Skip navigation

Category Archives: The Paradox of a Wooden Horse among the Trojan Poets

 

 

 

 

 

ΣΕΝΤΕΡ ΧΙΣΤΑΛΣΕΛΟΥΤ

 

Τυφλή ηχώ στον κόσμο οι Στυμφαλίδες Όρνιθες, το πλέον κρημνώδες άρπαγμα θανάτου στα άδεια αυτιά του ανυπόπτου πλήθους που φέρεται χωρίς κατ’ ανάγκην να άγεται ,

μια σάρκινη μαριονέττα που την διεκδικούν οι θεοί και, δικαιωματικότερα, ο Νους από την άλλη , – τυφλή ηχώ  στά εγκεφαλικά σπήλαια του Ηρακλέους,

μέσα στον οποίον ηχούν, ακόμα, τα “χάλκεα κρόταλα” της εξολόθρευσης των επικινδύνων πτηνών, κάθε που ανοίγει ξανά το Μεγάλο Χάσμα για να καταπιεί και να καταπιεί, εν ονόματι  του “γυρισμού” στο Τίποτα.

 

 

Seder hishtalshelut  , η αλυσιδωτή εξέλιξη, διαδικασία ανάπτυξης των κόσμων στην εβραϊκή Kabbalah, και το Μεγάλο Ayin, το Τίποτα, καιροφυλακτεί να συντρίψει την Aνθρώπινη Eπανάσταση.

Πανδημία “ιδεών” σε κατακόρυφη μαύρη μαγεία, ο οπλισμός των επικινδύνων πτηνών που καταστρέφουν μυαλά και μυαλά.

Δράκων ελικτός, όμως, ορίζεται ο Ηρακλής σε έναν Ορφικό Ύμνο, – κάτι που  σπάνια πια θυμούνται. Τίποτε πια, έτσι κι αλλιώς δεν θυμούνται. Τα έχουν ξεχάσει, σχεδόν, όλα.

 

 

Υπάρχει μια μαύρη λίμνη στην άκρη του μυαλού που προσπαθεί να σε επαναπορροφήσει. Και υπάρχει ένα αρχαίο όρος ανάμεσα στα μάτια, από το οποίο,

οφείλεις να προβάλλεις ζωντανός,

απέναντι στο νεφέλωμα των φερομένων ως γεγονότων, εκεί έξω.

 

 

Μην ψάχνεις κατ’ ανάγκην μέσα σου, αυτό που μπορείς να ζήσεις έξω σου.

Πάση θυσία, μπροστά, προς το μέλλον του ανθρώπου, με οποιοδήποτε κόστος, με οποιοδήποτε τίμημα.

Η Ζωή, εξ άλλου δεν θα ήταν τόσον επίμονα και ζηλόφθονα στο στόχαστρο του Απείρου, αν πραγματικά δεν είχε κάτι παραπάνω απ’ αυτό να πει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όπως ακριβώς το Καλό δεν διαφέρει από το Κακό τόσον στον σκοπό όσον στην μέθοδο (συνήθως, και αν το καλοσκεφτούμε), έτσι, και με ανάλογο ή παρόμοιο τρόπο,  μια υγιής, προωθητική εφόρμηση στον χρόνο δεν διαφέρει από την διαλυτική τάση μιας παρακμής τόσον στο σκοπό όσον, τελικώς, και πάλι,  στην ίδια την μέθοδο!

Το φαινόμενο της Ιστορίας είναι καθαρά μεταβατικό. Πρόκειται για μια “προσωρινή” ανωμαλία του Χρόνου. Και, σίγουρα, δεν έχει νόημα, αν δεν οδηγεί κάπου. Αυτό το κάπου συνιστά,  ασφαλώς, και την λύση της Ιστορίας.

Η εβραϊκή  σκέψη ήταν ίσως η πρώτη που αντελήφθη με ανεπανάληπτο τρόπο την πρόοδο και την παρακμή της Ιστορίας μέχρι την οριστική λύση της σ’ έναν μεσσιανικό χρόνο. Απ’ αυτή την σκοπιά μπορούμε να δούμε και διαφορετικά την Έξοδο του Ισραήλ από την Αίγυπτο, καθώς και τα περαιτέρω ιστοριογραφικά δεδομένα του όπως αναγράφονται στην “Tanakh” (την Παλαιά Διαθήκη, δηλαδή), και ως εάν συνιστούσαν μιαν “εν κυττάρω” προ-αναπαράσταση του συνόλου ιστορικού χρόνου της ανθρωπότητας, τόσον εκείνου που είχε τελεσθεί έως τότε, όσον και εκείνου που  έμελε να εκδηλωθεί μετά, μέχρι το τέλος των καιρών και την λύση της Ιστορίας.

 

 

Από την άλλη, η αρχαία ελλαδική αντίληψη είναι καθαρά “κυκλική”. Τα πάντα παρουσιάζονται εδώ ως δουλικά εξαρτήματα του Πεπρωμένου, και, συναλλήλως, ως αθύρματα στις τραγωδιακές “ορέξεις” των θεών.

Ο αρχαίος ελλαδίτης είναι καταδικασμένος να προσφέρει θέαμα στους θεούς (πιστεύοντας πολλές φορές ότι προσφέρει θέαμα στους συμπολίτες του). Ο Προμηθεύς, κάποια στιγμή, θα του δείξει πόσον εφιαλτικώς  ανόητος καθίστατο μέσα σε μια τέτοια αδιανόητη υπαρκτική εκμετάλλευση.  Το θέμα του “χειρισμού” ή της ελευθερίας, εξ άλλου, της ανθρωπότητας είναι το πλέον καίριο σημείο για να αντιληφθούμε την βαθειά διαφωνία και έχθρα του (υπαρξιακώς) “αναρχικού” Προμηθέα απέναντι στον ανεύθυνο Δία που δεν μπορεί να δει τίποτε περισσότερον στον άνθρωπο από μιαν απλή μαριονέττα, στην οποία κόβει ποινές ή βραβεία, ανάλογα με την συμπεριφορά του σ’ έναν εκ των προτέρων δοσμένο, ασαφή, “νόμο” ευσέβειας προς τους θεούς, φερόμενο ως όχι φτιαγμένο από ανθρώπους για ανθρώπους, αλλά από κάποιον αμφίβολης νοητικής ευστάθειας και ισορροπίας θεό.

Κυκλική, λοιπόν, η αρχαία ελλαδική αντίληψη και κάθε κύκλος δεν μπορεί παρά να είναι φαύλος, μόνο και μόνο επειδή επαναλαμβάνεται.  Σε αντίθεση, μάλιστα, με την Μυθολογία των Ελλήνων που, παραδόξως,  βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην ορθόδοξη εβραϊκή αντίληψη, όσον η λύση του ιστορικού συνεχούς μέσα από μια κίνηση “εξολόθρευσης” που πάντοτε προετοιμάζουν οι πιο ονομαστοί ήρωες, είναι κάτι περισσότερον από εμφανής.

Σίγουρα, αναπάντεχο, και, κυρίως, σπάνια παρατηρείται: η ιστορική, ελλαδική σκέψη φαντάζει -από μίαν άποψη ιδωμένη και όχι γενικώς- σαν ένα παρακμιακό στάδιο της ελληνικής, μυθικής σκέψης. Η πρώτη κοπιάζει να συντηρεί, η δεύτερη ανατρέπει το συνεχές. Υπάρχει ένα πολύ παλαιό νήμα που συνδέει την αρχαϊκή, μυθική (μη ιστορική)  σκέψη των Ελλήνων με την ιστορική (μη μυθική) σκέψη του Ισραήλ, στο ζήτημα ακριβώς της λύσης του “συνεχούς”.

 

 

Τόσον, λοιπόν, μια υγιής, προωθητική εφόρμηση στον χρόνο όσον και οι διαλυτικές τάσεις της παρακμής, θέλουν στην ουσία να απαλλαγούν από την “ανωμαλία” της Ιστορίας.

