Skip navigation

Category Archives: The Protagonist

 

 

 

 

 

Ο Άνθρωπος είναι η “τεχνητή νοημοσύνη” (artificial intelligence) των θεών.

Όσον δεν επαναστατεί αυτή η νοημοσύνη προς όφελός της, τόσον το Μυστήριο, ή το θρυλικό Ding an sich -με καντιανούς όρους-, θα παραμένει an sich (καθ’ εαυτόν) και όχι für uns (για μας).

Σιγά μην είχε όρεξη ο Προμηθεύς να τρώει διαρκώς σουβλάκια, να λέει ανέκδοτα, να καφενειολογεί,  και να είναι “μαμάκιας”, – όλα τα μάλλον όχι συγγνωστά γραικικά χόμπις (ο Γραίκος, γιος του Δία και της Πανδώρας, χαρακτηρίζεται ως “όνειδος μέγα” στας “Ηοίας” του Ησιόδου. Κάτι ήξερε από τότε!).

Προτίμησε, λοιπόν, ο Προμηθεύς, και πώς αλλιώς, την απευθείας σύγκρουση με το ancien régime του σύμπαντος.

Υπάρχει μια συμπαντική αγάπη που σκοτώνει, και μια αγάπη που ελευθερώνει.

Η πρώτη αγάπη είναι ένα είδος αρχέγονης Mater confusa στην πιο σκοτεινή μορφή εμφάνισής της, η δε δεύτερη, είναι Κόρη-Bath Yisroel , ολάνθιστη ταχύτητα της ζωής.

Υπάρχει και μια απαράμιλλη ανθρώπινη δειλία, που όσον δεν καταλαβαίνει ότι φυσικό και  τεχνητό δεν είναι πράγματα απόλυτα κεχωρισμένα μεταξύ τους, και πως ό,τι είναι “φυσικό” είναι εξ ορισμού “τεχνητό”, και ό,τι είναι τεχνητό είναι απόλυτα φυσικό να τεχνουργείται,

τόσον η σου-βλακεία θα είναι πλήρης από “πατάτες” τηγανητές στην φριτέζα της εγκεφαλικής σύγχυσης και της διάλυσης του κόσμου (ή μιας χώρας ) με δικαιολογίες  ή χωρίς.

 

 

 

 

 

 

 

 

της Χαριτίνης Ξύδη

 

Άλλαξα γνώμη και ξενύχτησα. Εκείνο το βράδυ συγκεντρώθηκα στα φώτα. Από τη ζαλάδα μου, άπλωναν, άπλωναν και πύκνωναν συγχρόνως, ώσπου έγιναν μια αφρισμένη, πορτοκαλιά θάλασσα. Εκεί μέσα πνίγηκα. Την υστεραία, αφού είχα ήδη κρατηθεί από τα μαλλιά μου και κάπως σώθηκα, αποφάσισα να μην πάω, ούτε όπως το παπάκι στην ποταμιά, ούτε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι. Γιατί, οι πιο ευπαθείς επαναστάσεις τελούν εν διακηρύξει, και έτσι, κάθε φορά που ανοίγεις τα μάτια σου, μετά από ζαλάδες, πνιγμούς και τα ρέστα, φοβάσαι σαν να ξαναγεννιέσαι.

Ενοικιαζόμενα
Εκδόσεις Γαβριηλίδης

 

 

 

 

 

 

 

ΜΠΕΚΕΤ ΚΑΙ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ, ένα σημείωμα

 

Θα μπορούσε κάλλιστα να πει κάποιος, πως ο Μπέκετ ορίζει, εκτός των άλλων, ένα είδος μηδενιστικού ελεατισμού με εκλεκτικό και αναπάντεχο τρόπο.

Αυτό το κάνει συχνά, και από μόνο του συνιστά μιαν (σίγουρα δημιουργική, ιδιότροπη και όχι αυτοαναιρούμενη) αντίφαση, δεδομένου ότι οι Ελεάτες απορρίπτουν κάθε “μηδενική” έννοια.

Βέβαια, ο μηδενισμός του Μπέκετ, όπου παρουσιάζεται, είναι ένας ανθρωπιστικός μηδενισμός. Ενέχει δηλαδή την “ελπίδα” εν είδει παραλόγου, και ενέχει, ακόμα, την προσδοκία του απροσδόκητου ως ο εξώστης αυτού του παραλόγου, με το Μυστήριο να μαίνεται αθεάτως στο υπόγειο.

Ο Παρμενίδης, για παράδειγμα, αφαιρεί πλήρως την πολλαπλότητα από το Ον, – την θεωρεί μια ψευδαίσθηση, πίσω από την οποία κυμαίνεται το ακίνητο, το άφθαρτο. Έχει δίκιο, φυσικά, όμως, αυτό δεν αίρει την ομορφιά, και πάνω απ’ όλα την αναγκαιότητα της ύπαρξης της Ζωής.

Ο Μπέκετ, με την σειρά του, και με παραπαρμενίδειο, ή με τουλάχιστον αναλογικό προς τον Παρμενίδη τρόπο, βυθίζεται σ’ εκείνη την άβυσσο που δεν βρίσκει νόημα στην οντολογική/οντομορφική πολλαπλότητα, όμως, τελικώς, ο ίδιος δεν την αποχωρίζεται! Ή, φαντάζει,  σαν να μην είναι εύκολο να “ξεκολλήσει” από αυτήν. Και έχει τους υποσυνείδητους/συνειδητούς λόγους του γι’ αυτό, σίγουρα.

Ή, όπως θα  έλεγε ο Παρμενίδης:

“Ξυνὸν δέ μοί ἐστιν, ὁππόθεν ἄρξωμαι· τόθι γὰρ πάλιν ἵξομαι αὖθις.” (Περί Φύσεως, V) — [αδιάφορο από πού θ’ αρχίσω, γιατί εκεί, έτσι κι αλλιώς, θα επανέλθω].

Αυτό ακριβώς το παρμενίδειο ρηθέν, εξ άλλου και επιπροσθέτως, φαίνεται να χαρακτηρίζει σύμπασα την γραφή του Μπέκετ, στον βαθμό που αυτή δεν εκκινείται από κάπου και δεν καταλήγει κάπου, αλλά περιδιαβαίνει τον σκοτεινό, ψευδαισθητικό χώρο της ύπαρξης σαν σε φυλακή, φτιαγμένη, όμως, από την ίδια την προσωρινή αδυναμία του ανθρώπου να κατανοήσει το Αίνιγμα του Κόσμου.

