Skip navigation

Category Archives: The Protagonist

 

 

 

 

 

στην Χαριτίνη

 

Η Αρχαιολογία είναι η ποίηση της Μνήμης.

Ψάχνουμε ως ανθρωπότητα προς τα πίσω για να βρούμε, όχι μονάχα την Ακεραιότητα του Χρόνου, αλλά, κυρίως, ό,τι καταδράμει στον κόσμο και τον αναπαράγει αδιάκοπα ως αίνιγμα.

Προχωράμε προς το μέλλον, ενώ από την άλλη, μια μυστική Δύναμη αφημένη μόνη της στο παρελθόν, συνεχίζει να εργάζεται σιωπηλά και ερήμην του ευθυγράμμου συνεχούς.

Η Αρχαιολογία είναι μια ρήξη χωρίς ρήγμα, ένας θολός ήχος που χάνεται μέσα στο δάσος του ονείρου. Ένας κρατήρας θαμμένος που ξεσπάει σε άηχες εκρήξεις και ερημώνει τον κόσμο ακόμα περισσότερον.

Κάτι που μονίμως μας κατασκοπεύει, και απειλεί μέσα από αδιανόητα βάραθρα της Μνήμης,

όχι να κλέψει την παράσταση, αλλά να την επιστρέψει.

 

 

 

 

 

 

 

Δεν είναι πλέον εφικτό, μα πάνω απ’ όλα δεν θα ήταν επιτρεπτό, να επιστρέψουμε σε μια “ναίφ” αντίληψη και αντιμετώπιση των πραγμάτων, έναντι των περιπλοκών, ασυνεχειών και φρικαλεοτήτων της Ιστορίας, και πιστεύοντας έτσι ότι βρίσκουμε μια παρηγοριά στην μακάρια απλότητα καθώς και την αξιέπαινη, καλή καρδούλα μας.

Δεν θα υπήρχε παγίδα πιο θανάσιμη από κάτι τέτοιο. Το ίδιο, εξ άλλου, σύνδρομο επιστροφής στην θανάσιμη μητρική αγκαλιά,  ήταν που έφαγε και την χώρα μας, όντας εξαιρετικά εθισμένη σε αυτό. Και δεν υπάρχει πράγμα που να μπορεί να μηδενίσει τόσον την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όσον η άρνηση της προόδου και του μέλλοντος.

Ο μεγάλος μπολσεβίκος επαναστάτης, Λέων Τρότσκι, το εξέφρασε μια φορά κι έναν καιρό, πολύ καλά, έστω και αν η προκείμενη ρήση του είναι εκ των προτέρων κυμαινόμενη στο δικό του, και σήμερα, βέβαια,  περιορισμένο, όραμα για το μέλλον:

“η υπέρτατη ευτυχία είναι η προετοιμασία του μέλλοντος”.

Μα, σίγουρα.

Έτσι κι αλλιώς, αν δεν προετοιμάζεις το μέλλον, το μόνο που σου μένει να κάνεις, είναι να ρημάζεις το παρόν.

 

 

Φυσικά, -αλλά όχι τόσον αυτονόητα-, το κυριαρχικότερο αιτούμενο για το ανθρώπινο είδος είναι (πρέπει να θεωρείται), ιδιαίτερα σήμερα,  ο πλήρης απογαλακτισμός από κάθε “πρωταρχικότητα” (η κατανόηση και μεταστροφή της προς το μέλλον έχει, ασφαλώς, νόημα) και, σίγουρα,  από κάθε μη-ιστορική/ιστοριομορφική απειλή πισωγυρίσματος είτε στην ελεεινή ανημπόρια της παιδικής ηλικίας, είτε  στο “όνομα του πατρός”. Κάποτε,  και οι δυο αυτές παγίδες, τουτέστιν η τρόπον τινά οιδιπόδεια από την μια,  και ή τρόπον τινά μετατόπιση της προσωπικής ευθύνης σε ένα φαντασιωμένο ισχυρότερο υποκείμενο από την άλλη, θα προκαλούν μόνο γέλια.

Όμως, το πρώτο πραγματικά Αναρχικό Υπερκείμενο της Ιστορίας (και κυρίως πέραν της Ιστορίας), είναι το ζητούμενο. Όπου ο όρος “αναρχικός” όχι με την στενή πολιτικο-κοινωνική έννοια της ιστορικής Αναρχίας, καίτοι ασφαλώς, την εγκλείει και υπερβαίνει εκλεκτικώς, αλλά, πρωτίστως, με μια προμηθεϊκή-περσεϊκή έννοια.

 

 

Το Κήτος της Ύπαρξης, στήνει χίλιες δυο παγίδες για να ανακόψει και να αναστρέψει την ανθρώπινη πορεία. Δεν γνωρίζει από ιδανικά, ιδέες, όνειρα, δεν καταλαβαίνει μία από ανθρώπινο πόνο. Γνωρίζει μόνο να καταπίνει και να καταπίνει κατά τα “γραπτά του πεπρωμένου”. Η πιο τυφλή, αυτοματική μηχανή θανάτου που παίρνει ζωές και ζωές, από αίσθηση “υπαλληλικού” καθήκοντος και μόνον.

