Skip navigation

Category Archives: Unsleeping Chocolate Wor(l)ds

218_SC1120434

Ο Σκώτος λόγιος και φιλόσοφος Thomas Reid, συμμέτοχος  και συνεργός στον επευφημούμενο και ως “Σκωτικό Διαφωτισμό” του 18ου αιώνα (Scottish Enlightenment, Soilleireachadh na h-Alba)  προβαίνει στην αξιόλογη πραγματεία του που φέρει τον τίτλο “An Inquiry into the Human Mind” (1764) σε μια σημαντική παρατήρηση:

“Ideas seems to have something in their nature that is unfriendly to other existences”.

Όσο και αν αυτό στην συγκεκριμένη περίπτωση λέγεται ως αγαθό σκώμμα επί των φιλοσοφικών εργασιών του George Berkeley και του συμπατριώτη του Reid, David Hume, (των οποίων τις διάνοιες ο Reid θαύμαζε μεν, αλλά ως “ματεριαλιστής” διαφωνούσε με τα τελικά πορίσματα των φιλοσοφιών τους),  εν τούτοις δεν παύει η διαπίστωση αυτή να ίσταται, και ως μια ανεξάρτητη, πέραν της τρεχούσης σκοπιμότητας του εν λόγω κειμένου, φαινομενική “αλήθεια”.

Πράγματι, στην φιλοσοφία, ο όρος “ιδέα”, με την έννοια τόσο των ιδεών που συναποκομίζουμε από τις αισθητηριακές εντυπώσεις, όσο και εκείνων που προέρχονται από την δημιουργό δύναμη της ανθρώπινης φαντασίας, φαίνεται να μην συναρμόζεται, τουλάχιστον άμεσα ή αυτονόητα, και σε κάθε περίπτωση να μην “ταυτίζεται” με ό,τι οι άνθρωποι θεωρούν και εκλαμβάνουν ως “πραγματικό”.

Ό,τι όμως διαφεύγει από την μέση αντίληψη είναι πως δεν υπάρχει κανένα “πραγματικό” ΕΞΩ  από ιδέες και τις λέξεις  τους και πως οι άνθρωποι κινούνται αναγκαστικά, είτε το θέλουν είτε όχι, είτε τους αρέσει κάτι τέτοιο είτε όχι, σε ένα “σύμπαν λέξεων” και μόνο.

Δεν υπάρχουν από “εδώ” οι λέξεις και από “εκεί” τα αντικείμενα.
ΖΟΥΜΕ σε ένα σύμπαν λέξεων!

Κατά συνέπεια οι λέξεις, δεν είναι κάτι “πρόσθετο” που μπορεί να γράψει ή να μην γράψει κάποιος στο χαρτί, να τις ομιλήσει ή να  μην τις ομιλήσει προκειμένου να εκφράσει ή να μην εκφράσει κάτι, όπως αφελώς πιστεύει η μέση συνείδηση, αλλά αποτελούν ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΙΔΙΟΝ τον κόσμο. Είναι ο κόσμος.

Έχουμε να κάνουμε κάθε μέρα όχι με κάποιο αφηρημένο “πραγματικό” αλλά με τις λέξεις του. Αυτή είναι η διαφορά, και ελάχιστοι την κατανοούν. Όσον μάλιστα αφορά την ποίηση, όποτε διάφοροι εκ του συστάδην “λεκτολόγοι” αναφέρονται εν προκειμένω, στην κυριολεξία δεν ξέρουν τι λένε, επειδή δεν έκαναν ποτέ τον κόπο να ασχοληθούνε με έναν φιλοσοφικώς σοβαρό, υπεύθυνο  και συστηματικό τρόπο επ’ αυτών των θεμάτων, αλλά κινούνται μόνον από τις ανορθολογικές προτιμήσεις και τις αφρώδεις προκαταλήψεις τους.

Σκεπτόμαστε λόγου χάριν: “αυτή την στιγμή στην διασταύρωση ο σηματοδότης προβάλλει κόκκινο φως· συνεπώς, περιμένουμε ώσπου να ανάψει πράσινο, να πατήσουμε γκάζι και να φύγουμε”. Πολύ ωραία ως εδώ. Αλλά για φανταστείτε! Αν αφαιρέσετε τις λέξεις “σηματοδότης” καθώς και τις λέξεις  “πράσινο” και “κόκκινο”, εκεί πέρα δεν μένει κανένας “αντικειμενικός” έξω από τις λέξεις “σηματοδότης” με τα φώτα του, αλλά ένα μυστηριακό αντικείμενο που λανθάνει κάθε χρηστικότητας, ορισμού και πρόβλεψης.

