Skip navigation

Category Archives: Sleeping Arrows

 

 

 

 

Η Ισπανία υπήρξε ανέκαθεν μια εξαιρετικά αντιδραστική και οπισθοδρομική χώρα, αρχής γενομένης με τα γνωστά πογκρόμ κατά των Εβραίων κατά τους 14ον και 15ον αιώνες, που είχαν, μάλιστα, ως κατάληξη να θεσπιστούν οι πρώτοι προ-ναζί κανόνες “καθαρότητας του αίματος” (limpieza de sangre) στην Ευρώπη, μέχρι τον 20ό αιώνα (φρανκικό καθεστώς, καταπίεση και καταστολή των κινημάτων για την καταλανική και βασκική αυτονομία και πολλά πολλά άλλα).

Τους Καταλανούς, αντίθετα, φαίνεται ότι τους διέπνεε, πάντοτε ή συχνά, μια “καθαρότητα του πνεύματος”. Πιο σοβαρή, και κατά πολύ πιο πολιτισμένη επικράτεια, η καταλανική,  μέσα στο σημερινό ναφθαλινικό κατασκεύασμα που καλείται “Βασίλειο της Ισπανίας”. Δεν είναι τυχαίο που ο μοντερνισμός και η avant-garde ανθίσαν στην Βαρκελώνη, εν αντιθέσει με την Μαδρίτη. Δεν είναι τυχαίος, κυρίως, ο ρόλος της Καταλωνίας κατά τα χρόνια της επανάστασης, 1936-1939.

Εννοείται, είμαστε υπέρ της Ανεξαρτησίας των Καταλανών με κάθε τρόπο, με κάθε μέσο, με κάθε κόστος – ακόμα και με εμφύλια σύρραξη, αν δεν γίνεται να αποφευχθεί (εμφύλια, τρόπος του λέγειν, για δύο διαφορετικά έθνη).

 

 

Μετά τις τελευταίες εξελίξεις, φαίνεται πως η βλακεία στον ανθρώπινο εγκέφαλο μιλάει συχνά ισπανικά (έτσι κι αλλιώς, πρόκειται για γλώσσα εξαιρετικά απλοποιημένη και μάλλον ανεπαρκή ή περιορισμένη για σοβαρή αφηρημένη σκέψη – η λογοτεχνική ισπανική είναι άλλο ζήτημα).

Αντίθετα η καταλανική γλώσσα, γενικά, φαντάζει μάλλον πιο αξιόπιστη από την άποψη του στοχασμού (και σίγουρα, κατά πολύ πιο ωραία αισθητικώς).

Και αυτό, έχει την δική του σημασία.

 

 

 

 

 

Advertisements

 

 

 

 

 

Η επιτυχής ποίηση είναι όπως ο φθόγγος ड़  στην Hindi γλώσσα (prakrit φθόγγος που διαφέρει από το σανσκριτικό ड).

Πρόκειται για έναν φθόγγο που ακούγεται ως κάτι ανάμεσα d και r, με μια πολύ “σκληρή” χροιά στην εκφορά του! (ένα απλό παράδειγμα: η Hindi λέξη बड़ा – baṛa, που σημαίνει “μεγάλος”).

Σχεδόν αδιανόητος φθόγγος, ώστε καθίσταται αδύνατον για έναν δυτικό να φανταστεί στην ακοή κάτι τέτοιο, και αδύνατον εξ ίσου να τον προφέρει, αν βέβαια, δεν εξασκηθεί καταλλήλως επ’ αυτού και δεν μάθει μετ’ εμπειρίας να τον προφέρει άνετα.

Οι δύο φθόγγοι, εξαιρετικά ανόμοιοι και άσχετοι μεταξύ τους, ο d και ο r ακούγονται ομού ως ΕΝΑΣ καινούργιος φθόγγος σε αυτήν την περίπτωση.

Αυτό θα μπορούσε να είναι μια μίνι αλληγορία για το ποιητικό φαινόμενο, αν δεν ήταν και κάτι ακόμα -στην ουσία- ελαφρώς διαφορετικό.

 

 

Θέλω να πω, ότι η ποίηση είναι coincidentia oppositorum, άνευ των αντιθέτων δεν υπάρχει ζωή, πόσον μάλλον δεν θα μπορούσε άνευ αυτών να υπάρξει η ποίηση, η οποία προκύπτει μεν από την ζωή, όμως δεν τελείται ή εξαντλείται σε έναν αναπαραγωγικό ρόλο αυτής, αλλά η ίδια, και με την σειρά της, εμμένει ως μια ανώτερη συνείδηση της ζωής, όπως επίσης και ως ο δυνητικός αναμορφωτής της (τουλάχιστον, εν μέρει και για τους αντιληπτικώς πιο προικισμένους αναγνώστες).

Τουτέστιν, η ποίηση είναι πάντα κάτι το υπαρξιακώς απρόσμενο.

Δεν είναι, ακριβώς, ένα ταξίδι, αυτό είναι σίγουρα η ζωή. Η ποίηση, απλά, σου αφαιρεί τους “σταθμούς” από την θέα, και στη θέση τους παρουσιάζει κάτι άλλο, ούτε καν σταθμούς κατ’ ανάγκην, – κάτι, σίγουρα, μη οριζόμενο εκ των προτέρων. Η ποίηση κυμαίνεται συνεχώς ως μια ερημική-μαγική παραλληλία της ζωής, απ’ όπου μπορεί να προκύψει ή να μην προκύψει ο,τιδήποτε.

 

 

Συνενώνει και υπερβαίνει δυο εξαιρετικώς ανόμοια πράγματα μεταξύ τους, ήτοι την τελουμένη ζωή και την γραφή , όχι όμως με σκοπό η δεύτερη να αναπαράγει αδιεξόδως και μιμητικώς την πρώτη, αλλά, βαθύνοντας στοχαστικώς την εμπειρία της και αναπλάθοντάς την σε μια καθολικότερη κλίμακα προσληπτικής εμπειρίας. Από αυτήν και μόνον την άποψη, μιαν ειδική άποψη, η ποίηση είναι ανώτερη της ζωής, γιατί την εμπεριέχει και την μεταμορφώνει.

Όπως, άλλωστε,  έλεγε και η Αμερικανίδα ποιήτρια Ann Sexton: “Suicide is, after all, the opposite of the poem”, ανακηρύσσοντας έτσι ως πρωταρχικό ή ουσιαστικό αντίθετο του θανάτου, όχι την ζωή, αλλά την ποίηση!

 

 

Αν δε, προσέξετε την μορφή του γράμματος ड़  θα διαπιστώσετε, ασφαλώς, πως είναι κατά κάποιο τρόπο “οφιοειδής”, κάπου δηλαδή, ο ποιητικός όφις παρίσταται ανάμεσα ζωή και γραφή, και ελίσσεται μεταξύ τους.

Υπάρχει βέβαια και το μήλο.

Όμως στο τέλος, το ποίημα αποβαίνει μηλόπιττα, όχι μήλο.

Η δε κακή ποίηση, είναι μάλλον χυλόπιττα. 

Και όπως δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από χυλοπιττά που επιμένει, κλαίει, βρίζει και παρακαλάει, ώσπου να γίνεται διαρκώς ρεζίλι των σκυλιών και των γατιών, έτσι και η κακή ποίηση, ομοίως ή αναλόγως επιμένει.