Οι άνθρωποι με πολύ χαλαρό υποσυνείδητο και με εξαιρετικά αδύναμη θέληση, ιδιαίτερως δε, εξ αιτίας των συνθηματολογικών ανακλαστικών και των μιμητικών συνηθειών αναπαραγωγής ποικίλων ιδεομορφημάτων, όταν αισθάνονται πως μέσα σ’ αυτά εντοπίζουν είτε την μητρική αγκάλη είτε τελούν το χρέος τους “στο όνομα του πατρός”,

οι άνθρωποι αυτοί, λοιπόν, ανιχνευόμενοι σε υπερπληθώρα κατά τις περιόδους παρακμής, πάντα θα πέφτουν σε τέτοιες θανάσιμες παγίδες. Δεν πουλάνε την ψυχή τους στο διάβολο ακριβώς. Πάνε στο διάβολο, κατ’ ευθείαν οδόν, μάλλον, για να αποφύγουν να ζαλίζονται στις “στροφές’ του Χρόνου.

Ο κόσμος εξ άλλου, δεν είναι τίποτε άλλο από ένα Κήτος- Παγίδα. Με την διαφορά ωστόσο, πως ο  αιώνιος Ιωνάς δεν θα είχε νόημα να μπαίνει και να ξαναβγαίνει τριήμερα στην κοιλιά του κήτους, αν βέβαια αποφάσιζε κάποια στιγμή να το εξολοθρεύσει, όπως ο Περσεύς. Τζάμπα ο κόπος, από ένα σημείο και μετά να καταπίνεσαι και να σε εκβάλλουν ξανά και ξανά. Τα μαχαίρια, εξ άλλου, δεν είναι μόνον για να κόβουν το ψωμί, αλλά και τα τέρατα.

 

 

Επειδή η Μεγάλη Μάχαιρα του Μυαλού, είναι για τους εκλεκτούς του μέλλοντος. Όλα τα άλλα, δεν είναι παρά προφάσεις δειλίας και άνευ όρων παράδοση στην θαλπωρή της Μη- υποκειμενικότητας.

Ένα χάσμα εμφανίζεται στην εποχή μας, και με καμμία, ορατή τουλάχιστον, γέφυρα να συνενώνει τα δύο αντικρυστά μέρη του. Αυτό το χάσμα είναι η μεγάλη σιαγόνα του Κήτους. Αυτό το χάσμα, δεν ξορκίζεται, δεν αποφεύγεται, δεν καλύπτεται.

Είτε αποφασίζεις, λοιπόν, να κάνεις το άλμα, είτε το σφάλμα.

Όλα τα άλλα, είναι ιστορίες για αγρίους της παρακμής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

της Χαριτίνης Ξύδη

 

Δεν θυμάμαι πολλά καλοκαίρια με βροχή. Ζήτημα να έχω συγκρατήσει δύο τρία. Αντίθετα, θυμάμαι πολλές ακίνητες καλοκαιρίες στο δωμάτιο. Καρφωμένες στο κρεβάτι, στους τοίχους, στα σκαλοπάτια, στο ταβάνι. Απρόθυμα ανακαλώ, με θυμικό καπνίσματος, περιβάλλον αντικουνουπικό, φιλμ φυσικής ποιότητας, ταμπλέτες, κεριά, ντρινκς, καυγάς, σιωπή, μονοσύλλαβες απαντήσεις. Όλα αυτά τα αστεία πράγματα. Ό, τι κρατάς από τέτοιες πολυδύναμες ακινησίες, το χειμώνα μπαίνει στην άκρη του μολυβιού, εκτίθεται ως ασήμαντη σημείωση, προσποιείται παράσιτα ραδιοφώνου και σχετίζεται με τη θέση που έχει λάβει το σώμα στο ημίφως. Ενισχύοντας προθέσεις μερικής άγνοιας και ολικής νευρικής κατάρρευσης.
Σύνεργα: θ’ αστειεύεστε. Πλην αν, στο μεταξύ, νοσήσω από διπλωπία.

 

“Ενοικιαζόμενα” , Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ, ΤΟ ΚΑΤΙ ΚΑΙ Η ΠΡΩΙΑ

 

On n’est pas libre tant qu’on désire, qu’on veut, qu’on craint peut-être tant qu’on vit.”

Marguerite Yourcenar, “L’ Œuvre au noir” (1968)

 

Μπορεί και να είναι έτσι, όπως το γράφει η Γιουρσενάρ, μπορεί, δηλαδή, ελευθερία πραγματική να προκύπτει ή να ορίζεται μόνον όταν δεν επιθυμείς, δεν θέλεις τίποτα, δεν φοβάσαι, και ίσως (σίγουρα, μάλλον) όταν καν δεν ζεις.

Καίτοι, ωστόσο, είναι μια ελευθερία πλήρως αναμενόμενη με αυτούς τους όρους, δεν παύει όμως να πρόκειται για ελευθερία που εν απειρότητι ταυτίζεται με την απόλυτη σκλαβιά. Δεν υπάρχει δηλαδή “εκεί” κανείς για να την διαπιστώνει. Ελευθερία, χωρίς συνείδηση, χωρίς υποκείμενο, χωρίς εγώ, φαντάζει μια φάρσα. Επιδίδεται εν τέλει, όμως επιδίδεται σε κανέναν, και ως εκ τούτου φαντάζει περισσότερον ως μια “παγίδα ελευθερίας”, και όχι ακριβώς ως ελευθερία.

Κάτι παρόμοιο, άλλωστε, δεν διεκήρυττε και ο Βούδδας αιώνες πριν; Τουτέστιν, να πεθάνει, ή τουλάχιστον να αποδυναμωθεί, πλήρως η επιθυμία στον άνθρωπο ώστε να ελευθερωθεί από τον  τροχό των γεννήσεων, των θανάτων, και των αναγεννήσεων  (Saṃsāra –  संसार ).

