Skip navigation

Category Archives: The Paradox of a Wooden Horse among the Trojan Poets

 

 

 

 

 

Ο Άνθρωπος είναι η “τεχνητή νοημοσύνη” (artificial intelligence) των θεών.

Όσον δεν επαναστατεί αυτή η νοημοσύνη προς όφελός της, τόσον το Μυστήριο, ή το θρυλικό Ding an sich -με καντιανούς όρους-, θα παραμένει an sich (καθ’ εαυτόν) και όχι für uns (για μας).

Σιγά μην είχε όρεξη ο Προμηθεύς να τρώει διαρκώς σουβλάκια, να λέει ανέκδοτα, να καφενειολογεί,  και να είναι “μαμάκιας”, – όλα τα μάλλον όχι συγγνωστά γραικικά χόμπις (ο Γραίκος, γιος του Δία και της Πανδώρας, χαρακτηρίζεται ως “όνειδος μέγα” στας “Ηοίας” του Ησιόδου. Κάτι ήξερε από τότε!).

Προτίμησε, λοιπόν, ο Προμηθεύς, και πώς αλλιώς, την απευθείας σύγκρουση με το ancien régime του σύμπαντος.

Υπάρχει μια συμπαντική αγάπη που σκοτώνει, και μια αγάπη που ελευθερώνει.

Η πρώτη αγάπη είναι ένα είδος αρχέγονης Mater confusa στην πιο σκοτεινή μορφή εμφάνισής της, η δε δεύτερη, είναι Κόρη-Bath Yisroel , ολάνθιστη ταχύτητα της ζωής.

Υπάρχει και μια απαράμιλλη ανθρώπινη δειλία, που όσον δεν καταλαβαίνει ότι φυσικό και  τεχνητό δεν είναι πράγματα απόλυτα κεχωρισμένα μεταξύ τους, και πως ό,τι είναι “φυσικό” είναι εξ ορισμού “τεχνητό”, και ό,τι είναι τεχνητό είναι απόλυτα φυσικό να τεχνουργείται,

τόσον η σου-βλακεία θα είναι πλήρης από “πατάτες” τηγανητές στην φριτέζα της εγκεφαλικής σύγχυσης και της διάλυσης του κόσμου (ή μιας χώρας ) με δικαιολογίες  ή χωρίς.

 

 

 

 

 

 

 

 

Στο Indianapolis 500, και κατά τους τελευταίους τριάντα γύρους της διεξαγωγής του, είθισται ένα τρελλό “speed up” από τα περισσότερα μονοθέσια, ιδιαίτερα από εκείνα τα οποία παλεύουν για τις πρώτες θέσεις.

Μπορεί τότε να δει κανείς, ξαφνικά, σαν από το πουθενά, να “ξετυλίγονται” πέντε και έξι μονοθέσια κατά πλάτος του track, μέχρι φυσικά να επισυμβούν τα προσπεράσματα (ή όχι) και να ελαττωθεί ξανά και προς στιγμήν ο αριθμός τους, κ.ο.κ.

Side by side, λοιπόν, σε μια τρελλή πολυ-οχηματική ακροβασία και σε ταχύτητες που φτάνουν, και ξεπερνούν ακόμα, τα 360 χλμ. την ώρα, το θέαμα δεν είναι απλά συναρπαστικό, αλλά στην κυριολεξία, σου κόβει την ανάσα.

 

 

Αυτό ακριβώς είναι και ο Νους στις καλύτερες στιγμές του. Επειδή, έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε ένα “μονοθέσιο” κάθε φορά. Σε αυτή την περίπτωση, μία κεντρική έννοια αναφοράς ή ένα συμβάν, και μονάχα μία κύρια αλυσίδα αιτιότητας που συναρμόζει αυτήν την κεντρική ή υπό εξέταση έννοια σε άλλες, ορισμένες και διακριτές, παράπλευρες έννοιες (άλλα μονοθέσια).

Με λίγα λόγια, σκεπτόμαστε ένα πράγμα (μία εξέλιξη)  κάθε φορά, σε μια δεδομένη στιγμή, ό,τι και αν σημαίνει εμπειρικά/πρακτικά αυτό.

Ο Νους τελείται εν πολλοίς και, προσωρινώς,  μέσα από  ένα μονοθέσιο, αλλά το “πλάτος” του παίρνει σίγουρα περισσότερα του ενός “μονοθέσια” σε τρελλή ταχύτητα, πράγμα που σημαίνει, ότι θα φτάσει η εποχή που θα μπορούμε να σκεφτόμαστε περισσότερα του ενός, και διαφορετικά πράγματα, μαζί.

 

 

Ο όρος Alcheringa είναι καθοριστικής σημασίας για τους Aboriginals  κάποιων περιοχών της Αυστραλίας.  Κατά λέξιν σημαίνει “ονειροχρόνος” ή “χρόνος της εποχής του ονείρου”. Σχεδόν παραπλήσιος όρος με εκείνον της “αιωνιότητας”, μιας και η δυτική λέξη περιγράφει ιδιότητα, ενώ η aboriginal λέξη είναι σύνθετο ουσιαστικό, και ως εκ τούτου πιο εύγλωττη. Όμως, κάλλιστα θα μπορούσε να πει κανείς πως ο  Alcheringa, και κατά μίαν έννοια, είναι και τώρα, δεν υπήρχε μόνον “τότε”, όπως πιστεύουν οι Αυστραλοί ιθαγενείς.

Ζούμε σε έναν ονειροχρόνο, απλά ο νους όταν λειτουργεί “μονοδιάστατα” δεν το αντιλαμβάνεται. Έχει συνηθίσει στις έννοιες “φαντασία”, “πραγματικότητα” κλπ. Τα απολυτοποιεί όλα αυτά, και τα ξεχωρίζει πλήρως μεταξύ τους. Του είναι, ακόμα, δύσκολο να συλλάβει το φαινόμενο της Ζωής ως, καθαρά, μια ψευδαίσθηση ή μεταίσθηση, και χωρίς να σημαίνει πως γι’ αυτό  χάνει το ίδιο το φαινόμενο της Ζωής την αξία του! Ίσα-ίσα η Ζωή αποκτά, εν πρώτοις, αξία επειδή είναι ένα ανυπόστατο φαινόμενο έως σήμερα στην προ-ιστορία και Ιστορία του κόσμου!  Και θα αποκτήσει  περισσότερη αξία, κατά παράδοξον όσον και αντίστροφο τρόπο, όταν από ένα σημείο και μετά (η λύση της Αναγκαιότητας και των περιορισμών), γίνει “πραγματικότερη”, όταν θα ενέχει μια μεγαλύτερη ή υπαρκτότερη υπόσταση, με λίγα λόγια όταν ο Νους θα αρχίσει να λειτουργεί πολυδιάστατα με πολλά “μονοθέσια” ξεδιπλωμένα κατά πλάτος του εγκεφαλικού track.

Εξ άλλου, ακούγοντας κανείς το  didgeridoo,  αυτό το θαυμαστό aboriginal πνευστό, νομίζει κανείς πως ακούει ένα όργανο από πολύ μακρινό μέλλον. Η αρχαϊκότητα του ήχου του είναι τόσον σκοτεινή, που καθίσταται απόλυτα μελλοντική, λες και φθάνει πραγματικά στην άλλη άκρη του Χρόνου… (κάποτε, θυμίζει και κάπως τα vocoders της δεκαετίας του 70, ειρήσθω εν παρόδω).

 

 

Ζούμε, όπως φαίνεται,  ακόμα σε έναν “μονοδιάστατο” κόσμο σκιών.

Ο πρώτος έγχρωμος κόσμος όμως, θα προκύψει όχι από έξω , αλλά από “μέσα ” .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

(ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ) ΕΛΕΓΕΙΑ ΘΕΡΙΝΟΥ ΗΜΑΤΟΣ

 

Το έτος 1909, ο Αμερικανός επιχειρηματίας και παθιασμένος οραματιστής-φίλος του ατίθασου αμερικανικού μηχανοκίνητου αθλητισμού που τότε ευρισκόταν εν τη γενέσει του ( και “ατίθασου”, έτσι όπως εξελίχθηκε και τον γνωρίσαμε αργότερα), Carl Graham Fisher (1874–1938), είδε το έργο της ζωής του αποπερατωμένο.