Στο κάτω κάτω αν δεν υπήρχε κακή ποίηση, δεν θα γελούσαμε ειδικώτερα και επί συγκεκριμένου. Δεν είναι υποτιμητικό αυτό. Είναι ρεαλιστικό. Σκληρός ρεαλισμός, σίγουρα, απάνθρωπος εν μέρει, πιθανότατα, αλλά δεν βαριέστε, κάποιος πάντα καίγεται στο χυλό που μόνος του φτιάχνει, και τρώει μετά τα γιαούρτια (στη μάπα) που δεν προλαβαίνει καν να φυσήξει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

(φωτορυθμική ανάρτηση, –ενδέχεται να εμφανίζεται και  εξαφανίζεται αναλόγως κεφιών)

 

ΑΡ-ΛΟΥΜΠΕΝ ΣΤΑΙΛ ΙΝ ΔΕ ΜΙΝΤΣΤ ΟΦ  ΔΕΚΑ (ΟΡΣΕ!)-ΝΤΑΝΣ

 

Ποιητική θεωρία γραφής σε καιρούς παρακμής και εγκεφαλικής κατολίσθησης, σημαίνει να εκθειάζεις ντροπαλά το στυλ ή την παρωδία στυλ που εσύ έχεις αποφασίσει να ακολουθήσεις, θάβοντας σαν κουτσομπόλα γειτόνισσα όλα τα άλλα.

Κολακεύοντας (ακόμα περισσότερον ντροπαλά ή διακριτικά) τις ανασφάλειες και τις αβεβαιότητές σου, και ζηλεύοντας περισπούδαστα κάτι που θα προτιμούσες να μην υπάρχει, στο βαθμό, βέβαια, που όντως υπάρχει, και δεν το έχεις κάνει “αγνώριστο” πάνω στην (υποσυνειδήτως) λατρευτική συγκίνησή σου.

Αναγκαζόμενος, οπωσδήποτε, να αδειάζεις -χωρίς να το καταλαβαίνεις- κορυφές της λογοτεχνίας (η τέχνη, σίγουρα, έχει θυσίες), επειδή δεν εφάνη ποτέ ότι θα μπορούσαν να πάρουν στα σοβαρά την μονομέρειά σου ή την χοντροκοπιά σου.

Αγνοώντας, κατά το πλείστον, ότι το θέμα δεν είναι το ποιο προσωπικό στυλ ακολουθεί κανείς (προς θεού), αλλά, αν σε αυτό που ακολουθεί, είναι καλός (προς ανθρώπου).

Εν τέλει κάποια μανταμούλα (από συμπεριφορική άποψη και ανεξαρτήτως φύλου) θα τινάζει πάντοτε τα χαλιά στο μπαλκόνι, γεμίζοντας την ατμόσφαιρα με σκόνη και γκρινιάζοντας για “συγκεκριμένους”  γειτόνους, ή λέγοντας η καψερή κακά και βρώμικα λόγια γι’ αυτούς, καθώς ποτίζουν απλά, οι άνθρωποι, τα λουλούδια τους στο μπαλκόνι.

Το θέμα, όμως, πάντα ήτανε και είναι ότι σε ώρες κοινής, ή μερικής, ή ατομικότερης ανησυχίας, βγάλε και κανά σκασμό. Όχι απο ζήλεια όμως.

 

 

 

 

 

 

 

Ας μην παρεξηγούμαστε πια. Θέλω να πω απλώς, και όσον έχει να κάνει με μένα, πως δηλώνω την συμπάθειά μου προς κάθε περιφερόμενη μετριότητα ή εξαιρετικά αδύναμη ευφυία του fb (που ενίσταται, σκίζει ιμάτια, διαμαρτύρεται, ανεκτοξεύεται συνεχώς από το τραμπολίνο, αυτοπυρπολείται, κλπ.). Ιδιαίτερα δε, όταν χάνει τα λόγια σε προφανή αυτοταραχή και σύγχυση, χωρίς να σημαίνει κατ’ ανάγκην γι’ αυτό ότι τα είχε ανεύρει και ποτέ.

Δεν είναι εύκολη υπόθεση να εκφράζεται κανείς στα πρόθυρα εγκεφαλικού, το αναγνωρίζω, και εκφράζω την αμέριστη κατανόησή μου, έστω και αν είναι δύσκολο να προσφέρω κατ’ εκείνη την στιγμή άμεση πρώτη βοήθεια.

Και,  έστω, αν δεν συνιστά αυτό ακριβώς την τέχνη του λόγου, σίγουρα, και αν μη τι άλλο, πρόκειται για την έξιν του α-λόγου. Όμως άλλο πράγμα να κυνηγάς να μαζέψεις τα λόγια σου κάτω από το τραπέζι, και άλλο να κυνηγάς σαν παλαβός άλογα στα λιβάδια.

Και  μάλιστα με τα πόδια,  όταν δεν περνάει έστω και ένα τρόλλεϋ από το λιβάδι, και δεν μπορείς να καταλάβεις τον λόγον που καθυστέρησε.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο λαϊκισμός και η ψυχοπαθολογία του fb δεν συνιστούν συμπτώματα, απλώς, μιας γενικευμένης διάλυσης/παρακμής (η οποία, εξ άλλου, εκφράζεται σε ιδιότυπες “εθνικές” συνθήκες με όρους πλήρους αφοσίωσης ή και …αφιέρωσης ζωής στο εν λόγω νέτγουερκ), αλλά και ένα “ανεστραμμένο” (ψευδ)ανθρωπολογικό όριο “καμπής” και “μεταστροφής” του συλλογικού ασυνειδήτου προς το σημείο μηδέν της ανθρώπινης ύπαρξης.

Βέβαια, το ανθρωπολογικό άλμα που δηλώνεται μέσα από την πληροφορική και τα κομπιούτερς, ορίζει από αξιακή άποψη κάτι τελείως διαφορετικό, ενώ δυνητικά σημαίνει μια καινούργια εποχή προς κάτι που θα μας κάνει να τρίβουμε τα μάτια μας σε μερικά χρόνια ή δεκαετίες, ας πούμε, από τώρα, και αν, βέβαια, υποθέσουμε πως θα γλυτώσουμε από το ενδεχόμενο θέαμα υπερδυνάμεων να παίζουν μεταξύ τους ρακέτες με πυρηνικές κεφαλές.

Όμως δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που να μην συνοδεύεται (ιδίως στις αρχές ή μεταρχές του) από την “σκιά”-παρωδία του, πολλώ δε μάλλον σε μιαν εποχή, και σε εθνικές συνθήκες τέτοιες, όπου τα πάντα φαντάζουν μια ατέλειωτη παρωδία.

 

 

Άνθρωποι (αρκετοί) που σκοτώνουν τον χρόνο τους με το να λένε κατά το πλείστον κουταμάρες από το πρωί ως το βράδυ, (και οι οποίες έχουν χρόνο ζωής μόνον 24 ώρες, – το κάθε τι στο fb δεν “ζει” παραπάνω, και στην καλύτερη περίπτωση τόσον), ενώ είναι βαθειά πεπεισμένοι πως αυτή η (μη) δραστηριότητα συνιστά “εκτόνωση” και “έκφραση γνώμης”, αυτό δεν ορίζει απλή “παρακμή”, αλλά, πρωτίστως, μια πλήρη “απορρόφηση” από τις χειρότερες περιοχές του συλλογικού ασυνειδήτου, όταν το τελευταίο αιτείται την διάλυση της ζωής και του πολιτισμού.

Ένας άναρχος φόβος και πανικός μπροστά σε μια καινούργια εποχή, ένα φόβος πάν’ απ’ όλα που δεν αποβαίνει κατ’ ανάγκην συνειδητός.