Για τον Βούδδα, η επιθυμία είναι ο λόγος που ερχόμαστε σε ύπαρξη, και ως προς αυτό, σίγουρα έχει δίκιο. Όμως η επιθυμία επιφέρει και την συνείδηση της επιθυμίας, τουτέστιν την αυτοσυνείδηση της ίδιας της ύπαρξης.

 

 

Γενικώτερα, και προσωπικά μιλώντας από μια καθαρά φιλοσοφική άποψη, συμφωνώ με τον Βουδδισμό (ιδίως με τον κατοπινότερο, λόγιο Βουδδισμό της Mahayana) σε πολλά, και ακριβώς γι’ αυτό δεν υπάρχει κοσμοφιλοσοφικό σύστημα που να εκτιμώ περισσότερον.  Διαφωνώ ωστόσο πλήρως, ή για να το πω ακριβέστερα,  είμαι εκ διαμέτρου αντίθετος,  με τον “σκοπό” του.

Δεν επιθυμώ να απωλέσω την (αυτο)συνείδησή μου και να χαθώ στα πρωταρχικά πεδία της Βουδδότητας ή της Παρινιρβάνα, αλλά το ακριβώς αντίθετο: επιθυμώ να υποκειμενοποιούμαι και να εξατομικεύομαι ολοένα και περισσότερον.

Επιθυμώ το κάτι έναντι του πανίσχυρου τίποτα. “Επιθυμώ”, είπα, άλλωστε, μόλις. H λέξη-κλειδί που έφερε και μένα, όπως και όλους τους ανθρώπους, στην γη.

Η Ζωή μου αρέσει, και βρίσκω νόημα σε αυτήν, παρόλο που συνιστά, πράγματι, και από φιλοσοφική-ρεαλιστική άποψη, μια ψευδαίσθηση. Ο κόσμος δεν είναι “πραγματικός”, τίποτα δεν είναι πραγματικό (μόνον η αγάπη!) , όμως έχει ενδιαφέρον να ζεις. Τίποτα δεν συγκρίνεται με την Ομορφιά της Περιπέτειας στην Γη. Υπάρχει κόστος γι’ αυτό, σίγουρα. Πληρώνουμε, και πληρώνουμε πάντα σε “μετρητά”. Σύμφωνοι. Υπάρχει όμως και Μέγα Ιωβηλαίο στην Ύπαρξη κάποια στιγμή.

 

 

Το ζήτημα όπως το θέτουν ο Βούδδας και η Γιουρσενάρ, πάσχει σε ένα κεντρικό σημείο διάγνωσης.

Πονάει χέρι, δεν κόβει ωστόσο χέρι γι’ αυτό.

Πραγματική ελευθερία (ό,τι και αν σημαίνει αυτό) μπορεί να υπάρξει μόνον στην Ζωή, γιατί μονάχα υπ’ αυτόν τον όρο, υπάρχει επίσης κάποιος να την συνειδητοποιεί.

Και ό,τι δεν συνειδητοποιείται, δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει από μόνο του.

Ο,τιδήποτε  μπορεί να “υπάρχει” μονάχα όταν υφίσταται κάποιος να το συνειδητοποιεί. Όπως ακριβώς στους επιταχυντές των υποατομικών σωματιδίων. Ένα γεγονός στον υποατομικό μικρόκοσμο δεν υφίσταται χωρίς τον παρατηρητή του. Συμβαίνει “κάτι” εκεί, μόνον επειδή βρίσκεσαι ΕΣΥ για να το παρατηρήσεις!

 

 

Το ίδιο και στον πιανιστικό “Μικρόκοσμο” του Béla Bartók (Mikrokozmosz, έργο των ετών 1926 -1939) στον οποίον η κλιμάκωση των κομματιών από το απλούστερο στο πλέον πολύπλοκο  (όπως ακριβώς και στην Ζωή), δεν μπορεί να επισυμβεί χωρίς την  υψηλότερη ανθρώπινη/καλλιτεχνική αυτοσυνείδηση και συνειδητοποίηση της ίδιας της Ζωής ως Τέχνη.

Μπορεί, πιθανώς, ο “Μακρόκοσμος”,  ή μεγάκοσμος, το πεδίο της υψηλότερης “βουδδότητας” κατά τον Σιντάρτα Γκωτάμα, να είναι χωρίς συνείδηση και αυτοσυνείδηση, σύμφωνοι. Όμως ο Μικρόκοσμος (αν θα μπορούσαμε να τον πούμε πολύ αμφίβολα, έτσι) της Γης, αν μη τι άλλο,  προσφέρει και τα δύο, και από αυτήν την άποψη το “μέγα” του  Μεγακόσμου είναι πολύ σχετικό. Ίσως εδώ η προβληματική μπορεί να συμπεριλάβει την σεφιροτική διαλεκτική ανάμεσα “μεγαπρόσωπο” (Αρίχ Ανπίν –  אריך אנפין )και “μικροπρόσωπο”  θεό (Ζέιρ Ανπίν –  זעיר אנפין) στην εβραϊκή Kabbalah, όμως, σε κάθε περίπτωση, ο μεγάκοσμος και ο μικρόκοσμος είναι θέμα “οπτικής γωνίας”.

Και ο Μικρόκοσμος της Γαίας  από μίαν ή περισσότερες απόψεις, είναι πιο σημαντικός από τον συμβατικώς ή κατ’ έθος λογιζόμενον ως “Μεγάκοσμο”, και καθίσταται ούτως ουσιαστικότερος, ή o έχων νόημα , Μέγας Κόσμος.

