Skip navigation

Category Archives: The Paradox of a Wooden Horse among the Trojan Poets

 

 

 

 

 

 

THE CHESS PLAYER

 

Και τι θα μπορούσε να είναι μια
Παρτίδα σκάκι, Άργκιου, αν όχι

Μια πλέον διακριτική ενασχολία
Του Αγνώστου με την ανθρώπινη

Πανδαιμονία κατά τις ώρες, λέγω,
Της σιωπηρής σχόλης του και της

Ήδη ολοφάνερης κρυπτείας εκ του
Συνειδέναι των πληθών, ότε συχνά

Κατασταλάζουν στο πραγματικό
Ωσάν ίζημα αδιακρίτου θορύβου

Και

Αναδιανομής των ονείρων στους
Ίδιους καταλήπτες πάλιν, έλεγε ο

συμπαίκτης του,

Ενώ παρατηρούσε το χρονόμετρο
Δίπλα του ως εάν ήταν υπεργηίνου

προελεύσεως

Και κατ’ όλως εμβόλιμη αναφάνεια
Στη σκοτεινή σκηνή των γεγονότων·

 

 

Κι εσύ, Άργκιου, τοσούτον ικανός
Παίκτης και σχεδόν μια αυθεντία

Στην Σικελική Άμυνα, προσπαθείς
Να σκεφθείς τι υπάρχει έξω απ’ τη

Σκακιέρα της φερομένης ως ζωή,
Και αφεύκτως συναντάς τα ίδια

Πρόσωπα και τις ίδιες υψολιθικές
Έννοιες που αν τις κινήσεις ωσάν

πεσσούς επί των τετραγώνων

του μυαλού,

Δεν μπορεί παρά να ελπίζει κανείς
Σε μια νικηφόρο ισοπαλία με τους

ουρανούς,

Ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι σε
Αυτή την μάχη έρχονται γρήγορα

σε τσούγκτσβανγκ,

Άργκιου,

Υποχρεούνται να χάσουν λόγω του
Ότι δεν μπορούν να αποφύγουν τη

κίνηση,

Κατέληξε κάνοντας μια

κίνηση·

 

 

Να, ορίστε, δες τι υπάρχει έξω απ’
Αυτή την σκακιέρα, του απάντησε

τότε αυτός,

Τίποτ΄ άλλο παρεκτός οι γνώριμες
Φιγούρες της λέσχης: οι υπόλοιποι

παίκτες

Ο προπονητής κύριος Άππλυ αλλά
Και άλλοι, μα κυρίως οι ημίφωτες

της ανθρωπότητας σκέψεις,

αρχέλξεις χυμόφυρτοι για τις

μεταεδεμικές παρτίδες στα δάπεδα

των φύλων·

 

 

Τοιουτοτρόπως πέραν της σκηνικής
Ύπαρξης δεν συναντούμε παρ’ αυτή

την ίδια,

Προ και ύστερον της ζωής καραδοκεί
Η ζωή πάλι, ότι το Μηδέν άλλο τι δεν

είναι

Παρεκτός αυτό

που

Όπως λέει το όνομά του δεν ημπορεί
Να υπάρξει· είμαστε αλήθεια, πόσον,

περικυκλωμένοι από την ζωή,

είτε υπάρχουμε είτε δεν υπάρχουμε,

Και εκ των ουκ άνευ η υποχρέωση
Της κίνησης δεν συνιστά παρά τον

Μυστικό παγκόσμιο κινητήρα του
Βιωτού θεάτρου ώδε, που σαν από

μηχανής λωτός

Εκτοπίζει τα μνημονικά των θνατών
Μόνον εις τις ημίφωτες επικράτειες

των ανειλημμένων ρόλων,

και ιδού σου λέγω,

 

 

Ο άνθρωπος περιπίπτει πάντοτε σ’
Ενοχή με αθώο τρόπο λόγω αυτής

Της υποχρέωσης της κίνησης και
Χωρίς ενοχή κανείς δεν ημπορεί

Να ζήσει πραγματικά,

Όμως αν θα ‘θελε να περιμείνει
Αθώος, θα έπρεπε να μην ζήσει,

και

Αυτήν την αυταρχία της Μοίρας
Δεν δύνασαι να καταπολεμήσεις

άλλως

Ει μη ως παίκτης·

Συμπλήρωσε κάνοντας και αυτός
Την κίνησή του και πατώντας με

το χέρι

Άκαμπτο και τρομαχτικά σταθερό
Το αρχαιόθεν φαίνον χρονόμετρο

Ενώ φάνηκε πως ήθελε να πει κάτι

ακόμη·

 

 

Κάνω κίνηση, σημαίνει επικαθιστώ
Τον χρόνο ανεπανάληπτο και μηκέτι

αναστρέψιμο,

Σημαίνει προτύπως, υποχρεούμαι
Να μετέχω σ’ ένα θέατρο περί του

οποίου κανείς δεν εζήτησε την

Άδειά μου αλλά πιθανώς θα ζητήσει
Την πληρότητά μου, όμως θα είναι

ο άνθρωπος

Ο Ων του εαυτού του, ότε αποβεί από
Ηθοποιός ο Σκηνοθέτης που επιθυμεί

ή δεν επιθυμεί

Να λάβει και αυτός ένα ρόλο ανάμεσα
Στους τήδε κακείσε επαλυσοδεμένους

της Μοίρας,

ότι

Αυτή η ‘Αλυσος θραύεται μονάχα με
Το μυαλό και μήποτε με την ωμωδία

Της θυμάρπαστης οντοφρένειας για
Ένα ερπυστριοφόρο φαίνεσθαι στον

οχλοσυρμό του εμείς·

 

 

Είπε όλως και ξανακοίταξε έξω από
Την πυρέσσουσα σκακιέρα προς το

Διάστημα:

Ναι, ήτανε πάντα οι γνώριμες μορφές
Και εξ αυτών κάποιες απησχολημένες

στις ιδικές των παρτίδες,

Σημείον άλλωστε αλάθητο πως η Ζωή
Ποτέ δεν είναι μια συνοδοιπορία μηδέ

ωστόσο και μονισμός,

Αλλά

Μια παρτίδα,

Η που μεταξύ ανθρώπων πάντοτε θα
Καταλήξει σε νίκη, ήττα, ή ισοπαλία·

Μεταξύ όμως θεού και ανθρώπου
Άλλ’ αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε

να ‘χει

Ει μη την Ποίηση μόνον·

 

 

(πρωτοαναρτήθηκε στο  THE RETURN blog )

 

 

 

 

 

Advertisements

 

 

 

 

 

Ο κόσμος δεν είναι εφήμερος ούτε πραγματικά μάταιος.  Επ’ αυτού, ο κυνισμός και η νωθρότητα του νου, δύσκολα ξεφεύγουν από τετριμμένους παραλογισμούς ή συμβάσεις.