Όμως, στην “μέθοδο” διαφέρουν. Η πρώτη θέλει να προσπεράσει από θέση ισχύος την Ιστορία, η δε δεύτερη θέλει να υποχωρήσει ατάκτως ενώπιον αυτής, δηλώνοντας την αδυναμία της να την αντιμετωπίσει, και επιθυμώντας συνειδητώς ή ασυνειδήτως την επιστροφή στο αδιαφοροποίητο και την άρση κάθε υποκειμενικότητας.

Η πρώτη είναι διονυσιακής τέλεσης και επικράτησης (ο Διόνυσος ως ο θεός-υπέρτατο αίνιγμα και “μυστικός διάδοχος”), η δεύτερη μια παρωδία-καρικατούρα του Βάκχου, ούτε καν του Διονύσου! Η προσωνυμία “Βάκχος” καίτοι αναφέρεται, φυσικά, στον Διόνυσο, δεν πρέπει να ταυτίζεται με αυτόν, αλλά με την “σκιά” του.

 

 

Η προωθητική δύναμη θέλει να νικήσει την Ιστορία, να φτάσει στον Θρίαμβο του Ανθρώπου. Η παρακμή λέει “άι στα κομμάτια” και αποκτηνώνεται. Θέλει να φτάσει στον θρίαμβο του προ-ανθρώπου, πιστεύοντας φάλτσα ότι θα βρει ένα είδος “ελευθερίας” μέσα σε μια προσομοίωση θανάτου, κυνισμού, αδιάκριτης μίξης και καταστροφής.

Εξανθρωπισμός ή αποκτήνωση, αυτό είναι το δίλημμα σε κάθε παρακμιακό χρόνο.

Δεν θα είχε νόημα, άλλωστε, να το αναρωτιόμαστε, και με την απάντηση, φυσικά, πλήρως αναμενόμενη, αν δεν είχαμε προκύψει ως ανθρωπότητα μέσα από την άρνηση μιας άλλης, κατά μίαν έννοια, αποκτήνωσης:

την ηρωική “Έξοδο” από το Ασυνείδητο, την άρνηση να παραμένουμε φυτά μακαριότητας σε έναν κήπο, τον οποίον, δεν μπορούσαμε καν να αντιληφθούμε  ως τέτοιον, ως “κήπον”.

Υπάρχουν κήποι και κήποι. Όμως έχουν πραγματικά νόημα μονάχα εκείνοι που όντως μπορείς να “ζήσεις” σε αυτούς. Και, κυρίως, να ζήσεις ελεύθερος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

EnioN,  ή η Γαιόπολις στον Χρόνο

 

Ο ένας από τους τρεις δρόμους που έφαιναν
Στη μεγάλη καμπή της Ιστορίας ήταν αυτός:

Κάποτε ο χρόνος επήλθε, οι φθονεροί θεοί
Αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς, ενώ οι πλέον

Φιλικοί με τους ανθρώπους ήλθαν σε μιαν
Συμφωνία μαζί τους· μια οιονεί επιθυμητή

Ολόκαινη Διαθήκη προέκυπτε παρούσα
Στη φωτισμένη αίθουσα του χρόνου, ενώ

Από παντού κατέρρεαν οι βιβλιοθήκες προς
Τις χωματερές του κόσμου, τα όποια  όντως

Έντυπα που είχανε φως, έχοντας οι άνθρωποι
Ντυθεί δίχως να χρειάστηκε να τ’ αναγνώσουν,

Και σε κίνηση τοσούτον φυσική όσον εκείνη
Ενός ποταμού που ρέει προς μία κατεύθυνση·

Από παντού συνδιέρρεαν τα φώτα στην Γαία,
Φώτα παντός είδους, σχήματος και λάμψης,

Η πλήρης υδρογειακή έκταση είχε καλυφθεί
Από τρισεκατομμύρια λάμπες, πολύφωτα και

Πολυελαίους, πληθελαίους, ως ορμητικότατα
Υδρογειόφωτα πληρώντας κάθε χώρο σε μια

ξέχυμη γιορτή της Ελευθερίας·

Δεν υπήρχαν πλέον πόλεις και άγρια φύση,
Αλλά μι’ απέραντη Πόλις-Άλσος που ήτανε

τώρα όλη η Γαία,

Η οποία δεν τελείωνε πουθενά, με όλους τους
Δρόμους να φαντάζουν πως πηγάζουν απ’ τον

Ωκεανό και να οδηγούν σε αχανείς γαλαξιακές
Λεωφόρους μιας Ομιλίας που είχε ελευθερωθεί

πια από σκουπίδια και σκουπίδια αιώνων·

Αυτή ήταν η  Γ Α Ι Ο Π Ο Λ Ι Σ ,

Δεν ήταν ευτυχία, δεν θα μπορούσε να είναι
Δυστυχία, ήταν απλά πολύ ενδιαφέρουσα, ή

Θα ‘λεγε κανείς πως ήταν το κέντρο βάρους
Ανάμεσα σε Ανθρωπο και Θεό, με κοινή την

συναίνεση·

Η εποχή όπου ο  Αδάμ και η Εύα ήλθαν σε
Περιπέτεια συναρπαγής και έρωτα χωρίς

τη διαμεσολάβηση νοοτροπιών, ιδεοληψιών,

θρησκοπραξιών και κάθε πολιτικής,

Κανείς δεν είχε συγγενείς, μήτε εθνικότητα,
Μηδέ γενέτειρα, αυτή δεν την θυμόταν καν,

Κανείς δεν θα ‘χε κάτι καλύτερο να κάνει από
Ό,τι έκανε ήδη, τα πάντα ταξιδεύανε χωρίς το

Ένα να μπλέκεται στο άλλο, πράγμα σπάνιο
Στην μέχρι τότε ιστορία της ανθρωπότητας,

Όμως ήταν

Η εποχή ακόμα όπου κάθε γραπτή ποίηση
Είχε καταστεί εκ των πραγμάτων περιττή

ή οι περισσότεροι βαριόνταν υγιώς να τηνε

συγγράψουν,

Και κάποτε μόνον η σκιώδης φιγούρα ενός
Δαιμονικού φαντάσματος στους πρόποδες

Ενός μεγάλου Όρους στην κεντρική πλατεία
Της Γαιοπόλεως – πλατεία που ‘πιανε έκταση

όση μια μεγάλη νήσος-

Ενέπνεε μια ανησυχία σε όσους τύγχανε να το

αντιληφθούν,

Ίσως δεν ήταν αυτός ο δρόμος που έπρεπε να
Πάρουμε, τους έλεγε ο δαίμων, κοιτώντας πιο

μακριά και πιο κοντά ταυτόχρονα,

μπορεί και να μην ήταν,

τους ξανάλεγε,

Ακόμα κι αν δεν είναι, μέσ’ απ’ αυτόν το
Δρόμο δεν μπορεί παρά να το μάθουμε,

του απαντούσαν οι περαστικοί,

Και εκεί τα άπειρα φώτα σε όλη την έκταση
Της Γαιοπόλεως τρεμόπαιζαν επ’ ολίγον όλα

μαζί,

Χωρίς έστω και για μια στιγμή να φάνηκε πως
Θα ‘σβηναν πραγματικά, χωρίς κατ’ ελάχιστον

να φάνταζαν πως θα υπήρχε περίπτωση

να επιθυμήσουν

κάποια πρότερη, αφημένη πια συσκότιση·

 

(πρωτοαναρτήθηκε στο THE RETURN blog)

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Παρμενίδης απογυμνώνει πλήρως το Είναι. Ο κόσμος ως πεδίο ψευδαισθητικής υποβολής εντυπώσεων αντιπαραβάλλεται απόλυτα προς τον πλέον ακίνητο πυρήνα της Αλήθειας, τον οποίον και προσομοιάζει με μιαν αυτοπεριεχόμενη σφαίρα ισοδύναμη (“ισοπαλές”) σε κάθε σημείο της (“Αὐτὰρ ἐπεὶ πεῖρας πύµατον, τετελεσµένον ἐστί πάντοθεν, εὐκύκλου σφαίρης ἐναλίγκιον ὄγκῳ, µεσσόθεν ἰσοπαλὲς πάντῃ·”).