 

 

Όπως παρατηρείς από μακριά μια Μεγάλη Πόλη, μιαν απέραντη Βαβυλώνα του ονείδους, σίγουρα, αλλά μαζί της χαράς  και της αξιοπρέπειας, εφ’ όσον αναλάβεις την ευθύνη να παλέψεις γι’ αυτά, και  βλέπεις αρχικώς αυτήν την πόλη σαν μια κουκίδα στον ορίζοντα. Από κοντά, μέσα στους δρόμους της πόλης, δεν αποκλείεται να περάσουν αιώνες, ώσπου να καταλάβεις ότι ποτέ δεν έφυγες από το ίδιο “σημείο”.

Μόνον, που η διαφορά του να επιθυμείς “κάτι”, απέβη περισσότερον από σημαντική, μοιραία ίσως, κόλαση πιθανώς, αλλά το μόνον, ωστόσο, που υπόσχεται κάποια στιγμή την Ελευθερία.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο έρωτας είναι πρωτίστως κοσμολογική “ανάμνηση”, -και σωστά-, είναι όμως και η υπόσχεση μιας νέας ανθρωπότητας, λυμένης από τα δεσμά της πρωτοκαθεδρίας του ονείρου του κόσμου έναντι του “εσώτερου” ονείρου (μέσα σε όνειρο) που περιέχει, τουτέστιν, του ονείρου της ανθρωπότητας.

Ο άνθρωπος έως τώρα ονειρεύεται, κινούμενος μέσα στο όνειρό του, χωρίς να το καταλαβαίνει. Εκλαμβάνει ό,τι βλέπει γύρω του, στην καθημερινή ζωή του, τα πάντα, ως “πραγματικά”. Πιστεύει στα σοβαρά, πως ο κόσμος υπάρχει.

Η λύση φυσικά δεν είναι “να ξυπνήσει” από αυτό το όνειρο, αλλά να το τροποποιήσει και να το αλλάξει, ώστε να περνάει καλά ΕΝΤΟΣ αυτού!

Κυρίως, να αντιλαμβάνεται συνειδητά ότι “ζει” μέσα σε όνειρο, χωρίς γι’ αυτό να νιώθει την επιθυμία να ξυπνήσει. Στην ουσία πάλι “ξυπνάει”, αλλά αλλιώς. Μια τέτοιου ειδους “αφύπνιση”, όμως, που κατορθώνει και διατηρεί το όνειρο του κόσμου και δεν το απολύει, είναι το ζητούμενο, τουλάχιστον για όποιον το επιθυμεί.

 

 

Ο έρωτας δεν υπάρχει για να θυμηθούμε τον “τόπο” απ’ όπου προ-ήλθαμε (συμβαίνει και αυτό), αλλά για να διαφύγουμε πλήρως από αυτόν.

Έως  τώρα η ανθρώπινη πρωταρχική “φυγή” από το μυστικό κέντρο και άξονα- axis mundi, είναι toccata (toccare-αγγίζω) και fuga-“φυγή” από την αρχέτυπη κατάσταση της μη -συνειδητότητας ενός παντοδύναμου “τίποτα” (ο όρος “κενό”, είναι πιο ακριβής ίσως, από ορισμένες απόψεις, τουλάχιστον). Αυτή είναι η Πρώτη Επανάσταση. Η κατ’ εξοχήν τέτοια και “πρότυπη” για κάθε άλλη επανάσταση, ανεξαρτήτως προθέσεων και επιδιώξεων που ακολούθησε εν χρόνω!

Μέλλεται, ακόμα, μια Δεύτερη Επανάσταση, κατ’ αντίστροφην σειρά, τουτέστιν, fuga (συνεχιζόμενη) και, κυρίως, νέο toccare- άγγιγμα ενός πλήρως “νέου κόσμου”,

ενός “ελεγχόμενου”- κατά  βούλησιν “ρυθμιζομένου” ονείρου,

και “δομικώς”, αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ό,τι πραγματικά αξίζει στην ανθρώπινη ύπαρξη, αν επιθυμεί να είναι όντως ανθρώπινη και όχι ανακλαστικό μιας άλλης βούλησης “φυτό”, ή μια πρωτύτερη αναίσθητη μακαριότητα.

 

 

 

 

 

 

 

Σ’ αγαπώ, όχι μόνον επειδή είσαι ένα σπάνιο λουλούδι, αλλά επειδή έχεις μια τέτοια εντιμότητα και ευθύτητα, που ούτε “άνδρες” δεν την έχουν (σε “εισαγωγικά”, ασφαλώς: ιδιαίτερα, σήμερα, δεν το συζητάμε, είναι ανέκδοτο). 

Σ αγαπώ, γιατί τα “γράφεις όλα εκεί που πρέπει” για μένα, όταν χρειάζεται, και δεν υπολογίζεις τίποτα.

Γιατί, ακόμα, είσαι ένα ζωντανό χαστούκι προς κάθε γυναικούλα και απλή “γλάστρα”.

Επειδή, κυρίως, είσαι τόσον τρελλή όσον τρελλός είμαι εγώ, και δεν λογαριάζεις τίποτα μπροστά στην εκδήλωση της τρέλλας σου, όπως ακριβώς κι εγώ.

Σ’ αγαπώ, επειδή είσαι αυτό που είσαι, και γνωρίζεις πολύ καλά σε βάθος μετρήσεως φαινομενολογίας της ύπαρξης, πως ο κόσμος είναι φτιαγμένος μόνον για δύο, κάθε φορά και για πάντα.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Νους είναι μια νόσος στην ανθρωπότητα, σίγουρα, ή μάλλον, η νόσος της ανθρωπότητας, όμως μαζί και ένας “σκοπός”, ένας καινούργιος θεός που δεν έχει αναλάβει ακόμα εξουσία στον κόσμο.