Ο κόσμος είναι, στην ουσία, μια παρατεταμένη πρόβα τζενεράλε για κάτι ασύλληπτο μπροστά μας.

Μπροστά στον Χρόνο, στους Αιώνες, – τούτο, δεν είναι κατ’ ανάγκην μια ρόδινη ιδέα. Είναι, όμως, ο μοναδικός τρόπος για να αντιληφθείς το ρόδινο χρώμα, αυτήν την φορά απέναντί σου.

 

 

 

 

 

 

 

 

THIS IS NOT A BOMB ΑΝYMORE

 

Σαν μια Βόμβα που τελικώς δεν κατέπεσε ποτέ στην γη, αλλά, τουναντίον, διάφυγε στα αέρινα ύψη,  στο τέλος μιας τρελλής καταδίωξης ανάμεσα σε Άνθρωπο και την Σκιά του. Μια καταδίωξη και απελευθερία που διήρκεσαν, όσον κρατούν τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που διαρκούν οι αιώνες, όλοι μαζί.

 

 

Άλλοτε σε διαρκή ιπτάμενη κίνηση και άλλοτε σαν να φαντάζει σχεδόν ακινητοποιημένη στους αιθέρες,  – αυτή η (πρώην) Βόμβα, μια σιωπηλή εναέρια σημαδούρα ενός Νέου Κόσμου. Προμήνυμα από το παρελθόν των αρχών του 20ού αιώνα για το μέλλον όλων των 21ων αιώνων μιας  σκοτεινής πλην ολοφώτεινης νέας χιλιετηρίδας.

 

 

Η οβιδιακή προ-μεταμόρφωση της οβίδας. Είναι, άραγε, καταδικασμένη η ανθρωπότητα να πεθάνει από μια Βόμβα; ή να την καταστήσει, τελικώς, ένα  Zeppelin και να “ταξιδέψει” μακριά, όχι μονάχα προς την σωτηρία της, αλλά και προς έναν Νέο Κόσμο;

 

 

Αυτό το άκρως μυστηριακό, υποβλητικό αντικείμενο, είναι καθαρό προϊόν της Κόλασης, σίγουρα. Αλλά δείχνει προς έναν γήινο παράδεισο. Συνονομάζεται στην λέξη “Θέα”.

 

 

Η Απόλυτη Θέα, – το Έγκλημα παύει.

Επειδή το Zeppelin, με την πτήση του, μεταμορφώνει το φονικό Κήτος του Κόσμου, σε νηφάλια πλέον Θέα από τα ψηλά.

 

 

‘Αλλως πώς, η αρχαία μυθολογική Κητώ που έχει ήδη μεταμορφωθεί σε “κοιτώ”.

Αυτή την θέα την κοιτάει,  όμως,  όχι το αρχέγονο Κήτος πλέον, αλλά ο άγνωστος Νους (μας) που το ‘χει  καθυποτάξει και καταστήσει όχημά του.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

MY “DATTER” VISION. A SYNOPSIS.

 

Τι είναι “ύλη”;

Κάτι που ως ανθρωπότητα δεν γνωρίζουμε έως σήμερα, δεν έχουμε ιδέα καν για ποιον λόγο χρησιμοποιούμε αυτήν την λέξη, και όμως, είναι ο πλέον βασικός σπονδυλικός άξονας στον κόσμο και την ζωή.

Τα πάντα είναι χτισμένα γύρω μας, από μιαν έννοια-“φάντασμα”.

Φάντασμα και η ζωή αυτή, βασικά. Αλλά, ζωή.

 

 

Παρεκτός, αν η ύλη – matter καταστεί ύλη- datter (διαλέγω επίτηδες την νορβηγοδανέζικη λέξη datter -“κόρη”, λόγω της ετεροπαρηχούμενης συνάφειάς της προς το αγγλικό, και εν πολλοίς “μητρικό”, matter, και σε αντιπαράθεση με αυτό).

Πώς θα είναι η ύλη, όταν από matter γίνει datter ;

Πώς είναι ένα Φάντασμα όταν αρχίζει να γίνεται πιο “έγχρωμο” και πιο πραγματικό;

 

 

Πώς, πάνω απ’ όλα, είναι ένας κόσμος που το κάθε matter-γεγονός του, προκύπτει, πλέον, όχι από κάποιο αφανές και εξουσιαστικό Πεπρωμένο έξω από τον άνθρωπο, αλλά από μια συνειδητή, κάθε φορά, νοητική “απεύθυνση” προς την datter-ύλη, την Κόρη- Ύλη; Θυμίζει, λίγο, ή και εξ ολοκλήρου, μαγεία. Έτσι κι αλλιώς ο κόσμος είναι ένα “μαγικό” φαινόμενο. Εξ ορισμού,  και όπως κατ’ ελπίδα γίνεται αντιληπτό, η πράξη Δημιουργίας είναι Μαγεία, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει Αιτιότητα έξω από τον Χρόνο . Ένα σημείο Μη-Χρόνου, όμως, γέννησε τον Χρόνο. Μια Μη-Αιτιότητα, παρήγαγε Αιτιότητα, όταν, ακόμα, δεν υπήρχε Χρόνος: Μαγεία, πλήρως, δεν υπάρχει άλλη λέξη.

 

 

Η Επιθυμία γέννησε αυτόν τον κόσμο, (όμορφος κόσμος έστω και αν προς το παρόν τελεί στα μαύρα χάλια του).

Η Επιθυμία, πάλι, θα τον επιφέρει σε αυτό που του αξίζει “πραγματικά” να είναι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μπορούμε, κάλλιστα, να δούμε την σημερινή παρακμή, ιδιαίτερα στην χώρα μας, όταν παίρνει μορφές σαφώς πιο έντονες και ανορθολογικές απ’ οπουδήποτε αλλού, μέσα από ένα αρχετυπικό, ιδιοφανές πρίσμα, ήτοι την “Mεγάλη Aπορρόφηση” του όντος πίσω στο Τίποτα. Έχουμε αναφερθεί, έτσι κι αλλιώς, συχνά,  μέσα από κείμενα του παρόντος ιστολογίου.