Το Indianapolis Motor Speedway, ένα από τα πλέον θρυλικά oval circuits στην Ιστορία, ήταν ήδη εκεί, για να υποδεχθεί  τους πρώτους αγώνες ταχύτητας,  από εκείνους που έμελε να μείνουν ανεπανάληπτοι στον 20ό αιώνα.

 

 

Έκτοτε το συγκεκριμένο οβάλ γνώρισε πολλές οικοδομικές ανακατατάξεις, επεκτάσεις, ανακαινίσεις, κλπ., ενώ ο θρυλικός αγώνας του Indianapolis 500 (miles),  έμεινε στην Ιστορία ως ένα από τα τρία κορυφαία γεγονότα του παγκοσμίου racing , με τα άλλα δύο, φυσικά, να εμμένουν σε πλήρη λάμψη, ήτοι, ο 24ωρος αγώνας του  Le Mans στην Γαλλία κοντά στις όχθες του ποταμού Sarthe, και το πλέον γνωστό και πολυδιαφημισμένο Grand Prix του Monaco, το οποίον περισσότερον ακτινοβόλησε ως μια μυθική/ αυτομυθολογουμένη τουριστική αττρακσιόν, μιας και το track ήταν και παραμένει πάντα πολύ στενό και δεν προσφέρεται για προσπεράσματα και έντονο ανταγωνισμό.

 

 

Σήμερα, το οβάλ στο Indianapolis έχει μήκος περίπου τέσσερα χιλιόμετρα και μπορεί να υποδεχθεί 400.000 θεατές.

Τα μονοθέσια, εκεί, μπορούν στην κυριολεξία να φτάσουν σε προ-απογειωτική κατάσταση, αγγίζοντας ταχύτητες, πολλές φορές και σε κάποιες στιγμές, πάνω από τα 360 χιλιόμετρα την ώρα. Το ρεκόρ ταχύτητας του circuit το έχει ο Arie Luyendyk (ο “ιπτάμενος Ολλανδός”) του οποίου το μονοθέσιο, το έτος 1996, ανέπτυξε κάποια στιγμή την ταχύτητα των 383 χιλιομέτρων την ώρα!

Λίγο ακόμα και θα πετούσε, πραγματικά.

 

 

Θα πετούσε.

Όμως, “ποιος” θα ήταν εκεί πάνω τότε ;

Κυρίως, για ποιο λόγο ανέφερα όλα τα προηγούμενα;

Ας εκδηλώσω, λοιπόν, τις προθέσεις του κειμένου.

 

 

Υπάρχει, που λέτε, μια ακόμα σανσκριτική ρήση η οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, και με στακάτη αμεσότητα, λέγει το εξής:

“Όποιος γνώρισε το υψηλότερο, δεν κατέρχεται ποτέ ξανά”

( यो वेद परमं स न पुनस् तरति –  yo veda paramaṃ sa na punaravatarati )

 

 

Το Υψηλό, ωστόσο, είναι κάτι πολύ “σχετικό”. Έχει, σίγουρα, μια φιλοσοφική/στοχαστική σημασία, η οποία σπάνια έχει αλλάξει κατά την διαδρομή και παρέλευση των αιώνων. Άλλοτε μπορεί να αποκτά μια πλήρως ηθική έννοια, κάποτε μια καθαρά γνωσιολογική υπόσταση , ενώ, φυσικά, δεν λείπει και ο χλευασμός αυτού του όρου από την οιονεί απελπισία του κυνισμού και της ανεξέλικτης προσωπικότητας.

Όμως, και εν παράλλήλω, θα μπορούσε να προσθέσει κανείς ακόμα πως το Υψηλό έχει πραγματική λειτουργικότητα μόνον αν ανακλάται επιτυχώς και αναμορφούται καταλλήλως  από τους ίδιους τους “πρόποδές” του.

 

 

Υπάρχει ένας  Πάνω Κόσμος και ένας Κάτω Κόσμος. Πείτε τον πρώτο “ουρανό” , “παράδεισο”, “πεδίο της πρωταρχικής μακαριότητας”, δεν έχει σημασία το ποια ορολογία θα προτιμήσετε να ακολουθήσετε εν προκειμένω.

Πείτε, κατόπιν, τον δεύτερο κόσμο,  “Γαία” και θα είστε “μέσα”.

Σκοπός, ωστόσο, πιστεύω, δεν θα έπρεπε να ήταν (κατ’ ανάγκην) η αντιπαλότητα ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους, αλλά η καταστάλαξή τους στους συγκεκριμένους ρόλους τους.

Ο Πάνω Κόσμος είναι πάνω μεν, αλλά με “Κανέναν” εκεί . Μονάχα ως λιμάνι “περι-συλλογής” θα μπορούσα να τον δώ, όχι ως μόνιμη διαμονή.

Ο Κάτω Κόσμος είναι κάτω μεν, αλλά με το ασύγκριτο δώρο της συνείδησης και της αυτοσυνείδησης, καθιστώντας έτσι όχι μόνον δυνατή την εμφάνιση του Υποκειμένου, αλλά κυρίως, την δυνατότητά του να επέμβει καθαρά σε ένα δικό του πεδίο δράσης και αυτοεκδήλωσης δημιουργώντας την Ιστορία του και την λύση της Ιστορίας του.

 

 

Θέλω να πω, με άλλα λόγια, ότι το “Υψηλό” δεν έχει νόημα αν δεν υφίσταται ένας “κατωτέρω κόσμος” ως αναφορά, και, ακόμα περισσότερον, δεν θα είχε νόημα ως αυτοσκοπός, αν δηλαδή δεν χρησιμοποιείτο η γνώση του Υψηλού για την αναβάθμιση/επιδιόρθωση αυτού του κόσμου, του “κάτω κόσμου”.

Γιατί αυτός ο κόσμος μπορεί να είναι “κατωτέρω”, όμως, από μιαν ειδική άποψη, είναι πολύ ΠΙΟ ΠΑΝΩ από κάθε “πάνω κόσμο” στον βαθμό που μόνον αυτός προσφέρει το φαινόμενο της Ζωής!

 

 

Το οβάλ του Indianapolis, όπως κάθε οβάλ, συγκροτεί ένα σχήμα σχεδόν ωοειδές ή παρωοειδές, τουτέστιν, φαντάζει η όλη προετοιμασία για την “πτήση” του Ιπτάμενου Ολλανδού, βαγκνερικής ή ιντιαναπολικής αναφοράς (Luyendyk), ως η εκκόλαψη ενός ωού.

Όπως άλλωστε έλεγε ο μεγάλος Γερμανός μυστικός, ιερέας, ποιητής και γιατρός,  Άνγκελους Σιλέσιους (1624 -1677):

“το σώμα μου είναι ένα κέλυφος μέσα στο οποίο εκκολάπτεται ένας νεοσσός που μέλλει να γεννηθεί από το πνεύμα της αιωνιότητας”.

 

 

Κυμαίνεται η ανάγνωση αυτής της κάπως σιβυλλικής ρήσης του Σιλέσιους με την οποία, εγώ προσωπικά τουλάχιστον, συμφωνώ απόλυτα.

Εξαρτάται όμως από το πώς το βλέπει κανείς. Ο νεοσσός, έχει νόημα να υπάρξει στην Γαία, κατά την γνώμη μου. Ο νεοσσός, ο Νέος Κόσμος.

Αρκεί όμως να ξεμπερδεύουμε μια και καλή με τον “παλαιό” κόσμο.

 

 

Και ο “παλαιός” κόσμος σημαίνει δύο κατά κύριον λόγον πράγματα:

Πεπρωμένο και Αναγκαιότητα.

Είναι το πρώτο που δημιουργεί το δεύτερο, και είναι η προ-σχεδιασμένη “επιθυμία” που κρύβεται στο δεύτερο ώστε να άγει στον απόλυτο χαρακτήρα του πρώτου.

