναν πρόδρομο της Αναρχίας, και όχι στην Πνύκα.

Όμως το ουσιαστικότερο που μένει να δούμε εδώ, είναι άλλο, επειδή δεν είναι το θέμα μας ακριβώς η αμφισβητούμενη σύνδεση μιας μορφής αναρχίας με την (φερομένη ως) άμεση δημοκρατία της Πνύκας, αλλά, πρωτίστως,  μια διερεύνηση της κρυμμένης αρχετυπίας της εκκλησίας του δήμου.

 

 

Υπάρχουν δύο δυνάμεις στον κόσμο που με λύσσα προσπαθεί η μια να εξοντώσει την άλλη. Πρόκειται για μακελειό.

Η μία δύναμη βλέπει την ανθρωπότητα ως προϊόν εξέγερσης και σφετερισμού μιας πρωταρχικής “ουράνιας” κατάστασης και επιτίθεται να ρημάξει τα πάντα, και η άλλη, η Συνείδηση του ανθρώπου, είναι το μόνο πράγμα που μετασχηματίζει υγιώς το θεϊκό στοιχείο σε σχέση “αναγνώρισης” ανάμεσα σε 2 (δύο , και ο αριθμός 2 με την καθαρά αφηρημένη-αριθμητική έννοιά του).

Υπάρχει το Άουσβιτς της ύπαρξης, υπάρχει και το (πνευματικό) Ισραήλ.

Υπάρχει μια μαύρη μαγεία που καλεί συνεχώς την συνείδηση του ανθρώπου να μιγνύεται με όλους και όλα (στο όνομα του “ενός”) και υπάρχει το Έπος του Υποκειμένου που καλεί για ελευθερία ανάμεσα σε ελεύθερες ατομικότητες και ελεύθερες υποκειμενικότητες και σε ολοένα περισσότερη διαφοροποίηση και εξατομίκευση.

 

 

Μπορούμε, ασφαλώς, να ομιλούμε για μια προ-αρχέγονη “αγάπη”, όταν δεν υπήρχε απολύτως καμμία εξατομίκευση και εξυποκειμενικοποίηση στο Όν.
Αυτή η κατάσταση, σίγουρα, είναι ένα είδος “μακαριότητας”, και, ακόμα πιο σίγουρα, ένα (απόλυτο) είδος αγάπης, το θεϊκό ως πλήρης ταύτιση με τον εαυτό του, το θεϊκό ως ο “κανένας”, ως η απόλυτη έλλειψη αυτοσυνείδησης, ως η απόλυτη εσωτερικότητα στα άδεια πεδία του τίποτα ή της κενότητας.

Όμως αυτού του είδους η αγάπη, είναι, επίσης, αδιανόητη και ανυπόφορη . Σου επιτρέπει, κατά κάποιον τρόπο να αγαπάς και να αγαπιέσαι, αρκεί να μην υπάρχεις!  Δεν διαφέρει σε πολλά, και στον βαθμό, βέβαια, που “απαγορεύει” την έξοδο στην υποκειμενικοποίηση,  από την αγάπη δεσποτικών γονιών που επιθυμούν να ελέγχουν και να χειραγωγούν τους γόνους τους ως μαριονέττες.

Με άλλα λόγια, οποιαδήποτε πρωταρχική κατάσταση μακαριότητας στα πεδία της κενότητας και της ασυνειδητότητας για να είναι πρόσφορη ή δεκτή,  δεν πρέπει να “απαγορεύει” την έξοδο στο Υποκείμενο. Αν την απαγορεύει, τότε αυτό είναι μια ατέλεια ή ελάττωμα στους “ουρανούς”  που λύεται μόνον με την εξεγερμένη δημιουργία του κόσμου και το προχώρημα, την πρόοδο του κόσμου, πάση θυσία, με κάθε κόστος και τίμημα και όπου βγάλει  -κατ’ ελπίδα στην Ελευθερία και την άρση κάθε αρχέγονης έριδος ανάμεσα σε Συνείδηση και Ασυνείδητο. Αλλά θέλει πολλή δουλειά, ώσπου να επιτευχθεί κάτι τέτοιο.

 

 

Η χώρα μας, συνολικώς, βρέθηκε στην δίνη ενός τέτοιου μαύρου αρχετύπου, που μεταφραζόμενο σε “ιστορικές συγκυρίες”,  της απαγόρευσε να ενηλικιωθεί. Η χώρα μας “παγιδεύθηκε”, δηλαδή, στο συνεχώς παραμονεύον μητρικό δόκανο αυτής της αρχετυπικής παγίδας, που φαίνεται να μην συμφιλιώνεται ποτέ με το ίδιο το φαινόμενο της ζωής.