Η κλινική συνθηματολογία και η στωκερική ψύχωση με όλα τα φαινόμενα που τις συνοδεύουν, ποτέ δεν έφτασαν σε τέτοια υπερπληθωριστικά ύψη , όσον σήμερα.  Ο λαϊκιστής, ο κοινοτοπολόγος, ο παραναγνώστης (ο μη αναγνώστης μάλλον), ο “σε μένα μιλάς;”,  ο ψυχανωμαλάκος διαδοσίας, ο παλαιο-στώκερ που πιστεύει πως ανοίγει “διάλογο” και ότι τον διαβάζουν ή ότι του …”απευθύνονται” κιόλας κλπ. κλπ. Δεν είναι σίγουρον, λοιπόν, πως όλοι αυτοί οι καινοφανείς ψευδανθρωπολογικοί τύποι, μπορούν μαζί με άλλες καρικατουρίστικες εκφάνσεις να συναποτελέσουν έναν καινούργιο “χρυσό μόσχο” της εποχής. Σίγουρα, όμως, όλος αυτός ο επίχρυσος ή όχι τενεκεδένιος πολιτισμός της υποκουλτούρας, δεν δεικνύει τίποτε περισσότερον από την συνάντηση μιας παρωδιακής/γελοιογραφικής εκδοχής της Πνύκας με τον Πολ-Ποτ.

 

 

Σε αυτή την γελοία, γκροτέσκα, κατάσταση που δεν μπορεί έτσι κι αλλιώς, αποκομμένη απο την πραγματικότητα της έξω ζωής να κυριαρχήσει, και είναι καταδικασμένη να πνίγεται μέσα στα ίδια τα δηλητήριά της, όποιος έχει το θάρρος της γνώμης του και δεν συμπαράγεται/συσκευάζεται στην καραμελοβιομηχανία του λαϊκισμού του fb “λιθοβολείται”. Οι ποιοτικές, πάνω σε αρχές και με το θάρρος της γνώμης τους παρουσίες στο facebook, όχι σπάνια γίνονται “στόχος”.

Αν, για παράδειγμα, κάνεις το έγκλημα να διατυπώσεις ένα κατευόδιο για τον εσχάτως τεθνεώτα πολιτικό, αυτο δεν συγχωρείται, ακόμα και αν ανήκεις σε πολιτικό χώρο πλήρως διάφορο ή και αντίθετο αυτού.

Δεν υπάρχουν σκέψη, γνώμη, δεν υπάρχει τίποτα. Ένας άναρχος φόβος μόνον για το πώς θα σε “εκλάβουν” και για το πώς “θα δημιουργήσεις εντυπώσεις”.

 

 

Ο φόβος, άλλωστε, είναι η μόνη πραγματική ασθένεια του ανθρωπίνου είδους.

Εξ αυτού όλα τα κακά, και ο ίδιος είναι το πρωταρχικό “Κακό”. Και το facebook, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να θρέφει, συχνά, ψοφοδεή ανθρωπάκια (η κολακεία και φόβος της “αγέλης”), τα οποία προσπαθούν να παραστήσουν μεν τους “πλάγιους” καρχαρίες μεταξύ τους (και κατά πάντων), αλλά το τελικό θέαμα που παράγουν, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς και με πάσα φιλοσοφική και ευγενική διάθεση, δεν είναι τίποτε περισσότερον από θηλυπρεπή και παθητικά  πιθηκάκια μιας πρωτοφανούς μουσολινικής ψευδοδημοκρατίας της αποχέτευσης και των συνακολούθων στεναγμών.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα σχετικώς πρόσφατο κρούσμα αντισημιτισμού από την πλευρά του γνωστού σκιτσογράφου Στάθη, καθώς και η σχετική ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδας προς απάντησίν του, έρχονται να μας δείξουν ότι η σχετική εγκεφαλοπάθεια που αφθονεί στην χώρα μας, κοντεύει να γενικευθεί ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικής συγκρότησης, προσωπικότητας και διανοητικής υπόστασης .

Δεν πάει, άλλωστε, πολύς καιρός που το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας σε έρευνά του διεπίστωσε μια απίστευτη αύξηση της αντισημιτικής προδιάθεσης στην χώρα μας (σαράντα τοις εκατό να δηλώνει πως το “Ολοκαύτωμα ήταν θετικό” ή είχε “θετικές πλευρές”!). Επιπροσθέτως, μάλιστα, αξίζει να αναφερθεί πως η σχετική έρευνα που έχει διενεργήσει η Anti-Defamation League σε παγκόσμιο επίπεδο, παρουσιάζει την Ελλάδα ως την πιο αντισημιτική χώρα στην Ευρώπη, με ένα ποσοστό του 67 %.

Το θέμα είναι το εξής. Ο αντισημιτισμός στην  χώρα μας, κατά μείζονα πλειοψηφικό λόγο, πιστεύω πως είναι λανθάνων και με “δικαιολογίες” (γι’ αγρίους). Συνήθως δεν φανερώνεται άμεσα, καλύπτεται υποκριτικώς και εν μέρει πίσω από διάφορα “κλισέ” που θεωρούνται “ανεκτά” στην Ελλάδα,   ούτως ώστε να μην επισύρει μομφή ρατσισμού, όμως όταν του δοθεί η ευκαιρία …ξεσπαθώνει.

Τα ποσοστά υποκρισίας, βλακείας, ρατσισμού, συμπεριφορικού και πολιτικού φασισμού έχουν αυξηθεί κατακόρυφα στην χώρα μας, και σε συνθήκες πλήρους διάλυσης/αποσύνθεσης. Και ας μην βιαστεί κανείς να πει πως η “κρίση” μπορεί να γεννήσει τέτοια πράγματα, γιατί πάει πια να καταστεί μια πολύ αμήχανη ή “ντροπαλή” , -σίγουρα ανορθολογική-, δικαιολογία αυτό το πράγμα.

Μια κρίση, κατά κύριον λόγον, γεννά ανθρώπους στους δρόμους να διεκδικούν την ζωή, γεννάει κινητοποιήσεις στην έξω πραγματικότητα (και όχι εύκολη παθητική “γκρίνια” στο facebook), όπως, άλλωστε, συνέβη σε άλλες χώρες. Δεν γεννά αρκετούς ηλεκτρονικούς ηλίθιους, και bullies. Προπάντων, δεν μπορεί να γεννήσει αντισημίτες με πλήρως διαλυμένο μυαλό και με συνωμοσιολογίες του ελαχίστου IQ. Καμμία “αναγκαία” σχέση αιτιότητας δεν διαπιστώνεται ανάμεσα σε αυτά τα δυο.

Θα αναδημοσιεύσω εδώ ένα παλαιότερο κείμενό μου στο Century Camera II, που φέρει τον τίτλο “Ο λανθάνων αντισημιτισμός στην Ελλάδα”, και το οποίο εγράφη με αφορμή κάποια κουτοπόνηρα αντισημιτικά καμώματα του Ευάγγελου Βενιζέλου τότε.