Στο αρχαίο βορειοευρωπαϊκό έπος Ragnarøk, μια μεγάλη σύγκρουση μαίνεται στο τέλος των καιρών. Η Γαία σείεται, το Δέντρο Yggdrasil ( ο άξονας του κόσμου δηλαδή), κλονίζεται, και οι παλαιοί θεοί πεθαίνουν σε ένα έσχατο λυκόφως παραδίδοντας την παλαιά γη σε έναν νέο κόσμο.

Αυτό δεν είναι δυνατόν χωρίς την κατανόηση του Πεπρωμένου και του “μηχανισμού” του, δεν είναι δυνατόν προπάντων χωρίς την άρση και τον θάνατο του Πεπρωμένου.

Λέμε τον όρο “Ασυνείδητο”. Και ξεχνούμε πολλές φορές πως αυτή η λέξη δεν λέει στην ουσία τίποτα. Πρόκειται, απλά, για έναν ουσιαστικοποιημένο επιθετικό προσδιορισμό, και ως εκ τούτου, περιγράφει συνοπτικώς μιαν ιδιότητα, όχι την ουσία.

Λέει, απλά, πως “κάτι” είναι “ασυνείδητο”, δεν λέει φυσικά το ΤΙ είναι αυτό.

 

 

Επειδή, ό,τι είναι “ασυνείδητο” για μας, δεν μπορεί παρά να είναι “συνειδητό” για κάποιον άλλον ή κάτι “άλλο”. Ό,τι δεν συνειδητοποιούμε, σημαίνει αυτόματα πως “κάτι άλλο” το συνειδητοποιεί σε σχέση πάντα με εμάς. Και αυτή, είναι σίγουρα μια σκέψη που εμφανίζεται κατά πάσα λογική ακολουθία στοχασμού (στο βαθμό που θα υπάρξει ο ίδιος), ασχέτως, βέβαια, αν προτιμούμε, συνήθως, να την εξορκίζουμε.

Όμως, εκεί ακριβώς εντοπίζεται  και η μεγάλη σύγκρουση ανάμεσα στους Δύο Κόσμους.

Και εφ’ όσον υπάρχει η Μήτρα του Κόσμου (matrix mundi), τότε υπάρχει επίσης και ο Φαλλός του Θεού , και αυτός δεν είναι άλλος από τον Νου του Ανθρώπου,

και αυτό είναι το πιο σημαντικό:

αυτός ο Νους που καλείται να αποδώσει τον πρώτο ελεύθερο κόσμο στον εαυτό του και δεν έχει λόγο να μην το επιχειρήσει, στο βαθμό που κάθε Λόγος, του είναι διαθέσιμος έτσι κι αλλιώς, απαρχής Δημιουργίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

DEI SUOI IDOLI ETERNI POETASTRI

 

Κάποτε φθάναν ως εκείνη τη πηγή
Και επιχειρούσανε να πιούν απ’ τα

νερά της,

Όμως κάνανε πίσω έντρομοι καθώς
Φοβούντο ότι επρόκειτο τα νερά να

τους καταπιούν

κι όχι εκείνοι

τα νερά,

Τις ολίγες δε σταγόνες που μόλις και
Τους έβρεξαν φαντάζονταν κατόπιν

Ως ασταμάτητους κατακλυσμούς να
Πέφτουν πάντοτε στο ίδιο αφημένο

Σε μια γωνιά της εγκαταλελειμμένης
Γαίας ψηλό κρυστάλλινο ποτήρι που

‘ταν ωστόσο άδειο σαν προτομή·

Εγράψαμε αυτό κι εκείνο, δηλώσαν
Ξαφνικά σε μια ποιητική εκδήλωση

Απαρχής του χρόνου ίδια κι όχι άλλη,
Είμαστε σεμνοί και ταπεινοί εργάτες

Των γραμμάτων και θα μας βρίσκετε
Πάντοτ’ όλους μαζί, γιατί όποιον και

Να διαλέξετε ‘πό μας είναι σαν ήδη να
‘χετε γνωρίσει όλους μας· ότι ένας για

όλους μεν

Όλοι όμως για κανέναν, λέμε πιθανώς
Πως άσχημη ιδέα δεν μπορεί να είναι

και το ν’ αλληλεξουδετερωθούμε

Εν ταυτώ χρόνω εφ’ όσον στον χρόνο
Μάλλον δεν προβλεπόμαστε, ει μη σε

Κάτι που μοιάζει με παρόν, αλλά φέρνει
Επικίνδυνα προς παρελθόν· ερμήνευσαν

Στοχαστικά και με κάποια αλλόκοτα
Χαρούμενη θλίψη· περάστε κύριοι ,

Ακούστηκε μια φωνή από το βάθος
Της σάλας, όλοι όλοι, όχι ένας μαζί,

Και εξεπλάγησαν κατά τι· εννοείτε τι,
Όλοι όλοι όχι ένας μαζί, και τούτο το

Δεύτερο πώς θα ‘ταν δυνατόν; και
Ποιος είναι κάθε φορά ο ένας που

μαζί δεν προστίθεται

αλλά δυστυχώς γι’ αυτό

δεν αφαιρείται κιόλας,

Κυρίως, ερωτούμε κύριε, πού ακριβώς
Καλείτε να περάσουμε, μην και επήλθε

επιτέλους

Η στιγμή της καταξίωσης, ρωτήσανε
Όλοι όλοι κι όχι ένας μαζί, τρέμοντας

όχι ακριβώς

σαν

Ψάρια αλλά σαν φύλλα πληρωμένου
Ακριβά από αέρα χάρτου επί χάρτου

στον αιέν αέρα,

Οι κύριοι παρακαλώ να περάσουν,
Ξανακούστηκε η αρχέγονη φωνή

απ’ το βάθος,

Με τόνο απόλυτο όπως η Αρχή του
Χρόνου, ως εάν ήτανε ματαία κάθε

αντίρρηση σε αυτήν

ή έστω απλή απορία,

Εν τούτοις δεν κάνανε βήμα από
Τη θέση τους πάνω στο βήμα ως

εάν είχαν

Φόβο κυρίου πάντοτε πως θα τους
Απολύσουν ξαφνικά χωρίς καν μια

κάποια αποζημίωση,

Σκεπτικοί συνομιλούσαν μεταξύ
Τους για να διασκεδάσουνε την

επί αιώνες αναμονή τους,

Ενώ ο χώρος αχανής εμπρός τους
Φάνταζε πως ήταν ανέκαθεν εκεί

Αφοσιωμένος απλά και μόνο για
Να τους περιμένει·

Κάτι περισσότερο

σταθερά μην υπονοώντας·

 

 

(πρωτοαναρτήθηκε στο THE RETURN blog)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

 

                    στην Χαριτίνη

 

Υπήρχε ένα μακρινό ακρογιάλι στην
Άκρη του κόσμου σαν από δεκαετίες

ή αιώνες ξεχασμένο

και εντελώς

Έρημο από ανθρώπους· τα πλοία δεν
Φαινόνταν ποτέ στον ορίζοντα, και οι

σπάνιοι γλάροι

Στο πέταγμά τους φαντάζανε ωσάν τα
Κυματιστά σινιάλα του ουρανού προς

την βωβή, ήρεμη θάλασσα

Η οποία στους

Αλλεπάλληλους ελαφρείς επανασυρμούς
Των κυμάτων της, ωθούσε την κρυπτική

επιφάνειά της

Εγγύτερα ολοένα της ξηράς· οι μάλιστα
Βραχύχρονοι παφλασμοί των νερών σε

ρυθμό τακτικό

Μιας

Άφιξης διακριτικής από βάθη άγνωστα
Κι από μαύρους υποβρύχιους κρημνούς

Έμοιαζαν να τραβάνε ολοένα την ξηρά
Προς τα μέσα, προς τα νερά, παρόλο δε

Που ήταν αυτοί που εξέρχονταν με την
Πρωθύστερη κίνησή τους προς τ’ άδειο

ακρογιάλι·

Υπήρχανε τα δένδρα ολιγοστά κι ακόμα
Οι σκόρπιες πέτρες υπήρχαν εδώ κι εκεί

Ως εάν τα κτερίσματα ενός παραδείσου
Και μέσα σε μια συλλογιστική ακινησία

Η οποία δεν έδειχνε να επηρεάζεται από
Τους γλυκείς απαλούς ήχους των νερών

ποτέ·

Και μια βάρκα δεμένη πρόχειρα σε έναν
Απόλυτο μετωπιαίο βράχο παραπλεύρως

Άγνωστον ποιος την είχε αφήσει και πότε,
Βάρκα τόσον ευγενική στην ανεπαίσθητη

Εναιώρησή της επί των διακριτικών κυμάτων
Καθώς και  στην λεπτή ξύλινη κατασκευή της,