Δεν είναι τυχαίο που η “Φόνισσα”, το μέγιστο αριστούργημα του Παπαδιαμάντη εγράφη σε αυτή την χώρα, στην οποία το υποσυνείδητο μίσος για το ίδιο το φαινόμενο της ζωής (αν το δει κάποιος βαθύτερα) και η διαμαρτυρία για την έξοδο από την μακαριότητα της απραξίας στον κόσμο, επιφέρεται συνήθως ως “μίσος για την αξία”. Οποιοσδήποτε άνθρωπος στην Ελλάδα μπορεί να μπει αυτομάτως στο “στόχαστρο” πολλών, με έναν αναπάντεχα ανορθολογικό τρόπο (και με χίλιες δυο δικαιολογίες-συκοφαντίες συνήθως), ένεκα μόνον της αξίας του, της όποιας, περισσότερης ή λιγότερης.  Και αυτό, αν θέλουμε να είμαστε δυσάρεστοι, πλην ειλικρινείς, δεν υπάρχει άνθρωπος με σώας τα φρένας του που να μην το έχει παρατηρήσει/διαπιστώσει στην Ελλάδα! Αυτό ακριβώς το “σύνδρομο της Πνύκας” (αν θα μπορούσα να το ονομάσω έτσι), ρήμαξε τελικώς την χώρα μας και επέφερε όχι “ισότητα” (που δεν μπορεί έτσι κι αλλιώς να υπάρξει στην ζωή, -ισονομία, ισοδικαιωματικότητα και ισαξιοπρέπεια ναι, αυτά είναι τα ζητούμενα), αλλά γενικευμένη δυστυχία.

Αν δεν κατανοηθεί, λοιπόν, αυτό το “μαύρο αρχέτυπο” στην λειτουργικότητά του, οποιαδήποτε εξήγηση, κοινωνικο-ιστορικό-πολιτική, και αν επιστρατεύσετε για να ερμηνεύσετε αυτό τον έξαλλο φθόνο και ζήλεια, αυτό το τυφλό μίσος και τις γελοίες βεντέττες που μαστίζουν την χώρα μας, δεν πρόκειται να αποβεί αρκετή, ή και καθόλου χρήσιμη.

Κυρίως, θα έπρεπε μάλλον να κατανοηθεί πρώτα εδώ, ότι κατά μίαν, πολύ ουσιαστική και δρώσα, έννοια, η πρωταρχική μακαριότητα της μη υποκειμενικότητας, συνιστά ένα πλήρως πρωτόγονο στάδιο σε σχέση με το ανθρώπινο!

 

 

Δεν υπάρχει, λοιπόν, εκεί “κανείς” για να συνειδητοποιήσει και να απολαύσει αυτή την μακαριότητα. Πρόκειται για ουράνια αναισθησία ή αναίσθητη παντοδυναμία, αν θα θέλαμε να το ορίσουμε με πλήρη ακρίβεια, όσον και αν ορίζει ένα είδος αμφίβολης ελευθερίας, λόγω ακριβώς του ότι είναι απόλυτη, και από αυτή την άποψη συνιστά και μιαν απόλυτη σκλαβιά.

Απόλυτη ελευθερία/σκλαβιά (συμπίπτουν τα αντίθετα εδώ πλήρως!), χωρίς “κανέναν” να υπάρχει, δεν είναι σίγουρα ό,τι προτιμώτερο, και ό,τι θα μπορούσε να αποτρέψει μια πρωτο-εξέγερση και ανάδυση υποκειμενικότητας στους ουρανούς, και, κατά συνέπεια, την δημιουργία του κόσμου και την εμφάνιση της ζωής σε αυτόν.