 

Ο ΛΑΝΘΑΝΩΝ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, 

18/10/2012

 

 

Και είπε πρόσφατα ο αποτυχημένος πρόεδρος του υπό εξαφάνιση ΠΑΣΟΚ, Βενιζέλος, πως “του έκανε εντύπωση ότι τα τρία πρώτα ονόματα στην λίστα Λαγκάρντ είναι εβραϊκής καταγωγής” (!).
Βέβαια, δεν συμπλήρωσε το “γιατί”· προτίμησε να το αφήσει να αιωρείται ως εάν πονηρό κλείσιμο του ματιού σε ανοιχτομάτηδες και προφανώς με την ελπίδα ότι οι ακροατές και αναγνώστες των ΜΜΕ θα “έπιαναν το υπονοούμενο”.
Λανθάνων αντισημιτισμός από λανθάνοντες πολιτικούς σε ένα κράτος και μια κοινωνία που ναυαγούν δεν είναι κάτι τόσο απίθανο να επισυμβεί και να καθίσταται κάποτε ορατό με περισσή ξεδιαντροπιά.

Όμως, σε κάθε περίπτωση είναι διαφορετικό να είναι αντισημίτης ένας νεοναζί, λόγου χάριν, από το να αφήνει με όλως κουτοπόνηρο τρόπο αντισημιτικά υπονοούμενα ένας mainstream πολιτικός, έστω και ανυπόληπτος πλέον. Το δεύτερο είναι τρομαχτικά επικίνδυνο, όπως εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς, γιατί με τον τρόπο του δείχνει πως οι χειρότερες αντισημιτικές προλήψεις δεν βρίσκουν κανένα εμπόδιο να αναπαραχθούν σε επίπεδο κορυφής της εξουσίας και από εκεί να ανακατευθύνουν με εξαιρετικά ανεύθυνο τρόπο απρόβλεπτες αντιδράσεις προς τα κάτω.

 

 

Στο κάτω κάτω η νεωτερική ευρωπαϊκή κοινωνία χτίστηκε στο έδαφος του αντισημιτισμού: από τους πρώτους κανόνες “καθαρότητας του αίματος” (limpieza de sangre) στην Ισπανία του 16ου αιώνα, μέχρι τα γενικευμένα αντιεβραϊκά πογκρόμ ανά εποχές, περιστάσεις και πολιτικές σκοπιμότητες καθ’ όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, έως το τραγικό αποκορύφωμα της Shoah, του “Ολοκαυτώματος” από τους Γερμανούς ναζί, το δόγμα της “αποβολής” του ξένου, του ακατανόητου “Εβραίου”  δεν έλειψε ποτέ στις εμπράγματες, τραγικές και ιδιαίτερα απάνθρωπες, εφαρμογές αυτής της κοινωνίας.

Αυτή η “λεπτή” επισήμανση περί “εβραϊκών ονομάτων” που έκανε ο Βενιζέλος σίγουρα δεν είναι κάτι που μπορεί να το προσπεράσει κάποιος εύκολα, παρόλες τις δικαιολογίες που επιστρατεύθηκαν εκ των υστέρων για να “καλύψουν” τα πράγματα.

Σε αυτή την περίπτωση, όπως και σε κάθε τι στη ζωή, οι δικαιολογίες απλά επιβαρύνουν την θέση εκείνου που πράττει ένοχα και καταφέρνουν να μετατρέψουν μια υποψία σε πλήρη βεβαιότητα.

 

 

Οι δύο δημόσιες τοποθετήσεις Ελλήνων Εβραίων (μιλώντας εκ μέρους των εαυτών τους και μόνο και όχι στο όνομα κάποιου μαζικού εβραϊκού φορέα ή κοινότητας) όσον αφορά το ζήτημα, ήτοι, η πρώτη, με την αγανάκτηση που την διαπνέει να ελέγχεται μεν αλλά δύσκολα να κρύβεται, από τον κ.Ζαν Κοέν και η δεύτερη, αρκετά μετριοπαθής και ευγενική -όσο και ιστοριογραφική καθώς έχει να κάνει με τον φανερό κρατικό και όχι λανθάνοντα αντισημιτισμό στην Ελλάδα- από τον κ.Ιακώβ Σιμπή, προσπάθησαν να κάνουν ορατά τα μη ευκόλως εννοούμενα αυτονόητα απέναντι στα ευκόλως υπονοούμενα αδιανόητα του Βενιζέλου.

Αν ήμουν Εβραίος και απευθυνόμουν μέσω των εφημερίδων στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, ομολογώ ότι δεν θα ήμουν τόσον συγκρατημένος. Το λιγότερο, θα ζητούσα την αποπομπή του Βενιζέλου από κάθε δημόσιο και πολιτειακό αξίωμα της χώρας.

Τα λεγόμενά του, ωστόσο, δεν έρχονται εν αιθρία: είναι, θα έλεγε κανείς, πρόβλημα χρόνιο και γενικώτερο στην ελληνική κοινωνία ο λανθάνων αντισημιτισμός.

 

 

Χρόνια ακούμε από εδώ και από εκεί, από τους πλέον ετερόκλητους και απίθανους τύπους ανθρώπων (όχι κατ’ ανάγκην νεοναζί, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι) πως οι “Εβραίοι κυβερνούν τον κόσμο”, “ο …Κίσσινγκερ θέλει να καταστρέψει την ελληνική γλώσσα”(!),  “οι Εβραίοι είναι πίσω απ’όλα και τα κάνουν όλα”, κλπ. κλπ. με λίγα λόγια όλη ΑΚΡΙΒΩΣ η φτηνή χιτλερική παραμυθολογία περί των “κακών Εβραίων” που επιβουλεύονται τις χώρες και τους λαούς του κόσμου με τους οποίους συμβιώνουν, ήταν και δυστυχώς συνεχίζει να είναι παρούσα στα πιο αποπροσανατολισμένα και συγκεχυμένα πληθυσμιακά στρώματα που πάντοτε ψάχνουν τουλάχιστον έναν αποδιοπομπαίο Εβραίο αν όχι τον …ίδιο τον Ιούδα, για να εκτονώσουν είτε τα προσωπικά αδιέξοδά τους , είτε πιο επίκαιρα, την οργή τους από την αιφνίδια και απρόσμενη προλεταριοποίησή τους λόγω της κρίσης.

Είναι σχεδόν αδύνατον να μεταπείσεις έναν πεπεισμένο ηλίθιο να απομακρυνθεί από τις ψευδοϊστοριολογικές παραισθήσεις του σε σχέση με τους “κακούς Εβραίους”. Ο αντισημιτισμός είναι μακροπρόθεσμο δηλητήριο.. Περνάει απρόσκοπτα αλλά και ανεπαίσθητα από γενιά σε γενιά και αυτό είναι στην ουσία το modus operandi του ανορθολογισμού του.

Δεν είναι απλά ότι κάποιος πρέπει να φταίει για την όλη κατάσταση, είναι και ποιος επιλέγεται “να φταίει” δια μέσου των αιώνων.

 

 

Οι Εβραίοι υπήρξαν ανέκαθεν το ιδανικό θύμα για την ρατσιστική και μισανθρωπική κτηνωδία διαφόρων αρχουσών τάξεων της ευρωπαϊκής ηπείρου: ο ιδανικός “εσωτερικός εχθρός”. Και αυτό γιατί η Εβραϊκή Διασπορά, εξ αρχής αποκλείστηκε από τις πιο άμεσες παραγωγικές τάξεις και στράφηκε αναγκαστικά είτε στο εμπόριο είτε στην επιστημονική και καλλιτεχνική ιντελλιγκέντσια” για να επιβιώσει.