Ζούμε ακόμα σε μια γενικευμένη υπνηλία φαντασμάτων, η λεγόμενη “ανθρώπινη κατάσταση” έως σήμερα (και όχι για πάντα) δεν είναι παρά μια ανεξέλεγκτη και εφιαλτική κατάσταση “μαύρης μαγείας” (με την πλέον ανθρωπολογική , πρωτογονική έννοια), εξ αιτίας του γεγονότος ότι ο Νους δεν είναι ακόμα “γνωστός”. Δρα όμως. Το ότι αυτό δεν συνειδητοποιείται, είναι το πλέον επικίνδυνο.

Η υπερσύγχρονη Φυσική, εξ άλλου, μόλις αρχίζει και “υποψιάζεται” την σχέση ανάμεσα νου και “ύλη” (ό,τι και αν εννοεί κανείς με αυτήν την λέξη), μια σχέση, όμως, που θεωρούσαν βέβαιη  πριν από χιλιάδες χρόνια.

 

 

Λέμε το “υποκείμενο” της δράσης. Όσον αναγκαίο, φυσικά, και αν είναι  το υποκείμενο, δεν παύει, ωστόσο, αυτό το “υπο-” να χαρακτηρίζει την σχέση εξουσίας ανάμεσα σε άνθρωπο και σε μοίρα.

Το υποκείμενο δεν συνιστά από μόνο του παρά πάλη για χειραφέτηση από κάθε τι “ασυνείδητο” που το καθορίζει ακόμα. Το “ασυνείδητο”, εξ άλλου, είναι απλά ένα επίθετο και ορίζει ιδιότητα, όχι ουσία. Ως όρος, δεν λέει απολύτως τίποτα το σημαντικό. Πρόκειται για σύμβαση και ορολογία αμηχανίας. Λέει απλά, πώς “κάτι” είναι “ασυνείδητο”. Το τι όμως, είναι άλλη υπόθεση .

Από την άλλη, ο  Νους που σκέφτεται και συλλαμβάνει τον εαυτό του, δεν είναι θέμα μόνον φιλοσοφίας, αλλά κυρίως θέμα άμεσης ανάδρασης στην καθημερινή ζωή και της μεταμόρφωσής της.

Ένας “σόρσερερ”  στο οροπέδιο του  Chota Nagpur είναι κατά μίαν έννοια τρομαχτικό πλάσμα, επειδή χειρίζεται νοητικές δυνάμεις που δεν κατανοεί. Η συμβολική-μυθική-πρωτοθρησκευτική γλώσσα περιγραφής που χρησιμοποιεί για τις δυνάμεις που χειρίζεται, μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαίνουσα, αλλά μακριά ακόμα από μια πλήρη και αφηρημένη κατανόηση. Απ’ αυτήν την άποψη ο πρωτογονικός μάγος είναι και αυτός “υποκείμενο” και όχι “κύριος” της μοίρας.

Το υποκείμενο της Ιστορίας αγωνίζεται ώστε να γίνει κάποια στιγμή υπερβατικό υποκείμενο, τουτέστιν, υπερκείμενο (αν θα μπορούσα να το καλέσω έτσι). Από το υποκείμενο ως το υπερκείμενο μεσολαβεί μια χαοτική κατάσταση ασυνείδητης τέλεσης της ζωής και των ενεργειών της.

 

 

Είναι σαν να παρακολουθεί κανείς έναν δρόμο μεγάλης κυκλοφορίας στον οποίον τα οχήματα συγκρούονται συχνά το ένα με το άλλο, επειδή οι οδηγοί τους ανεξήγητα ή παραδόξως χάνουν τον έλεγχο και δεν υπολογίζουν σωστά τις “ταχύτητες” και τις “αποστάσεις”. Αυτό είναι ο νους ακόμα. Δεν σημαίνει, όμως, πως δεν προορίζεται να βασιλέψει κάποια στιγμή στον κόσμο.

Γιατί ο Νους, αν μη τι άλλο, για να μπορέσει να δράσει “συνειδητά” στον  κόσμο πρέπει να ειναι “πάνω” και από τον εαυτό του ακόμα, πρώτα να μην κινδυνεύει από αυτόν τον ίδιον.

Κανένα πράγμα, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι ελεύθερο αν δεν είναι πάνω απ’ όλα ελεύθερο από τον ίδιον τον εαυτό του.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ν τῇ σκιᾷ αὐτοῦ ἐπεθύμησα καὶ ἐκάθισα, καὶ καρπὸς αὐτοῦ γλυκὺς ἐν λάρυγγί μου”

Άσμα Ασμάτων, B’,3

 

Η περιβόητη σκηνή στοματικού έρωτα στην Παλαιά Διαθήκη. Από τους πιο όμορφους, πορνογραφικούς υπαινιγμούς  στην παγκόσμια λογοτεχνία.

Η απόδειξη, γιατί ο Σολομών, και ο Εμπειρίκος πολύ αργότερα, εμμένουν ως οι καλύτεροι ερωτογράφοι/”πορνογράφοι”, σε  μιαν εποχή, σήμερα, στην οποία η υστερική, αγαμική  χιλιοεπανάληψη των λέξεων “μουνί”, “αρχίδια” κλπ.  εν γραπτώ, δεν είναι τίποτε περισσότερον από γελοιογραφική, κακότεχνη πόζα λέξεων σε έρημον υαλογραφείον.