που

Καίτοι περισσότερον από βέβαιο πως και
Αυτή, όπως και τα λοιπά πλεούμενα στον

κόσμο,

Αναμενόταν να διαπλεύσει τ’ αχανή ύδατα
Παρέμενε ωστόσο σταθερά στο ίδιο σημείο

Ως εάν παραδόξως

Eίχε φτιαχτεί όχι για να πλέει αλλά για να
Υποδέχεται· οι δε ολοένα καταφθάνοντες

φλοίσβοι

Τοσούτον στιγμιαίοι στην προφάνειά τους
Και την ήσυχη, άηχη απόσυρσή τους από

Το

Χείλος της βαρειάς, εκδηλωμένης στεριάς
Πίσω πάλι προς τ’ αδήλωτο της θάλασσας

Δεν έδειχναν ποτέ να αναχαιτίζονται από την
Παρουσία της βάρκας·  εξ ίσου στιγμιαία από

Κάτω της γλιστρούσαν σαν σ’ έναν χορευτικό
Αναπαλμό της, καθώς δεν έφευγε ούτε λεπτό

από τη θέση της,

Στα σύνορα ανάμεσα σε δυο κόσμους και σε
Δύο επικράτειες ήρεμα προτείνοντας ένα πιο

διηνεκές βασίλειο

της λήψης και της απόδοσης,

Κάτ’ από τον ράθυμο αιώνιο ήλιο που
Ακολουθούσε σιωπηλά, χωρίς αλήθεια

να έχει λόγο να φωτίσει

Ο ίδιος κάτι περισσότερο·

 

 

 

 

 

 

 

 

KØBENHAVNS EVIG UDSIGT

 

 

Όταν, λοιπόν, εκόπασε η μεγάλη ταραχή
Και οι προάνθρωποι – ημιπνεύματα είδαν

από

Τα φινιστρίνια των ουρανών, αυτόν τον
Θρυλούμενο, νεοσχηματισμένο Κόσμον,

κανείς

Δεν ήταν σίγουρο, ωστόσο, πως έβλεπε τη
Φλόγα που μαινότανε  στα εσώτερα των

κέρινων,  ωσεί ανθρώπων,

μορφών,

Οι οποίες και απροσκόπτως τόσον

Πορευόντανε στους δρόμους ωσάν νύχτες
Που κατέπιναν διαρκώς νύχτα μετά νύχτα·

Ιδού ο κόσμος, λέγανε, και έδειχναν, όντως,
Τα τήδε χρωματισμένα σπίτια στο λιμάνι να

Απλώνονται σαν παιδική ζωγραφιά επί της
Μίας πραγματικότητας, αλλά και τις άλλες

Κέρινες μορφές που παρομιλούσανε καθ’ όλην
Την συσκοτισμένη διάρκεια της Δημιουργίας

Και έφτιαχναν με υπνοβατική όρεξη κάθε
Πολιτισμό, θρησκεία και φιλοσοφία, καθώς

και τέχνη,

 

 

Και μετά, βεβαίως, εισήρχοντο ξανά στα
Σπίτια τα χρωματιστά εμμένοντας όμως

οι ίδιες

αχρωμάτιστες·

Σαίρεν, Σαίρεν, ακουγόταν η φωνή
Στα όρια ανάμεσα μνήμη και νύχτα,

Είναι δάνειος ο κόσμος αυτός, έλεγε
Η δριμεία γοργόνα στους περαστικούς

Που είχε ζωντανέψει αλλά παρέμενε
Στην θέση του αγάλματος, είναι σας

λέγω,

δάνειος ο συρφετός του,

όμως θα γίνει κάποτε δικός μας!

Είναι Δανός, δανός και κεκαυμένος
Ηριδανός, Ιορδάνης και ομιλών επί

της πυράς κάθε στιγμή,

 

 

κατέληγε,

Και η ατέρμονη φλόγα του πυρσού
Που σχημάτιζ’ η πλήρης χώρα στον

χάρτη

Πάν’ από τον ηπειρωτικό βωμό της
Ευρώπης, δεν διεπιστώθη ακόμα τι

ακριβώς εφώτιζε·

Ωστόσο,

Ήταν άγρια και υπέροχη η Βόρεια
Θάλασσα, φυσούσε ξανά κόσμους

πάνω σε κόσμους

Που κατέπιπταν σωρηδόν επί των
Δυτικών ακτών της χώρας την μία

Γεωδαιτική φλόγα μεγαλύνοντας

 

 

Έως την ολοένα αύξουσα σπορά
Χρωμοσωμάτων σπινθηραιώνων

Ολοσχερώς μετέχοντας επί παντός
Οι επερχόμενες, απτές, ανθρώπινες

μορφές

Σε μιαν ακόμα, του φωτός,
Πλήρως άγνωστη ταχύτητα·

 

 

 (πρωτοαναρτήθηκε στο THE RETURN blog – ο τίτλος του ποιήματος είναι στην δανική γλώσσα και σημαίνει:

Η Αιώνια Θέα της Κοπεγχάγης” )

 

 

 

 

 

 

 

SÆCULUM NOVUM

Η Πνύκα, η Άβυσσος, ο Διόνυσος Ελευθερεύς,
και το γέλιο του Ισαάκ στους διαδρόμους του Νέου Αιώνος

 

 

Η εκκλησία του δήμου στην Πνύκα, η πολυδιαφημισμένη από τους ανιστόρητους και τους αφελείς, ήταν μια φορά κι έναν καιρό το ψευδώνυμο του θανάτου όταν δεν ήταν χαζός να υπογράφει με το όνομά του, με τον ίδιο τρόπο που ένας υπέρτατα αιρετικός κάλλιστα θα μπορούσε να σκεφθεί (από φαινομενική και μόνον άποψη “βλάσφημα”, μιας και εδώ δεν ομιλούμε για έναν άνθρωπο, αλλά περί του εσωτερικού σχίσματος σε ένα καθολικό πνεύμα), ότι ο Σατανάς είναι το ψευδώνυμο του Θεού, όταν ο ίδιος δεν θέλει ή δεν μπορεί να υπογράψει με το όνομά του. Εκεί που ο Θεός, άλλωστε, κτίζει, δουλειά του Σατανά είναι να καταστρέφει.

Φυσικά, ο θάνατος αφθονούσε ανέκαθεν στην υδρόγειο. Όμως, αυτού του είδους η “δημοκρατία” δεν μπορούσε να περιμένει τους κάποτε αργούς ρυθμούς του. Εξ αυτού, άλλωστε, το κώνειο κατέστη κάποια στιγμή το αγαπημένο ντρινκ “εις υγείαν του λαού” φυσικά, που όπως πάντοτε, του αρκούσε μια δημαγωγική συμμορία για να τον αποβλακώσει και να ζητεί τις κεφαλές των φιλοσόφων.
Δυόμιση αιώνες, περίπου, όλους κι όλους κατάφερε να επιζήσει η εκκλησία του δήμου, για να καταλήξει όχι αργά σε ένα σφαγείο και κρεοπωλείο δημαγωγίας, ψευδούς ρητορικότητας και ανεξέλεγκτης συκοφαντίας.