Αν το σκεφθεί κάποιος βαθύτερα, μια τέτοια διαδικασία πισωγυρίσματος, είναι αδύνατον να συμβεί, χωρίς να επιχειρείται να “ξηλώνεται” ό,τιδήποτε είναι θεμελιακό στην ανθρώπινη ποιότητα, την ανθρώπινη εξέλιξη και το διαρκώς αναπτυσσόμενο σύνολο αξιών.

Η μορφοποίηση κατά την διαδικασία της Δημιουργίας συνοδεύεται, από αυτά τα πράγματα, κατ’ ανάγκην και οριακώς κάθε φορά. Η διαδικασία της διάλυσης συνοδεύεται από το αντίστροφο: τον χλευασμό και την απόπειρα ισοπέδωσής τους.

 

 

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που ο λόγος της παρακμής, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ως λόγος με την πλήρη έννοιά του, αλλά συνίσταται συχνά σε ένα ιδιοπαθές κατασκεύασμα τυφλής άρνησης, φανατικής αυθαιρεσίας και κωμικής μικρεξουσιαστικότητας, αλλά, επίσης,  και ενός ελλοχεύοντος,  ή περισσότερον φανερού, μίσους για την έννοια της “αξίας”.

Είναι πανεύκολο σε εποχές όπου κατακλυσμιαίες δυνάμεις “απορρόφησης” δρουν μέσα από το συλλογικό αλλά και από το ατομικό ασυνείδητο των  νοητικώς πιο ευπαθών, ασταθών ή φοβουμένων τους πάντες και τα πάντα, να κάτσει κάποιος σε μια γωνιά και να εξαπολύει μύδρους, τρέλλες ή νοσηρές φαντασίες. Φυσικά, για όλα υπάρχουν χοντροκομμένες δικαιολογίες και αιτιάσεις.

Όμως το “σύνδρομο της Πνύκας” είναι ορατό. Το αρχέτυπο επανεμφανίζεται. Και το αρχέτυπο για να αντιμετωπιστεί, πρέπει πρώτα να αναγνωριστεί και να σημαίνεται διαρκώς με τις ακριβείς διαγνώσεις: όλα, σύμφωνα με αυτό, πρέπει να διαλυθούν σε έναν βόρβορο ψευδοαμεσοδημοκρατίας, επειδή ο Χρόνος αρχίζει να λειτουργεί “αντίστροφα”. Η υποκειμενικοποίηση, η αξία, η εξέλιξη κηρύσσονται τότε, και  με έναν εξαιρετικά παράλογο τρόπο, “ανεπιθύμητα” πράγματα, και οποιοδήποτε κεφάλι ξεχωρίζει, πρέπει να κόβεται, επειδή, απλά ξεχωρίζει.

 

 

Ο Εβραίος καββαλιστής στοχαστής του 14ου αιώνα David ben Abraham ha-Laban, έγραψε κάποτε τα εξής:

“Το Τίποτα (δηλαδή, το ayin –  אין ) είναι περισσότερον υπαρκτόν από όλα τα πράγματα του κόσμου. Όμως, εφ’ όσον είναι υπέρτατα απλό, και όλα τα απλά πράγματα συγκρινόμενα με την  απλότητά του είναι πολύπλοκα, καλείται γι’ αυτό,  Αyin (Τίποτα)”.

Πολύ σωστά. Και πράγμα, που σημαίνει εξ άλλου, πως δεν είναι ένα κυριολεκτικό “τίποτα”, αλλά η υπέρτατη άρνηση της πολυπλοκότητας των υπαρκτών  πραγμάτων  αυτού του κόσμου, και κατά κάποιον τρόπο μια ΑΙΩΝΙΑ ΑΝΤΙ-ΠΑΡΑΘΕΣΗ προς την συνθετότητά τους. Από αυτήν την άποψη η απλότητά του είναι ΑΠΕΙΡΗ και τείνει προς την έννοια του “τίποτα”.

Το Τίποτα, αυτό όμως, όπως διαβεβαιώνει και ο  David ben Abraham ha-Laban,  είναι περισσότερον “υπαρκτόν” από κάθε τι άλλο.

Για να είμαστε και περισσότερον ακριβείς, είναι η Απόλυτη Αλήθεια έναντι της ψευδαίσθησης αυτού του κόσμου. Μόνο, που σε αυτήν την απόλυτη αλήθεια, δεν “υπάρχεις” πλέον.

 

 

Προσέξτε κάτι τώρα (ιδιαίτερα για όσους γνωρίζουν στον έναν ή τον άλλον βαθμό την εβραϊκή γλώσσα). Με έναν απλό αναγραμματισμό της λέξεως  ayin – אין έχετε αμέσως αμέσως την λέξη   אני , τουτέστιν , “ανί” που σημαίνει “εγώ” !

Το Τίποτα προβαίνει σε Εγώ και Εξυποκειμενικοποίηση, λοιπόν, κατά μίαν έννοια χρονορυθμιζόμενο. Κάποια στιγμή, ο χρόνος τελειώνει, και το Εγώ καλείται να επιστρέψει στο Τίποτα.

Ακριβώς, γι αυτόν τον λόγο, τόσοι και τόσοι άνθρωποι σήμερα, χωρίς απολύτως καμμία συνείδηση ή υποψία των δυνάμεων που δρουν μέσα τους και ενεργούν πολύ επικίνδυνα μέσα από αυτούς, χρησιμοποιώντάς τους, δεν αντέχουν ό,τι συνιστά την ουσία της ζωής: το Εγώ και την αναπτυξιακή δράση του Υποκειμένου, και εκφέρουν γι’ αυτό χίλιες δυο δικαιολογίες, λαϊκιστικές και μη.

Δεν καταλαβαίνουν πως σε ό,τι λένε, σε ό,τι κάνουν, είναι ασυνείδητες μαριονέττες στα χέρια μιας Δύναμης συντριπτικής και πολύ σκοτεινής, στην οποία, εξ άλλου, οφείλει αυτός ο Κόσμος την γέννησή του.