Σε αυτόν τον κόσμο, άλλωστε, υπάρχει ο θεός μέσα στον άνθρωπο και υπάρχει ο θεός μέσα στον ίδιο τον Σατανά. Ο άνθρωπος, με την σειρά του,  λογίζεται ως Σατανάς από τον Σατανά-έκπτωτο θεό, αν ακολουθήσουμε μια ιουδαιοχριστιανική ορολογία ονομαστικής απόδοσης σε αυτή την μαύρη αρχετυπική δύναμη κατά της ζωής, πράγμα που δεν είναι , φυσικά, ή πάντοτε, απόλυτα αναγκαίο, μιας και έχει νόημα οι φιλοσοφικοί όροι να προτιμώνται, κατά ενδεδειγμένη συγκυρία ή επιλεκτικώς, ως αποφλοιώνοντες από ερμηνευτική γωνία πρόσληψης την όποια κατατρομοκράτηση του ανθρωπίνου υποσυνειδήτου από απλοϊκές μορφές θρησκευτικού φανατισμού (και όχι της θρησκείας, που ως τέτοια, και ως προς το αρχετυπικό-θεματολογικό-γνωσιολογικό περιεχόμενό της είναι ακόμη πολύτιμη για την ανθρωπότητα, πέρα, φυσικά, από τον συνήθη λατρευτικό/ψυχοθεραπευτικό ρόλο της για όποιον το επιθυμεί).

Οι αρχαίοι Γαλάτες Δρυίδες μάγοι, ιερείς και φιλόσοφοι είχαν επεξεργαστεί ένα σύστημα τριών κύκλων στην ύπαρξη και την μη ύπαρξη, ήτοι τον Γκουενβέντ (τον ουράνιο κύκλο της ελευθερίας), τον Ανμπρέντ (τον φυσικό κόσμο της αναγκαιότητας) και τον Αννούν (την Άβυσσο).
Αν λογίσει και σταθμίσει κανείς καταλλήλως την εποπτική-θεωρική γνώμη τους, τότε, προκύπτει ως συμπέρασμα πως ο Γκουενβέντ συνιστά ένα είδος Νήσου των Μακάρων της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, ένα πεδίο όπου η αναγκαιότητα του εδώ φυσικού κόσμου παύει να υφίσταται. Ή ένας χριστιανικός παράδεισος, ασφαλώς.

 

 

Το θέμα όμως είναι πως η “αναγκαιότητα” δεν πρέπει να θεωρείται διαιωνίως σύμφυτη με τον υλικό κόσμο, αλλά ως κάτι προσωρινό και μόνον, τουτέστιν, και ομιλώντας αντιπαραβλητικώς/μεταφορικώς ως ένα στάδιο “αιχμαλωσίας” στην Αίγυπτο και πρώιμης απόδρασης από αυτήν…
Ο Μωυσής και το πλήθος δεν έχουν διαβεί ακόμα την Ερυθρά Θάλασσα. Ο κύβος της “τύχης” και του πεπρωμένου δεν ερρίφθη ακόμα.

Και μήπως δεν είναι ο Διόνυσος Ελευθερεύς, σε τελική ανάλυση, ο κρυμμένος διάδοχος, ο μυστικώς φέρων το εβραϊκόν Τετραγράμματον, που έχει ως πρώτο γράμμα του το γιοντ (י ), ήτοι την δυνατότητα του “γίγνεσθαι”; – θεός είναι αυτός που γίνεται, εν κατακλείδι, και όχι αυτός που είναι. Και η μυθική ιστορία του Διόνυσου, σίγουρα, δεν είναι παρά ένα δριμύ γίγνεσθαι. Δεν θα βρείτε πουθενά αλλού, θεό που να είναι τόσον συμβεβλημένος ή συνυφασμένος με την έννοια του γιοντ-γίγνεσθαι. Όχι όμως διαιωνίως. Κάποτε καταλήγει σε έναν νέο “Αιώνα”.

 

 

Ο δε Ισαάκ (Γιτζχάκ – יצחק , από το εβραϊκό ρήμα  צחק  που σημαίνει “γελάω”, τουτέστιν,   ο “άνθρωπος που θα γελάει”) μέλλει τότε να παντρευτεί την Ρεβέκκα ( רבקה , από το εβραϊκό ρήμα רבק που σημαίνει “προσδένω σταθερά”, τουτέστιν, η “σιγουρεμένη”, άλλως, μια προσωποποίηση της -Νέας- Γαίας.)

Ο Ισαάκ, βεβαίως, παρ’ ολίγον να θυσιαστεί και την γλύτωσε φτηνά. Όσον, όμως, ακριβώς ακριβός θα είναι εξ αντιστρόφου ο κατ’ ελπίδα επερχόμενος νέος κόσμος του Διόνυσου Ελευθερέως (που δεν ταυτίζεται εξ ολοκλήρου, φυσικά, με τον Βάκχο, είναι άλλο πράγμα στην ουσία).