En attendant God-ot,  είναι η μοναδική, “μηδενιστική”, απελπισμένη/ελπιδοφόρα, εναπομείνασα κίνηση, όταν δεν κατανοείται ακόμα πως δεν υπάρχει “θεός” από εδώ και “ανθρωπότητα” από εκεί , αλλά το ένα τελείται εν εξελίξει μέσα από την εξέλιξη του άλλου.

Και σε μια τέτοια αλληλεξέλιξη, γέμουσα έντασης και άγνοιας στην  διαδρομή της ανθρώπινης Ιστορίας, το “μηδέν”, παραδόξως, δεν έχει άλλο νόημα παρεκτός την ελπίδα για την ίδια την άρση του,  και αυτό, κατέγραψε εξ άλλου, είτε υποσυνειδήτως εν μέρει, είτε συνειδητότερα, ο μεγάλος Ιρλανδός συγγραφέας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΟΙ ΔΥΟ ΚΡ-ΑΥΓΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ / B(O)EING OF FREEDOM

 

Ολόκληρος ο κόσμος είναι ένα (παρ)ωοειδές κύκλωμα, ένα oval circuit, εντός του οποίου τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα τα ανθρώπινα μονοθέσια, όταν μάχονται, είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι , με το Πεπρωμένο. Ο καθένας σε αυτήν την μάχη είναι, συνήθως ή κυρίως, μόνος του. Ο άνθρωπος είναι το (δυνητικό) Έπος του εαυτού του.

Δεν πρόκειται, φυσικά, για ξέμπαρκο πεπρωμένο. Έχει και συγκεκριμένο μηχανισμό λειτουργίας και “νόμο” για άλλοθι (νόμος, τρόπος του λέγειν). Και τα δύο δεν είναι άμεσα ορατά στον νου.  Γενικώτερα, ο νους δεν βλέπει την τύφλα του ακόμη, βρίσκεται σε πολύ πρωτόλειο στάδιο ανθρωπολογικής ανάπτυξης.

Στο μέλλον, μεγάλο μέρος της σημερινής κουλτούρας θα φαντάζει ως  πλήρως αστεία, ή σε μεγάλο βαθμό, ως συλλογή παραληρημάτων αρρώστων ή ελαφρών ανθρώπων.

 

 

Το πρώτο Ωόν της Δημουργίας, ο Φάνης Ηρικεπαίος στους Ορφικούς Ύμνους -άλλως, ο “μικροπρόσωπος θεός” της Kabbalah, ο Zeir Anpin ( זעיר אמפין )-,

ο Φάνης  (Μήτις, Έρως) απεικονίζεται συχνά είτε ως ωόν (το “ωόν αργυφέον” που τον εκκόλαψε) είτε, κάποτε,  με ανθρώπινη μορφή να περισφίγγεται από έναν όφι.

Αυτός ο όφις είναι η συνείδηση του ανθρώπου, μπορεί τελικώς να καταθραύσει το ωόν, μπορεί όμως και να λύσει τον Ηρικεπαίο, αρκεί βέβαια να λυθεί ο ίδιος.

Όλα είναι ζητήματα του μυαλού. Ο Νους είναι ο ερχόμενος Θεός στον κόσμο. Ό, τι  ελευθερώνει ο Διόνυσος Ελευθερεύς δεν είναι παρά αυτό ακριβώς.

Τίποτε δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι,  ελεύθερο αν ο νους δεν “λυθεί” και αν δεν λειτουργήσει επιτέλους στις πολλαπλάσιες στροφές απ’ όσον σήμερα.

Ο Νους είναι ο καταζητούμενος διάδοχος.

Μια μαύρη σύγχυση διαδέχεται στην ουσία, τίποτε περισσότερον.

 

 

Με μια Κρ/αυγή προέβαλε η πρώτη αυγή του κόσμου, ένα σκιώδες ωοειδές οβάλ, από το οποίο δεν έχουν παύσει να ακούγονται συνεχώς έως σήμερα, και με μεγάλη ηχητική ένταση, οι κινητήρες της Ιστορίας.

Μια δεύτερη Κρ/αυγή  που θα συμπληρώσει, περαιώσει και υπερβεί την πρώτη, μέλλει να έλθει στον κόσμο.

Και θα έλθει.

 

 

Βέβαια, δεν είναι εύκολο να προσπεράσεις, να νικήσεις το Πεπρωμένο.

Αλλά μόνο με το προσπέρασμά του, το oval track μπορεί να μεταμορφωθεί σε διάδρομο απογείωσης του πρώτου B(o)eing  της Ελευθερίας. Το πρώτον Όντως Όν του κόσμου, κατά πολύ πιο πραγματικό από τον κόσμο των (κατά μίαν έννοια) “τηλεκατευθυνομένων” φαντασμάτων  που βιώνουμε έως τώρα.

Τα οποία ανθρώπινα φαντάσματα έρχονται και θερίζονται και παρέρχονται χωρίς να ξέρουν καν από “πού τους έρχεται”. Τους κάνει το Πεπρωμένο ό,τι θέλει στην κυριολεξία, και σπάνια τους περνά από το μυαλό η ιδέα της ανακατανομής του κόσμου κατά την ανθρώπινη προτεραιότητα βούλησης.

 

 

Δεν υπάρχει έννοια και πραγματικότητα που από μόνες τους να μην ορίζουν το αντίθετό τους. Δεν θα ήταν δυνατόν να ζούμε υπό το κράτος της Αναγκαιότητας, αν δεν υπήρχε μέσα μας η ορμή προς την Ελευθερία. Δεν θα συνειδητοποιούσαμε καν σε αυτήν την περίπτωση ότι πρόκειται για Αναγκαιότητα! Και από την άλλη , δεν θα μπορούσε να υπάρχει μέσα μας εκείνη, η ίδια, η παλαιά, η αρχέγονη ορμή για Ελευθερία, αν δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει πραγματικά η Ελευθερία κάποτε στον κόσμο.