 

 

Η εμφάνιση συμμοριών σε τέτοιες συνθήκες (συνθήκες, δηλαδή, μιας ψευδούς ισότητας που αιτείται, τις περισσότερες φορές ασυνειδήτως πλην εμφανέστατα, την επιστροφή σε μιαν πλήρως αδιαφοροποίητη massa confusa και την άρση του υποκειμένου) είναι ένα γεγονός που ενέχει και την υπαρξιακή, και, σίγουρα, συνολικότερη, εξήγησή του, εκτός, φυσικά, όλων των άλλων εξηγήσεων, των πλέον μεμερισμένων και εξειδικευμένων.

Μια τυφλή τάση ή επιθυμία άρσης κάθε διαφοροποίησης και υποκειμενικοποίησης, όπως εν προκειμένω, δεν παύει ωστόσο να τελείται σε έδαφος γήινο που προκαλεί συνεχώς την εμφάνιση εκείνων των πραγμάτων των οποίων ακριβώς η άρση επιζητείται.
Τοιουτοτρόπως, το υποκείμενο και η εμφάνισή του, και ως προς τις πολιτικές παραμέτρους ανάδειξής τους, δεν παύουν (δεν μπορούν να παύσουν) στην εκκλησία του δήμου, αλλά συνήθως αναφύονται με μάλλον εγκληματικό, βάρβαρο τρόπο.

Η Πνυξ που πνίγει.

Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς παρά να “πνίγει”, γιατί Πνυξ και Ζωή, αν το δούμε κατ’ ουσίαν και όχι κατ’ επίφασιν πολιτικού και δημόσιου βίου, είναι δυο πράγματα πλήρως ασύμβατα μεταξύ τους. Οποιοδήποτε κεφάλι ξεχωρίζει πρέπει να κόβεται, σχεδόν αυτόματα.

Και, όπως εύκολα μπορεί να καταλάβει κάποιος, αν δεν ξεχωρίζουν και δεν πρόκειται να ξεχωρίζουν κεφάλια ποτέ, δεν υπάρχει ζωή.

 

 

Βέβαια, υπάρχει και ο “χρυσούς αιών” της αθηναϊκής δημοκρατίας, μόνο που θα πρέπει να διαπιστώσουμε σε αυτόν, την ευφυία και την οργανωτική δύναμη ξεχωριστών προσωπικοτήτων περισσότερον, παρά την αποτελεσματικότητα της εκκλησίας του δήμου.
Προ πάντων, ο “χρυσούς αιών” ώρισε και επέβαλε μια δεσποτική ηγεμονία των Αθηνών σε μέγα μέρος του ελλαδικού χώρου, τέτοια που κάλλιστα θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για πρωτο-“ιμπεριαλιστική” (ο όρος με την πλατύτερη και εν ολίγοις αυθαίρετη έννοιά του) φάση επεκτατικής τυρρανίας που προήρχετο από μια πόλη που έβγαινε νικηφόρος από τους Περσικούς Πολέμους.

Τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο ισχύει για τα γράμματα και την φιλοσοφία. Οι αττικοί τραγωδοί παρουσίαζαν συχνά φιλοαριστοκρατικές απόψεις, ενώ ο Σωκράτης, από ένα σημείο και μετά, δεν υπήρξε τίποτε άλλο από μια ζωντανή περιφερόμενη μομφή κατά της αθηναϊκής δημοκρατίας.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε το εξής: φαίνεται ότι τα γράμματα και οι προσωπικότητες, κατ’ εκείνους τους καιρούς, δεν άνθισαν τόσον χάρις στην εκκλησία του δήμου, αλλά, μάλλον, ή κυρίως, χάρις σε μιαν “αντιπαλότητα” με αυτήν.

 

 

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε που οι περισσότεροι αναρχικοί θεωρητικοί και ακτιβιστές του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνων (όταν, δηλαδή, υπήρξε μια φορά κι έναν καιρό σοβαρό αναρχικό κίνημα στον κόσμο) δεν εμπνεύσθηκαν καθόλου από την Πνύκα, ακριβώς επειδή διέγνωσαν τον κρυμμένο τυρρανικό χαρακτήρα της και το όργιο θανάτου που θα μπορούσε να επιφέρει στο όνομα μιας ψευδούς “ισότητας”.
Οι οποιεσδήποτε συνδέσεις και εκλεκτικές συμπροσθέσεις ή συμπάθειες ανάμεσα Αναρχία και “άμεση δημοκρατία” (όρος που δεν πρέπει να ταυτίζεται εξ ολοκλήρου με την εκκλησία του δήμου στην Πνύκα), υπήρξαν κατοπινότερα επιγενόμενα, στην πλειοψηφία τους τουλάχιστον, αν εξαιρέσει κανείς μερικές πρώιμες απόπειρες επί τούτου.

Ο φιλοαναρχικός στοχαστής και συγγραφέας Jacques Ellul, για παράδειγμα, στράφηκε στους Κριτές του Ισραήλ όπως αναγράφονται και περιγράφονται στην Παλαιά Διαθήκη, για να ανεύρει έναν πρόδρομο της Αναρχίας, και όχι στην Πνύκα.

Όμως το ουσιαστικότερο που μένει να δούμε εδώ, είναι άλλο, επειδή δεν είναι το θέμα μας ακριβώς η αμφισβητούμενη σύνδεση μιας μορφής αναρχίας με την (φερομένη ως) άμεση δημοκρατία της Πνύκας, αλλά, πρωτίστως,  μια διερεύνηση της κρυμμένης αρχετυπίας της εκκλησίας του δήμου.

 

 

Υπάρχουν δύο δυνάμεις στον κόσμο που με λύσσα προσπαθεί η μια να εξοντώσει την άλλη. Πρόκειται για μακελειό.

Η μία δύναμη βλέπει την ανθρωπότητα ως προϊόν εξέγερσης και σφετερισμού μιας πρωταρχικής “ουράνιας” κατάστασης και επιτίθεται να ρημάξει τα πάντα, και η άλλη, η Συνείδηση του ανθρώπου, είναι το μόνο πράγμα που μετασχηματίζει υγιώς το θεϊκό στοιχείο σε σχέση “αναγνώρισης” ανάμεσα σε 2 (δύο , και ο αριθμός 2 με την καθαρά αφηρημένη-αριθμητική έννοιά του).

Υπάρχει το Άουσβιτς της ύπαρξης, υπάρχει και το (πνευματικό) Ισραήλ.

Υπάρχει μια μαύρη μαγεία που καλεί συνεχώς την συνείδηση του ανθρώπου να μιγνύεται με όλους και όλα (στο όνομα του “ενός”) και υπάρχει το Έπος του Υποκειμένου που καλεί για ελευθερία ανάμεσα σε ελεύθερες ατομικότητες και ελεύθερες υποκειμενικότητες και σε ολοένα περισσότερη διαφοροποίηση και εξατομίκευση.

 

 

Μπορούμε, ασφαλώς, να ομιλούμε για μια προ-αρχέγονη “αγάπη”, όταν δεν υπήρχε απολύτως καμμία εξατομίκευση και εξυποκειμενικοποίηση στο Όν.
Αυτή η κατάσταση, σίγουρα, είναι ένα είδος “μακαριότητας”, και, ακόμα πιο σίγουρα, ένα (απόλυτο) είδος αγάπης, το θεϊκό ως πλήρης ταύτιση με τον εαυτό του, το θεϊκό ως ο “κανένας”, ως η απόλυτη έλλειψη αυτοσυνείδησης, ως η απόλυτη εσωτερικότητα στα άδεια πεδία του τίποτα ή της κενότητας.

Όμως αυτού του είδους η αγάπη, είναι, επίσης, αδιανόητη και ανυπόφορη . Σου επιτρέπει, κατά κάποιον τρόπο να αγαπάς και να αγαπιέσαι, αρκεί να μην υπάρχεις!  Δεν διαφέρει σε πολλά, και στον βαθμό, βέβαια, που “απαγορεύει” την έξοδο στην υποκειμενικοποίηση,  από την αγάπη δεσποτικών γονιών που επιθυμούν να ελέγχουν και να χειραγωγούν τους γόνους τους ως μαριονέττες.