Άλλως, όπου η Ελευσίς καθίσταται αναπαντέχως και μέσα σε μια στιγμή Έλευσις, και όλα τα περιρρέοντα λύματα καθαίρονται σε μιαν αποκάλυψη ενός νέου κόσμου που μέλλει να αποδώσει στον άνθρωπο την πραγματική/δυνητική ταυτότητά του και σε κάθε γνωστή ταυτότητα την συνεχόμενη διαφοροποίησή της μέχρι τα έσχατα όρια (αν υπάρχουν όρια) κάθε μαγείας και ομορφιάς.

 

Σημείωση προς τους αναγνώστες:

Ενδέχεται, λόγω του καλοκαιριού, οι αναρτήσεις να μην είναι συχνές από εδώ και πέρα έως το φθινόπωρο. Θα προσπαθήσω, πάντως, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, να δίνω το παρών κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα.

Ευχαριστώ τους φίλους και αναγνώστες για το ενδιαφέρον και την αφοσίωσή τους στο ιστολόγιο.

Πρωτίστως θα ήθελα να ευχαριστήσω, και από εδώ,  την αγαπημένη μου, την Χαριτίνη, για τις συχνές αναδημοσιεύσεις της από αυτό το ιστολόγιο στην προσωπική σελίδα της στο facebook.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Ο έρωτας. Το απλό, φωτεινό “σ’ αγαπώ, μωρό μου”.

Ο έρωτας είναι ίσως το μοναδικό καταφύγιο σε αυτή την εποχή.

Παραδόξως, οι παρακμιακές, “σκοτεινές” εποχές δημιουργούν εκ των προτέρων μια καλύτερη ερωτική ατμόσφαιρα.  Τα αισθήματα, η έλξη, το πάθος, λάμπουν πολύ πιο έντονα τότε.

Σε μια περιττή εποχή, στην οποία, δεν μπορεί να κάνει κάποιος κάτι καλύτερο από (κυρίως) υπομονή ώσπου να τελειώσει, ο έρωτας είναι ό,τι προτιμώτερο, ιδιαίτερα μάλιστα, όταν ο ίδιος δεν προβλέπεται ποτέ να τελειώσει.

 

[αναδημοσιευμένο απόσπασμα  από κείμενο του Ιανουαρίου του παρόντος έτους]

 

 

 

 

 

 

 

 

Η επιτυχής ποίηση είναι όπως ο φθόγγος ड़  στην Hindi γλώσσα (prakrit φθόγγος που διαφέρει από το σανσκριτικό ड).

Πρόκειται για έναν φθόγγο που ακούγεται ως κάτι ανάμεσα d και r, με μια πολύ “σκληρή” χροιά στην εκφορά του! (ένα απλό παράδειγμα: η Hindi λέξη बड़ा – baṛa, που σημαίνει “μεγάλος”).

Σχεδόν αδιανόητος φθόγγος, ώστε καθίσταται αδύνατον για έναν δυτικό να φανταστεί στην ακοή κάτι τέτοιο, και αδύνατον εξ ίσου να τον προφέρει, αν βέβαια, δεν εξασκηθεί καταλλήλως επ’ αυτού και δεν μάθει μετ’ εμπειρίας να τον προφέρει άνετα.

Οι δύο φθόγγοι, εξαιρετικά ανόμοιοι και άσχετοι μεταξύ τους, ο d και ο r ακούγονται ομού ως ΕΝΑΣ καινούργιος φθόγγος σε αυτήν την περίπτωση.

Αυτό θα μπορούσε να είναι μια μίνι αλληγορία για το ποιητικό φαινόμενο, αν δεν ήταν και κάτι ακόμα -στην ουσία- ελαφρώς διαφορετικό.

 

 

Θέλω να πω, ότι η ποίηση είναι coincidentia oppositorum, άνευ των αντιθέτων δεν υπάρχει ζωή, πόσον μάλλον δεν θα μπορούσε άνευ αυτών να υπάρξει η ποίηση, η οποία προκύπτει μεν από την ζωή, όμως δεν τελείται ή εξαντλείται σε έναν αναπαραγωγικό ρόλο αυτής, αλλά η ίδια, και με την σειρά της, εμμένει ως μια ανώτερη συνείδηση της ζωής, όπως επίσης και ως ο δυνητικός αναμορφωτής της (τουλάχιστον, εν μέρει και για τους αντιληπτικώς πιο προικισμένους αναγνώστες).

Τουτέστιν, η ποίηση είναι πάντα κάτι το υπαρξιακώς απρόσμενο.