Ο λεγόμενος “εβραϊκός διαφωτισμός” (η “haskalah”) των 18ου και 19ου αιώνων από ανθρώπους, ανάμεσα σε άλλους, όπως ο φιλόσοφος Moses Mendelssohn (παππούς του συνθέτη Mendelssohn) που είχε ως σκοπό να αποβάλλει σε σχετικό βαθμό την θρησκευτικότητα από την εβραϊκή κοινότητα και να αφομοιωθούν πλήρως οι Εβραίοι από τις τοπικές ευρωπαϊκές κοινωνίες ώστε, εκτός των άλλων, να μην γίνονται και “στόχος”, κάθε άλλο παρά έλυσε το πρόβλημα:

στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μεγαλοφυίες όπως ο Richard Wagner μπορούσαν κάλλιστα να γράφουν κατά την ανάπαυλα των συνθετικών προσπαθειών τους απερίγραπτες αντισημιτικές ανοησίες και λιβέλλους (π.χ. “Ο Ιουδαϊσμός στην Μουσική”), ώστε κάποτε να απορεί κανείς αν είναι όντως ο ίδιος άνθρωπος στις δυο αυτές δραστηριότητες.

Όπως και να έχει, και φτάνοντας στον 20ό αιώνα, κατά το τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης οι περισσότεροι γιατροί και δικηγόροι για παράδειγμα (όπως επίσης και σε άλλα επαγγέλματα) στην Γερμανία ήταν Εβραίοι, γεγονός που προκαλούσε την μήνιν του ναζιστικού κόμματος.

Εφ’ όσον συνεπώς οι Εβραίοι κατείχαν θέσεις-κλειδιά στην οικονομική ζωή της χώρας, τότε δεν ήταν τόσο απρόσμενο για τους …παγανιστές ναζί να θυμηθούν ότι “σταυρώσαν τον Χριστό”! Οι πλέον ανορθολογικές προλήψεις και τα πλέον απύθμενα κοιτάσματα φυλετικού μίσους που σιγοκοιμώνταν στα πιο καθυστερημένα στρώματα της γερμανικής μικροαστικής τάξης ξεθάφτηκαν από την ναζιστική βαρβαρότητα για τους σκοπούς της και προετοίμασαν το δρόμο για το Auschwitz-Birkenau.

 

 

Γιατί ο αντισημιτισμός, σε καιρούς σχετικά ήρεμους φαίνεται “γραφικός”, ακίνδυνος ή περιορισμένος, ωστόσο έρχονται κάποτε και οι πιο ταραγμένοι καιροί που μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική τραγωδία.

Και από αυτή την άποψη σε αυτήν την χώρα ανέχτηκαμε επί μακρόν όψεις της (καθυστερημένης) νεοελληνικής κοινωνίας, καθαρά φασίζουσες (πράγμα το οποίο σημαίνει: πλήρως φασιστικές που προσωρινώς και μόνον δεν αναγγέλουν “πολιτικό” φασισμό) με το ελαφρυντικό του “γραφικού” και σήμερα βλέπουμε τους κατάμαυρους καρπούς.

Ανεχτήκαμε τον αντισημίτη που “δεν χωνεύει τους Εβραίους” χωρίς να ξέρει το γιατί ή πιστεύοντας ότι το ξέρει χάρις σε τερατωδώς ηλίθιες συνωμοσιολογίες που δεν αντέχουν ούτε σε IQ υπό του μηδενός· ανεχτήκαμε τον “ελληναρά”, τον “μαγκάκο”, τον μισογύνη, τον ομοφοβικό, το “αντράκι” της πλάκας με την παιδιαριώδη σεξιστική φρασεολογία της απωθημένης στέρησης, τον τσογλαναράκο που επιθυμεί να περάσει τις χυδαιολογίες και τα βρισίδια του ως …”ανατροπή”, τον ψυχανώμαλο διαδοσία και συκοφάντη για γέλια, τον “ολίγον” ή …”κατ’ ανάγκην” ρατσιστή που δεν φταίει αυτός αλλά οι ξένοι που τον “αναγκάζουν” να έχει τέτοιες απόψεις, τον ψυχοπαθολογικά εγωληπτικό ψευδοτσαμπουκά, ανέχτηκαμε τον έναν και τον άλλον, ανέχτηκαμε όλη την  γκάμα της γραφικής γελοιότητας και τις παρδαλές ποικιλίες της καθυστέρησης και της διακοινωνικής δεισιδαιμονίας.

Και φτάνει η στιγμή που κατανοεί κανείς πως ο φασισμός δεν προκύπτει έτσι ξαφνικά από την άβυσσο της οικονομικής κρίσης.

Προϋπάρχει ήδη το έδαφος, το ανθρώπινο συμπεριφορικό έδαφος πάνω στο οποίο παρελαύνει εν είδει αγήματος ή έστω συμμοριακού μπουλουκιού. Φαίνονται αμέσως οι “έτοιμοι από καιρό” που θα πουν το “ναι” στο φασισμό και ως πολιτική δύναμη πλέον και όχι απλά και μόνο ως συμπεριφορική νοοτροπία η οποία έτσι κι αλλιώς αφθονεί στην χώρα μας.

Και τότε τα πράγματα δεν είναι καθόλου γραφικά. Τουναντίον, περιγράφουν με ακριβή τρόπο μια συγκεκριμένη πολιτική ψυχολογία ποικίλων πληθυσμιακών στρωμάτων που οδηγούνται από το κακό στο χειρότερο και δείχνουν με τον τρόπο τους πως με αυτού του είδους τον ανορθολογισμό δεν πρέπει να παίζει κανείς:

γιατί ο αντισημιτισμός μπορεί να φαίνεται πως στρέφεται κατά ενός λαού και μόνον, όμως στην ουσία στρέφεται εναντίον όλης της ανθρωπότητας συνολικά. Αφ ης στιγμής η αρχή γίνεται με έναν “αποδιοπομπαίο λαό”, τότε είναι ζήτημα χρόνου και μόνον να κλείσει κανείς ολόκληρη την ανθρωπότητα και όλους τους λαούς του κόσμου σε ένα παγκόσμιο στρατόπεδο συγκέντρωσης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το κόλπο είναι τόσον παλιό, όσον και ο λαϊκισμός διαιωνίως. Συμφέρει, έστω και αν δεν ειναι πάντοτε οικονομικό.

Για παράδειγμα, ο Χίτλερ τάιζε κάποτε με εκατομμύρια λουκάνικα και πότιζε με τόννους μπύρας τους άπορους/άνεργους/κατεστραμμένους από την εποχή της  Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, Γερμανούς , σε φιέστες που διοργανώνονταν γι’ αυτόν τον σκοπό.

Στον Πολ-Ποτ, του ήλθε οικονομικότερα, ομολογουμένως, και δεν παραξοδεύτηκε, μιας και του ήρκεσε να προσφέρει ένα πιάτο ρύζι στους άμοιρους Καμποτζιανούς, αλλά και να εκτελεί, φυσικά,  όσους φορούσαν γυαλιά, γιατί κάτι τέτοιο ήταν ατράνταχτη απόδειξη πως ήταν “διανοούμενοι”,  και κατά συνέπεια, δεν υπήρχε περίπτωση να τους αρέσει το ρύζι σκέτο χωρίς αμερικάνικο κέτσαπ.

Μην ξεχνάμε, ακόμα, πως στην χώρα μας εδώ και χρόνια, η Χρυσή Αυγή έχει γίνει υποδειγματική στον τρόπο που μοιράζει τρόφιμα σε απόρους ή τους “εξυπηρετεί” σε χίλια δυο.