Έχουμε στο μυαλό μας την “ιδέα” του σηματοδότη και ο μόνος τρόπος για την κάνουμε “friendly” προς εμάς είναι να την ορίσουμε με ΜΙΑ ΛΕΞΗ. Αυτή η λέξη δεν είναι συνήθως τυχαία, αλλά προκύπτει από μια ιστορική πορεία της γλώσσας και των εννοιών της στη σχέση της κάθε φορά με το σκόπιμο του ορισμού του αντικειμένου και της ιδέας του. Σε μια συνήθως συνοπτική (τις περισσότερες φορές ελλειπτική) και συνάμα όσο το δυνατόν πιο ακριβή εκφορά:
“σηματοδότης”, τουτέστιν ο δίδων το σήμα.
Τα υπόλοιπα εξυπακούονται στο βαθμό που υπάρχει  μια “άτυπη” συμφωνία ανάμεσα στους χρήστες του καθημερινού λόγου,  ώστε στο άκουσμα της λέξης “σηματοδότης” να τους έρχεται στο μυαλό κατά πρώτο λόγο το συγκεκριμένο αντικείμενο που υπάγεται στον  κώδικα οδικής κυκλοφορίας και κατόπιν ο,τιδήποτε άλλο που μπορεί να δίδει κάποιο σήμα και δεν αναφέρεται στην προαναφερόμενη λειτουργία.

Ε, η ποίηση , είναι αυτό το “άλλο”. Ο “άλλος” σηματοδότης. Μια άλλη “χρήση” του ήδη χρηστικού.

Επανακαθορίζουμε τις ιδέες μέσα από τις μετατοπίσεις των λέξεων και των εννοιών τους καθώς και μέσα από τις μετακινήσεις των τεκτονικών πλακών των οργανωμένων φράσεων και εκφράσεων ώστε να προβάλλουμε όλες τις κρυμμένες δυνατότητες του “πραγματικού”.

Ώστε με λίγα λόγια να κάνουμε τις “ιδέες” “friendly” προς any “OTHER” existence!

Όσον δε αφορά την ελληνική ποίηση, αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί παρά να ξεπερνά κατά πολύ τις μονοφάνειες, τις μονοσημίες και την φτώχεια μιας τρέχουσας “flat” γλώσσας, που προσωπικά θα χαρακτήριζα ως “mass Greek”  και η οποία πόρρω απέχει από την πραγματική, όντως ούσα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ.  Είναι αλήθεια πως  η παρακμή μιας γλώσσας  ιστορικά δεν σημαίνεται μόνο από την πτώχευση του καθομιλουμένου λεξιλογίου και την απλοποίηση (και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο “φετιχοποίηση” από τους ημιμαθείς) της γραμματικής και της σύνταξης, αλλά κυρίως μέσα από την απλοποίηση της σχέσης της ιδέας με την λέξη. Εδώ οι λέξεις είναι καταδικασμένες να σημαίνουν πάντα την ίδια ιδέα.

Από αυτή την άποψη η ποίηση της ελληνικής γλώσσας, οφείλει να κυμαίνεται κατά το δυνατόν σε μια πραγματικά ΔΡΩΣΑ ελληνική γλώσσα και όχι στα  “mass Greek” .  Μας είναι απολύτως αδιάφορο το τι θεωρεί “ασυνήθιστο” και “συνηθισμένο” ο καθένας μέσα στον ρουτινιασμένο ή περιορισμένο πνευματικό κόσμο του, λες και η ποίηση δεν είναι κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ την χρήση του λόγου στην καθημερινή ομιλία και ως εκ τούτου ένα φαινόμενο έτσι κι αλλιώς εξαιρετικά “ασυνήθιστο”, και ως εάν ακόμη θα έπρεπε να συμφωνήσουμε με την δικτατορία της γλωσσικής άγνοιας ή ημιμάθειας που σώνει και καλά πρέπει να εξισώσει μια τέτοια γλώσσα όπως  η ελληνική που είναι η βασίλισσα των γλωσσών του κόσμου,  με τα “mass Greek”.

Άλλο mass Greek και άλλο ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ.

Και αν τα mass Greek μπορεί να είναι “ανεκτά”, όχι χωρίς κάποια δυσθυμία είναι αλήθεια, στην καθημερινή επικοινωνία, τότε στην ποίηση πολύ απλά φαντάζουν σαν να προσπαθεί κάποιος να παίξει χόκεϋ επί πάγου κτυπώντας το “puck” με μια ψάθινη σκούπα αντί για το ειδικό αγωνιστικό μπαστούνι.
Ακόμα πιο κωμικές φαντάζουν οι προσπάθειες “εξιδανίκευσης” (τουτέστιν, ευφημικού “μασκαρέματος”) της δυσλαλίας και της γλωσσικής φτώχειας στην ποίηση από όσους νοιώθουν όχι αδικαιολόγητα περιορισμένο τον γλωσσικό και πνευματικό τους κόσμο.

Όμως σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο εδώ είναι η ομοιογένεια στην έκφραση, γιατί μόνο αυτή μας εγγυάται ότι ο ποιητής είναι ΚΑΤΟΧΟΣ της γλώσσας σε ασφαλή βαθμό και όχι ευκαιριακός σφετεριστής της.