Δεν είναι, ακριβώς, ένα ταξίδι, αυτό είναι σίγουρα η ζωή. Η ποίηση, απλά, σου αφαιρεί τους “σταθμούς” από την θέα, και στη θέση τους παρουσιάζει κάτι άλλο, ούτε καν σταθμούς κατ’ ανάγκην, – κάτι, σίγουρα, μη οριζόμενο εκ των προτέρων. Η ποίηση κυμαίνεται συνεχώς ως μια ερημική-μαγική παραλληλία της ζωής, απ’ όπου μπορεί να προκύψει ή να μην προκύψει ο,τιδήποτε.

 

 

Συνενώνει και υπερβαίνει δυο εξαιρετικώς ανόμοια πράγματα μεταξύ τους, ήτοι την τελουμένη ζωή και την γραφή , όχι όμως με σκοπό η δεύτερη να αναπαράγει αδιεξόδως και μιμητικώς την πρώτη, αλλά, βαθύνοντας στοχαστικώς την εμπειρία της και αναπλάθοντάς την σε μια καθολικότερη κλίμακα προσληπτικής εμπειρίας. Από αυτήν και μόνον την άποψη, μιαν ειδική άποψη, η ποίηση είναι ανώτερη της ζωής, γιατί την εμπεριέχει και την μεταμορφώνει.

Όπως, άλλωστε,  έλεγε και η Αμερικανίδα ποιήτρια Ann Sexton: “Suicide is, after all, the opposite of the poem”, ανακηρύσσοντας έτσι ως πρωταρχικό ή ουσιαστικό αντίθετο του θανάτου, όχι την ζωή, αλλά την ποίηση!

 

 

Αν δε, προσέξετε την μορφή του γράμματος ड़  θα διαπιστώσετε, ασφαλώς, πως είναι κατά κάποιο τρόπο “οφιοειδής”, κάπου δηλαδή, ο ποιητικός όφις παρίσταται ανάμεσα ζωή και γραφή, και ελίσσεται μεταξύ τους.

Υπάρχει βέβαια και το μήλο.

Όμως στο τέλος, το ποίημα αποβαίνει μηλόπιττα, όχι μήλο.

Η δε κακή ποίηση, είναι μάλλον χυλόπιττα. 

Και όπως δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από χυλοπιττά που επιμένει, κλαίει, βρίζει και παρακαλάει, ώσπου να γίνεται διαρκώς ρεζίλι των σκυλιών και των γατιών, έτσι και η κακή ποίηση, ομοίως ή αναλόγως επιμένει.

Στο κάτω κάτω αν δεν υπήρχε κακή ποίηση, δεν θα γελούσαμε ειδικώτερα και επί συγκεκριμένου. Δεν είναι υποτιμητικό αυτό. Είναι ρεαλιστικό. Σκληρός ρεαλισμός, σίγουρα, απάνθρωπος εν μέρει, πιθανότατα, αλλά δεν βαριέστε, κάποιος πάντα καίγεται στο χυλό που μόνος του φτιάχνει, και τρώει μετά τα γιαούρτια (στη μάπα) που δεν προλαβαίνει καν να φυσήξει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

της Χαριτίνης Ξύδη

 

Ηρωίδες του Ντράγιερ
Αντιγόνες σε κλεψύδρα
από μπαρούτι

Για πόση λάμψη
προειδοποιούν
τα καμένα φιλμ
Για πόσο καημό
οι καθρέφτες

Μπαλαρίνες σε μουσικό κουτί
Αγνές γενναιόδωρες κι απελπισμένες
από χιλιάδες λέξεις – σπείρες
πιο χυδαίες και από εγκληματία

Μπροστά στον καθρέφτη
προσεύχονται ακίνητες
Να μην υπάρξει άλλος δρόμος
άλλη ερημιά κυψέλη ή σύνορο

Μαγικά να τελειώσει
η ζωή τους
στο κουταλάκι της βανίλιας

 

(“Τακούνια “, Άνεμος, 2011)

 

 

Υστερόγραφον σημείωμα:

το παραπάνω ποίημα της Χαριτίνης Ξύδη,  συνιστά κατά την γνώμη μου ένα από τα ωραιότερα και αρτιότερα ποιήματα της ελληνικής λογοτεχνίας των τελευταίων χρόνων (αλλά και σε μεγαλύτερον βάθος χρόνου), και σηκώνει, πάλι για το δικό μου βλέμμα, μιαν ανάλυση στίχο-προς-στίχο, λόγω της υποδειγματικής γραφής του·   από την πλέον αναπάντεχη εκκίνησή του (η οποία εισάγει θεματογραφικώς ένα σταθερό μοτίβο του μεγάλου Δανού σκηνοθέτη Καρλ Ντράγιερ στις ταινίες του), μέχρι την εκπληκτική κατάληξή του. Ανάλυση, για την οποία επιφυλάσσομαι εν καιρώ.