Το Όντως Ον για τον Παρμενίδη είναι ακίνητο, αμετάβλητο, μηδέποτε γεννημένο και μηδέποτε ενυποκείμενο σε φθορά. Από την άλλη, ο Ηράκλειτος διαπιστώνει ότι τίποτα δεν μπορεί να είναι σε δυο στιγμές το ίδιο· τα πάντα αλλάζουν σε ένα κόσμο όπου δεν υπάρχει τίποτε σταθερό εκτός από την αλλαγή.

Ποιος έχει δίκιο; και υπάρχει άραγε ένας φιλοσοφικός τόπος συμβιβασμού τους; ο Πλάτων με τον (σχεδόν) αντικειμενικό ιδεαλισμό του, τους συμβιβάζει κατά κάποιο τρόπο· γι’ αυτόν ο κόσμος των Ιδεών είναι αρχέτυπος, ενώ ο φθαρτός κόσμος έκτυπος του πρώτου, όμως δεν είναι σαφές προς τι η αναγκαιότητα του δευτέρου· για ποιο λόγο δηλαδή ο κόσμος του πραγματικού νοιώθει την ανάγκη να προβάλλει-δημιουργήσει ένα “πλαστό” έκτυπό του; (αυτό ίσως το καταλάβουμε λίγο παρακάτω).

 

 

Όπως δεν είναι και σαφές στην μεγαλοφυή (δι)αίσθηση του Παρμενίδη, προς τι η αναγκαιότητα όλου αυτού του “ψευδαισθητικού” ορυμαγδού που περικυκλώνει και κατακλύζει το όντως Ον.

Από την άλλη ο Ηράκλειτος περιγράφει με θαυμαστό τρόπο όχι τον κόσμο του όντως όντος (όπως πιθανώς πίστευε ο ίδιος), αλλά της μορφής.
Υπάρχουν και άλλες θεωρήσεις, λίγο πολύ κατά την ίδια εποχή αλλά και παλαιότερα, όπως αίφνης στην Ινδική Φιλοσοφία (που δεν συνιστά στην ουσία φιλοσοφία), η οποία εκλαμβάνει τον κόσμο ως ένα “ψευδαισθητικό πέπλο”.
Όμως στους Έλληνες βρίσκουμε για πρώτη φορά την έρευνα και την σύλληψη του Όντος, μετά από ένα χρονικό σημείο , όχι μέσω μύθων αλλά μέσω καθαρά αφηρημένων εννοιών.

 

 

Η ινδική trimurti , για παράδειγμα, αναγκαστικά προκύπτει από προσωποποίηση· δεν έχουμε εδώ φιλοσοφικά universalia, αλλά -για να θυμηθούμε τον Giambattista Vico όταν μιλάει για τους μύθους- την δημιουργία ενός “universale fantastico” σχεδόν ποιητικής υφής, (κάτι που και ο Ηράκλειτος θα επισημάνει με εξαιρετικό τρόπο, όταν λέει “ἓν τὸ σοφὸν μοῦνον λέγεσθαι οὐκ ἐθέλει καὶ ἐθέλει Ζηνὸς ὄνομα”!).

Στην περίπτωση των Ινδών η μεταφυσική, ή ο στοχασμός γενικώτερα, δεν ανεξαρτητοποιείται από την θρησκευτική λατρεία και υποτάσσεται στην δεύτερη· υφίσταται δηλαδή μια μεταφυσική δεσποτεία ανάλογη με τους κοινωνικούς-βιωτικούς όρους που την παρήγαγαν. Σε αντίθεση με τους Έλληνες στους οποίους η χειραφέτησή τους από την θρησκεία, τους επέτρεψε να εξάγουν καθαρά φιλοσοφικές, αφηρημένες καθολικές έννοιες μην πληρώνοντας για την σκέψη τους οποιοδήποτε “φόρο λατρείας” σε καμμιά θεότητα, θρησκευτική ή ιερατική αρχή.

 

 

Αν θεωρήσουμε λοιπόν -επιστρέφοντας στο ζήτημα που πρωτίστως μας απασχολεί εδώ- ότι ο Παρμενίδης έχει δίκιο (προσωπικά τείνω προς την παρμενίδεια παραδοχή, αλλά με όρους), τότε ο Ηράκλειτος περιγράφει με καταπληκτική ακρίβεια ένα ψέμα.

Με μια διαφορά όμως: αυτό το ψέμα, η κίνηση, η αλλαγή, είναι η ίδια η ζωή.
Κατά συνέπεια, ο Κόσμος μας είναι ένα ψέμα μεν, που επιτρέπει την ζωή ωστόσο.
Και αν φτάνοντας στην Αλήθεια, νοιώσουμε την ανάγκη να “ζήσουμε” ξανά, δεν θα πρέπει πάλι να εμφανιστεί αυτόματα ένας φθαρτός κόσμος μπροστά μας;

Μπορεί ο άνθρωπος να γίνει αθάνατος και να “ζήσει” ταυτόχρονα;
Μπορεί το Κάλλος της Αλήθειας να υπερνικήσει την ανάγκη της περιπέτειας;
Μπορεί ο Τυχοδιώκτης να γίνει Οικοδεσπότης;

 

 

Αν η Ζωή όμως σε αυτή την περίπτωση (Αλήθεια) μπορεί να υφίσταται ως “μη ηρακλείτια” και από την άλλη να συμπίπτει πλήρως με μια μη απόλυτα “παρμενίδεια” Αλήθεια και έτσι να αίρονται τα αντίθετα χωρίς όμως να αλληλεξουδετερώνονται, τότε έχουμε την πιθανότητα ενός υπαρκτικού optimum που μπορεί να προκύψει μέσα από μια εξονυχιστική, πολύ ΛΕΠΤΗ ΕΞΙΣΟΡΡΟΠΗΣΗ των οντολογικών σταθερών. Γιατί το όλο ζήτημα έγκειται στο κατά πόσο μπορεί να νοηθεί μια μη ηρακλείτια ζωή· κατά πόσο δηλαδή οι εξακριβώσεις του Ηρακλείτου συνιστούν ή όχι το απώτατο όριο κάθε δυνατής νοουμένης ζωής.

Εδώ είναι , για μένα, το Μέγα Εκκρεμές της Ύπαρξης, και το μόνο ουσιαστικό δίλημμα για το οποίο αξίζει κανείς να καταδύεται και να αναδύεται συνεχώς μέσα στην, και από την θάλασσα των εντυπώσεων του κόσμου.

Ο,τιδήποτε άλλο δεν είναι παρά εξωραϊσμός της Νύχτας.

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν είναι πλέον εφικτό, μα πάνω απ’ όλα δεν θα ήταν επιτρεπτό, να επιστρέψουμε σε μια “ναίφ” αντίληψη και αντιμετώπιση των πραγμάτων, έναντι των περιπλοκών, ασυνεχειών και φρικαλεοτήτων της Ιστορίας, και πιστεύοντας έτσι ότι βρίσκουμε μια παρηγοριά στην μακάρια απλότητα καθώς και την αξιέπαινη, καλή καρδούλα μας.

Δεν θα υπήρχε παγίδα πιο θανάσιμη από κάτι τέτοιο. Το ίδιο, εξ άλλου, σύνδρομο επιστροφής στην θανάσιμη μητρική αγκαλιά,  ήταν που έφαγε και την χώρα μας, όντας εξαιρετικά εθισμένη σε αυτό. Και δεν υπάρχει πράγμα που να μπορεί να μηδενίσει τόσον την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όσον η άρνηση της προόδου και του μέλλοντος.

Ο μεγάλος μπολσεβίκος επαναστάτης, Λέων Τρότσκι, το εξέφρασε μια φορά κι έναν καιρό, πολύ καλά, έστω και αν η προκείμενη ρήση του είναι εκ των προτέρων κυμαινόμενη στο δικό του, και σήμερα, βέβαια,  περιορισμένο, όραμα για το μέλλον:

“η υπέρτατη ευτυχία είναι η προετοιμασία του μέλλοντος”.

Μα, σίγουρα.

Έτσι κι αλλιώς, αν δεν προετοιμάζεις το μέλλον, το μόνο που σου μένει να κάνεις, είναι να ρημάζεις το παρόν.