Αυτά, άλλωστε, έχουν νόημα, ιδιωτικώς, όχι γραπτώς. Οι πολυπληθείς υστεριογράφοι στην εποχή μας, κατά συνέπεια, που “μαλακίζονται” εν γραπτώ, δεν είναι λογοτέχνες, αλλά απλοί υστερικοί σε μια παρακμιακή εποχή, στην οποία τα πάντα δεν έρχονται παρά εκ των παρωχημένων υστέρων, όταν κάτι δεν θα είχε νόημα αν δεν επισυμβαίνει εκ των προτέρων.

 

 

 

 

 

 

 

 

zahhak2_phixr

 

 

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟΝ ΣΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

 

Στην μυθοκοσμολογία της αρχαίας περσικής Avesta ο ήρωας Thraêtaōna ((ή, πιθανώς, με περισσότερη ακρίβεια προφοράς, Thraêtaōnô : αυτή είναι η αρχαία ονομασία του, ονομάστηκε αργότερα και Fereydūn), εξολοθρεύει το εφιαλτικό ερπετό Dahāka, το οποίο παρουσιάζεται με τρία σαγόνια, έξι μάτια, τρία κεφάλια και με μια συντριπτική δύναμη τέτοια που θα μπορούσε να σπείρει το θάνατο σε πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα.

Η μάχη ήταν κρίσιμη:  το ερπετό αντιπροσώπευε, -θα μπορούσε να πει κανείς με ερμηνευτική ασφάλεια, αλλά κατά μίαν έννοια μόνον, καθώς μπορούν να υπάρξουν “πολλές οπτικές” επ’ αυτών των θεμάτων- τις αρχέγονες δυνάμεις του Χάους που προσπαθούσαν να “απορροφήσουν” τον κόσμο σε μια κατάσταση διάλυσης, ή θα το λέγαμε αλλιώς, σε μια πρωταρχική νύχτα μη υποκειμενικότητας. Ο Ahura-Mazda, όμως, είναι πάνω απ’ όλα ο θεός που προκρίνει την “ανάδυση” του Κόσμου. Στην Avesta, η μέριμνά του γι’ αυτόν τον κόσμο υπεραφθονεί ακόμα και σε λεπτομέρειες, ο ίδιος δεν προασπίζεται απλά την υπεροχή του αρχαίου περσικού παραδείσου.

Βέβαια, οι μάχες των ηρώων με τα ερπετά ή με άλλες πρωτο-μορφές του Χάους δεν είναι σπάνιες στις διάφορες μυθολογίες του κόσμου (ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, τον βαβυλωνιακό Marduk στην μάχη του με την Tiamat), όμως αυτό που κινεί υποψίες για περισσότερο φως στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι το όνομα “Dahāka”. 

Έψαξα πριν από κάποιο καιρό για να βρω την ρίζα της λέξης “Dahāka” και δεν βρήκα κάτι  καλύτερο ή πιο πειστικό (ανάμεσα σε διάφορες ερμηνείες που έχουν προταθεί κατά καιρούς) από το “dâs” που σημαίνει στα αρχαία περσικά “καταστρέφω”. Προσωπικά, πιστεύω πως αυτή η ερμηνεία-συσχέτιση πρέπει να είναι και η ορθότερη.

 

a956b555bd63ae2430c2eb499984a9dd

 

Όμως σκοπός αυτού του κειμένου είναι άλλος και όχι να σταθεί στις πιθανές διχογνωμίες των γλωσσολόγων. Θέλω να πω, δηλαδή, πως στην ουσία  κάθε “παρακμή” που εμφανίζεται ιστορικά στην ανθρωπότητα δεν είναι παρά ιδιαίτερη αναπαραγωγή-επανεμφάνιση ενός κοσμολογικώς “πεινώντος” πρωταρχικού χάους. Μια αναπαραγωγή μέσω της οποίας επιχειρείται,- αν ιδωθεί βαθέως η ίδια ως προς τον όχι πάντοτε συνειδητό σκοπό που κρύβει εντός της-, η “εξίσωση” πάντων των πραγμάτων, πολλές φορές ακόμα και σε παρωδία ισχύος μεν, αλλά σίγουρα στο αίτημα μιας πλήρως ανορθολογικής “ισοπέδωσης” των μορφών.

Η “διαφοροποίηση” σε αυτή την περίπτωση δεν είναι ανεκτή.  Όπως είναι λογικό ή αναμενόμενο, εναντίον  αυτής της τελευταίας κάθε παρακμή δεν κάνει και δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο από το να επιχειρεί να ρημάζει κάθε τι το ορατό σ’ ένα απερίγραπτο χάος αυθαιρεσίας, ψεύδους και αδικίας.

Από εκεί και το απαρηγόρητο της αποτυχίας της, όπως διαπιστώνεται πάντοτε. Επειδή, ο κόσμος, θα λέγαμε, δεν έχει ποτέ την τάση να ξαναγυρίζει “πίσω”, στην μη-οργάνωση και τελικώς στην μη ύπαρξη . Το “φωτεινότερο” μέρος της ύπαρξης είναι κατά πολύ πιο αποφασιστικό και αντιστέκεται στην μη διαφοροποίηση (ας θυμηθούμε και το ευαγγελικό: “καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν”). Άλλωστε αν χαθεί το φως δεν υπάρχει ή δεν νοείται καν αυτό το ίδιο το σκότος!