Με άλλα λόγια, οποιαδήποτε πρωταρχική κατάσταση μακαριότητας στα πεδία της κενότητας και της ασυνειδητότητας για να είναι πρόσφορη ή δεκτή,  δεν πρέπει να “απαγορεύει” την έξοδο στο Υποκείμενο. Αν την απαγορεύει, τότε αυτό είναι μια ατέλεια ή ελάττωμα στους “ουρανούς”  που λύεται μόνον με την εξεγερμένη δημιουργία του κόσμου και το προχώρημα, την πρόοδο του κόσμου, πάση θυσία, με κάθε κόστος και τίμημα και όπου βγάλει  -κατ’ ελπίδα στην Ελευθερία και την άρση κάθε αρχέγονης έριδος ανάμεσα σε Συνείδηση και Ασυνείδητο. Αλλά θέλει πολλή δουλειά, ώσπου να επιτευχθεί κάτι τέτοιο.

 

 

Η χώρα μας, συνολικώς, βρέθηκε στην δίνη ενός τέτοιου μαύρου αρχετύπου, που μεταφραζόμενο σε “ιστορικές συγκυρίες”,  της απαγόρευσε να ενηλικιωθεί. Η χώρα μας “παγιδεύθηκε”, δηλαδή, στο συνεχώς παραμονεύον μητρικό δόκανο αυτής της αρχετυπικής παγίδας, που φαίνεται να μην συμφιλιώνεται ποτέ με το ίδιο το φαινόμενο της ζωής.

Δεν είναι τυχαίο που η “Φόνισσα”, το μέγιστο αριστούργημα του Παπαδιαμάντη εγράφη σε αυτή την χώρα, στην οποία το υποσυνείδητο μίσος για το ίδιο το φαινόμενο της ζωής (αν το δει κάποιος βαθύτερα) και η διαμαρτυρία για την έξοδο από την μακαριότητα της απραξίας στον κόσμο, επιφέρεται συνήθως ως “μίσος για την αξία”. Οποιοσδήποτε άνθρωπος στην Ελλάδα μπορεί να μπει αυτομάτως στο “στόχαστρο” πολλών, με έναν αναπάντεχα ανορθολογικό τρόπο (και με χίλιες δυο δικαιολογίες-συκοφαντίες συνήθως), ένεκα μόνον της αξίας του, της όποιας, περισσότερης ή λιγότερης.  Και αυτό, αν θέλουμε να είμαστε δυσάρεστοι, πλην ειλικρινείς, δεν υπάρχει άνθρωπος με σώας τα φρένας του που να μην το έχει παρατηρήσει/διαπιστώσει στην Ελλάδα! Αυτό ακριβώς το “σύνδρομο της Πνύκας” (αν θα μπορούσα να το ονομάσω έτσι), ρήμαξε τελικώς την χώρα μας και επέφερε όχι “ισότητα” (που δεν μπορεί έτσι κι αλλιώς να υπάρξει στην ζωή, -ισονομία, ισοδικαιωματικότητα και ισαξιοπρέπεια ναι, αυτά είναι τα ζητούμενα), αλλά γενικευμένη δυστυχία.

Αν δεν κατανοηθεί, λοιπόν, αυτό το “μαύρο αρχέτυπο” στην λειτουργικότητά του, οποιαδήποτε εξήγηση, κοινωνικο-ιστορικό-πολιτική, και αν επιστρατεύσετε για να ερμηνεύσετε αυτό τον έξαλλο φθόνο και ζήλεια, αυτό το τυφλό μίσος και τις γελοίες βεντέττες που μαστίζουν την χώρα μας, δεν πρόκειται να αποβεί αρκετή, ή και καθόλου χρήσιμη.

Κυρίως, θα έπρεπε μάλλον να κατανοηθεί πρώτα εδώ, ότι κατά μίαν, πολύ ουσιαστική και δρώσα, έννοια, η πρωταρχική μακαριότητα της μη υποκειμενικότητας, συνιστά ένα πλήρως πρωτόγονο στάδιο σε σχέση με το ανθρώπινο!

 

 

Δεν υπάρχει, λοιπόν, εκεί “κανείς” για να συνειδητοποιήσει και να απολαύσει αυτή την μακαριότητα. Πρόκειται για ουράνια αναισθησία ή αναίσθητη παντοδυναμία, αν θα θέλαμε να το ορίσουμε με πλήρη ακρίβεια, όσον και αν ορίζει ένα είδος αμφίβολης ελευθερίας, λόγω ακριβώς του ότι είναι απόλυτη, και από αυτή την άποψη συνιστά και μιαν απόλυτη σκλαβιά.

Απόλυτη ελευθερία/σκλαβιά (συμπίπτουν τα αντίθετα εδώ πλήρως!), χωρίς “κανέναν” να υπάρχει, δεν είναι σίγουρα ό,τι προτιμώτερο, και ό,τι θα μπορούσε να αποτρέψει μια πρωτο-εξέγερση και ανάδυση υποκειμενικότητας στους ουρανούς, και, κατά συνέπεια, την δημιουργία του κόσμου και την εμφάνιση της ζωής σε αυτόν.

Σε αυτόν τον κόσμο, άλλωστε, υπάρχει ο θεός μέσα στον άνθρωπο και υπάρχει ο θεός μέσα στον ίδιο τον Σατανά. Ο άνθρωπος, με την σειρά του,  λογίζεται ως Σατανάς από τον Σατανά-έκπτωτο θεό, αν ακολουθήσουμε μια ιουδαιοχριστιανική ορολογία ονομαστικής απόδοσης σε αυτή την μαύρη αρχετυπική δύναμη κατά της ζωής, πράγμα που δεν είναι , φυσικά, ή πάντοτε, απόλυτα αναγκαίο, μιας και έχει νόημα οι φιλοσοφικοί όροι να προτιμώνται, κατά ενδεδειγμένη συγκυρία ή επιλεκτικώς, ως αποφλοιώνοντες από ερμηνευτική γωνία πρόσληψης την όποια κατατρομοκράτηση του ανθρωπίνου υποσυνειδήτου από απλοϊκές μορφές θρησκευτικού φανατισμού (και όχι της θρησκείας, που ως τέτοια, και ως προς το αρχετυπικό-θεματολογικό-γνωσιολογικό περιεχόμενό της είναι ακόμη πολύτιμη για την ανθρωπότητα, πέρα, φυσικά, από τον συνήθη λατρευτικό/ψυχοθεραπευτικό ρόλο της για όποιον το επιθυμεί).

Οι αρχαίοι Γαλάτες Δρυίδες μάγοι, ιερείς και φιλόσοφοι είχαν επεξεργαστεί ένα σύστημα τριών κύκλων στην ύπαρξη και την μη ύπαρξη, ήτοι τον Γκουενβέντ (τον ουράνιο κύκλο της ελευθερίας), τον Ανμπρέντ (τον φυσικό κόσμο της αναγκαιότητας) και τον Αννούν (την Άβυσσο).
Αν λογίσει και σταθμίσει κανείς καταλλήλως την εποπτική-θεωρική γνώμη τους, τότε, προκύπτει ως συμπέρασμα πως ο Γκουενβέντ συνιστά ένα είδος Νήσου των Μακάρων της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, ένα πεδίο όπου η αναγκαιότητα του εδώ φυσικού κόσμου παύει να υφίσταται. Ή ένας χριστιανικός παράδεισος, ασφαλώς.

 

 

Το θέμα όμως είναι πως η “αναγκαιότητα” δεν πρέπει να θεωρείται διαιωνίως σύμφυτη με τον υλικό κόσμο, αλλά ως κάτι προσωρινό και μόνον, τουτέστιν, και ομιλώντας αντιπαραβλητικώς/μεταφορικώς ως ένα στάδιο “αιχμαλωσίας” στην Αίγυπτο και πρώιμης απόδρασης από αυτήν…
Ο Μωυσής και το πλήθος δεν έχουν διαβεί ακόμα την Ερυθρά Θάλασσα. Ο κύβος της “τύχης” και του πεπρωμένου δεν ερρίφθη ακόμα.