 

 

Φυσικά, -αλλά όχι τόσον αυτονόητα-, το κυριαρχικότερο αιτούμενο για το ανθρώπινο είδος είναι (πρέπει να θεωρείται), ιδιαίτερα σήμερα,  ο πλήρης απογαλακτισμός από κάθε “πρωταρχικότητα” (η κατανόηση και μεταστροφή της προς το μέλλον έχει, ασφαλώς, νόημα) και, σίγουρα,  από κάθε μη-ιστορική/ιστοριομορφική απειλή πισωγυρίσματος είτε στην ελεεινή ανημπόρια της παιδικής ηλικίας, είτε  στο “όνομα του πατρός”. Κάποτε,  και οι δυο αυτές παγίδες, τουτέστιν η τρόπον τινά οιδιπόδεια από την μια,  και ή τρόπον τινά μετατόπιση της προσωπικής ευθύνης σε ένα φαντασιωμένο ισχυρότερο υποκείμενο από την άλλη, θα προκαλούν μόνο γέλια.

Όμως, το πρώτο πραγματικά Αναρχικό Υπερκείμενο της Ιστορίας (και κυρίως πέραν της Ιστορίας), είναι το ζητούμενο. Όπου ο όρος “αναρχικός” όχι με την στενή πολιτικο-κοινωνική έννοια της ιστορικής Αναρχίας, καίτοι ασφαλώς, την εγκλείει και υπερβαίνει εκλεκτικώς, αλλά, πρωτίστως, με μια προμηθεϊκή-περσεϊκή έννοια.

 

 

Το Κήτος της Ύπαρξης, στήνει χίλιες δυο παγίδες για να ανακόψει και να αναστρέψει την ανθρώπινη πορεία. Δεν γνωρίζει από ιδανικά, ιδέες, όνειρα, δεν καταλαβαίνει μία από ανθρώπινο πόνο. Γνωρίζει μόνο να καταπίνει και να καταπίνει κατά τα “γραπτά του πεπρωμένου”. Η πιο τυφλή, αυτοματική μηχανή θανάτου που παίρνει ζωές και ζωές, από αίσθηση “υπαλληλικού” καθήκοντος και μόνον.

Οι άνθρωποι με πολύ χαλαρό υποσυνείδητο και με εξαιρετικά αδύναμη θέληση, ιδιαίτερως δε, εξ αιτίας των συνθηματολογικών ανακλαστικών και των μιμητικών συνηθειών αναπαραγωγής ποικίλων ιδεομορφημάτων, όταν αισθάνονται πως μέσα σ’ αυτά εντοπίζουν είτε την μητρική αγκάλη είτε τελούν το χρέος τους “στο όνομα του πατρός”,

οι άνθρωποι αυτοί, λοιπόν, ανιχνευόμενοι σε υπερπληθώρα κατά τις περιόδους παρακμής, πάντα θα πέφτουν σε τέτοιες θανάσιμες παγίδες. Δεν πουλάνε την ψυχή τους στο διάβολο ακριβώς. Πάνε στο διάβολο, κατ’ ευθείαν οδόν, μάλλον, για να αποφύγουν να ζαλίζονται στις “στροφές’ του Χρόνου.

Ο κόσμος εξ άλλου, δεν είναι τίποτε άλλο από ένα Κήτος- Παγίδα. Με την διαφορά ωστόσο, πως ο  αιώνιος Ιωνάς δεν θα είχε νόημα να μπαίνει και να ξαναβγαίνει τριήμερα στην κοιλιά του κήτους, αν βέβαια αποφάσιζε κάποια στιγμή να το εξολοθρεύσει, όπως ο Περσεύς. Τζάμπα ο κόπος, από ένα σημείο και μετά να καταπίνεσαι και να σε εκβάλλουν ξανά και ξανά. Τα μαχαίρια, εξ άλλου, δεν είναι μόνον για να κόβουν το ψωμί, αλλά και τα τέρατα.

 

 

Επειδή η Μεγάλη Μάχαιρα του Μυαλού, είναι για τους εκλεκτούς του μέλλοντος. Όλα τα άλλα, δεν είναι παρά προφάσεις δειλίας και άνευ όρων παράδοση στην θαλπωρή της Μη- υποκειμενικότητας.

Ένα χάσμα εμφανίζεται στην εποχή μας, και με καμμία, ορατή τουλάχιστον, γέφυρα να συνενώνει τα δύο αντικρυστά μέρη του. Αυτό το χάσμα είναι η μεγάλη σιαγόνα του Κήτους. Αυτό το χάσμα, δεν ξορκίζεται, δεν αποφεύγεται, δεν καλύπτεται.

Είτε αποφασίζεις, λοιπόν, να κάνεις το άλμα, είτε το σφάλμα.

Όλα τα άλλα, είναι ιστορίες για αγρίους της παρακμής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΗ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΝΤΑ

 

Και ολοένα απομακρυνόμενοι από την
Λάμψη της αιώνιας πυράς διεκδίκησαν

από τον ουρανό

το άστρο της θνητότητας

και

Την μεγίστη ισχύν που ήγειραν επί της
Σιωπηλής γης· υπάρχουμε ξανά, είπαν,

και

Θα είμαστ’ εδώ για μιαν αιωνιότητα
Πυκνότερης ύλης στους διαδρόμους

του

Εκπεσόντος ηλίου, εκείνου του ιδίου,
Που για να φαίνει όμως τώρα πια, θα

πρέπει να υπάρχει

σε απτή και όχι πνευματική θέα

και επιτελώντας

Μια χαοτική βασιλεία στην κόλαση του
Αστραίου ονείρου· και μπορούμε ακόμα,

τόνιζαν,

μόνοι μας

Να άρχουμε στον τόπο αυτόν και έναν
Οίκο νέο για τους πλήρεις πληθυσμούς

Των ασώτων ψυχών να παραδώσουμε
Στις γενεές που είναι να έλθουν· κανείς

Δεν θα είναι ο μεσάζων πλέον μεθ’ ημών
Και των απεριορίστων ονειρικών εαυτών

μας

που πλέουν

στην θάλασσα του κόσμου,

Σε μιαν ύπαρξη παντοτινή να ανέρχεται
Ως η αυγή από το θολό ύδωρ του Νόμου

Και

Λελυμένη σφόδρα σ’ όλους τους γόνους
Του Αδάμ, την ωριαία καθημερινότητα,

και λέγουμε ακόμα,

πως η σκιά της

Ας είναι προσωρινή μόνον και ας φυλάττει
Τον ερχομό μιας νέας γενεάς γενναίας που

μέλλει να δημιουργήσει

εκ νέου κι αυτό το άπειρο

των μορφών·

Μηδείς ο επιβλέπων πλέον, παρεκτός αυτής
Της φθαρτής σαρκός μας και των μοναχικών

οφθαλμών

που αγρυπνούν σε αιώνιο σκοτάδι,

Και ουδείς ακόμα ο

Λαμβάνων την συγκομιδή της γης πλην
Του Χρόνου· στη τρανή οπτασία αυτού

Ας αναπαυόμαστε και την θλίψη του ζην
Ας αποδιώξουμε στα φώτα μιας λαμπρής

υδρογειακής εσχάρας

Αυτοκρατοριών

πάνω σε Αυτοκρατορίες·

Ιδού έρχεται η Ημέρα των Ζωντανών, και
Εμείς ας είμαστ’ οι μη ορατοί τελεστές της,

Οι επιτάσσοντες πάσαν την γη και εν αυτή
Πάντα μ’ ένα νεύμα απαλό της χειρός πίσω

απ’ ένα διαφανές Παραπέτασμα·

Έλεγαν με τα βλέμματα δαιμονικά που σαν
Φίδια τινάσονταν γύρ’ απ’ τις στήλες πυρός

Μιας

Εστίας του Χρόνου, αιωνίως αναμμένης
Στο μεμακρυσμένο από τους όχλους του

κόσμου

άδειο Μέγαρό τους

Στ’ οπού δη φάνταζαν να ‘ρχοντ’ οι φωνές
Τους, μόνον μέσα από τοίχους κραταιούς

και πίσω απ’ άλλους τοίχους

χωρίς πουθενά να γίνεται ορατή

η ανθρώπινη παρουσία·

Αυτό το παραπέτασμα, ενθύμιζαν, ας είναι
Και ο παρθενικός υμένας της Ιστορίας, ότι