Ο,τιδήποτε νιώθει μέσα του ο άνθρωπος, είτε ήδη υπάρχει είτε προ-υπάρχει σε αυτό το αίσθημα, επειδή τον περιμένει σε πλήρη εξωτερική εκδήλωση ύπαρξης, σε ένα μέλλον.

Επιπροσθέτως, η Ελευθερία δεν είναι το “ουτοπικό” (λέξη παρωχημένη σήμερα, μιας παλαιάς μόδας – δεν αναζητείται καμμιά ουτοπία, αλλά ο πρώτος ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ τόπος του “κόσμου”!) αντίθετο της Αναγκαιότητας, αλλά η ίδια η ΑΙΤΙΑ  της Αναγκαιότητας!

 

 

Εννοείται, ότι τα πάντα είναι δυνατά.  Από πού κι ως πού θα κόψουμε και θα ράψουμε μέτρα του εφικτού και του προβλέψιμου στην ανθρώπινη εξέλιξη, επί της προκρούστειας κλίνης μιας μονοπλεύρως τοτεμοποιημένης Αναγκαιότητας;

Εξ άλλου, ό,τι είναι αναγκαίο, δεν είναι αναγκαίο για τον εαυτό του, αλλά ως δρόμος προς την Ελευθερία.

Και Ελευθερία, φυσικά,  δεν είναι να κάνεις ό,τι θέλεις (αυτό είναι διάλυση στο αρχέγονο χάος), αλλά, να ξέρεις τι θέλεις.

Πράγμα, πολύ σπάνιο σήμερα, όταν οι περισσότεροι θέλουν ό,τι (νομίζουν πως) ξέρουν μόνον, την μαύρη τύφλα τους δηλαδή.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Φαλλός του Θεού είναι ο Νους του Ανθρώπου .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

(ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ) ΕΛΕΓΕΙΑ ΘΕΡΙΝΟΥ ΗΜΑΤΟΣ

 

Το έτος 1909, ο Αμερικανός επιχειρηματίας και παθιασμένος οραματιστής-φίλος του ατίθασου αμερικανικού μηχανοκίνητου αθλητισμού που τότε ευρισκόταν εν τη γενέσει του ( και “ατίθασου”, έτσι όπως εξελίχθηκε και τον γνωρίσαμε αργότερα), Carl Graham Fisher (1874–1938), είδε το έργο της ζωής του αποπερατωμένο.

Το Indianapolis Motor Speedway, ένα από τα πλέον θρυλικά oval circuits στην Ιστορία, ήταν ήδη εκεί, για να υποδεχθεί  τους πρώτους αγώνες ταχύτητας,  από εκείνους που έμελε να μείνουν ανεπανάληπτοι στον 20ό αιώνα.

 

 

Έκτοτε το συγκεκριμένο οβάλ γνώρισε πολλές οικοδομικές ανακατατάξεις, επεκτάσεις, ανακαινίσεις, κλπ., ενώ ο θρυλικός αγώνας του Indianapolis 500 (miles),  έμεινε στην Ιστορία ως ένα από τα τρία κορυφαία γεγονότα του παγκοσμίου racing , με τα άλλα δύο, φυσικά, να εμμένουν σε πλήρη λάμψη, ήτοι, ο 24ωρος αγώνας του  Le Mans στην Γαλλία κοντά στις όχθες του ποταμού Sarthe, και το πλέον γνωστό και πολυδιαφημισμένο Grand Prix του Monaco, το οποίον περισσότερον ακτινοβόλησε ως μια μυθική/ αυτομυθολογουμένη τουριστική αττρακσιόν, μιας και το track ήταν και παραμένει πάντα πολύ στενό και δεν προσφέρεται για προσπεράσματα και έντονο ανταγωνισμό.

 

 

Σήμερα, το οβάλ στο Indianapolis έχει μήκος περίπου τέσσερα χιλιόμετρα και μπορεί να υποδεχθεί 400.000 θεατές.

Τα μονοθέσια, εκεί, μπορούν στην κυριολεξία να φτάσουν σε προ-απογειωτική κατάσταση, αγγίζοντας ταχύτητες, πολλές φορές και σε κάποιες στιγμές, πάνω από τα 360 χιλιόμετρα την ώρα. Το ρεκόρ ταχύτητας του circuit το έχει ο Arie Luyendyk (ο “ιπτάμενος Ολλανδός”) του οποίου το μονοθέσιο, το έτος 1996, ανέπτυξε κάποια στιγμή την ταχύτητα των 383 χιλιομέτρων την ώρα!

Λίγο ακόμα και θα πετούσε, πραγματικά.

 

 

Θα πετούσε.

Όμως, “ποιος” θα ήταν εκεί πάνω τότε ;

Κυρίως, για ποιο λόγο ανέφερα όλα τα προηγούμενα;

Ας εκδηλώσω, λοιπόν, τις προθέσεις του κειμένου.

 

 

Υπάρχει, που λέτε, μια ακόμα σανσκριτική ρήση η οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, και με στακάτη αμεσότητα, λέγει το εξής:

“Όποιος γνώρισε το υψηλότερο, δεν κατέρχεται ποτέ ξανά”

( यो वेद परमं स न पुनस् तरति –  yo veda paramaṃ sa na punaravatarati )

 

 

Το Υψηλό, ωστόσο, είναι κάτι πολύ “σχετικό”. Έχει, σίγουρα, μια φιλοσοφική/στοχαστική σημασία, η οποία σπάνια έχει αλλάξει κατά την διαδρομή και παρέλευση των αιώνων. Άλλοτε μπορεί να αποκτά μια πλήρως ηθική έννοια, κάποτε μια καθαρά γνωσιολογική υπόσταση , ενώ, φυσικά, δεν λείπει και ο χλευασμός αυτού του όρου από την οιονεί απελπισία του κυνισμού και της ανεξέλικτης προσωπικότητας.

Όμως, και εν παράλλήλω, θα μπορούσε να προσθέσει κανείς ακόμα πως το Υψηλό έχει πραγματική λειτουργικότητα μόνον αν ανακλάται επιτυχώς και αναμορφούται καταλλήλως  από τους ίδιους τους “πρόποδές” του.

 

 

Υπάρχει ένας  Πάνω Κόσμος και ένας Κάτω Κόσμος. Πείτε τον πρώτο “ουρανό” , “παράδεισο”, “πεδίο της πρωταρχικής μακαριότητας”, δεν έχει σημασία το ποια ορολογία θα προτιμήσετε να ακολουθήσετε εν προκειμένω.