Όταν για παράδειγμα, διαβάζουμε ένα ποίημα  γραμμένο σε “mass Greek” και ξαφνικά βλέπουμε μία λέξη, ή εδώ και εκεί κάποιες λέξεις πιο “υποψιασμένες”, που δεν συνάδουν ωστόσο με το ύφος του ποιήματος και φαντάζουν πλήρως εμβόλιμες, τότε πολύ απλά υποψιαζόμαστε και εμείς πως ο ποιητής δεν ξέρει καν αυτά τα mass Greek των 3000 λέξεων.

Αν αντιθέτως βλέπουμε ότι οι “ασυνήθιστες” λέξεις χρησιμοποιούνται με τον πλέον φυσικό τρόπο, ως εάν μην υπήρξαν ποτέ “ασυνήθιστες” για τον εκάστοτε γράφοντα, και ακόμα, ότι η παρουσία τους δεν είναι ευκαιριακή, ούτε για λόγους ρηχής πρόκλησης, αλλά ΣΤΑΘΕΡΗ ΚΑΙ ΕΜΜΕΝΟΥΣΑ και έχει τον δικό της εννοιολογικό σκοπό που πάντα, μα ΠΑΝΤΑ, σε μια ποίηση, είναι όχι οι λέξεις, αλλά αυτό που κυμαίνεται ΠΕΡΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΕΥΓΕΙ από τις λέξεις, τότε λοιπόν σε συτή την δεύτερη περίπτωση, είμαστε σίγουροι πως ο ποιητής ξέρει τι λέει και τι κάνει.

Είναι, ας πούμε, σαν να έχεις ένα κέικ με σταφίδες και ένα κέικ-σοκολάτα. Το πρώτο είναι ανομοιογένεια και εμβολιμότητα όσο δεν παίρνει άλλο. Σε αυτή την περίπτωση όχι μόνο οι λέξεις, αλλά και οι ιδέες που εκφράζουν θα παραμένουν εσαεί “unfriendly to any existence”. Ενώ στη δεύτερη περίπτωση, η ομοιογενής επίστρωση προσφέρει και μια ωραία,  “friendly” “γεύση” (και το “friendly” δεν έχει να κάνει με την αίσθηση του “οικείου” ή όχι, καθώς και του μακαρίου γλωσσικού ύπνου εκείνων που πιστεύουν στα σοβαρά ότι ομιλώντας mass Greek, ομιλούν γι’ αυτό και μια κάποια “ελληνική”).

Αυτή την “γεύση” λοιπόν, την γεύση που μπορεί να επιφέρει μονάχα η ΠΛΗΡΗΣ ΕΚΤΑΣΗ της διαιωνίου ελληνικής γλώσσας, οι όποιοι ατυχήσαντες “ενδιαφερόμενοι” δεν πρόκειται ποτέ να την αναπληρώσουν “τσιμπολογώντας” πού και πού κάποια λέξη που τους “χτυπάει στο μάτι” είτε από το λεξικό είτε επειδή έτυχε να την ακούσουν κάπου.
Ο ποιητής οφείλει να είναι, στο βαθμό βέβαια που νοιώθει αυτή την ανάγκη, λεξιτόμος και λεξιφάντης αλλά ΠΟΤέ ευκαιριακός λεξιθήρας. Αν δεν γνωρίζεις ΤΙ κάνεις και για ΠΟΙΟ ΛΟΓΟ το κάνεις, καλύτερον είναι να συνεχίσεις να γράφεις στα mass Greek, παρά να πιστεύεις ότι αν προσθέσεις και ένα “διαμάντι” σε μια χωματερή δεν θα  έχεις και πάλι χωματερή και μάλιστα ακόμα πιο “φάλτσα” στην ασχήμιά της.

Γιατί σε αυτό τον κόσμο είτε γνωρίζεις ελληνικά είτε όχι. Και ελληνικά δεν είναι οι αυθαίρετοι κανόνες του κάθε γραφειοκράτη του Υπουργείου Παιδείας, αλλά η ΠΛΗΡΗΣ διιστορική γλώσσα στο χρόνο η οποία δεν διαχωρίζεται σε “αρχαία”, “μεσαιωνική”, “νέα” και προσβλέπει πάντα προς ΜΙΑ μορφή που σκοπό έχει να κάνει την “ιδέα” friendly to every existence: εκείνη την μορφή που προς το παρόν μόνο η ποίηση έχει την ελευθερία και την πολυτέλεια κάποτε να αναδεικνύει.

‘Οσο πιο πλούσιος είναι ο λεκτικός μας κόσμος, τότε ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΑ τόσο πιο πλούσιος είναι και ο κόσμος στον οποίο κινούμαστε καθώς και τα γεγονότα που ΒΙΩΝΟΥΜΕ. Γιατί, ελέχθη ήδη, δεν υπάρχει πραγματικό έξω από λέξεις.
Λέξη και πραγματικότητα είναι ένα. Όταν πληθύνεται και ανθίζει το ένα, ανθίζει και το άλλο.

Όλα τα υπόλοιπα είναι είτε παρηγοριές που εξυπηρετούν ανορθολογικές σκοπιμότητες είτε πολύ απλά ατυχήσαντα κέικ με σταφίδες.