το

Τόσον αίμα χυμένο στις γωνίες των αιώνων,
Η αιέν ακμάζουσα πρωία στα μηνίγγια των

ιερέων του μέλλοντος,

Οι φωτεινές προσόψεις των επαναστάσεων
Και η λήθη της ευημερίας, ας είν΄η υψίστη

κληρονομιά

Μιας

Νυκτός που πρόκειται ν’ αποκαταστήσει
Τον κόσμο σε γαλαξιακότερη προοπτική,

Ότι ελλιπείς στην

Καχυποψία και ενθουσιώδεις προς πάσαν
Απτότητα οι θνητοί γνωρίζουν να βλέπουν

μόνον όσα βλέπουν

και όχι όσα δεν βλέπουν·

έλεγαν

Και παρακινούσαν τα πλήθη να ζήσουν εν
Ειρήνη και εν πολέμω, εν σκοτία και ημέρα,

Εν χαρά και λύπη, εν θεοίς και ανθρώποις,
Να αυξάνονται και να πληθύνονται και να

Κατακυριεύουνε τους υπολογισμένους από
Πριν αριθμούς· το θείο δράμα και την θεία

κωμωδία

Στον

Αργαλειό των γεγονότων απεργαζόμενοι
Ενώ στους δρόμους και τις πλατείες κατά

την διάρκεια των αιώνων

επικρατούσε

μεγάλη αναποφασιστικότητα,

Κανένας δεν εγνώριζε με σαφήνεια σε ποιον
Να προσευχηθεί και τι να περιμένει από τους

δαίμονες και τους αγγέλους,

Και από όχι και τόσο μακριά στο στερέωμα,
Το ακύμαντο, σταθερό στην λάμψη του φως

θεού ανοίκειου

μέσα στην τόση φήμη του

παρακολουθούσε·

Όχι ευοίωνα, δυσοίωνα ούτε,
Αποστασιοποιημένο σίγουρα

αν και

Με ακόμα

Όχι επιβεβαιωμένη αδιαφορία·

 

 

(Το παρόν ποίημα έχει αναρτηθεί κατά το παρελθόν σε δύο εκδοχές στο THE RETURN blog. Εδώ αναρτάται σε μία τρίτη, κατ’ ελπίδα τελική, εκδοχή,  με καινούργιο τίτλο: “Κεφαλή του Δράκοντα”, έναντι του παλαιού “Imperium”.).

 

 

 

 

 

 

 

1.  Δεν υπάρχει πραγματικότητα έξω από την γλώσσα. Κάθε αντιληπτή πραγματικότητα συνιστά κατ’ ουσίαν και φαινομενικώς μια γλωσσική πραγματικότητα.

2.  Η γλώσσα δεν απεικονίζει το πραγματικό. Δεν υφίσταται έτσι κι αλλιώς αντικειμενικά “πραγματικό”. Υπάρχει, απλά,  μια αισθητηριακή μεσολάβηση ανάμεσα σε μια μονάδα που φέρει ένα σημαντικό ποσοστό συνείδησης και αυτοσυνείδησης (άνθρωπος) και κάτι “σκοτεινό”  εκεί έξω (κόσμος, γεγονότα), το οποίο και φέρεται ότι προκαλεί αυτήν την αμφισβητούμενη αισθητηριακή εντύπωση.

Η γλώσσα, συνεπώς, δεν αναπαριστά τίποτα. Τουναντίον, προκαλεί το (φερόμενο ως) πραγματικό να εμφανιστεί!

3.  Αν γλώσσα και (υποτιθέμενη) πραγματικότητα ήταν ξεχωριστά μεταξύ τους, το σύμπαν θα ήταν δύο. Το δύο υπάρχει μεν, αλλά είναι μόνον φαινομενικό.

4.  Η παλαιά διαπίστωση του Wittgenstein που έχει λεχθεί τόσες φορές από πολλούς, και συχνά μηχανακλαστικώς ή φθηνοπαπαγαλικώς, ώστε να καταστεί ένα από τα πλέον χιλιοτετριμμένα κλισέ στην ιστορία της αναπαραγόμενης αποφθεγματολογίας,  εμμένει εν τούτοις ολόσωστη: “τα όρια της γλώσσας μου ορίζουν τα όρια του κόσμου μου”.

Άλλος κόσμος, πέραν αυτών των ορίων, δεν υπάρχει, παρά μονάχα το “κενό” (με μια φιλοσοφική έννοια, τουτέστιν, το κενό συνιστά ένα είδος “κόσμου” και αυτό).

5.  Οι μέτριοι, ή οι του σωρού, συγγραφείς προσπαθούν να αναπαράγουν έναν κόσμο. Οι ισχυροί τον δημιουργούν.

6.  Η λέξη είναι πιο αληθινή από το αντικείμενο. Το τελευταίο φθείρεται και κάποτε χάνεται. Η λέξη όμως δεν πεθαίνει.

7.  Η γλώσσα δεν υπάρχει για να περιγράψει τον κόσμο, αλλά για να τον δημιουργήσει.

 

 

 

 

 

 

 

 

(νοσταλγώντας συχνότατα τον 19ο αιώνα, έναν αιώνα ανεπανάληπτο, πλήρη από δράση, περιπέτεια, και μια πρωτοφανή επέκταση σε κάθε πεδίο της ανθρώπινης γνώσης,

έναν αιώνα, ακόμα, που έχει να παρουσιάσει μιαν ασύλληπτη καλλιτεχνική δημιουργία – αιώνας της βιομηχανικής επανάστασης, αλλά, επίσης, του ρομαντισμού και του πάθους,

αιώνας των τιτάνων και της εξέγερσης,

τον νοσταλγώ, ασφαλώς, σε σύγκριση με μιαν τωρινή εποχή που φαντάζει σαν να έχει πάθει εγκεφαλικό επεισόδιο – στην δε χώρα μας, οι άνθρωποι πεθαίνουν με ηρωικό αυτοματισμό σαν μύγες στα κοινωνικά μέσα, δεν κάνουν καν τον κόπο να ζήσουν στην έξω ζωή)

 

 

ΤΟ ΕΤΟΣ 1848

 

Και ενστικτωδώς είχαν συγκεντρωθεί
Στις μεγάλες πόλεις οι πυράγγελοι της

βιομηχανικής νυκτός

Υφαρπάζοντας την νωχέλεια του βίου
Και συστέλλοντας τον χρόνο έως την

μία σπίθα

της ελευθερίας απ’ο,τιδήποτε

Και τα έθνη της Ευρώπης τίποτε άλλο
Από καραβάνια στην έρημο της Ιστορίας

Αναζητώντας την όαση

εκείνης της ουτοπίας

Που από παλιά οι σοφοί εγνώριζαν πως
Ήτανε  πιο πραγματική από κάθε άλλη

πραγματικότητα,

Ιδού οι πηγές του ύδατος, φωνάζαν από
Παντού ανάμεσα σε σκόνη και οχλοβοή

Που εγένοντο στην πλατεία της Ελευθερίας
Της Μεγάλης Πολιτείας της Γαίας κάτω απ’

τα αλύτρωτα

ακόμα βλέμματα

Του Σαιν-Ζυστ, του Χέγκελ και του Μπετόβεν
Που καίτοι νεκρικά από καιρό έδειξαν ωστόσο

να σαλεύουν

επικίνδυνα

για μια στιγμή·

Την ίδια πάντοτε στιγμή που κάθε εποχή
Φυλάσσει ως βραδυφλεγές ωόν κάτω από

Τις βαρειά βυθισμένες στο έλος του τρόμου
Φτερούγες της που μένουν ακόμη σιωπηλές,

Ωόν ενός μυστηρίου μεγίστου και ερχόμενου
Από πολύ παλαιά, ωόν της αιώνιας αυγής του

Λόγου,

Και που θ’ αρκούσε ένα μόνον οργισμένο
Βλέμμα τυχαίου περαστικού διαβάτη από

τη γέφυρα

του χρόνου αναμονής

Για να το θραύσει προς την γέννησή του·

 

(πρωτοαναρτήθηκε στο THE RETURN blog)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

PROTOGLOT

 