Πείτε, κατόπιν, τον δεύτερο κόσμο,  “Γαία” και θα είστε “μέσα”.

Σκοπός, ωστόσο, πιστεύω, δεν θα έπρεπε να ήταν (κατ’ ανάγκην) η αντιπαλότητα ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους, αλλά η καταστάλαξή τους στους συγκεκριμένους ρόλους τους.

Ο Πάνω Κόσμος είναι πάνω μεν, αλλά με “Κανέναν” εκεί . Μονάχα ως λιμάνι “περι-συλλογής” θα μπορούσα να τον δώ, όχι ως μόνιμη διαμονή.

Ο Κάτω Κόσμος είναι κάτω μεν, αλλά με το ασύγκριτο δώρο της συνείδησης και της αυτοσυνείδησης, καθιστώντας έτσι όχι μόνον δυνατή την εμφάνιση του Υποκειμένου, αλλά κυρίως, την δυνατότητά του να επέμβει καθαρά σε ένα δικό του πεδίο δράσης και αυτοεκδήλωσης δημιουργώντας την Ιστορία του και την λύση της Ιστορίας του.

 

 

Θέλω να πω, με άλλα λόγια, ότι το “Υψηλό” δεν έχει νόημα αν δεν υφίσταται ένας “κατωτέρω κόσμος” ως αναφορά, και, ακόμα περισσότερον, δεν θα είχε νόημα ως αυτοσκοπός, αν δηλαδή δεν χρησιμοποιείτο η γνώση του Υψηλού για την αναβάθμιση/επιδιόρθωση αυτού του κόσμου, του “κάτω κόσμου”.

Γιατί αυτός ο κόσμος μπορεί να είναι “κατωτέρω”, όμως, από μιαν ειδική άποψη, είναι πολύ ΠΙΟ ΠΑΝΩ από κάθε “πάνω κόσμο” στον βαθμό που μόνον αυτός προσφέρει το φαινόμενο της Ζωής!

 

 

Το οβάλ του Indianapolis, όπως κάθε οβάλ, συγκροτεί ένα σχήμα σχεδόν ωοειδές ή παρωοειδές, τουτέστιν, φαντάζει η όλη προετοιμασία για την “πτήση” του Ιπτάμενου Ολλανδού, βαγκνερικής ή ιντιαναπολικής αναφοράς (Luyendyk), ως η εκκόλαψη ενός ωού.

Όπως άλλωστε έλεγε ο μεγάλος Γερμανός μυστικός, ιερέας, ποιητής και γιατρός,  Άνγκελους Σιλέσιους (1624 -1677):

“το σώμα μου είναι ένα κέλυφος μέσα στο οποίο εκκολάπτεται ένας νεοσσός που μέλλει να γεννηθεί από το πνεύμα της αιωνιότητας”.

 

 

Κυμαίνεται η ανάγνωση αυτής της κάπως σιβυλλικής ρήσης του Σιλέσιους με την οποία, εγώ προσωπικά τουλάχιστον, συμφωνώ απόλυτα.

Εξαρτάται όμως από το πώς το βλέπει κανείς. Ο νεοσσός, έχει νόημα να υπάρξει στην Γαία, κατά την γνώμη μου. Ο νεοσσός, ο Νέος Κόσμος.

Αρκεί όμως να ξεμπερδεύουμε μια και καλή με τον “παλαιό” κόσμο.

 

 

Και ο “παλαιός” κόσμος σημαίνει δύο κατά κύριον λόγον πράγματα:

Πεπρωμένο και Αναγκαιότητα.

Είναι το πρώτο που δημιουργεί το δεύτερο, και είναι η προ-σχεδιασμένη “επιθυμία” που κρύβεται στο δεύτερο ώστε να άγει στον απόλυτο χαρακτήρα του πρώτου.

Στο αρχαίο βορειοευρωπαϊκό έπος Ragnarøk, μια μεγάλη σύγκρουση μαίνεται στο τέλος των καιρών. Η Γαία σείεται, το Δέντρο Yggdrasil ( ο άξονας του κόσμου δηλαδή), κλονίζεται, και οι παλαιοί θεοί πεθαίνουν σε ένα έσχατο λυκόφως παραδίδοντας την παλαιά γη σε έναν νέο κόσμο.

Αυτό δεν είναι δυνατόν χωρίς την κατανόηση του Πεπρωμένου και του “μηχανισμού” του, δεν είναι δυνατόν προπάντων χωρίς την άρση και τον θάνατο του Πεπρωμένου.

Λέμε τον όρο “Ασυνείδητο”. Και ξεχνούμε πολλές φορές πως αυτή η λέξη δεν λέει στην ουσία τίποτα. Πρόκειται, απλά, για έναν ουσιαστικοποιημένο επιθετικό προσδιορισμό, και ως εκ τούτου, περιγράφει συνοπτικώς μιαν ιδιότητα, όχι την ουσία.

Λέει, απλά, πως “κάτι” είναι “ασυνείδητο”, δεν λέει φυσικά το ΤΙ είναι αυτό.

 

 

Επειδή, ό,τι είναι “ασυνείδητο” για μας, δεν μπορεί παρά να είναι “συνειδητό” για κάποιον άλλον ή κάτι “άλλο”. Ό,τι δεν συνειδητοποιούμε, σημαίνει αυτόματα πως “κάτι άλλο” το συνειδητοποιεί σε σχέση πάντα με εμάς. Και αυτή, είναι σίγουρα μια σκέψη που εμφανίζεται κατά πάσα λογική ακολουθία στοχασμού (στο βαθμό που θα υπάρξει ο ίδιος), ασχέτως, βέβαια, αν προτιμούμε, συνήθως, να την εξορκίζουμε.

Όμως, εκεί ακριβώς εντοπίζεται  και η μεγάλη σύγκρουση ανάμεσα στους Δύο Κόσμους.