Και μήπως δεν είναι ο Διόνυσος Ελευθερεύς, σε τελική ανάλυση, ο κρυμμένος διάδοχος, ο μυστικώς φέρων το εβραϊκόν Τετραγράμματον, που έχει ως πρώτο γράμμα του το γιοντ (י ), ήτοι την δυνατότητα του “γίγνεσθαι”; – θεός είναι αυτός που γίνεται, εν κατακλείδι, και όχι αυτός που είναι. Και η μυθική ιστορία του Διόνυσου, σίγουρα, δεν είναι παρά ένα δριμύ γίγνεσθαι. Δεν θα βρείτε πουθενά αλλού, θεό που να είναι τόσον συμβεβλημένος ή συνυφασμένος με την έννοια του γιοντ-γίγνεσθαι. Όχι όμως διαιωνίως. Κάποτε καταλήγει σε έναν νέο “Αιώνα”.

 

 

Ο δε Ισαάκ (Γιτζχάκ – יצחק , από το εβραϊκό ρήμα  צחק  που σημαίνει “γελάω”, τουτέστιν,   ο “άνθρωπος που θα γελάει”) μέλλει τότε να παντρευτεί την Ρεβέκκα ( רבקה , από το εβραϊκό ρήμα רבק που σημαίνει “προσδένω σταθερά”, τουτέστιν, η “σιγουρεμένη”, άλλως, μια προσωποποίηση της -Νέας- Γαίας.)

Ο Ισαάκ, βεβαίως, παρ’ ολίγον να θυσιαστεί και την γλύτωσε φτηνά. Όσον, όμως, ακριβώς ακριβός θα είναι εξ αντιστρόφου ο κατ’ ελπίδα επερχόμενος νέος κόσμος του Διόνυσου Ελευθερέως (που δεν ταυτίζεται εξ ολοκλήρου, φυσικά, με τον Βάκχο, είναι άλλο πράγμα στην ουσία).

Άλλως, όπου η Ελευσίς καθίσταται αναπαντέχως και μέσα σε μια στιγμή Έλευσις, και όλα τα περιρρέοντα λύματα καθαίρονται σε μιαν αποκάλυψη ενός νέου κόσμου που μέλλει να αποδώσει στον άνθρωπο την πραγματική/δυνητική ταυτότητά του και σε κάθε γνωστή ταυτότητα την συνεχόμενη διαφοροποίησή της μέχρι τα έσχατα όρια (αν υπάρχουν όρια) κάθε μαγείας και ομορφιάς.

 

Σημείωση προς τους αναγνώστες:

Ενδέχεται, λόγω του καλοκαιριού, οι αναρτήσεις να μην είναι συχνές από εδώ και πέρα έως το φθινόπωρο. Θα προσπαθήσω, πάντως, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, να δίνω το παρών κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα.

Ευχαριστώ τους φίλους και αναγνώστες για το ενδιαφέρον και την αφοσίωσή τους στο ιστολόγιο.

Πρωτίστως θα ήθελα να ευχαριστήσω, και από εδώ,  την αγαπημένη μου, την Χαριτίνη, για τις συχνές αναδημοσιεύσεις της από αυτό το ιστολόγιο στην προσωπική σελίδα της στο facebook.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Europos panorama1preview_phixr

 

Ο Πύργος της Ευρώπης (Europos Bokštas) που βρίσκεται στο Vilnius της Λιθουανίας, αποτελεί σίγουρα ένα από τα πλέον παράξενα οικοδομήματα των αρχών του νέου millenium. Έχοντας ύψος 148 μέτρα, κτίστηκε ως μέρος του εορτασμού της βαλτικής χώρας για την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το έτος 2004.  Κτίσμα μιας υπερμοντέρνας, σχεδόν μεταβιομηχανικής σχεδιαστικής, φαντάζει ως εάν εμφυτεύθηκε στο αστικό περιβάλλον από ένα αδιευκρίνιστα μακρινό όσον όμως -και παραδόξως- αρχαϊκό μέλλον με τις πολύ αδρές, μονολιθικές, απόλυτες στην όψη  γραμμές του: 

σε κάθε περίπτωση, ένα “verslo centras” – εμπορικό κέντρο, που ορθώνεται σε μιαν ιστορική, έτσι κι αλλιώς, πόλη με μεγάλη σημασία για την Ευρώπη.

Το γεγονός μάλιστα  ότι ο πύργος είναι κτισμένος σε μια χώρα, της οποίας η γλώσσα πρέπει να θεωρείται ως μία από τις παλαιότερες, αν όχι η παλαιότερη, στην Ευρώπη, αυτό, χωρίς φυσικά να αποτελεί κάτι σκόπιμο, εν τούτοις δεν πρέπει να αγνοείται ως μια δυναμική σύμπτωση ανάμεσα σε μέλλον και παρελθόν.

Η λιθουανική γλώσσα σχεδόν δεν έχει αλλάξει δομή και λεξιλόγιο εδώ και τρεις χιλιετίες, και ως εκ τούτου βρίσκεται σε στενή σχέση με την εν πολλοίς εικαζομένη “πρωτο-ινδοευρωπαϊκή” γλώσσα που συνένωνε, σύμφωνα πάντα με αυτή την θεωρία, όλες τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες σε μια κοινή, πρωταρχική γλώσσα.

 

Antakalnis, apie 1897 m. (LNM)

 

Όμως αυτό, μπορεί να το δει κανείς και στην στενή σχέση της λιθουανικής με την πρωτεύουσα αρχαία ινδική, δηλαδή την σανσκριτική γλώσσα. Όταν το μάτι μας διατρέχει ένα κείμενο γραμμένο στα λιθουανικά, συχνά ανευρίσκουμε εκεί ατόφιες σανσκριτικές λέξεις. Ένα πολύ απλό παράδειγμα: το λιθουανικό “πότε;” (kada) είναι το ίδιο, με την αυτή έννοια, σανσκριτικό kadā (कदा).  Υπάρχουν φυσικά πάμπολλα παραδείγματα εν προκειμένω.

Ο Europos Bokštas , από αυτή την άποψη, και στην εποχή που κτίστηκε, επιφέρει στην θέα του ένα άγνωστο μέλλον σε ένα κεφαλαιώδες για την ευρωπαϊκή εξέλιξη παρελθόν, στο όμορφο, παράξενο, Vilnius.

Είναι κτισμένος, θα έλεγε κανείς, όχι στο πουθενά της γεωγραφίας, αλλά στο πουθενά, ή έστω το χείλος, της ίδιας της Ιστορίας.

Τι μπορεί να είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα, εκτός από ένα καράβι που μπάζει νερά, ωστόσο το μοναδικό εναπομείναν καράβι ακόμα για τους λαούς της; Όπως και να έχει,  η κατάπτωση και ο εκφυλισμός των πολιτικών οραμάτων σε απλό, διοικητικό πρακτικισμό, δεν αίρουν την αυτοτέλεια και την μοναδικότητα της ηπείρου. Πολύ περισσότερο, δεν θα μπορούσαν να άρουν το “αρχέτυπο”.

 

18701880_phixr

 

‘Εγραψα τα δύο ποιήματα “Europos Bokštas” και “Europos Bokštas II”  της ενότητας “367 Macro-miniatures” κατά τον Μάρτιο του 2012 και κατά τον Νοέμβριο του 2013 αντίστοιχα, ως “επεισόδια” μιας κατά κάποιον τρόπον μοντέρνας Οδύσσειας, και με κεντρική αναφορά στον λιθουανικό “Πύργο της Ευρώπης”.

Επειδή η Ευρώπη, σήμερα, είναι μια μαρτυρία του αδιαχώρητου, και δεν εννοούμε φυσικά οποιοδήποτε πληθυσμιακό αδιαχώρητο, αλλά το πνευματικό αδιαχώρητό της. Ταυτόχρονα, όμως, αυτό το τελευταίο συνιστά και μιαν αναμονή του “νέου” ως όραμα για τον κόσμο.