 

 

Το κόλπο του να “πονάς για τον λαό” (τάχα), φωναχτά, επιδεικτικά, ή/και “αγανακτισμένα”, όπως καταλαβαίνει κανείς, ήταν διιστορικώς ίδιον των καθαρμάτων και των ψυχανωμάλων και όποιου, φυσικά, το είδε ως μια καλή δικαιολογία για να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με την ενοχλητική “διανόηση”.

Στις μέρες μας, λοιπόν, το κάθε πυροβολημένο που δεν μπορεί καν να γράψει σωστά το όνομά του, ή ακόμα και το κάθε κατακάθι της (υποτίθεται μιας) διανόησης που μισεί ωστόσο στην πραγματικότητα τους δημιουργούς ή όσους μοχθούν επί του πνεύματος, επανέρχεται σε αυτήν την λαϊκιστικώς τεχνητή σύγκρουση ανάμεσα βιωτική ανάγκη και πνεύμα, σύγκρουση τόσον υπαρκτή κατά τα άλλα, όσον ανύπαρκτο είναι και το σχετικό άι κιού εκείνων που προστρέχουν σε αυτή την γελοιότητα.

Μα, προς θεού, εδώ η πρώιμη μετεπαναστατική Ρωσία, εν τω μέσω απίστευτου λιμού και εμφυλίου πολέμου, ΜΕΓΑΛΟΥΡΓΗΣΕ στην πνευματική/καλλιτεχνική/επιστημονική δραστηριότητα, όταν φυσικά, οι σημερινοί “φίλοι του λαού”, σκίζουν τα ιμάτιά τους για την “δυστυχία”, περνώντας όλο τον καιρό και  την ζωή τους στο …facebook.

Θέλω να πω, δηλαδή, και επιπροσθέτως, το αυτονόητο. Ότι δεν αρκεί να δείχνει κάποιος τον “πόνο του για τον λαό”. Σημασία έχει, πάνω απ’ όλα, το ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΙ ΚΑΝΕΙ.  Τα πιο άκυρα, ανυπόληπτα και ατάλαντα άτομα, είναι φυσικό να προσπαθούν να προσροφήσουν  μιαν τσάτρα πάτρα ευκαιριακή αξία, εκμεταλλευόμενα δυσμενείς ιστορικές κατάστασεις.

 

 

Δεν μας ενδιαφέρει, για παράδειγμα, το τι λέει σχετικώς ένας ναζιστής ή απλός συμπεριφορικός φασίστας (αφθονεί το δεύτερο είδος στην Ελλάδα) όταν σκίζει τα ιμάτιά του για τον “λαό”.  Ούτε αυτός που κοπροσκυλιάζει από το πρωί ως το βράδυ στο facebook, αναρτώντας σαν τρελλός ρεψίματα λόγου .Ή εκείνος, του οποίου η μανούλα ή ο μπαμπάς του πέθανε σχιζοφρενής στο τρελλάδικο, και ο ίδιος κατέληξε από κληρονομικότητα αλλά και δική του κακοήθεια,  ψυχοπαθής και bully στο διαδίκτυο.

Ή ο γέρος χυλοπιττάς που τρίζει τα δόντια από το μίσος και το ρίχνει στο λαϊκιλίκι, ο τραβεστί στην συμπεριφορά του τσογλανάκος που γράφει γελοιότητες καθώς το ρίχνει και αυτός στο λαϊκιστικό χιτλεροπολποτιλίκι και την προπαγάνδα για να “εκδικηθεί” όσους και όσες μισεί, χωρίς φυσικά να γνωρίζει κανέναν, μόνον και μόνον επειδή δεν μπορεί να σταυρώσει ο ίδιος μοίρα ως δικτατορίσκος της υποκουλτούρας.

Ανάπηροι, κουτσοί, στραβοί, τρελλοί,  το έχουν ρίξει όλοι στην εύκολη λύση σήμερα και “πονάνε για την κρίση, για τον λαό, κλπ”. Και αυτοί, όπως ο Γκαίμπελς, θέλουν να τραβήξουν το πιστόλι τους, όταν ακούν την λέξη “διανοούμενος”, έστω και αν δεν κρατούν παρά νεροπιστολάκι.

Λοιπόν, όπως καταλαβαίνει κανείς,  παραέχει γίνει για γέλια η υπόθεση.

 

 

Θα συνέλθει η Ελλάδα, σίγουρα, όσος καιρός και αν χρειαστεί να περάσει, αλλά εν τω μεταξύ είναι τόσον  αυξημένη η κόπρος του Αυγείου που έχει ήδη συσσωρευθεί, που, ειλικρινά, θα χρειαζόμασταν εκατοντάδες Ηρακλείς, και όχι έναν, για να τα στείλει όλα αυτά εκεί που ανήκουν.

Στον βόθρο της Ιστορίας,  επιτέλους, μιας και ο βόθρος του διαδικτύου (για παράδειγμα), ομολογουμένως έχει φρακάρει πλήρως πλέον από την υπερσυσσώρευση σχετικού (παρα)”λόγου”.

 

 

 

 

 

 

 

 

“παγκόσμια” ημέρα της ποίησης ή για μιαν όντως “εγκόσμια” ημέρα της ποίησης;

 

Λέγει η εβραϊκή Βίβλος πως “εν αρχή εποίησαν τα Ελοχίμ (ο Ελοχίμ) τον ουρανό και την γη” κλπ. -όπου “Ελοχίμ” η πρώτη προσωνυμία του “θεού”, μαζί και κύριο όνομα, φυσικά, που εμφανίζεται στην Βίβλο. Λέξη που εκφέρεται μεν στον ενικό, αλλά είναι σχηματισμένη ως εάν ήταν σε πληθυντικό αριθμό (“-ιμ”, η πληθυντική κατάληξη στα εβραϊκά ονόματα αρσενικού γένους).

Γιατί “πληθυντικός” ο (οι, τα) Ελοχίμ; (όπου το “χ”, εκφέρεται εν είδει ελαφράς πνοής, “Ελο’ίμ”  ίσως ακριβέστερο ως σήμανση προφοράς).

Θα μπορούσαν, ας πούμε, να δηλώνουν διάφορες και διαφορετικές μεταξύ τους προθέσεις (αλλά και ιδιότητες) του θεού; Όπως και να ‘χει, είναι ένα “σύνθεμα” το όλο πράγμα, σε κάθε περίπτωση.

 

 

Φαντάζει φυσικά η πρώτη στιγμή της δημιουργίας του Κόσμου σαν έκρηξη βαριεστημάρας, τσαντίλας, θυμού, θέλησης για “ποίηση”(δημιουργία), αγάπης κλπ., όμως είναι “σύνθεση”. Το μόνον αναμφισβήτητο. Σύνθεση ως πρόθεση, σύνθεση και ως αποτέλεσμα.

Η ποίηση, συνεπώς, όπως φαίνεται εκ της πρώτης μακροκοσμικής εκδήλωσής της, είναι μια κίνηση από το (υποτιθέμενο ή εικαζόμενο) “απλούστερο” προς την “σύνθεση”. Δεν είναι κάποια ναίφ δοξολογία προς το “άσπρο και παχύ αρνάκι” που γίνεται σουβλιστό κατά το εβραϊκό Πέσαχ (εξ αυτού πέρασε το έθιμο και στον χριστιανικό κόσμο).

 

 

Η υποχρέωση (αλλά και ηδονή κάποτε) της σύνθεσης εμμένει έκτοτε στους ανθρώπους, αν πολύ απλά θα ήθελαν να συνεχίσουν να ζουν, ακόμα και από μια πλέον στοιχειώδη βιολογική άποψη του φαινομένου της ζωής.