 

 

 

 

 

 

 

 

Η “υπόθεση Ηριάννα” (φυλακή, στην ουσία,  λόγω της προσωπικής ερωτικής σχέσης της !) σε αυτό το ζομπιoτροφείον που έχει καταντήσει η χώρα μας, η οποία προσπαθεί, άλλωστε, να φτάσει το επίπεδο του Μεξικό του τέλους του 19ου αιώνα, χωρίς να τα καταφέρνει και πολύ, για να λέμε την αλήθεια,

δείχνει ότι αυτή η χώρα έχει καταστεί πλέον ΑΜΕΣΑ επικίνδυνη για κάθε νοήμονα ή ξεχωριστό άνθρωπο.

Από την μια η τραγική παθητικότητα του πλήθους που λες και περιμένει ούτε καν κάποιον επίγειο δικτάτορα, αλλά, μάλλον, κάποιον κακοδαίμονά της να διαλύσει μια και καλή τα πάντα μέσα σε μια πολ-ποτική Πνύκα ανάγκης και να την στείλει πακέτο στην πλήρη ανυπαρξία,

από την άλλη, το κενό εξουσίας με την απίστευτη διαφθορά,

και να μην ξεχνάμε βέβαια και την μόνιμη απειλή των τουρκαλάδων (άλλη ζωώδης κατάσταση εκεί),

όλα αυτά, λοιπόν, δείχνουν ότι αυτή η χώρα ΑΠΕΤΥΧΕ, απέτυχε τραγικά. Και απλά, καθόμαστε και παρακολουθούμε σαν ηλίθιοι.

Κυρίως, όμως, είναι οι νοητικές-πνευματικές λειτουργίες που πεθαίνουν, και αυτό είναι το πλέον επικίνδυνο.

Επειδή όσον υπάρχουν αυτές, υπάρχει και ελπίδα. Αν όμως ο εγκέφαλος μιας χώρας τελειώσει, δεν υπάρχει καμμία ελπίδα πλέον. Κλινικός θάνατος καλείται αυτό στις εντατικές των νοσοκομείων.

Μόνο ένα επαναστατικό θαύμα μπορεί να σώσει αυτό το ζομπιοτροφείον και να το βγάλει από τον αυτο-καννιβαλισμό του.

Επανάσταση, όμως, ουσιαστική, εκεί που έχει νόημα. Στις θλιβερές ΝΟΟΤΡΟΠΙΕΣ αυτής της χώρας. Όλα τα άλλα, απλά θα βαθύνουν και θα κλιμακώσουν το χάος.

 

 

 

 

 

 

 

 

Πάντοτε οι μισάνθρωποι και οι κυνικοί θα οικτίρουν την ανθρώπινη φύση και θα χιλιοελεεινολογούν την ύπαρξη, επειδή οι ίδιοι είναι ανίκανοι να σκεφθούν κάτι παραπάνω από τις όποιες, όσες, τυχούσες, μικροσυμφεροντολογικές απογοητεύσεις τους. Μην ζητάτε από τον κάθε πικραμένο ή απορριφθέντα να βγάλει και τα πιο αξιόπιστα συμπεράσματα για την ανθρωπότητα. Θα ήταν αστείο κάτι τέτοιο, αν δεν ήταν ήδη τραγικό και εν πολλοίς ανήθικο.

Η αλήθεια όμως είναι, πως δεν μπορούμε να εξάγουμε κανένα πόρισμα, κανένα συμπέρασμα, και κανένα αξίωμα με καθολικό κύρος, κατά μήκος της Ιστορίας, πριν και μετά από αυτήν, συνολικότερα και ειδικότερα για ένα πλάσμα, όπως ο άνθρωπος, που ΑΚΟΜΑ δεν είναι ο εαυτός του!