Και εφ’ όσον υπάρχει η Μήτρα του Κόσμου (matrix mundi), τότε υπάρχει επίσης και ο Φαλλός του Θεού , και αυτός δεν είναι άλλος από τον Νου του Ανθρώπου,

και αυτό είναι το πιο σημαντικό:

αυτός ο Νους που καλείται να αποδώσει τον πρώτο ελεύθερο κόσμο στον εαυτό του και δεν έχει λόγο να μην το επιχειρήσει, στο βαθμό που κάθε Λόγος, του είναι διαθέσιμος έτσι κι αλλιώς, απαρχής Δημιουργίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μια σπουδαία ποιητική δουλειά βρίσκει τον δρόμο της για το τυπογραφείο. Κυκλοφορεί το Φθινόπωρο.

Καλορρίζικο,  μωρό μου.

 

 

Για όποιον  ενδιαφερόμενο, παραπέμπουμε  σε αυτό το κείμενο του Μαΐου 2017.

 

 

 

 

 

 

SÆCULUM NOVUM

Η Πνύκα, η Άβυσσος, ο Διόνυσος Ελευθερεύς,
και το γέλιο του Ισαάκ στους διαδρόμους του Νέου Αιώνος

 

 

Η εκκλησία του δήμου στην Πνύκα, η πολυδιαφημισμένη από τους ανιστόρητους και τους αφελείς, ήταν μια φορά κι έναν καιρό το ψευδώνυμο του θανάτου όταν δεν ήταν χαζός να υπογράφει με το όνομά του, με τον ίδιο τρόπο που ένας υπέρτατα αιρετικός κάλλιστα θα μπορούσε να σκεφθεί (από φαινομενική και μόνον άποψη “βλάσφημα”, μιας και εδώ δεν ομιλούμε για έναν άνθρωπο, αλλά περί του εσωτερικού σχίσματος σε ένα καθολικό πνεύμα), ότι ο Σατανάς είναι το ψευδώνυμο του Θεού, όταν ο ίδιος δεν θέλει ή δεν μπορεί να υπογράψει με το όνομά του. Εκεί που ο Θεός, άλλωστε, κτίζει, δουλειά του Σατανά είναι να καταστρέφει.

Φυσικά, ο θάνατος αφθονούσε ανέκαθεν στην υδρόγειο. Όμως, αυτού του είδους η “δημοκρατία” δεν μπορούσε να περιμένει τους κάποτε αργούς ρυθμούς του. Εξ αυτού, άλλωστε, το κώνειο κατέστη κάποια στιγμή το αγαπημένο ντρινκ “εις υγείαν του λαού” φυσικά, που όπως πάντοτε, του αρκούσε μια δημαγωγική συμμορία για να τον αποβλακώσει και να ζητεί τις κεφαλές των φιλοσόφων.
Δυόμιση αιώνες, περίπου, όλους κι όλους κατάφερε να επιζήσει η εκκλησία του δήμου, για να καταλήξει όχι αργά σε ένα σφαγείο και κρεοπωλείο δημαγωγίας, ψευδούς ρητορικότητας και ανεξέλεγκτης συκοφαντίας.

 

 

Η εμφάνιση συμμοριών σε τέτοιες συνθήκες (συνθήκες, δηλαδή, μιας ψευδούς ισότητας που αιτείται, τις περισσότερες φορές ασυνειδήτως πλην εμφανέστατα, την επιστροφή σε μιαν πλήρως αδιαφοροποίητη massa confusa και την άρση του υποκειμένου) είναι ένα γεγονός που ενέχει και την υπαρξιακή, και, σίγουρα, συνολικότερη, εξήγησή του, εκτός, φυσικά, όλων των άλλων εξηγήσεων, των πλέον μεμερισμένων και εξειδικευμένων.

Μια τυφλή τάση ή επιθυμία άρσης κάθε διαφοροποίησης και υποκειμενικοποίησης, όπως εν προκειμένω, δεν παύει ωστόσο να τελείται σε έδαφος γήινο που προκαλεί συνεχώς την εμφάνιση εκείνων των πραγμάτων των οποίων ακριβώς η άρση επιζητείται.
Τοιουτοτρόπως, το υποκείμενο και η εμφάνισή του, και ως προς τις πολιτικές παραμέτρους ανάδειξής τους, δεν παύουν (δεν μπορούν να παύσουν) στην εκκλησία του δήμου, αλλά συνήθως αναφύονται με μάλλον εγκληματικό, βάρβαρο τρόπο.

Η Πνυξ που πνίγει.

Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς παρά να “πνίγει”, γιατί Πνυξ και Ζωή, αν το δούμε κατ’ ουσίαν και όχι κατ’ επίφασιν πολιτικού και δημόσιου βίου, είναι δυο πράγματα πλήρως ασύμβατα μεταξύ τους. Οποιοδήποτε κεφάλι ξεχωρίζει πρέπει να κόβεται, σχεδόν αυτόματα.

Και, όπως εύκολα μπορεί να καταλάβει κάποιος, αν δεν ξεχωρίζουν και δεν πρόκειται να ξεχωρίζουν κεφάλια ποτέ, δεν υπάρχει ζωή.

 

 

Βέβαια, υπάρχει και ο “χρυσούς αιών” της αθηναϊκής δημοκρατίας, μόνο που θα πρέπει να διαπιστώσουμε σε αυτόν, την ευφυία και την οργανωτική δύναμη ξεχωριστών προσωπικοτήτων περισσότερον, παρά την αποτελεσματικότητα της εκκλησίας του δήμου.
Προ πάντων, ο “χρυσούς αιών” ώρισε και επέβαλε μια δεσποτική ηγεμονία των Αθηνών σε μέγα μέρος του ελλαδικού χώρου, τέτοια που κάλλιστα θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για πρωτο-“ιμπεριαλιστική” (ο όρος με την πλατύτερη και εν ολίγοις αυθαίρετη έννοιά του) φάση επεκτατικής τυρρανίας που προήρχετο από μια πόλη που έβγαινε νικηφόρος από τους Περσικούς Πολέμους.

Τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο ισχύει για τα γράμματα και την φιλοσοφία. Οι αττικοί τραγωδοί παρουσίαζαν συχνά φιλοαριστοκρατικές απόψεις, ενώ ο Σωκράτης, από ένα σημείο και μετά, δεν υπήρξε τίποτε άλλο από μια ζωντανή περιφερόμενη μομφή κατά της αθηναϊκής δημοκρατίας.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε το εξής: φαίνεται ότι τα γράμματα και οι προσωπικότητες, κατ’ εκείνους τους καιρούς, δεν άνθισαν τόσον χάρις στην εκκλησία του δήμου, αλλά, μάλλον, ή κυρίως, χάρις σε μιαν “αντιπαλότητα” με αυτήν.