Ζούμε συνεχώς, σε κάθε λεπτό, “συνθέτοντας”, είτε το συνειδητοποιούμε αυτό πάντα είτε όχι, και είμαστε κατά μίαν έννοιαν υποχρεωμένοι να το κάνουμε, αν θα θέλαμε την επόμενη στιγμή να αναπνέουμε και όχι να πέσουμε νεκροί.

 

 

Εκφέρουμε τον όρο “απο-σύνθεση” κατά μείζονα λόγο για τα πτώματα.  Δεν διαφέρει σε τίποτα και από το πτώμα μιας εποχής που αποσυντίθεται και, πλέον, όζει. Εδώ η ποίηση με την πρωταρχική και πλήρως δρώσα έννοια της λέξης, συχνά εγκαταλείπεται προς όφελος ενός “πατσαβουριού” προθέσεων και προ- ή ημι-γλωσσικής απεύθυνσης, ενώ ειδικώτερα, όσον τουλάχιστον έχει να κάνει με την μορφή εμφάνισης και την κριτική επιχειρηματολογία της, απολήγει  σε ένα πολυτραβεστί μείγμα αφέλειας, σύμβασης,χιλιομάσησης/χιλιοκατάποσης των ιδίων πραγμάτων, απλότητας (με την ιδεοψυχαναγκαστική, αυταπατηλή και όχι με οποιανδήποτε αναγκαία εκ περιστάσεων έννοια), γνωμολογικής αυθαιρεσίας, έξαλλης και μανιακής προπαγάνδας με άι κιού ταραγμένου κοτόπουλου, “πλαγίου” θηλυπρεπούς σχολιαστικού (παρα)λόγου και σε εξαιρετικά κραγμένες ή γνωστές περιπτώσεις ψυχικώς πασχόντων, κουκουλοφορία για γέλια, κλινικό μίσος, αλλεπάλληλα ονλάιν εγκεφαλικά κλπ., τα γνωστά.

Όμως δεν είναι για γέλια, όλα αυτά, αλλά δεν είναι για τίποτα, γενικώτερα.

Πρόκειται απλά για νεκρό χρόνο.

 

 

Πτώματα λόγου, αλλά και προ-πεθαμένοι άνθρωποι που περιμένουν να αποσυντεθούν πλήρως.

Ο χρόνος όλος, εξ άλλου, παραμένει σε καιρούς “pralaya” μια δυνατότητα εξ αντιστρόφου.  Επειδή σε μιαν αποσύνθεση, μην περιμένει κανείς στο τέλος να εντοπίσει κάτι σαν τις απλές “μονάδες” του Leibniz  (πού τέτοια τύχη, ας είναι καλά οι φιλόσοφοι, που δεν χάνουν  ποτέ την διαύγειά τους μέσα σε όλο αυτό το παρδαλό καζάνι του μέχρι τούδε κόσμου). Μάλλον, μέσα σε όλη αυτή την μπόχα και τον παραλογισμό, -φαινόμενα αδυναμίας και απελπισίας έτσι κι αλλιώς-, ας του είναι αρκετό να διαπιστώνει, εν είδει προ-μελέτης και προ-όρασης εξ αντιθέτου,  μόνον την υπόσχεση μιας χρυσής, ηδονιστικής “ερημιάς” που αναμένει στο μέλλον την ποίηση, αλλά και την ίδιαν την ζωή.

 

 

Γιατί το “σύνθετον” έχει και άλλο σκοπό, εκτός της πρώτης δημουργίας.  Να καταλήξουμε κάποια στιγμή σε έναν όντως όντα “ποιητικό” κόσμο: την μετατροπή/υπέρβαση της ζωώδους “αγοράς”, του πρωτόγονου “δήμου”,  σε πανυδρογειακό “σελφ-σέρβις” των ελεύθερων υποκειμένων της μη-Ιστορίας (ή ακριβεστέρα, της υπερ-Ιστορίας) πια.

Εκεί, ναι, μπορούμε να μιλάμε πλέον για πλήρη χειραφέτηση του ανθρωπίνου υποκειμένου (περισσότερον ως “αντικείμενο” φέρεται έτσι κι αλλιώς μέσα στους διαδρόμους του “ιστορικού” μέχρι τώρα). Όμως, αυτό, είναι μια άλλη ιστορία μέσα στην Ιστορία, με την οποία, έτσι κι αλλιώς, συχνά καταπιανόμαστε και από εδώ, και, σίγουρα, θα ξαναασχοληθούμε.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο λαϊκισμός στην τέχνη δεν είναι νοοτροπία ή τάση, αλλά μια βαθύτερη (και ανομολόγητη) επιθυμία για ένα τέλος της τέχνης,  στο όνομα, λόγου χάριν, ότι ένα ποίημα δεν είναι …σάντουιτς και δεν τρώγεται (μην απορείτε!, το σκεπτικό σε αυτή την περίπτωση, δεν …διαφέρει και πάρα πολύ!).

Στο όνομα, δηλαδή, μιας πρωτοφανούς εγκεφαλικής σύγχυσης που “απλοποιεί” και “απλοποιεί” συνεχώς, ενάντια σε κάθε ανθρωπολογική εξέλιξη, για να βρει στο “κάτω κάτω της γραφής” το υποκάτω του ανθρώπου, και πιο κάτω σίγουρα δεν πάει.

Μετά από μια τέτοια κατηφορική πορεία, κανείς δεν πρόκειται να βρει την “γη της επαγγελίας” της “προσφοράς πλήθους”, όπως θα την συναντούσε σε κάποιο δημοφιλές λαϊκό άθλημα ή στην αγοραία πολιτική (εκεί τα “πλήθη” θα έπρεπε να αναζητούνται), αλλά μόνον την έκπτωση και τον θάνατο.

Όταν οι έννοιες αρχίζουν και “συρρικνώνονται” επικίνδυνα, ο θάνατος δεν είναι μακριά…

Κυρίως, όταν τα πάντα διαλύονται σε μιαν ακατονόμαστη εγχώρια “pralaya”, είναι λογικό μέσα στο παράλογό του, να εκλαμβάνεται πλέον η τέχνη ως κάτι “μη συμβατό” όχι με την πραγματικότητα ακριβώς ,

αλλά, μάλλον, με την “πείνα για πραγματικότητα” που μαστίζει  τους εγκεφάλους των παρακμιών (μα αν είσαι από το πρωί ως το βράδυ στο facebook, και έχεις ξεχάσει κάθε πραγματικότητα, δεν σου φταίει η ποίηση ή οι …”λέξεις” γι’ αυτό!).

 

 

Το να μην καταλαβαίνεις πως τέχνη και ζωή είναι δύο διαφορετικά πράγματα (“συμπίπτουν” χωρίς να ταυτίζονται, και αλλίμονον αν ταυτίζονταν), είναι ένα πράγμα. Σε καιρούς τραγικής παρακμής και αποσύνθεσης όμως, το να επιζητείς να καταργήσεις κάθε τέχνη  και κάθε σκέψη που πάει πέρα από το “αρνάκι άσπρο και παχύ”, επειδή δεν μπορείς να  βάλεις το αρνάκι ως λέξη στον φούρνο και να το φας, ή επειδή με ένα ποιηματάκι της οκάς μπορεί να πιάσεις περισσότερα λάικ στο facebook, αυτό είναι, απλά, γελοιότητα.