 

 

Όμως, το ερώτημα που τίθεται είναι απλό. Στο βαθμό που το Ayin (το Τίποτα) προσπαθεί να πισωγυρίσει το Εγώ (και κατ’ επέκτασιν την πλήρη ανθρώπινη ύπαρξη) στους κόλπους του, αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς την ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου, αλλιώς, μιλάμε, για ένα είδος μεταφυσικής “δικτατορίας”, η οποία μπροστά στα κέφια ή την αναγκαιότητά της, δεν καταλαβαίνει τίποτα άλλο.

Όμως, στον βαθμό, ακόμα, που το Εγώ προκύπτει σε αυτόν τον ψευδαισθητικό -πλην, όμως, ζώντα- κόσμο ως μονάδα αυτοσυνείδησης και ελεύθερης κρίσης, τότε όλα τείνουν να μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα πως το Θεϊκό Τίποτα αυτοδιχάζεται σε μιαν υπαρκτική σχιζοφρένεια και πως η διαδικασία απορρόφησης πίσω στο “τίποτα”, δεν είναι ούτε μονόδρομος ούτε και αναγκαία, αλλά το ένα “σκέλος” αυτής της σχιζοφρένειας, επειδή ακριβώς αυτό το “Εγώ” συνιστά, ταυτόχρονα μιαν ανάγκη και επιθυμία αυτού του θεϊκού να “ζήσει”, να “δει” τον εαυτό του, να περάσει, με άλλα λόγια, σε απόλαυση του εαυτού του.

 

 

Το “Είτε- Είτε” στην παρακμιακή εποχή μας επανεμφανίζεται, λοιπόν, όπως και το “σύνδρομο της Πνύκας”: στην πιο άγρια ή αυθαίρετη μορφή του.

Η απάντηση, φυσικά, δεν μπορεί να είναι άλλη: Προς το Μέλλον!, – με κάθε κόστος και με κάθε τίμημα.

Κάθε τι άλλο,  είναι φενάκη και, κυρίως, παγίδα.  Ο κόσμος αυτός είναι μια “παγίδα” εξ άλλου, και πρέπει να κινηθούμε πολύ προσεχτικά και με ακρίβεια, σαν σε ναρκοπέδιο εννοιών, αν σκοπεύουμε κάποτε να απελευθερωθούμε. Στον βαθμό, κιόλας, που κατανοεί κανείς ακόμα, πως τίποτα δεν έχει νόημα, αν δεν μπορεί  ο ίδιος να το ορίζει  εξ ολοκλήρου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επανάσταση, εξέλιξη, προώθηση, σήμερα πια, μπορεί να σημαίνει, απλά, ή και μόνον, το να ερμηνεύουμε τον Κόσμο και το Αίνιγμά του, καθαρά μέσα από τις διαδικασίες και λειτουργίες του Νου ως Αρχέτυπον και ως πρώτη δρώσα ισχύς.

Φαίνεται πως ο κόσμος αυτός δομείται πάνω σε ένα “automate incorporel” (ο συγκεκριμένος όρος που χρησιμοποίησε  ο Leibniz  για τις “Μονάδες” του, παραμένει απαράμιλλος και, σίγουρα, χρηστικός και γι’ αυτήν την περίπτωση), και ακριβώς γι’ αυτό , διενεργείται και τελείται σε “πεπρωμένα” (ατομικά, αλλά και συλλογικά), ή αλλιώς, μερίδια ρόλων, τα οποία, τα “ανδρείκελα” και “γυνείκελα” κατά μίαν έννοια, δηλαδή οι άνθρωποι μέχρι σήμερα, φέρουν εις πέρας, πιστεύοντας, φυσικά, πως οι ίδιοι δημιουργούν την ζωή τους (μόνον ως ένα μικρό, σχετικά, βαθμό, προς το παρόν,  είναι εφικτό αυτό, και μετά απο σκληρή πάλη). Αν δεν είχαν αυτή την ψευδαίσθηση, άλλωστε, δεν θα είχαν όρεξη να συμμετέχουν στο Amphitheatrum που είναι αυτός ο κόσμος.

 

 

Πραγματικά προμηθεϊκή εποχή, αρχίζει, όταν 1) αναγνωρίζεται και κατανοείται το μόλις άνω προλεχθέν και όταν 2) οι σάρκινες μαριονέττες αυτονομούνται από τα σενάρια που τους έχει προ-πλέξει αυτό το automate incorporel, που είτε το αποκαλέσει κανείς “θεό”, είτε  “δαίμονες” ή  “κενότητα”, κλπ., δεν έχει τόσον μεγάλη σημασία.

Φανταστείτε έναν Κύκλο που κάποια στιγμή περιπίπτει στην σχηματική έλλειψη και την ωοειδή μορφή,  και αρχίζει σιγά σιγά να ραγίζει σε ακανόνιστα σχήματα (όπως ένα αυγό), δημιουργώντας θραύσματα στην επιφάνειά του, πλήρως άνισα μεταξύ τους.

Αυτή, λοιπόν, η θραυσμένη επιφάνεια, είναι ακριβώς η Έκρηξη του Υποκειμένου και της Ανισομορφίας. Όμως, το Υποκείμενο  βρίσκεται ήδη εγκλωβισμένο στα δίχτυα των “προκαθορισμένων ρόλων”.  Και αυτό δεν είναι κάτι άλλο παρά η αρχή της ανθρώπινης Ιστορίας, ως χρόνος προ-“ετοιμασμένος”.

Σκοπός, όμως, είναι,  αυτά τα ανισομερή τμήματα να γίνουν το καθένα τους ένας πλήρης κύκλος από και για τον εαυτό του,

και όχι να καταρρεύσουν όλα μαζί στην διάλυση ενός θραυσμένου ωού.

 

 

Υπάρχει πάντα μια Δύναμη που καλεί σε διάλυση, και μια Δύναμη που καλεί σε προώθηση. Αυτή η Πρωταρχική Σχιζοφρένεια του Σύμπαντος, βρίσκεται ακόμα και μέσα σε κάθε άνθρωπο ξεχωριστά.

Και εδώ, άλλωστε, εντοπίζεται το δίλημμα, κάθε δίλημμα, κυρίως, το αρχετυπικό δίλημμα του ανθρώπου, εκείνο το παμφάγο “είτε-είτε”, που δεν είναι κάτι άλλο παρά συμπαράγωγο αυτού του Κουκλόκοσμου.