Ο άνθρωπος μέχρι σήμερα, δεν είναι παρά ένα 5-10% του εαυτού του, όχι παραπάνω. Αυτό είναι το συνειδητό-νοητικό μέρος του . Το υπόλοιπο δεν το ελέγχει, μπορεί να ανήκει στον προγραμματισμό της μοίρας, να ανήκει στον θεό, στους δαίμονες, σε όποιον θέλετε εν πάση περιπτώσει, όμως, σίγουρα,  είναι υποσυνείδητο ή/και ασυνείδητο (αυτοί οι δύο όροι δεν ταυτίζονται μεταξύ τους).

 

 

Συνεπώς, δεν μπορείς να ζητάς λογαριασμό, εν συνόλω, από ένα πλάσμα που ακόμα είναι ένα Φάντασμα και δεν έχει παρά ελάχιστο έλεγχο επί του εαυτού του. Σωφρονέστερο θα ήταν να διερευνάς για το ΠΟΙΟΣ ή ΤΙ ακριβώς ελέγχει αυτό το πλάσμα ως εάν ήταν μαριονέττα! Για ποιον σκοπό, και γιατί σε τόσην σκοτεινότητα και κρυψίνοια (αυτά τα δύο δεν προοιωνίζουν ποτέ κάτι καλό προς όφελος του ανθρώπου).

Βέβαια, μια τέτοια διαπίστωση εν γενικότητι δεν μπορεί να άρει την φυσική αυτοάμυνα εν ειδικότητι. Για παράδειγμα, αν εμένα με απειλήσει στο δρόμο κάποιος με ένα πιστόλι, δεν πρόκειται, φυσικά, να σκεφθώ όλα τα παραπάνω ως παρετέθησαν, ότι, δηλαδή,  ο άνθρωπος αυτός τελεί κατ’ εκείνη την στιγμή άβουλο άθυρμα στα χέρια μιας μαριονεττούχου μοιραίας δύναμης κλπ. κλπ.,  αλλά το πώς θα τον εξουδετερώσω με αποτελεσματικότερο τρόπο!  Πυροβολείς πρώτος , προτού σε πυροβολήσουν.

Έτερον εκάτερον, βέβαια, όπως έτερον  εκάτερον είναι η ανθρώπινη ζωή , γενικώτερα. Έτερον εκάτερον μιας φριχτής ασυνειδητότητας, από την οποία με χίλιους κόπους μπορέσαμε κάποτε να διαφύγουμε, όμως, ακόμα , δεν έχουμε συμπληρώσει το έργο αυτής της φυγής.

Η λέξη “επανάσταση” είναι εδώ το κλειδί. Επανάσταση ουσιαστική, όμως, τουτέστιν, προς κέντρα λακτίζοντας , και όχι εξαντλούμενοι σε θυμικές ανοησίες και ανορθολογικές αποστροφές.

Επανάσταση, σίγουρα, στο κέντρο της ύπαρξης, όχι στις περιφέρειές της.

 

 

Μια πολύ αρχαία, σανσκριτική παροιμία (αν μπορούμε να πούμε ότι είναι παροιμία) λέει :

“Παίρνοντας το πλήρες από το πλήρες, το ίδιο το πλήρες παραμένει”

(pūrṇasya pūrṇam ādāya pūrṇam evāvaśiṣyate –  पूर्णस्य पूर्णम् आदाय पूर्णम् एवावशिष्यते )

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο άνθρωπος δεν έχει πλήρη συνείδηση του εαυτού του, όμως αυτό δεν σημαίνει πως η ανθρώπινη παρουσία στον κόσμο δεν συνιστά μια τέτοια “μεταφορά πληρότητας”-αν εφαρμόσουμε την παραπάνω σανσκριτική αρχή στην περίπτωση που μας αφορά εδώ-, από το πλήρες πάλι στο πλήρες, μόνο που δεν έχει συντελεστεί ακόμα το “έργο”.

Κάποιος ή κάτι “κηδεμονεύει” το ανθρώπινο ον, “εν κρυπτώ” (αν δεν συνέβαινε αυτό, ο άνθρωπος θα ήταν εξ αρχής “πλήρως” συνειδητός), και αυτό από μόνο του, όπως καταλαβαίνετε, συνιστά κάτι αποκρουστικό. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν έχει νόημα να κόβεις συνεχώς τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας που ξεπηδούν το ένα μετά το άλλο σαν τρελλά αυτόματα θανάτου, αλλά να στοχεύεις απευθείας στην “κεντρική κεφαλή”.

Προς κέντρα λακτίζειν, πάντοτε, όλα τα άλλα είναι χαμένος χρόνος.