 

800px-ajdahak_dream

 

Επιθυμώντας (συνειδητά ή ασυνείδητα) κάθε παρακμή την άρση της διυποκειμενικής ανισότητας, στην ουσία μετατρέπεται η ίδια σε Dahāka – dâs που θέλει να πισωγυρίσει τα πράγματα σε μια κατάσταση στην οποία δεν υφίσταται ακόμα η βάσανος του υποκειμένου. Βέβαια, αυτή η τυφλή ορμή για καταστροφή ή ορμέμφυτο του θανάτου,  δεν διαφέρει σε τίποτα από το “πονάει χέρι, κόβει χέρι”. Είναι παντελώς ανήμπορη, λοιπόν, να κατανοήσει , κυρίως να κατανοήσει το πιο καθοριστικό:

πως η ίδια κάθε φορά είναι μη συνειδητό όργανο ενός αρχετύπου μυθικού συμβάντος που επέρχεται και παρέρχεται μέσα από τους κύκλους της ιστορίας.

 

 

Χρόνος παρακμιακός, γεμάτος απορρίμματα, χρόνος του τίποτε σε ενδονύκτια του κόσμου παρομιλία και ψευδαισθήσεις εξουσίας: πράγματα που ακολουθούνται πάντοτε από την ανηλεή σπάθη του Thraêtaōna όταν πέφτει στην ώρα της για να απονείμει δικαιοσύνη.

Χρόνος μιας ήττας που δεν μπορούν να ελέγξουν αρκετοί άνθρωποι της εκάστοτε παρακμής, μιας και έρχεται από κάτι πολύ βαθύ στον Χρόνο.  Άλλωστε, μονάχα οι ήρωες μπορούν να τα βάλουν με τους θεούς ή με τον Χρόνο, οι άνθρωποι ενός παρακμάζοντος κύκλου ποτέ. Όσον δε έχει να κάνει με το πρώτο σκέλος της μόλις προηγούμενης πρότασης, θα έλεγε κανείς πως μόνον η Ελληνική Μυθολογία εμφανίζει ένα τέτοιο “προνόμιο”. Εγώ προσωπικά δεν έχω δει πουθενά στην Περσική (αλλά και σε άλλη) Μυθολογία τους ήρωες να τα βάζουν με τους θεούς. Πιθανώς να μην είχαν λόγο για κάτι τέτοιο. Ο Ahura-Mazda, άλλωστε,  μέσα από τις συνομιλίες του με τον Zarathustra εμφανίζεται ως εξαιρετικά καλόβολος, συμπαθητικός και ανοιχτόμυαλος “τύπος”.

Όμως, αυτό είναι άλλο θέμα.

Όχι και τόσον αν σκεφθεί κανείς πως βρισκόταν παρά τω πλευρώ όλων των ηλιακών ηρώων των μυθικών χρόνων της Περσίας και σίγουρα είχε τους λόγους του γι’ αυτό .

 

(κείμενο του περασμένου Οκτωβρίου, που επαναναρτάται για ειδικούς και συγκεκριμένους λόγους)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τι είναι “ηρωικό υποκείμενο” , – αν θα έπρεπε, οπωσδήποτε , να προσδώσουμε μια τέτοια μεμερισμένη εξειδίκευση στον  όρο “υποκείμενο”;

Κατά την προσωπική μου γνώμη, δεν είναι κάτι άλλο από εκείνον, διαιωνίως,  που “ξηλώνει” τον κόσμο για να φτάσει στην γυμνή ουσία του “πραγματικού”. Όλοι οι μύθοι του κόσμου και οι παραλλαγές τους, αν μεθερμηνευθούν σωστά, δεν δεικνύουν κάτι το διαφορετικό, αν και όχι κατ’ ανάγκην ακριβώς αυτό.

Το ηρωικό υποκείμενο “αδειάζει” , λοιπόν, τον κόσμο, για να φτάσει στο απώτατο-εγγύτερο “κέντρο” των φαινομένων. Είθισται, σύμφωνα με τους μύθους και τους λαϊκούς θρύλους, αυτό το “κέντρο” να φυλάττεται καλώς από “τέρατα” ή “δαιμονικές” μορφές, και, σίγουρα, κάτι ξέρανε που το λέγανε, δεν το λέγανε τυχαία.

‘Αλλωστε, ό,τι προκύπτει από το παγκόσμιο ασυνείδητο των λαών δεν εκφέρεται επί ματαίω ούτε για πλάκα. Έχει και νόημα και ουσία, έστω και αν δεν είναι πάντα πρόδηλα, ή  καλύπτονται με “φυσικό”, ανεπιτήδευτο τρόπο πίσω από την άγνοια της α-συνείδητης εκφοράς.

 

 

Φτάνοντας, λοιπόν, το ηρωικό υποκείμενο στο “κέντρο” (μέχρι αυτό, περίπου, το σημείο, υπαινίσσονται ή αφηγούνται οι μύθοι, από εκεί και πέρα τα πράγματα, πιθανότατα, δεν επισυμβαίνουν κατά το αναμενόμενο), ευλόγως μπορεί να ελπίσει κάποιος πως δεν πρόκειται, μάλλον, να πέσει ηλιθίως στην “παγίδα”.

Και αυτό, δεν είναι τίποτε άλλο από  μια βάσιμη, εμπειρική υπόθεση.

Βέβαια, δεν αναφωνεί  “άνθρακες ο θησαυρός!”, σίγουρα, γιατί οποιοδήποτε καλά φυλαγμένο μυστικό δεν μπορεί να είναι “φθηνό”. Δεν μπορεί να είναι φθηνό γιατί δεν έχει καν “αξία”, ούτως ώστε να το χαρακτηρίζει η φθήνεια ή η ακρίβεια. Πρόκειται για κάτι το απόλυτο, και  απ’ αυτήν την άποψη, μόνον το σχετικό “τιμάται”, όχι το απόλυτο.