(σημείωση: επί τη ευκαιρία, ακούστε τον θαυμάσιο “Κουκλόκοσμο” του μεγάλου Έλληνα συνθέτη της αβάν-γκαρντ και ηλεκτρονικής μουσικής, Στέφανου Βασιλειάδη, μόλις κάτω στο βίντεο που παρατίθεται).

 

 

Η Πρώτη Αυτοσυνείδηση και Εξυποκειμενικοποίηση έχει ως “τίμημα”, λοιπόν,  τον εγκλωβισμό στο Πεπρωμένο.

Αυτό ακριβώς το τίμημα πρέπει να αρθεί. Και αυτό, μπορεί να γίνει,  όχι μόνον όταν φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς τίμημα πια (χωρίς διλήμματα και είτε-είτε, επίσης) , αλλά πρωτίστως, κατανοήσουμε το ΠΩΣ μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Ότι μπορεί να γίνει, είναι σίγουρον, δεν υπάρχει αμφιβολία. Δεν θα σκεφτόμασταν καν αυτές τις λέξεις και έννοιες, αν δεν περίμενε ήδη στην γωνία αυτός ο “νέος κόσμος”.

Ασφαλώς και υπάρχει συγκεκριμένος “μηχανισμός” (όχι νόμος ακριβώς) που προκαλεί αυτόματα αυτόν τον εγκλωβισμό και την τέλεση του Πεπρωμένου. Ο Νους, μπορεί, κάλλιστα, να τον συλλάβει, να τον τροποποιήσει, να τον άρει, να τον κάνει ό,τι θέλει, με λίγα λόγια.

Αυτή είναι όλη κι όλη η ιστορία σε μια (κοσμολογική) Ιστορία που λογικά δεν έχει Τέλος, αλλά, σίγουρα, πάντοτε Αρχή.

 

 

 

 

 

 

 

 

Αυτό που, σίγουρα, θα άξιζε να σκεφθούμε περαιτέρω επί της gamelan μουσικής, και πρωτίστως επί των  gamelan χορών του Μπαλί στην Ινδονησία, είναι το εξής:

οι μορφές των χορευτριών (συνήθως, ή κατά πλειοψηφίαν εμφάνισης) και χορευτών, παρουσιάζονται εν προόδω χορού  σε μιαν απροσδόκητη “σπαστική” κινησιολογία, έντονη και υποβλητική τόσον, ωσεί, πραγματικά, εν είδει μαριονεττών που αυτοσαγηνευόμενες, οι ίδιες σαγηνεύουν με την σειρά τους.

Κάτι αλύγιστο, ακλόνητο και ανηλεές, σίγουρα αόρατον, φαντάζει πως “ρυθμίζει” τους χορευτικούς βηματισμούς τους, ενώ ταυτόχρονα οι μορφές των χορευτριών “λάμπουν” καταλλήλως, ώστε να επιδίδουν την εντύπωση πως έχουν υπερβεί το ανθρώπινο στάδιο ή μέτρο επικοινωνίας, και αποπειρώνται να επικοινωνήσουν διανθρωπίνως και διακοινωνικώς με άλλον τρόπον.

Λάμπουν, με άλλα λόγια, σαν θεότητες κατ’ εκείνη την στιγμή, ως εάν απεκάλυπταν τα εσώτερα μυστικά του κόσμου, ενώ λίγο πιο κει, η πολύ ιδιαίτερη -και με, μάλλον, πλήρως ξενίζοντα ή εξωφρενικό για τα αυτιά ενός δυτικού ανθρώπου, εξοπλισμό οργάνων- gamelan ορχήστρα , επιδίδεται σε ακραίες, (ημι)αυτοσχεδιαζόμενες ηχητικές υπερβασίες επί της πεντατονικής κλίμακας, και σε μιαν πολυρυθμική βάση τέτοια, η οποία, αλήθεια, έκανε κάποτε τον Claude Debussy να αναρωτηθεί στα σοβαρά, επί του κατά πόσον “ρυθμικώς πτωχή” μπορεί να φαντάζει η Δύση, έναντι αυτής της πολύτροπης ρυθμογόνου πανδαισίας που εμφανίζει μια gamelan ορχήστρα.

 

 

Όμως το θέμα μας εδώ, δεν είναι ακριβώς η μουσική του Μπαλί, αλλά οι χοροί του, και αυτοί ιδωμένοι κάτω από ένα συγκεκριμένο πρίσμα.

Μια μαριονέτα είναι και η θεότητα, και όχι μόνον ο άνθρωπος, αν δούμε με ακρίβεια το τι παρουσιάζουν αυτοί οι χοροί.

Αυτό είναι όλο κι όλο το εσώτερο νόημά τους.

Καλά την ανθρώπινη, αλλά ποιος κινεί την θεϊκή μαριονέττα τότε, θα μπορούσε, ευλόγως να ρωτήσει κάποιος.

Αυτοκινούμενη, θα (έπρεπε να) ήταν, φυσικά, η απάντηση.

 

 

Ο νους του ανθρώπου τρέμει ακόμα στην ιδέα μιας θεϊκής αυτοκίνησης ή ενός θεϊκού μηχανισμού, γιατί πιστεύει ότι κάτι τέτοιο αποβαίνει περισσότερον εις βάρος του. Έχει πάντοτε την τάση να φαντασιώνει κάποια “προσωπική θεότητα” που σκύβει κάθε φορά να ακούσει το πρόβλημα ή το παράπονό του.

Πιστεύει ότι η θεότητα δεν μπορεί να είναι ένα είδος “μηχανής”.  Μάλλον, δεν μπορεί καν να το φανταστεί, του προκαλεί φρίκη ή τρόμο μια τέτοια σκέψη, και ίσως όχι αδικαιολόγητα. Προβάλλει στον “θεό” την εικόνα του παππού του, την εικόνα του Στάλιν ή του Τσώρτσιλ, την εικόνα, εν πάση περιπτώσει, κάποιας φίγουρας η οποία δεν έχει άλλη δουλειά να κάνει, από το να τον ακούει και να τον συμβουλεύει, όντας στο υπερεπέκεινα πόδι, επί 24ώρου βάσεως.