 

 

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε που οι περισσότεροι αναρχικοί θεωρητικοί και ακτιβιστές του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνων (όταν, δηλαδή, υπήρξε μια φορά κι έναν καιρό σοβαρό αναρχικό κίνημα στον κόσμο) δεν εμπνεύσθηκαν καθόλου από την Πνύκα, ακριβώς επειδή διέγνωσαν τον κρυμμένο τυρρανικό χαρακτήρα της και το όργιο θανάτου που θα μπορούσε να επιφέρει στο όνομα μιας ψευδούς “ισότητας”.
Οι οποιεσδήποτε συνδέσεις και εκλεκτικές συμπροσθέσεις ή συμπάθειες ανάμεσα Αναρχία και “άμεση δημοκρατία” (όρος που δεν πρέπει να ταυτίζεται εξ ολοκλήρου με την εκκλησία του δήμου στην Πνύκα), υπήρξαν κατοπινότερα επιγενόμενα, στην πλειοψηφία τους τουλάχιστον, αν εξαιρέσει κανείς μερικές πρώιμες απόπειρες επί τούτου.

Ο φιλοαναρχικός στοχαστής και συγγραφέας Jacques Ellul, για παράδειγμα, στράφηκε στους Κριτές του Ισραήλ όπως αναγράφονται και περιγράφονται στην Παλαιά Διαθήκη, για να ανεύρει έναν πρόδρομο της Αναρχίας, και όχι στην Πνύκα.

Όμως το ουσιαστικότερο που μένει να δούμε εδώ, είναι άλλο, επειδή δεν είναι το θέμα μας ακριβώς η αμφισβητούμενη σύνδεση μιας μορφής αναρχίας με την (φερομένη ως) άμεση δημοκρατία της Πνύκας, αλλά, πρωτίστως,  μια διερεύνηση της κρυμμένης αρχετυπίας της εκκλησίας του δήμου.

 

 

Υπάρχουν δύο δυνάμεις στον κόσμο που με λύσσα προσπαθεί η μια να εξοντώσει την άλλη. Πρόκειται για μακελειό.

Η μία δύναμη βλέπει την ανθρωπότητα ως προϊόν εξέγερσης και σφετερισμού μιας πρωταρχικής “ουράνιας” κατάστασης και επιτίθεται να ρημάξει τα πάντα, και η άλλη, η Συνείδηση του ανθρώπου, είναι το μόνο πράγμα που μετασχηματίζει υγιώς το θεϊκό στοιχείο σε σχέση “αναγνώρισης” ανάμεσα σε 2 (δύο , και ο αριθμός 2 με την καθαρά αφηρημένη-αριθμητική έννοιά του).

Υπάρχει το Άουσβιτς της ύπαρξης, υπάρχει και το (πνευματικό) Ισραήλ.

Υπάρχει μια μαύρη μαγεία που καλεί συνεχώς την συνείδηση του ανθρώπου να μιγνύεται με όλους και όλα (στο όνομα του “ενός”) και υπάρχει το Έπος του Υποκειμένου που καλεί για ελευθερία ανάμεσα σε ελεύθερες ατομικότητες και ελεύθερες υποκειμενικότητες και σε ολοένα περισσότερη διαφοροποίηση και εξατομίκευση.

 

 

Μπορούμε, ασφαλώς, να ομιλούμε για μια προ-αρχέγονη “αγάπη”, όταν δεν υπήρχε απολύτως καμμία εξατομίκευση και εξυποκειμενικοποίηση στο Όν.
Αυτή η κατάσταση, σίγουρα, είναι ένα είδος “μακαριότητας”, και, ακόμα πιο σίγουρα, ένα (απόλυτο) είδος αγάπης, το θεϊκό ως πλήρης ταύτιση με τον εαυτό του, το θεϊκό ως ο “κανένας”, ως η απόλυτη έλλειψη αυτοσυνείδησης, ως η απόλυτη εσωτερικότητα στα άδεια πεδία του τίποτα ή της κενότητας.

Όμως αυτού του είδους η αγάπη, είναι, επίσης, αδιανόητη και ανυπόφορη . Σου επιτρέπει, κατά κάποιον τρόπο να αγαπάς και να αγαπιέσαι, αρκεί να μην υπάρχεις!  Δεν διαφέρει σε πολλά, και στον βαθμό, βέβαια, που “απαγορεύει” την έξοδο στην υποκειμενικοποίηση,  από την αγάπη δεσποτικών γονιών που επιθυμούν να ελέγχουν και να χειραγωγούν τους γόνους τους ως μαριονέττες.

Με άλλα λόγια, οποιαδήποτε πρωταρχική κατάσταση μακαριότητας στα πεδία της κενότητας και της ασυνειδητότητας για να είναι πρόσφορη ή δεκτή,  δεν πρέπει να “απαγορεύει” την έξοδο στο Υποκείμενο. Αν την απαγορεύει, τότε αυτό είναι μια ατέλεια ή ελάττωμα στους “ουρανούς”  που λύεται μόνον με την εξεγερμένη δημιουργία του κόσμου και το προχώρημα, την πρόοδο του κόσμου, πάση θυσία, με κάθε κόστος και τίμημα και όπου βγάλει  -κατ’ ελπίδα στην Ελευθερία και την άρση κάθε αρχέγονης έριδος ανάμεσα σε Συνείδηση και Ασυνείδητο. Αλλά θέλει πολλή δουλειά, ώσπου να επιτευχθεί κάτι τέτοιο.

 

 

Η χώρα μας, συνολικώς, βρέθηκε στην δίνη ενός τέτοιου μαύρου αρχετύπου, που μεταφραζόμενο σε “ιστορικές συγκυρίες”,  της απαγόρευσε να ενηλικιωθεί. Η χώρα μας “παγιδεύθηκε”, δηλαδή, στο συνεχώς παραμονεύον μητρικό δόκανο αυτής της αρχετυπικής παγίδας, που φαίνεται να μην συμφιλιώνεται ποτέ με το ίδιο το φαινόμενο της ζωής.