Αναφωνεί, συνεπώς: “τελικά, ήτανε θησαυρός οι άνθρακες” ! Και …επιστρέφει σε αυτούς.

 

 

Ο θεός Άρης δεν ήταν τόσον ανόητος ώστε να μην προτιμά την “θράκα” από τον Όλυμπο, και περνούσε το μέγιστο μέρος του βίου του στην Θράκη. Σχεδόν έκπτωτος άγγελος από τον Όλυμπο, αλλά είχε λόγους γι’ αυτό, σίγουρα.

Ο Οδυσσεύς ήξερε ότι το ταξίδι του ήταν άπαξ και ανεπανάληπτο.

Ο Διόνυσος, ωστόσο, Διόνυσος Λυσεύς, κατέσχε την Έξοδο από το αδιέξοδο του Μυστηρίου του Κόσμου. Ο πρώτος ήρωας ανάμεσα στους θεούς, σε μια κοσμολογική κατάσταση στην οποία οι θεοί αντιμάχοντο τους ήρωες.  Ο Διόνυσος, λοιπόν, έσπασε την παράδοση, προς όφελος του ανθρώπου, φυσικά. Μετά, βέβαια, υπήρξε και ο επαναστατημένος Τιτάνας, ο μέγας Προμηθεύς.

 

 


Αξίζει, ασφαλώς, να θυμηθούμε εδώ πως η μητέρα του, η Σεμέλη, “κάηκε” όταν ο Δίας της φανερώθηκε σε όλη του τη λάμψη. Ο μύθος πιθανώς να κρύβει τον κίνδυνο που ελλοχεύει σε αυτό το απώτατο Μυστήριο, όταν ο νους και η ψυχή δεν έχουν ετοιμαστεί καταλλήλως ώστε να δεχθούν ηθικώς, ψυχολογικώς και διανοητικώς τις τεράστιες ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ του θεϊκού “κόσμου”.

Παραδόξως, όμως, και ίσως όχι τόσον συμπτωματικώς, στα εβραϊκά “σέμελ” (  סמל   – μια όχι τόσον συνηθισμένη, βιβλική λέξη) σημαίνει “εικόνα” (σημαίνει δευτερευόντως και”άγαλμα”, αλλά εδώ μας ενδιαφέρει περισσότερον η έννοια της “εικόνας”). Είναι κάτι περισσότερον από πιθανόν πως κυμαίνεται εδώ μια διαμεσογειακή κοινή έννοια, δηλαδή, δεν αποκλείεται το όνομα Σεμέλη να σημαίνει “εικόνα”, εκ προθέσεως, εκ σκοπιμότητος και εξ αρχής  στην δική μας γλώσσα ως δάνειο από τον φοινικικό κόσμο.

Η “εικόνα” συνεπώς δεν “άντεξε” την αποκάλυψη του Μυστηρίου και “κάηκε”. Βέβαια, εξ αυτής όλης της ιστορίας γεννήθηκε ο ήρωας ανάμεσα στους θεούς, ο Διόνυσος, ως “ἀρρήτοις λέκτροισι τεκνωθείς”, (όπως μας πληροφορεί ο σχετικός Όρφικός Ύμνος). Ο οποίος Διόνυσος, δεν μπορεί παρά να ήταν ο φορεύς της γνώσης του εσχάτου μυστηρίου, αλλά δεν είναι τώρα το θέμα μας αυτό ακριβώς.

 

 

Ήθελα, κυρίως, να πω κάτι άλλο, καταλήγοντας σε αυτό το κείμενο.

Ο Περσεύς, εξοντώνοντας την Μέδουσα δεν την κοιτούσε απευθείας, αλλά μέσα από την ασπίδα του. Παρατηρούσε τον αντικατοπτρισμό της, το “είδωλό” της, αλλά όχι την ίδια.

Παρομοίως, το ηρωικό υποκείμενο, -αν θέλουμε να το εξειδικεύσουμε ακόμα περισσότερον, θα λέγαμε το “στοχαστικό” υποκείμενο-, ξέρει πάντα ότι βρίσκεται σε ένα σπήλαιο γεμάτο από παραμορφωτικούς καθρέπτες.

“Κάτι” φαίνεται εκεί. “Κάτι” αντανακλάται σε όλους τους καθρέπτες.

Με την διαφορά ωστόσο, πως στο τέλος, δεν είναι και τόσον απίθανον να κατανοήσει, πως, κυρίως, η διαδικασία της αντανάκλασης έχει νόημα και ουσία, και όχι τόσον αυτό που κρύβεται και δι-εικονίζεται.

Ό,τι προκαλεί την ζωή δεν είναι σίγουρον ότι είναι ανώτερον της ζωής (τουλάχιστον σε όλες τις απόψεις του) και εδώ βρίσκεται και ένα ρήγμα στην τυπική φιλοσοφική αρχή που θέλει το αίτιο ανώτερο από το αποτέλεσμα.

Ας μην ζητούμε όμως να ισχύει αυτό και στο φαινόμενο της ίδιας της Ζωής, κατ’ ανάγκην. Η Ζωή, έτσι κι αλλιώς, κλέβει την “παράσταση” πάντα, ακόμα δε περισσότερον, όταν δεν είναι και τίποτε άλλο από αυτήν ακριβώς.