Δεν υπάρχει, στην ουσία, σήμερα στην ανθρωπότητα κανένα “όραμα” για το μέλλον, επειδή ο Χρόνος έχει συρρικνωθεί σε μια συνεχόμενη ή φαινομενικά μόνιμη κρίση-αναμονή.  Δεν έχει νόημα να προσπαθεί να ανεύρει κανείς αιτίες γι’ αυτό. Πάντα αυτές οι τελευταίες είναι πολύ σχετικές, επειδή στην ουσία, εδώ πρόκειται για ένα όριο του Χρόνου και κάτι τέτοιο από μόνο του συνιστά απόλυτη, για την περίπτωση, αιτία.

Παρομοίως φαντάζει και ο Europos Bokštas. Δεν είναι πλέον ένας πύργος-Τοτέμ, αλλά ένα Τοτέμ που έχει αποχωρήσει από την θέση του, ένα φυγαδευμένο Τοτέμ, αφήνοντας μετέωρη την ευρωπαϊκή, αλλά και περαιτέρω, παγκόσμια ανθρωπότητα.  Ένας πύργος πλέον τόσον αινιγματικός, όσον αινιγματική είναι, γενικώτερα,  η πόλη του Vilnius. Όμως, σε καμμιά περίπτωση δεν επιδίδει την εντύπωση ενός παρακμιακού κτίσματος, τουναντίον, θα έλεγε κανείς πως πρόκειται για μια φωτεινή παρουσία – αλλά και σκοτεινή μέσα στην ακόμα αινιγματικότητά της- από μια εποχή που δεν ήλθε ακόμα.

 

 

Επειδή, δεν είναι εκείνος που προετοιμάζει το μέλλον, αυτός που το κτίζει κιόλας. Κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν σημαίνει πως κατά μία έννοια δεν το προετοίμασε, αν φυσικά έκανε όντως αυτή την δουλειά.

Ο “Χρόνος”.

Ο Χρόνος δεν υπάρχει για να αποκαλύπτει κανένα αποτέλεσμα, αλλά για να ανατρέπει όλα τα προσδοκούμενα ή αναμενόμενα αποτελέσματα.

Αφήνοντας όμως, πρώτα, τα σκοτεινά ή ημίφωτα προμηνύματά του πίσω.

 

 

 

 

 

 

 

 

À L’ ŒUVRE ON CONNAÎT L’ ARTISAN

 

 

 

 

 un hommage à François Couperin

 

Η σάλα έγεμε από τις χαρωπές μορφές
Των κυριών της αυλής που επενίσχυαν

Την ήδη δεδομένη κυτταρική άνοιξη του
Ανθρωπίνου χρόνου στις απαλές επόψεις

Των κορμών τους, καθώς οι ήδη ήχοι του
Κλαβεσέν, σαν από ‘να ασημόφωτο λεπτό

σύρμα

Φτιαγμένοι, περιδιαχέοντο ενώπιον ενός
Ουρανού που συνέχιζε να μένει σιωπηλός

Ενώ επί της γαίας έλαμπε κουτί ανεωγμένο
Με δύο σειρές των πλήκτρων, από παλαιά

το δώρο των θεών

Προς την διαθέσιμη μνήμη του κόσμου
Εξ όπου μια εποχή τόσον θεατρική και

ευθέως χυμική

μπορούσε

Ακόμα να υπάρξει μέσ’ στους λειμώνες
Της τέχνης και της στιλβούσης σαρκός

των ανθεοτρόπων μαινάδων,

Τ’ αδιάσειστο απογευματινό

Βασίλειο της Ιστορίας

Αιτώντας από τους εξώστες της τυφλής
Αλλ’ όχι αδιάκριτης ορμής προς τη ζωή·

Η δε λεία στα αυτιά όσον και περίτεχνη
Ηχοτεκτoνική του τσεμπαλίστα επέδιδε

Την εντύπωση ενός πίδακα του χρόνου
Εξ όπου απέκλιναν ωσάν από το κέντρο

Ενός λεπτουργημένου μπαρόκ κήπου οι
Κοκκινόφωτες παγκόσμιες εσπέρες των

Βερσαλλιών,

Φρανσουά, του έλεγαν, είσαι σαν ο ήλιος
Μιας τέχνης που δύσκολα φθείρεται από

Τους ακατάλληλους·  εδώ μονάχα όποιος
Είναι μαιτρ, μπορεί να υπάρξει, ότι αυτό

Το κουτί ενέχει μια διάλεκτο καθαρά του
Φωτός, και εκείνος ο που δεν μπορεί έστω

Επ’ ολίγον ν’ αποχωριστεί τ’ ολόδικό του
Βαρετό ανθρώπινο σκοτάδι, μέλλεται να

ατυχήσει σ’ αυτό το αδυσώπητο

κυνήγι του αγνώστου,

Φρανσουά,

Όμως, τι ‘ναι αυτό αλήθεια που μπορεί να
Κάνει κάποιον ποιητή του κλαβεσέν όπως

Εσύ και όχι έναν απλό τσεμπαλίστα και
Τι ‘ναι εκείνο που όταν καταδράμει στο

Μυαλό του καλλιτέχνη ερημώνει πάντα
Τον λείο θόρυβο της ζωής προς όφελος

Μιας άλλης οράσεως, πολύ πιο διευκρινούς
Στις ανωφέρειες των εννοιών και των ήχων

Και στις απότομες πλαγιές του εσωτέρου
Ολύμπου των ανθρώπων, τι’ ναι αυτό που

κάνει κάποιον ποιητή,

Φρανσουά,

Τον ρωτούσαν, ενώ η θυμική, ζωηρότονη
Πορφυρότητα της εσπέρας δεν είχε λείψει

ακόμα από τον ορίζοντα,

Ως εάν ανέμενε και αυτή να ακούσει την
Απάντησή του για να τελέσει ήσυχα τον

ουράνιο κύκλο της εκ των υστέρων·

Η ομιλία του, είπε τελικά, και ξανάρχισε
Να παίζει,

Και είναι αλήθεια,

πως εξεπλάγησαν κατά τι

Όμως δεν το σχολίασαν περαιτέρω, καίτοι
Διατελούσαν όλως βέβαιοι ότι θα ακούγαν

Είτε την λέξη δεξιοτεχνία είτε πιθανώς την
Λέξη έμπνευση από έναν άνθρωπο που τις

Είχε και τις δύο σίγουρα σε μέγιστο βαθμό,

Η ομιλία του,

τους ξαναείπε,

Και τα χέρια του περιέδραμαν τα κλαβιέ
Ασταμάτητα ωσάν οι πτέρυγες της πλέον

Προχωρημένης ανθρώπινης νύχτας που
Εγκυμονούσε έναν ήλιο άγνωστο ακόμα

στο σκηνικό στερέωμα της δράσης,

Λέξεις- νότες, άλλοτ’ εξονυχιστικά ήρεμες
Και κάποτε ωσεί δριμείες κραυγές με τους

δυνατούς κτύπους επί των κλαβιέ

Το μέγα μυστήριο της ούσης τέχνης μην
Κάνοντας πιο προσιτό απ’ όσο εκείνο της

ζωής,

Μην ούτως ή άλλως σ’ όσους δεν θα ήταν
Εύκολον ακόμα να διακρίνουνε τον τόσον

ή όσον ήχο της ζωής

απ’ τον

ακοίμητο απόηχό της·

 

(πρωτοαναρτήθηκε στο THE RETURN blog)

 

 

 

 

 

 

 

 

CHILDE HAROLD

 

Θέλοντας να ξεφύγει από την εποχή του ,

έφθασε στον βυθό της.

 

ΥΓ. Ο βυθός δεν είναι παρά ανεστραμμένη επιφάνεια. Ο εφιάλτης του κόσμου, το Κήτος του κόσμου, είναι εν δυνάμει ο μελλοντικός Κήπος του κόσμου (ο θάνατος του Πεπρωμένου). Τα αβυσσαία πλάσματα που ενεδρεύουν στους βυθούς, δεν είναι παρά τα πτηνά του Νου που ακόμη κοιμούνται.