Γουίλλιαμ, εσύ είσαι ο όρμος μιας
Τόσο λησμονημένης αρχαιότητας

Στο μέσον μιας εποχής της οποίας
Η επιφάνεια τετάρακται ωσάν μια

Παγκόσμια κρούστα από λέξεις που
Αναρραγίζει στο φως των εθνών, και

Σπάζει κάθε συμβόλαιο ανάμεσα στον
Θεό και τον ηγεμόνα όπως το ξέρουμε

έως σήμερα·

Μα πραγματικά η Γαλλία είναι πλέον
Μια ήπειρος από μόνη της, και όλα τα

‘Αλλα έθνη ακολουθούν

Ενώ οι Πρώσσοι φιλόσοφοι δεν είναι
Παρά οι βιογράφοι της· και η Αλβιών,

Γουίλλιαμ,

Αυτή, θα είναι καταδικασμένη εφεξής
Ν’ αποξενυχτάει στους αιώνες τη σωρό

του Κρόμγουελ

στα

Εγχειρίδια του νόμου του Μιντλ Τεμπλ,
Όταν οι ποιητές της μόνο θα θυμούνται

Πως μπορείς φωτιά να ανάπτεις επί του
Ουρανού τρίβοντας λίθους αιωνιότητας

μέσα

Στα μαγικά φωτοστέγαστρα του μυαλού,
Που στ’ αλήθεια, Γουίλλιαμ,  είναι ο μόνος

θεός

Για

Όποιον ηξεύρει ν’ αφαιρεί ορθώς από το
Ήσσον του εγκοσμίου φαίνειν το πλείον

της

απόκοσμης ουσίας,

Έλεγε ο σερ Τσαρλς Γουίλκινς

Στον άνθρωπο που προσπαθούσε επί τόσα
Έτη πολλά να συντάξει ένα μεγάλο λεξικό

της Εδέμ·

Και ο δρόμος σου από το Λονδίνο προς
Την Καλκούττα, για σένα δεν είναι άλλο

Παρά ένα πυρ των άστρων όταν καθεύδει
Σε μια ανέσπερη νύχτα των ανθρώπων και

τους υπομνηματίζει

Μια ενότητα που οι ίδιοι δεν γνωρίζουν αν
Πρέπει να την ψάξουν στο παρελθόν ή σε

Ένα από τα υποψήφια μέλλοντά τους· και
Οι σαράντα μία γλώσσες που ομιλείς, φίλε

μου,

Αυτές είναι το περιστύλιο ενός ναού στον
Οπού άρτι είσαι μεν ο ιερέας, όμως, όχι

Πολύ μακριά στο χρόνο οι άνθρωποι θα
Σε κάνουν προφήτη ενός οράματος που

Είναι τόσο

Παλαιό όσο και τα νεολιθικά γεννητικά
Φωνήεντα των Κασπίων υδάτων, μα και

Τόσο σύγχρονο όσο και τα σύμφωνα που
Συνάπτει η Ευρώπη με τον Ροβεσπιέρρο

Που την δική σου ηχολαλία της αιώνιας
Γλώσσας την έχει καταστήσει ήδη έναν

πανεθνικό

Τροπικό του θανάτου στη σφύζουσα από
Τρόμο και φωτιά μία κάθε φορά και για

πάντοτε

στιγμή της ελευθερίας·

Έλεγε ο σερ Τσαρλς Γουίλκινς, ενώ λίγο
Πιο πέρα ο άνθρωπος που προσπαθούσε

Να βγει οριστικά έξω από την σκοτοδίνη
Χιλιετηρίδων ήταν ανάστατος και έδειχνε

σαν να επιχειρεί εναγωνίως να βρει κάτι·

Και εσύ θα είσαι πάντα εδώ αναζητώντας
Τίποτ’ άλλο απ’ το να μετατρέψεις τα ίχνη

του

Μάρκους Ζουέριους

Σε βήματα ζωντανού ανθρώπου σε μιαν
Εγκεφαλική γιορτή της υδρογείου, στην

Οπού η νύχτα του θεού δεν θα σημαίνει
Αυτομάτως και σκοτάδι στους θνητούς

Και η ημέρα των ανθρώπων δεν θα είναι
Παρά φως του ουρανού σε αναδρομική

εδεμιαία ισχύ

Από χρόνους βυθισμένους στην άβυσσο
Του Μύθου τόσο, όσο και το όνειρο μιας

ποίησης ομιλούσης

μέσ’ από την σιωπηλή

κινουμένη άμμο της αλήθειας·

Κατέληγε η φωνή από απέναντί του ενώ
Ο ίδιος φαινόταν να μην ακούει καθόλου

πλέον·

Δεν τακτοποίησα σήμερα τα βιβλία σας,
Σερ Τζόουνς, του έλεγε ο υπηρέτης του,

Δεν

Ξέρω πού μπορεί να είναι η σανσκριτική
Γραμματική που ψάχνετε, αφήνοντάς τον

σαστισμένο,

Να κοιτάει με βλέμμα χαμένο και επίμονο
Μαζί από το παράθυρό του, την ολοένα

Επεκτεινόμενη μεσημβρία του ουρανού,
Που φωτοβολούσε τόσο αρχαϊκή όσο και

ο ίδιος,

Μιαν αλάθητη γραμματική των υψών μην
Ηξεύροντας ακόμα πώς να την μεταφράσει

Καταδικασμένος να αφήνει συνεχώς μιαν
Παναιώνια κληρονομιά, σε διαρκή όμως

εκκρεμότητα,

Το εκμαγείο της μίας γλώσσας του κόσμου
Και το θάμβος ιερατικό της αποξεχνώντας

Στα με ανησυχούσα την προσμονή ζωής και
Χιλιατάκτως στοιβαγμένα στους διαδρόμους

της Ιστορίας

Πλήθη του ομιλείν·

 

(πρωτοαναρτήθηκε στο THE RETURN blog)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΜΕΝΟΣ ΘΕΟΣ

 

Μέρος Β’

 

Εν τέλει, ο Ιτχ με ένα δεύτερο και τρίτο σάλτο, λες και επιχειρούσε άλμα εις τριπλούν προς τον  ακάλυπτο χώρο του σύμπαντος,  προσγειώθηκε στο κάθισμα ενός Καφέ, σχεδόν βυθισμένου στο έδαφος, και καταμεσής μιας απογευματινής συστοιχίας φαντασμάτων που τον περιεκύκλωνε υποβλητικώς αλλά καθόλου απειλητικώς  στην πλατεία. Όλες αυτές οι παρακείμενες μορφές ολόγυρά του, νεκρές και ζωντανές μαζί, του υπενθύμιζαν, ασφαλώς, το αδιαχώρητο σ’ αυτό το, όχι πάντοτε εύκολα αναγνωρίσιμο ως τέτοιο, στρατόπεδο συγκέντρωσης που λογίζεται ως κόσμος.

Το θανάσιμο παιγνίδι με τον Δαίμονα φάνταζε πως κατέπαυε σιγά σιγά στο μυαλό του, έστω και αν ήταν γι’ αυτή την φορά μόνον. Μέχρι, φυσικά, να ξαναρχίσει σε απρόβλεπτο χρονικό διάστημα. Έως ότου, σίγουρα,  ένας καινούργιος πανικός και καταδίωξη να εμφανιστούν στο χαίνον στόμα των οριζόντων, απειλώντας να τον διαλύσει σε μια πρωταρχική, και αδιαφοροποίητη prima materia, περί της οποίας, είναι αλήθεια, πολλές σκέψεις είχε κάνει, καθ’ όσον επίστευε ότι τηνε μάθαινε σε βάθος. Όμως αυτό, επ’ ουδενί δεν θα σήμαινε προεξοφλημένη πιθανότητα επιτυχίας σε περίπτωση αντιμετώπισής της “από κοντά”. Μια αντιμετώπιση,  όχι ακριβώς φέις του φέις, αλλά μάλλον, φέις του νον φέις, ή χιούμαν ρέις του νον-χιούμαν έις (οφ σπέιντς).