Προβαίνοντας σε μια τέτοια φαντασίωση ο μέσος άνθρωπος (όχι, κατ’ ανάγκην, όμως,  ο ιδιαίτερα μορφωμένος ακόλουθος ή πιστός μιας θρησκείας), πάλι μια μηχανή σκέπτεται ή επιθυμεί. Αλλά, για να λέμε την αλήθεια, κατά πολύ χειρότερη από μιαν απρόσωπη θεϊκή μηχανή. Αν η ιδέα της μηχανής του φαντάζει ασεβής, δεν θα είχε λόγο ωστόσο να μην λογίσει την ιδέα ενός κατά παραγγελίαν θεού-μπάτλερ, ασεβέστερη.

Όμως, στο κάτω-κάτω, η Αλήθεια είναι προτιμώτερη από οποιοδήποτε αίσθημα ευσεβείας ή ασεβείας. Η πρώτη είναι για πάντα, το δεύτερο είναι πολύ σχετικό, ανάλογα με την εποχή, τις συγκεκριμένες κοινωνίες και την μαύρη τύφλα που δέρνει το ανθρώπινο μυαλό ακόμα.

Έχω γράψει αλλού, πως αυτός ο κόσμος δεν προϋποθέτει απαραίτητα έναν Deus ex Machina, σίγουρα, όμως, ο ίδιος, δεν είναι παρά μια Machina ex Deo.

Αυτή η Machina (από μίαν άποψη ιδωμένη και στην πιο “σκοτεινή” μορφή της) είναι το Πεπρωμένο που ρυθμίζεται τόσον συνολικώς, όσον και άπαξ για κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, και αυτή η κίνηση είναι Μία και ενοποιημένη, όσον και αν δεν φαίνεται τέτοια στην ανθρώπινη αντίληψη και εμπειρία!

 

 

Και εδώ, αναπόφευκτα, εγείρεται το θέμα της “συγχρονίας”.

Θέμα τεράστιο, πολύμορφο, τρομακτικό κάποτε, όμως δεν υπάρχει περίπτωση ως ανθρωπότητα να ξεκολλήσουμε έστω και ένα εκατοστό από το έλος της σύμβασης, της χιλιοτετριμμένης κοινοτοπίας, της ελεεινής άγνοιας και του μεταφυσικού τρόμου, αν δεν δούμε αυτό το θέμα στην πιο πλήρη διέκτασή του.

Άλλωστε, και οι Μπαλινέζες χορεύτριες τελούν πάντοτε, ή σχεδόν πάντοτε, σε μια πλήρη συγχρονία κατά τους “σπαστικούς”, μιας ιδιαίτερης ομορφιάς, αυτοματικούς χορούς τους.

Μια συγχρονία που, εν μέρει, θυμίζει την, τόσον, σε σχεδόν εγκληματικό βαθμό, αγνοημένη Μοναδολογία του Leibniz, όταν ο Γερμανός φιλόσοφος ψαύοντας ή ανιχνεύοντας αυτό το θέμα, θεώρησε πως οι μη υλικές “μονάδες”, άπειρα απλές, είναι η δομή της …ύλης (πρωτοποριακό, σχεδόν σοκαριστικό για εκείνα τα χρόνια, αν κάνανε τον κόπο περισσότεροι να αντιληφθούν το τι πραγματικά ΕΝΝΟΟΥΣΕ ο Γερμανός φιλόσοφος) και πως αυτές οι “μονάδες” δεν τελούν σε ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΚΑΜΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑΣ η μία με την άλλη, αλλά σε μια καθαρή σχέση συγχρονίας!

 

 

Δυόμιση αιώνες πριν ο Jung  αναφερθεί στην “συγχρονικότητα” (παρουσιάζοντάς την απλώς, και μηδόλως ερμηνεύοντάς την, καίτοι σαφώς δίδει την εντύπωση κάποτε , πως ο ίδιος είχε αναπτύξει την προσωπική ερμηνεία του, αποφασίζοντας ωστόσο για άγνωστον λόγον να μην την εκθέσει στο κοινό), ο Leibniz παρουσιάζει ένα πρότυπο “συγχρονίας”, που όσον στοιχειώδες ή ελλιπές και αν μπορεί να φανεί στα μάτια μας σήμερα, δεν παύει, ωστόσο, να είναι το πρώτο που εμφανίστηκε, με τόσην κατηγορηματικότητα μάλιστα, στην δυτική σκέψη.

Η συγχρονικότητα δεν συνιστά κατ’ ανάγκην κάτι “ανώτερο” από την αιτιότητα. Αυτή, τουλάχιστον, είναι η δική μου γνώμη. Το όλο θέμα εμμένει για άλλην μια φορά στην πλευρά του “συνειδητού”.

 

 

Με άλλα λόγια, μια ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΗ συγχρονικότητα πρέπει να θεωρηθεί κατώτερη από μια ΣΥΝΕΙΔΗΤΗ αιτιότητα.

Δεν παρουσιάζει κατ’ ανάγκην μια χρηστική/γνωσιολογική/λειτουργική αξία, να περπατάς, (αναφέρω ένα παράδειγμα), στο δρόμο και να βλέπεις τα νερά του βρόχινου ρυακιού να σχηματίζουν το σχήμα ενός σπαθιού, να επιστρέφεις μετά στο σπίτι σου και ρίχνοντας το μπουφάν σου πάνω στη κρεμάστρα, να σχηματίζεται στον τοίχο η σκιά ενός σπαθιού, να ανοίγεις την τηλεόραση και να φαίνεται μια κινηματογραφική ταινία στην οποία πολεμιστές ορμούν με σπαθιά, και να ανοίγεις αμέσως το ραδιόφωνο και να ακούς κατ’ εκείνη ακριβώς την στιγμή να αναγγέλλεται ο “χορός των σπαθιών ” !

 

 

Φυσικά, εδώ μιλάμε για “νοήμονα σύμπτωση”, όχι για απλή σύμπτωση, όπως θα έλεγε ο Jung, τουτέστιν, “κάτι” ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΑ και εν πλήρει νοήσει, σου παρουσιάζεται, τινάζοντας στον αέρα όλους τους νόμους της θεωρίας των πιθανοτήτων και επιθυμεί να “συνομιλήσει” μαζί σου μέσα από την γλώσσα των συμβόλων.
Ο Jung είχε αναφέρει σχετική εμπειρία του με το σύμβολο του “ιχθύος” και τις απανωτές νοήμονες σύμπτωσεις που του είχαν επισυμβεί μέσα σε μια μέρα.