Δεν είναι τυχαίο που η “Φόνισσα”, το μέγιστο αριστούργημα του Παπαδιαμάντη εγράφη σε αυτή την χώρα, στην οποία το υποσυνείδητο μίσος για το ίδιο το φαινόμενο της ζωής (αν το δει κάποιος βαθύτερα) και η διαμαρτυρία για την έξοδο από την μακαριότητα της απραξίας στον κόσμο, επιφέρεται συνήθως ως “μίσος για την αξία”. Οποιοσδήποτε άνθρωπος στην Ελλάδα μπορεί να μπει αυτομάτως στο “στόχαστρο” πολλών, με έναν αναπάντεχα ανορθολογικό τρόπο (και με χίλιες δυο δικαιολογίες-συκοφαντίες συνήθως), ένεκα μόνον της αξίας του, της όποιας, περισσότερης ή λιγότερης.  Και αυτό, αν θέλουμε να είμαστε δυσάρεστοι, πλην ειλικρινείς, δεν υπάρχει άνθρωπος με σώας τα φρένας του που να μην το έχει παρατηρήσει/διαπιστώσει στην Ελλάδα! Αυτό ακριβώς το “σύνδρομο της Πνύκας” (αν θα μπορούσα να το ονομάσω έτσι), ρήμαξε τελικώς την χώρα μας και επέφερε όχι “ισότητα” (που δεν μπορεί έτσι κι αλλιώς να υπάρξει στην ζωή, -ισονομία, ισοδικαιωματικότητα και ισαξιοπρέπεια ναι, αυτά είναι τα ζητούμενα), αλλά γενικευμένη δυστυχία.

Αν δεν κατανοηθεί, λοιπόν, αυτό το “μαύρο αρχέτυπο” στην λειτουργικότητά του, οποιαδήποτε εξήγηση, κοινωνικο-ιστορικό-πολιτική, και αν επιστρατεύσετε για να ερμηνεύσετε αυτό τον έξαλλο φθόνο και ζήλεια, αυτό το τυφλό μίσος και τις γελοίες βεντέττες που μαστίζουν την χώρα μας, δεν πρόκειται να αποβεί αρκετή, ή και καθόλου χρήσιμη.

Κυρίως, θα έπρεπε μάλλον να κατανοηθεί πρώτα εδώ, ότι κατά μίαν, πολύ ουσιαστική και δρώσα, έννοια, η πρωταρχική μακαριότητα της μη υποκειμενικότητας, συνιστά ένα πλήρως πρωτόγονο στάδιο σε σχέση με το ανθρώπινο!

 

 

Δεν υπάρχει, λοιπόν, εκεί “κανείς” για να συνειδητοποιήσει και να απολαύσει αυτή την μακαριότητα. Πρόκειται για ουράνια αναισθησία ή αναίσθητη παντοδυναμία, αν θα θέλαμε να το ορίσουμε με πλήρη ακρίβεια, όσον και αν ορίζει ένα είδος αμφίβολης ελευθερίας, λόγω ακριβώς του ότι είναι απόλυτη, και από αυτή την άποψη συνιστά και μιαν απόλυτη σκλαβιά.

Απόλυτη ελευθερία/σκλαβιά (συμπίπτουν τα αντίθετα εδώ πλήρως!), χωρίς “κανέναν” να υπάρχει, δεν είναι σίγουρα ό,τι προτιμώτερο, και ό,τι θα μπορούσε να αποτρέψει μια πρωτο-εξέγερση και ανάδυση υποκειμενικότητας στους ουρανούς, και, κατά συνέπεια, την δημιουργία του κόσμου και την εμφάνιση της ζωής σε αυτόν.

Σε αυτόν τον κόσμο, άλλωστε, υπάρχει ο θεός μέσα στον άνθρωπο και υπάρχει ο θεός μέσα στον ίδιο τον Σατανά. Ο άνθρωπος, με την σειρά του,  λογίζεται ως Σατανάς από τον Σατανά-έκπτωτο θεό, αν ακολουθήσουμε μια ιουδαιοχριστιανική ορολογία ονομαστικής απόδοσης σε αυτή την μαύρη αρχετυπική δύναμη κατά της ζωής, πράγμα που δεν είναι , φυσικά, ή πάντοτε, απόλυτα αναγκαίο, μιας και έχει νόημα οι φιλοσοφικοί όροι να προτιμώνται, κατά ενδεδειγμένη συγκυρία ή επιλεκτικώς, ως αποφλοιώνοντες από ερμηνευτική γωνία πρόσληψης την όποια κατατρομοκράτηση του ανθρωπίνου υποσυνειδήτου από απλοϊκές μορφές θρησκευτικού φανατισμού (και όχι της θρησκείας, που ως τέτοια, και ως προς το αρχετυπικό-θεματολογικό-γνωσιολογικό περιεχόμενό της είναι ακόμη πολύτιμη για την ανθρωπότητα, πέρα, φυσικά, από τον συνήθη λατρευτικό/ψυχοθεραπευτικό ρόλο της για όποιον το επιθυμεί).

Οι αρχαίοι Γαλάτες Δρυίδες μάγοι, ιερείς και φιλόσοφοι είχαν επεξεργαστεί ένα σύστημα τριών κύκλων στην ύπαρξη και την μη ύπαρξη, ήτοι τον Γκουενβέντ (τον ουράνιο κύκλο της ελευθερίας), τον Ανμπρέντ (τον φυσικό κόσμο της αναγκαιότητας) και τον Αννούν (την Άβυσσο).
Αν λογίσει και σταθμίσει κανείς καταλλήλως την εποπτική-θεωρική γνώμη τους, τότε, προκύπτει ως συμπέρασμα πως ο Γκουενβέντ συνιστά ένα είδος Νήσου των Μακάρων της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, ένα πεδίο όπου η αναγκαιότητα του εδώ φυσικού κόσμου παύει να υφίσταται. Ή ένας χριστιανικός παράδεισος, ασφαλώς.

 

 

Το θέμα όμως είναι πως η “αναγκαιότητα” δεν πρέπει να θεωρείται διαιωνίως σύμφυτη με τον υλικό κόσμο, αλλά ως κάτι προσωρινό και μόνον, τουτέστιν, και ομιλώντας αντιπαραβλητικώς/μεταφορικώς ως ένα στάδιο “αιχμαλωσίας” στην Αίγυπτο και πρώιμης απόδρασης από αυτήν…
Ο Μωυσής και το πλήθος δεν έχουν διαβεί ακόμα την Ερυθρά Θάλασσα. Ο κύβος της “τύχης” και του πεπρωμένου δεν ερρίφθη ακόμα.