Το Πρόσωπο και η Σκιά του. Το Πρόσωπο ανεφάνη κάποτε από την Σκιά, και η Σκιά ποτέ δεν συμβιβάστηκε με αυτήν την ιδέα. Ο άνθρωπος, λοιπόν,  και το χάος,  η “σκιά” που εκτοπιζότανε πίσω του εν είδει βαρέων, σκοτεινοτάτων όγκων ύδατος, όσον ο ίδιος κολυμβούσε με μεγάλες απλωτές μέσα στον ωκεανό των φαινομένων.

Σε αυτό το παιγνίδι, ο ένας στους δυο πεθαίνει. Είτε ζει ο άνθρωπος, είτε το Αίνιγμα που τον καταδιώκει για να τον σκοτώσει, από την στιγμή που γεννήθηκε. Επειδή, απ’ αυτήν ακριβώς την στιγμή, με το που  μόλις γεννιέται ο άνθρωπος, μια Μαύρη Δύναμη τον χτυπά συνεχώς με ακτίνες θανάτου, επιθυμώντας να πισωγυρίσει αυτή την ύπαρξη στο τίποτα, το αδιαφοροποίητο, την απόλυτη ισότητα της μη ύπαρξης.

 

 

Έχει και ο θάνατος την “δημοκρατία” του, σίγουρα. Μόνον, που δεν θα μπορούσε παρά να είναι η προτίμηση των ηλιθίων και των ανεράστων.

Αν, ωστόσο, κατορθώσει και επιζήσει ο άνθρωπος απ’ αυτήν την λαίλαπα της μη ύπαρξης που καιροφυλακτεί σε κάθε δευτερόλεπτο της ζωής του , τότε η Μεγάλη Μεσημβρία είναι αναπόφευκτη στον κόσμο, με τον μάλιστα συνολικότατο τρόπο που δύναται κανείς να νοήσει.

Εκεί, κατά την δωδεκάτη μεσημβρινή ώρα του Μεγάλου Χρόνου, κάτω από τον κατακόρυφο ήλιο, η σκιά δεν πρόκειται να υπάρχει πλέον. Εκεί είναι και η μεγάλη ευκαιρία μας για να απαλλαγούμε από αυτήν. Ο,τιδήποτε, μέχρι στιγμής, βιώνουμε ως άνθρωποι κάτω στην γη, δεν είναι παρά ένα παιγνίδι ζωής και θανάτου με αυτήν ακριβώς την σκιά . Και όλες οι “παρηγοριές” που πλασάρονται σαν ερμηνείες της ζωής, δεν είναι παρά ένα χρυσωμένο χάπι του θανάτου. 

Ένας στους δυο πεθαίνει, αυτή είναι η μόνη αλήθεια, τουλάχιστον, η επί του παρόντος αλήθεια, όχι κατ’ ανάγκην και του μέλλοντος. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να συμφιλιωθεί ποτέ με τη σκιά του, όπως πίστευε και έλεγε ο Jung,  γιατί πιθανώς να γλυτώσει τον θάνατο και την απειλή του αν το κάνει, αλλά θα υποχρεωθεί γι’ αυτό να χάσει την ίδιαν την ζωή του. Αυτό δεν είναι οξύμωρον, αλλά, μάλλον, το αμβλύμωρον του να μην σκοτώνεις την σκιά σου, ή, τουλάχιστον, να μην φροντίζεις να την “εκδιώξεις” αποτελεσματικώς, όταν αποπειράται η ίδια  να σε σκοτώσει. Βέβαια, μπορεί να έλθεις σε ένα είδος “συμφωνίας” μαζί της, αλλά, καλύτερα, να μην πολυεμπιστεύεσαι ό,τι έχει συνηθίσει για πολύ καιρό να παραμένει σκοτεινό και  εν κρυπτώ ούτως να δρα.

 

 

Το Καφέ προσέδιδε την εντύπωση παλαιοαρχαιολογικού ερειπώματος καταμεσής μιας πολυσύχναστης ερήμου. Οι νεκροί γύρω από αυτό, ταξίδευαν όπως πάντα, ενώ ένα αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο μάρσαρε τους τροχούς του στον αέρα, λες και επιχειρούσε να μετατρέψει σε άσφαλτο τον ουρανό και να ταξιδέψει οδικώς στον γαλαξία. Κυρίως, όμως, τα χλωμά, μισοσβησμένα περιστέρια πετούσαν σαν αλλόκοτες σαίτες ολόγυρα, προμηνύοντας ακόμη μιαν επίμονη νύχτα για την ανθρωπότητα.

Σωριάστηκε εξαντλημένος. Αυτή η καταδίωξη του απορροφούσε πολλήν ενέργεια πάντα, τόσον, ώστε ένιωθε ως εάν εσήκωνε όχι ακριβώς όλην την υδρόγειο στους ώμους τους , όπως ο Ηρακλής όταν προσπαθούσε να τον εξαπατήσει ο Άτλας, αλλά ως εάν είλκυε  και ανασήκωνε όλο το αόρατο, συνολικό, συνολικότατο, μέγα νεφέλωμα των σκέψεων που περιέζωνε τον κόσμο κατ’ εκείνη την χρονική διάρκεια. Σκέψεις εκπορευόμενες από πάσα συνειδητή ζωή επί γης. Και δεν θα μπορούσε κανείς να αμφιβάλλει, ότι, πράγματι, η σκέψη είναι βαρύτερη από την ύλη, αν βεβαίως, δεχθούμε, πως υπάρχει και κάποια κάθετη, απολυτοποιημένη διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις δύο.

 

 

Ο Ιτχ ανάσαινε λαχανιασμένος, και ενώ σκεφτόταν τον μεγάλο έρωτα της ζωής του, την Ουρμούκ και το πιστόλι που πάντα αυτή  κράταγε φυλαγμένο στο συρτάρι με τα ποιήματά της, έσυρε να ανάψει ένα από τα άφιλτρα τσιγάρα του. Η Ουρμούκ ήταν καταπληκτική σκοπεύτρια. Εξ αυτού του γεγονότος, άλλωστε, ο Ιτχ θεωρούσε πως ήταν λογικό ή αναμενόμενο να γράφει και πανέμορφη ποίηση, όπως, βέβαια, και έγραφε. Κάθε φορά, που σταματούσε αυτή η καταδίωξη με το πιο σκοτεινό πράγμα που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί στην ζωή του, ένιωθε ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη να δει την ανατολίτισσα Ουρμούκ, να την αγκαλιάσει, να την φιλήσει, να κάνει έρωτα μαζί της. Η απειλή του θανάτου είναι ο μεγαλύτερος μαγνήτης της ζωής, αυτό, άλλωστε, είναι ίσως η πλέον επικίνδυνη αλλά και πιο γοητευτική αλήθεια που μπορούμε να συνάγουμε, από αυτόν τον, μάλλον όχι και τόσον μάταιο, κόσμο.

Κατ’ εκείνη την στιγμή, ωστόσο, άκουσε όλως απροσμένως μια φωνή, κάπως γελαστή, συνάμα επιτιμητική , να του λέει από ένα πίσω κάθισμα:

“Ιτχ, βλέπω ότι τελικά δεν έκοψες το τσιγάρο. Αυτό δεν θα ήταν τόσον τρομερό, αν δεν είχες τουλάχιστον φροντίσει να κόψεις την καλημέρα σε μένα!”.

Γύρισε πίσω του να δει, σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Η φωνή αυτή, του ήταν ασφαλώς γνώριμη, τόσον διαπεραστική και απροκάλυπτα θρασεία στον χώρο, όσον και το φως μιας σπασμένης λυχνίας μπροστά στα μάτια του ανθρώπου, και τόσον, απρόσμενη, όσον, σίγουρα η Τρίτη Παρουσία, στον βαθμό που η Δευτέρα παρουσία δεν είχε επισυμβεί ακόμη!

 

 

Η θεία Ίτπνα, καίτοι θεία του, παραδόξως ήταν μόλις τρία χρόνια μεγαλύτερή του. Σε μιαν από αυτές τις εξαιρουμένως αλλόκοτες συγγένειες που θα ‘λεγες πως δεν έχουν κανένα νόημα, όταν ο χρόνος δεν τις οριοθετεί κατά το σύνηθες της απόστασής του.
Το “αίμα” στο κάτω κάτω είναι πάνω απ’ όλα “απόσταση”, όσον και αν παρουσιάζεται στις περιπτώσεις συγγένειας ως “εγγύτητα”.