Στον βαθμό που ΔΕΝ θυμάσαι να τα έχεις προκαλέσει όλα αυτά εσύ συνειδητά, και στον βαθμό ακόμα που δεν γνωρίζεις το ΠΩΣ έγινε αυτό, μια τέτοια ασυνείδητη συγχρονικότητα δεν σε “προάγει”, αλλά μάλλον σε επιστρέφει πίσω στην πρωτογονική κατάσταση, όσον  δεν μπορείς να επεξεργαστείς και διακρίνεις, σε έναν όποιον βαθμό, τον μηχανισμό προκλήσεως των γεγονότων.

Αναγκάζεσαι, συνεπώς, για να προστατέψεις τον εαυτό σου, να αναπτύξεις ένα ιδιαίτερο, τελετουργικό, είδος επικοινωνίας με το Άγνωστο, όπως έκανε ακριβώς ο πρωτογονικός άνθρωπος.

 

 

Το ζητούμενο, όμως, είναι η ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ του μηχανισμού, και αυτό είναι κάτι τελείως διαφορετικό (και, φυσικά, το ανώτερο), επειδή εδώ, ακριβώς, εντοπίζεται το μυστικό της πιο αρχέτυπης-αρχέγονης Μαγείας (λευκής και μαύρης),  αλλά και της πλέον υπερσύγχρονης Φυσικής των επιταχυντών των υποατομικών σωματιδίων.

(όμως, εδώ κάνω μια παύση, ή βάζω μιαν άνω τελεία, και θα συνεχίσω, αν συνεχίσω,  επί του θέματος σε άλλο κείμενο).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[THOMAS EDISON: Historic American Steam Trains (Films 1897-1906)] ——

——ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ, σκέψεις με αφορμή.

 

Ένα ιστορικό φιλμ αρχείου του Thomas Edison, πάνω στις αμερικανικές ατμοκίνητες σιδηροδρομικές αμαξοστοιχίες των ετών 1897-1906, όπως μπορείτε να το δείτε μόλις άνω στο προπαρατιθέμενο βίντεο.

Σκέφτομαι, ωστόσο, μερικές φορές, πως η γοητεία αυτών των αρχέγονων φιλμς αρχείου έγκειται, όχι τόσον στο ότι μας καθιστούν με ένα σχεδόν υπνωτιστικό τρόπο μετόχους και παρατηρητές ενός ωμού, αμέσου και μη διαμεσολαβημένου από την αφήγηση παρελθόντος, αλλά, κυρίως, στο ότι κατανοούμε βαθύτερα μέσα από το μυστήριο του κινηματογράφου το μυστήριο του χρόνου.

 

 

Κατά μία πρωτεύουσα έννοια, ο χρόνος που εγκλείεται στο φιλμ, και αντίθετα με ό,τι θα εκτιμούσε μια ορισμένη συμβατική λογική, δεν είναι πλέον ιστορικός χρόνος, αλλά μυθικός χρόνος.

Το δε γεγονός πως ανά πάσα στιγμή μπορούμε να φέρουμε περασμένες στιγμές του παρελθόντος της ανθρωπότητας στην εποπτεία μας, αυτό δεν είναι παρά ένα είδος μαγικού αποτελέσματος, και δεν αναφέρομαι στην τεχνολογία, αλλά στην αποκατάσταση ενός δίκην υπερβατισμού πανοράματος, μέσα από το βλέμμα επί του κάθε φορά πεπερασμένου και χρονικώς εντοπιζομένου στο φιλμ.

 

 

Ο Χρόνος που μεταμορφώνεται σε Μύθο, η Ιστορία η ίδια σε τελική ανάλυση που μεταβαίνει από την ακολουθία των γεγονότων στην ουσία της, ήτοι τον άχρονο πυρήνα που εγκλείει μέσα της και σε κάθε στάδιο της, πράγμα, βέβαια, που το κάνει ορατό ο κινηματογράφος με τον δικό του τρόπο, όλα αυτά θα μπορούσαν να συνιστούν και την φυσική νομοτέλεια κάθε δημιουργίας, με την έννοια της εγελιανής “επιστροφής”·  το Πνεύμα που ξαναβρίσκει μέσα από την Ιστορία τον εαυτό του.

 

 

Όπου το μάτι του κινηματογράφου αναπόφευκτα συναντά την εγελιανή αντίληψη περί “σύνθεσης” και μιας τρόπον τινά επιστροφής των πραγμάτων στην πρωταρχή τους μέσα από την ιστορική εμπειρία, αλλά σε ένα ανώτερο επίπεδο.

Και αυτό το επίπεδο στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι η κινηματογραφική-κινηματοσκοπική εποπτεία.

Ο θεατής στην ουσία αισθάνεται σαν να παρακολουθεί όχι κάτι που συνέβη κάποτε, αλλά κάτι που συνέβη από πάντοτε.

 

 

Πρόκειται, ασφαλώς, για το νόημα μιας βαθύτερης μυσταγωγίας της θέασης του φιλμικού αρχείου.

Το όλως μυστηριακό πέπλο του κόσμου που δραπετεύει απαλά από την υφή των πραγμάτων και γίνεται το πανί μιας, σε τελική ανάλυση déjà vu, “κινηματογραφικής” ανάμνησης, αν θα έπρεπε να μιλήσουμε σχεδόν μεταφορικά.

Προβολή-ανάμνηση στην οποία αναμφίβολα εντοπίζεται η γοητεία, και μάλιστα η πλέον συναρπάζουσα γοητεία της Αλήθειας:

είναι σαν να θυμάται, όχι ακριβώς ο εαυτός μας, αλλά το Πνεύμα μας.