Και μήπως δεν είναι ο Διόνυσος Ελευθερεύς, σε τελική ανάλυση, ο κρυμμένος διάδοχος, ο μυστικώς φέρων το εβραϊκόν Τετραγράμματον, που έχει ως πρώτο γράμμα του το γιοντ (י ), ήτοι την δυνατότητα του “γίγνεσθαι”; – θεός είναι αυτός που γίνεται, εν κατακλείδι, και όχι αυτός που είναι. Και η μυθική ιστορία του Διόνυσου, σίγουρα, δεν είναι παρά ένα δριμύ γίγνεσθαι. Δεν θα βρείτε πουθενά αλλού, θεό που να είναι τόσον συμβεβλημένος ή συνυφασμένος με την έννοια του γιοντ-γίγνεσθαι. Όχι όμως διαιωνίως. Κάποτε καταλήγει σε έναν νέο “Αιώνα”.

 

 

Ο δε Ισαάκ (Γιτζχάκ – יצחק , από το εβραϊκό ρήμα  צחק  που σημαίνει “γελάω”, τουτέστιν,   ο “άνθρωπος που θα γελάει”) μέλλει τότε να παντρευτεί την Ρεβέκκα ( רבקה , από το εβραϊκό ρήμα רבק που σημαίνει “προσδένω σταθερά”, τουτέστιν, η “σιγουρεμένη”, άλλως, μια προσωποποίηση της -Νέας- Γαίας.)

Ο Ισαάκ, βεβαίως, παρ’ ολίγον να θυσιαστεί και την γλύτωσε φτηνά. Όσον, όμως, ακριβώς ακριβός θα είναι εξ αντιστρόφου ο κατ’ ελπίδα επερχόμενος νέος κόσμος του Διόνυσου Ελευθερέως (που δεν ταυτίζεται εξ ολοκλήρου, φυσικά, με τον Βάκχο, είναι άλλο πράγμα στην ουσία).

Άλλως, όπου η Ελευσίς καθίσταται αναπαντέχως και μέσα σε μια στιγμή Έλευσις, και όλα τα περιρρέοντα λύματα καθαίρονται σε μιαν αποκάλυψη ενός νέου κόσμου που μέλλει να αποδώσει στον άνθρωπο την πραγματική/δυνητική ταυτότητά του και σε κάθε γνωστή ταυτότητα την συνεχόμενη διαφοροποίησή της μέχρι τα έσχατα όρια (αν υπάρχουν όρια) κάθε μαγείας και ομορφιάς.

 

Σημείωση προς τους αναγνώστες:

Ενδέχεται, λόγω του καλοκαιριού, οι αναρτήσεις να μην είναι συχνές από εδώ και πέρα έως το φθινόπωρο. Θα προσπαθήσω, πάντως, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, να δίνω το παρών κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα.

Ευχαριστώ τους φίλους και αναγνώστες για το ενδιαφέρον και την αφοσίωσή τους στο ιστολόγιο.

Πρωτίστως θα ήθελα να ευχαριστήσω, και από εδώ,  την αγαπημένη μου, την Χαριτίνη, για τις συχνές αναδημοσιεύσεις της από αυτό το ιστολόγιο στην προσωπική σελίδα της στο facebook.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Ο έρωτας. Το απλό, φωτεινό “σ’ αγαπώ, μωρό μου”.

Ο έρωτας είναι ίσως το μοναδικό καταφύγιο σε αυτή την εποχή.

Παραδόξως, οι παρακμιακές, “σκοτεινές” εποχές δημιουργούν εκ των προτέρων μια καλύτερη ερωτική ατμόσφαιρα.  Τα αισθήματα, η έλξη, το πάθος, λάμπουν πολύ πιο έντονα τότε.

Σε μια περιττή εποχή, στην οποία, δεν μπορεί να κάνει κάποιος κάτι καλύτερο από (κυρίως) υπομονή ώσπου να τελειώσει, ο έρωτας είναι ό,τι προτιμώτερο, ιδιαίτερα μάλιστα, όταν ο ίδιος δεν προβλέπεται ποτέ να τελειώσει.

 

[αναδημοσιευμένο απόσπασμα  από κείμενο του Ιανουαρίου του παρόντος έτους]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

της Χαριτίνης Ξύδη

 

Ηρωίδες του Ντράγιερ
Αντιγόνες σε κλεψύδρα
από μπαρούτι

Για πόση λάμψη
προειδοποιούν
τα καμένα φιλμ
Για πόσο καημό
οι καθρέφτες

Μπαλαρίνες σε μουσικό κουτί
Αγνές γενναιόδωρες κι απελπισμένες
από χιλιάδες λέξεις – σπείρες
πιο χυδαίες και από εγκληματία

Μπροστά στον καθρέφτη
προσεύχονται ακίνητες
Να μην υπάρξει άλλος δρόμος
άλλη ερημιά κυψέλη ή σύνορο

Μαγικά να τελειώσει
η ζωή τους
στο κουταλάκι της βανίλιας

 

(“Τακούνια “, Άνεμος, 2011)

 

 

Υστερόγραφον σημείωμα:

το παραπάνω ποίημα της Χαριτίνης Ξύδη,  συνιστά κατά την γνώμη μου ένα από τα ωραιότερα και αρτιότερα ποιήματα της ελληνικής λογοτεχνίας των τελευταίων χρόνων (αλλά και σε μεγαλύτερον βάθος χρόνου), και σηκώνει, πάλι για το δικό μου βλέμμα, μιαν ανάλυση στίχο-προς-στίχο, λόγω της υποδειγματικής γραφής του·   από την πλέον αναπάντεχη εκκίνησή του (η οποία εισάγει θεματογραφικώς ένα σταθερό μοτίβο του μεγάλου Δανού σκηνοθέτη Καρλ Ντράγιερ στις ταινίες του), μέχρι την εκπληκτική κατάληξή του. Ανάλυση, για την οποία επιφυλάσσομαι εν καιρώ.