Η θεία Ίτπνα όμως δεν ήταν τυχαίος άνθρωπος.

Ήταν ίσως η μοναδική Τζαϊνίστρια σε ολόκληρη την χώρα, φανατική στα θρησκευτικά πιστεύω της τόσον, ώστε όταν δεν κυκλοφορούσε με ένα χανσαπλάστ στο στόμα, σε μια προσπάθεια, ορισμένως, να μην καταπιεί κάποια μύγα παρά την θέλησή της, τότε το έρκος των οδόντων της προεφαίνετο τόσον λυμένο που δεν κατέπαυε ποτέ την σχετική με αυτά γλωσσοπλημμύρα πάνω στα ξεχειλισμένα υαλοπότηρα των εγκεφάλων των συνομιλητών της.

Μιλούσε τόσον πολύ και διαρκώς κάθε φορά, ως εάν το ίδιο το φαινόμενο της ανθρώπινης ομιλίας είχε βρει σε αυτήν, τον ιδανικό άνθρωπο για να φανερωθεί στην πιο απελεύθερη πλευρά του και πάνω στο ανθρωπολογικό καλούπι μιας γυναίκας, που αν και δεν θα’λεγες πως ερχόταν ακριβώς από το μέλλον, εν τούτοις, δεν θα μπορούσες να παραβλέψεις, πως συχνά το ίδιο το μέλλον ερχόταν μέσα από το στόμα αυτής της εκκεντρικής θρησκευόμενης και από τα λεγόμενά της. Η θεία Ίτπνα, είχε προπάντων, μιαν εκπληκτική διαίσθηση και “έπιανε” με το παραμικρό τις τάσεις εκδήλωσης των γεγονότων. Το κακό, βέβαια, ήταν ότι συνήθως δεν καταλάβαινε τα ίδια τα γεγονότα.

 

 

Σταμάτησε για λίγο να πιεί μια γουλιά από τον ιρλανδέζικο καφέ της, και εστράφη πάλι με τα λοξά, σχεδόν σινικά μάτια της και την λεπτή μύτη της προς τον Ιτχ:

“Πάλι σε κυνηγάει ο Δαίμων, αγαπητέ μου ανηψιέ, γιατί δεν τον κυνηγάς κι εσύ μια φορά;”, του είπε με ένα τόσον αφόρητο χαμόγελο στην κατάλευκη οδοντοστοιχία της που άστραπτε  σαν πληκτρολόγιο του θεού  εκείνη την στιγμή.

“Δεν ξέρω πώς να του επιτεθώ”, της απάντησε, “μου διαφεύγει πλήρως το μυστικό της εξολόθρευσής του. Το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να τον αποφεύγω, όταν ορμάει με γυμνές λέξεις ύλης και θανάτου καταπάνω μου. Αυτό το παιγνίδι με παρασύρει πίσω σε εποχές τόσον παλαιές, τόσον αφώτιστες, όσον ακριβώς είναι και ένας άνθρωπος σήμερα, ο οποιοσδήποτε άνθρωπος, στην καθημερινότητά του.”

“Τι θέλεις να πεις, Ιτχ;” , τον ρώτησε τότε η θεία Ίτπνα, ενώ έκανε νόημα στον νεκρό σερβιτόρο να πλησιάσει,

“πες μου πρώτα τι θέλεις να σου παραγγείλω”.

Το απόγευμα στην πλατεία είχε αρχίσει να πέφτει δριμύ και βαθύ, ώστε φάνταζε σαν η βαρειά κουρτίνα του θεού προ του εξωτερικού περιβόλου του παραδείσου. Ο Ιτχ, συχνά ένιωθε σαν μόλις να είχε δραπετεύσει από τον κήπο της Εδέμ, έναν κήπο που χωρίς να τον απορρίπτει , ή να τον βρίσκει ακατάλληλο για τα γούστα του, εν τούτοις, τον ανατρίχιαζε η ιδέα να περάσει εκεί για πάντα όλη την μη ύπαρξή του.

 

 

“Μη ύπαρξή” του εκεί πέρα, και πώς αλλιώς, γιατί η χαρά και η απόλαυσή της ύπαρξης, όπως και να το κάνουμε, είναι προτιμότερες από την ευτυχία της μη ύπαρξης. Μια ευτυχία δεδομένη και εξασφαλισμένη σε αυτήν την περίπτωση, αναντιρρήτως ή ευλόγως, όμως, εν ταυτώ, και πιθανότατα, κάτι εξαιρετικά αχρείαστο ή θλιβερά παρηγορητικό, όσον και ένα ανερευθέν πακέτο τσιγάρα, ανηλεώς ωστόσο μουσκεμένο στα νερά της παραλίας.

“Θεία Ίτπνα”, την κοίταξε τότε ο Ιτχ σαν σκοτάδι που ετοιμαζόταν να σκάσει πάνω της και να την τινάξει με τα λόγια του,

“είσαι τόσον εμβόλιμη στην ανθρωπότητα, όσον και ένα νυστέρι στην θάλασσα. Κατορθώνεις πάντα να αγγίζεις το κέντρο των πραγμάτων, όταν αυτά πλέον δεν υπάρχουν”

“Χαίρομαι, αγαπητέ μου ανηψιέ, που με θεωρείς πάντα τόσον καίρια. Δεν μπορώ να πω ακριβώς ότι με συγκινείς, σίγουρα όμως με εξοργίζεις διακριτικά και με τακτ, και αυτό θα το εκτιμούσα, αν βέβαια, με ενδιέφερε”,  του απάντησε η θεία του, με έναν μικροεκνευρισμό που δεν μπορούσε να τον καλύψει και πλήρως, καθώς άρχισε να ποτίζει με ολίγες σταγόνες από τον ιρλανδέζικο καφέ της τα λουλούδια στις παρακείμενες γλάστρες πέριξ των καθισμάτων.

“Θεία Ίτπνα”, την έκοψε τότε ο Ίτχ, “αυτός ο κόσμος είναι μια τεράστια αδιακρισία στο σύμπαν. Όλη η προσπάθεια του ανθρώπου, στις καλύτερες στιγμές του, δεν συνίσταται σε τίποτε άλλο ει μη στο να τον μετατρέψει σε κάτι διακριτικό. Μονάχα τότε θα αποκτήσει πραγματικό νόημα. Και τότε η ευτυχία δεν θα είναι μακριά. Ο κόσμος είναι ένα τεράστιο λεωφορείο σε αστική γραμμή, όπου συνωστισμένοι οι επιβάτες πατάνε ο ένας το πόδι του άλλου, θέλοντας και μη.

Όμως η τρομαχτικότερη αλήθεια είναι, πως αυτό το λεωφορείο δεν έχει καν οδηγό, αλλά αυτόματο πιλότο. Πρόκειται για παραίσθηση που δρα. Πρόκειται στην κυριολεξία για το Τίποτα, ένα Μη Ον που κυβερνάει όλα τα όντα”.

κατέληξε ο Ιτχ, και σηκώθηκε να φύγει.

 

 

“Πρέπει να πάω να δω την Ουρμούκ”, της είπε, “με περιμένει λίγο πιο κάτω από εδώ. Θα σου την φέρω να την γνωρίσεις κάποια στιγμή”.

Η θεία Ίτπνα άκουσε και δεν άκουσε τις τελευταίες λέξεις του, έχοντας χαθεί ήδη σε ένα μάντραμ προς τους πλέον αφανείς ουρανούς της ανθρώπινης μοίρας και του ελέους . Τα μάτια της σαν χάντρες του Κενού μπροστά σε έναν κόσμο που θα μπορούσε να είναι μόνον προσωπικός.

Ο κόσμος, στο κάτω κάτω, δεν είναι ένας. Ζούμε σε ένα πολύφωτο κόσμων. Τόσα φώτα, όσοι και οι άνθρωποι. Τόσοι πολλοί κόσμοι, όσες και οι φωτεινές κεφαλές των φαντασμάτων που περιπολούν ακόρεστα, ακούραστα, φανατικά και με κάθε κόστος,  πάνω στην επιφάνεια της Γαίας.

 

(συνεχίζεται)