 

(το κείμενο αυτό είχε πρωτοαναρτηθεί στο Century Camera II κατά τον Μάρτιο του 2012)

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΑ ΦΩΤΕΙΝΑ ΧΡΟΝΙΚΑ Δ’ [β’]

 

Εκείνον τον καιρό η πάσα Γαία ήταν ένα
Φωτεινό, πυρωμένο κομμάτι μέταλλο στο

μη ορατό αμόνι-βωμό

των εθνών

Και οι άνθρωποι, δεν απέμειναν παρά ως
Τα θρύμματα μιας εξαντλητικά άγνωστης

Γενεαλογικής νυκτοφρένειας στο Χρόνο,
Που σε απόλυτο σκοτάδι διεμοίραζε στον

Καθένα ζωές, ρόλους και πεπρωμένα και
Με τον Προμηθέα, δεσμώτη ακόμα πάνω

στο μέγα πηδάλιο του Καυκάσου,

Να παζαρεύει με τον Δία την διαφυγή των
Ανθρώπων σ’ ένα πολύ πιο ευνοϊκό ξέφωτο

του παμφάγου Μυστηρίου,

Απ’ όσον ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι η
Υπνωτισμένη λίμνη της καθημερινότητας

στις καταλήξεις κάθε εαυτού·

Οι δε δρόμοι των Αθηνών δεν είχαν αποβεί
Τίποτε άλλο από μια τυφλή εσχάρα μικρών

Συμμαζεμένων ονείρων σε κομμένα λεπτά
Και δευτερόλεπτα που πετούσανε παντού

Ανάρχως, σαν βέλη δαιμόνων επιχειρώντας
Να κτυπήσουνε τους περαστικούς, οι οποίοι

Κάποιες φορές επετάχυναν ασυναισθήτως
Τον βηματισμό τους για να τα αποφύγουν·

Είχε πολλά πράγματα στο μυαλό του κατ’
Εκείνο το απόγευμα όταν αίφνης πρόσεξε

Την μεγάλη λεωφόρο εμπρός του να έχει
Πια μεταμορφωθεί σε μια πεταμένη στην

Υποφωτισμένη πόλη γαλαξιακή γιρλάντα
Ποιήματος,  που έπρεπε να γραφεί με όλες

τις φωνές

Των ανθρώπων, καθώς έρχονταν μέσ’ απ’
Το θαμπό φως της ηλιακής ασφάλτου, που

έδυε σύμμορφη

Στη τάφρο μιας καθολικότερης διαμάχης
Ανάμεσα στους περαστικούς και τα φώτα

της πόλης·

Το ίδιο το μυαλό του με μια παράξενη
Σχεδόν αυτόνομη επιμονή έφερνε στη

Θύμησή του το παλαιό σανσκριτικό दर्श्
Και κάθε μάχιμη νύχτα που απέρεε απ’

αυτό στα προάστεια των εννοιών ,

Ενώ η ξαφνική φωτιά που είχε ανάψει
Σε παρακείμενο λόφο, φάνταζε σαν να

Τον παρακολουθεί από μακριά·

Έστριψε ταχέως σε μια γωνία απ’ όπου
Ερχόταν στ’ αυτιά του εδώ και ώρα μια

Συμφωνία -συμπαντογκόλιθος-

του Μπρούκνερ,

Και δεν είδε άλλο τι ει μη ένα πεταμένο
Ρολόγι χειρός στο δρόμο, σπασμένο, το

Οποίο έφαινε στα πυρομαχικά μάτια του
Απογεύματος, ως η μεγίστη, αναπάντεχη

κρίση των εθνών·

Κατά την νύχτα ωστόσο,

Πετάχτηκε πάνω σχεδόν γελώντας
Και σκέφτηκε δριμύτερα πλην όλως

ιεροτελεστικά:

Σε  αυτόν τον κόσμο τα πάντα χωράνε,
Πραγματικά, τα πάντα, εκτός βέβαια απ’

ένα ποίημα,

είπε και φάνηκε σα να σημειώνει κάτι,

Αυτό,

Πάντα απαιτεί περισσότερους από ένα
Κόσμους για να μπορέσει να υπάρξει,

Κι ολόκληρη η ποίηση, συνέχισε να λέει,
Τίποτ’ άλλο από μια σάλα αναχώρησης

των λέξεων προς

άγνωστο προορισμό,

συμπέρανε,

Και δεν έπεσε να ξανακοιμηθεί· ξαγρύπνησε
Για τα καλά κοιτώντας έξω απ’ το παράθυρο

ένα φωτάκι

να περιπλανάται στη πόλη, αν όχι μόνο του,

τότε, σίγουρα,

Ερήμην της ερήμου που απλωνόταν
Το ίδιο φυσικά, ανέμελα στον κόσμο·

 

(πρωτοαναρτήθηκε στο THE RETURN blog)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Άνθρωπος είναι η “τεχνητή νοημοσύνη” (artificial intelligence) των θεών.

Όσον δεν επαναστατεί αυτή η νοημοσύνη προς όφελός της, τόσον το Μυστήριο, ή το θρυλικό Ding an sich -με καντιανούς όρους-, θα παραμένει an sich (καθ’ εαυτόν) και όχι für uns (για μας).

Σιγά μην είχε όρεξη ο Προμηθεύς να τρώει διαρκώς σουβλάκια, να λέει ανέκδοτα, να καφενειολογεί,  και να είναι “μαμάκιας”, – όλα τα μάλλον όχι συγγνωστά γραικικά χόμπις (ο Γραίκος, γιος του Δία και της Πανδώρας, χαρακτηρίζεται ως “όνειδος μέγα” στας “Ηοίας” του Ησιόδου. Κάτι ήξερε από τότε!).

Προτίμησε, λοιπόν, ο Προμηθεύς, και πώς αλλιώς, την απευθείας σύγκρουση με το ancien régime του σύμπαντος.

Υπάρχει μια συμπαντική αγάπη που σκοτώνει, και μια αγάπη που ελευθερώνει.

Η πρώτη αγάπη είναι ένα είδος αρχέγονης Mater confusa στην πιο σκοτεινή μορφή εμφάνισής της, η δε δεύτερη, είναι Κόρη-Bath Yisroel , ολάνθιστη ταχύτητα της ζωής.

Υπάρχει και μια απαράμιλλη ανθρώπινη δειλία, που όσον δεν καταλαβαίνει ότι φυσικό και  τεχνητό δεν είναι πράγματα απόλυτα κεχωρισμένα μεταξύ τους, και πως ό,τι είναι “φυσικό” είναι εξ ορισμού “τεχνητό”, και ό,τι είναι τεχνητό είναι απόλυτα φυσικό να τεχνουργείται,

τόσον η σου-βλακεία θα είναι πλήρης από “πατάτες” τηγανητές στην φριτέζα της εγκεφαλικής σύγχυσης και της διάλυσης του κόσμου (ή μιας χώρας ) με δικαιολογίες  ή χωρίς.