Το Αίνιγμα του Κόσμου, δεν χρειάζεται μόνον γερά μυαλά για να το κατανοήσουν, αλλά και καλή κλωτσοπατινάδα (μερικές φορές). Επειδή δεν υπάρχει Αίνιγμα τέτοιο  που να μην είναι θανάσιμα εχθρικό προς τον άνθρωπο. Μια ανηλεής πάλη για εξουσία εντοπίζεται εδώ. Είτε ο άνθρωπος θα καθυποτάξει το Αίνιγμα είτε το Αίνιγμα θα τον συντρίψει, στην κυριολεξία. Όποιαδήποτε άλλη οπτική είναι για χαζοχαρούμενα προσκοπάκια που προβάλλουν στο σύμπαν, την επιθυμία μιας “οικογενειακής στοργής”. Αυταπάτες φυσικά. Τίποτε δεν προχωρεί χωρίς την μυθική σπάθη του Περσέως ή το ρόπαλο του Ηρακλέους.

 

 

Στην λουριανική Kabbalah, η έννοια της tikkun olam ( תיקון עולם  – επιδιόρθωση, επισκευή του κόσμου ) είναι κεφαλαιώδους και κρίσιμης σημασίας. Ο υλικός κόσμος, εν αρχή δεν μπορεί να υποδεχθεί το “εξεγερμένο” ή “δημιουργούν” (όπως το πάρει κανείς, ο Λούρια φυσικά αναφέρεται σε “δημιουργία”) φως και κατασυντρίβονται τα “κελύφη”. Κατά συνέπεια, η όλη συνειδητή κίνηση της ανθρωπότητας, από ένα σημείο και μετά, δεν μπορεί παρά να έχει ως σκοπό την “επιδιόρθωση” του κόσμου και την αποφυγή μιας έσχατης κοσμικής καταστροφής.

Επειδή το ζητούμενο (τουλάχιστον, για κάθε άνθρωπο που αγαπάει την ζωή), δεν μπορεί να είναι η επιστροφή στην ασυνειδησία, παραδεχόμενοι μέσα από ένα δαιμονικό παιγνίδι εξαπάτησης ότι ο άνθρωπος είναι αυτοκαταστροφικό ον, όπως τόσον εύκολα και αστόχαστα οι μισάνθρωποι και οι υπαρξιακοί γκρινιάρηδες μονολογούν, αλλά ζητούμενη, εν τέλει, είναι η καλύτερη ορατότητα της Sekhinah (שכינה), τουτέστιν η ορατότητα της “θεϊκής παρουσίας”, αλλά ως “νύμφη” αυτήν την φορά,  άλλως, ο Κόσμος ως το πεδίο και η κληρονομιά της Κόρης ( בת – bath).

Μένει, βέβαια,  τόση σαβούρα στο μυαλό και τις νοοτροπίες για να καθαριστεί, ώσπου να φτάσουμε εκεί (μην το θεωρεί κανείς, όμως,  και μια υπόθεση για το απώτατο μέλλον…  ξαφνικά έρχονται αυτά τα πράγματα πάντα, όπως το κάθε τι στην ανθρώπινη Ιστορία), που πραγματικά, οποιοσδήποτε (insect-) “exterminator” του  Αμερικανού συγγραφέα William S. Burroughs , θα θεωρούσε πιθανώς μάταιη την όλη δουλειά.

 

 

Αλλά το “ματαιότης ματαιοτήτων”, το ξέρουμε καλά πια, είναι ένα …μάταιο σλόγκαν. Κανείς, εν τη πράξει, δεν το ακολούθησε μέχρι σήμερα, πέρα από τους αυτόχειρες και τους καταθλιπτικούς, και υπάρχει λόγος γι’ αυτό.

Θέλω να πω, πως η ζωή είναι προτιμώτερη από την γκρίνια και την μισανθρωπία, και σίγουρα, κάτι τέτοιο, προκαλεί ανησυχίες και φόβους, σε όσους έχουν καλοσυνηθίσει στο ρόλο της “μαριονέττας” και στο να σκέφτονται άλλοι για λογαριασμό τους και ποτέ οι ίδιοι,

πέρα από τα τετριμμένα σύνορα μιας νόησης που οφείλει να μην  έχει άλλο νόημα και ρόλο στον κόσμο, ει μη εκείνον της διαρκούς ανατροπής και της πάση θυσία προωθητικής διεξόδου,

στα πάντα που αφορούν την ολοσχερή χειραφέτηση του ανθρωπίνου όντος πάνω σε αυτήν την Γαία .