Είναι αδιανόητον στον 21ο αιώνα να καθίσταται αδύνατον να κατανοείται πλέον (στην χώρα μας είναι αυτή η μόδα και πρόκειται ασφαλώς για διανοητικό απότοκο του …facebook!) και συμπροσθέτως να εξορκίζεται και να παραμορφώνεται πάνω από ένας αιώνας “μοντερνισμού” (ό,τι και αν εννοεί κανείς με αυτήν την λεξούλα)  και να παρουσιάζεται αντ’ αυτού ένα ανύπαρκτο, φανταστικό, καρικατουρίστικο μοντέλο που δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα και αντανακλά, μάλλον, την θυμογελοιογραφική οπτική που παρουσιάστηκε επ’ αυτού από τις ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του 60 και μέσα φυσικά στην πλήρη ασχετοσύνη τους  (και χωρίς να φταίει κατά τα άλλα ο ελληνικός κινηματογράφος εκείνης της εποχής).

 

 

Φυσικά, το μέλλον δεν είναι αυτός ακριβώς ο “μοντερνισμός” του 20ού αιώνα, αλλά, σίγουρα, δεν θα μπορούσε να είναι το ξήλωμά του και η οπισθοχώρηση σε κάτι χρονικώς και ιστορικώς πρότερον αυτού!

Υπάρχει μια ανάγκη “σύνθεσης” και “υπέρβασης” για το μέλλον, όμως αυτό είναι άλλο θέμα και ας μην το συζητήσουμε εδώ.

Από πού και ως πού, όμως, και με ποιο θράσος, θα παρουσιάζονται άνθρωποι όπως ο T.S.Eliot στην ποίηση ή ο Stockhausen στην μουσική, ως, ούτε λίγο ούτε πολύ,” ex cathedra ακατανόητοι” και το ένα και το άλλο κλπ., αυτό είναι κάτι που αδυνατεί ένας στοιχειωδώς σκεπτόμενος νους να συλλάβει στην όλη φρίκη του.

Από πού και ως πού, θα βάζουμε,  ακόμα, από την κεντρική πόρτα του σπιτιού, το φάντασμα του εθνικισμού και θα απορρίπτουμε κάθε “διεθνική” τάση της τέχνης, αυτό είναι, ακόμα, το διαιώνιο “κόμπλεξ” μιας χώρας που από το 1830 και μετά δεν τόλμησε να “ενηλικιωθεί” και αντιπαραβάλλεται παιδιάστικα με κάθε τι το “ξένο” (λες και το ανθρώπινο μπορεί ποτέ να είναι πραγματικά “ξένο”). Λες και ο Σολωμός απ’ εκείνους τους καιρούς κιόλας , δεν είχε λόγους να μελετά τον Χέγκελ και τον Μπαίμε, αλλά τον κάθε βουκολικό ποιητίσκο!

 

 

Υπάρχει θέμα στην χώρα μας, και πρέπει να το αναγνωρίσουμε θαρραλέα. Αυτό δεν είναι “κρίση” απλώς, είναι ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ πάνω απ’ όλα, – είναι ένας εφιάλτης! Ένας εφιάλτης όμως που αργότερα ή γρηγορότερα αναμένεται να τελειώσει μιας και, καλώς ή κακώς, σε αυτόν τον επαναληπτικό ντουνιά τα πάντα είναι κύκλος και η παρακμή δεν ξεφεύγει από αυτόν τον κανόνα.

Οι άνθρωποι που δυσανασχετούν με αυτή την  κατάσταση είναι ΠΟΛΛΟΙ και πιθανώς περισσότεροι από τα ξεχαρβαλωμένα μυαλά της ευκολίας, της παρακμής και του αθρόου λουμπενισμού. Απλώς, δεν είναι οργανωμένοι ακόμα σε μια συγκεντρωτική δύναμη “κρούσης”. Θα γίνει και αυτό. Ήδη γίνεται.

“Entartete Kunst” – εκφυλισμένη, αποσυντιθέμενη τέχνη, αποκαλούσαν οι ναζί την μοντέρνα τέχνη. Δεν είναι κάτι διαφορετικό αυτό που ακούγεται στις μέρες μας.

Συνεπιπροσθέτως, σε έναν κυκεώνα θηλυπρεπούς ή ερμαφρόδιτης ψευδομαγκιάς και στην  παραδειγματική δειλία ανάληψης ευθύνης γνώμης (ή λάσπης), όπως επίσης και στις βλαχοκουτοπονηριές ανθρώπων που έχουν “σαλτάρει” πια κανονικά (εξαιρούνται φυσικά, οι ελάχιστοι που καίτοι απεχθάνονται τον μοντερνισμό, εν τούτοις δεν ξεπέφτουν σε γελοιότητες, – η διαφωνία από εκεί και πέρα θεμιτή).

 

 

Τόσοι “σαλταρισμένοι” και “εμμονικοί” πλέον, κυρίως αδιέξοδοι σε μια πορεία που μπορεί να οδηγήσει μονάχα από αποσύνθεση σε αποσύνθεση,  ώστε ακόμα και αν δάγκωναν το σάντουιτς και όχι το ποίημα, είναι κάτι περισσότερον από σίγουρον πως ο ξεδοντιασμένος έτσι κι αλλιώς δεν έχει νόημα πλέον να δαγκώσει ο,τιδήποτε.

Ακόμα περισσότερον ανθρώπους, γιατί εκεί μονάχα γέλια προκαλεί.

 

 

 

 

 

 

Chickens-in-1900s

 

ΤΟ ΑΤΕΛΕΣΦΟΡΟΝ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ

 

“στα αποβράσματα δεν πρέπει, επ’ ουδενί, να δίνουμε χώρο, ακόμα και όταν πρόκειται για αρνητική αναφορά σε αυτά. διότι, λαμβάνουν υπόσταση & διαστάσεις, έστω σπόρου – και τις ιδιότητες του σπόρου τις γνωρίζουμε όλοι.”

Χαριτίνη Ξύδη

 

Είναι η μοίρα κάθε παρακμία σ’ αυτήν την ανεμπόδιστη περίοδο κατάρρευσης μιας ολόκληρης (παρ)εθνικής ΝΟΟΤΡΟΠΙΑΣ και της συνακόλουθης αντιμετώπισης των συνεπειών της πάλαι ποτέ φαεινοτάτης και εθιστικής  ιδέας να στηθεί μια χώρα πρωτίστως πάνω στο “δίκαιον της συμμορίας”,

είναι η μοίρα του λοιπόν να μεταμορφώνεται οβιδιακώς και εν προσλήψει οβίδας-βλήματος στο μυαλό σε διασταύρωση ανάμεσα μοσχαράκι και πουλερικό. Μοσχαράκι από άποψη ευφυίας και πουλερικό από άποψη ανάληψης ευθύνης και πρόσληψης του τρόμου του “με βλέπουν τώρα;”.

Μοσχαράκι-πουλερικό,  ειρήσθω ακόμα εν παρόδω, που κάποτε τσιμπολογεί και …καμμιά ιδεούλα από όσους βρίζει και προσπαθεί να μάθει και καμμιά καινούργια λεξούλα από αυτούς, μιας και το λεξιλόγιό του είναι συρρικνωμένο μόνον στα βασικά (και αυτά εν αμφιβόλω). 

Δεν είναι ένας, δεν είναι δύο, είναι αρκετοί, πάντοτε, ιδιαίτερα στους σημερινούς καιρούς.

 

 

Πράγμα που σημαίνει πως στους τωρινούς καιρούς μιας παρακμιακής Ελλάδας που δεν θέλουμε, και αναμένοντας μιαν Ελλάδα που θα  αξίζει στον εαυτό της και σε μας,  μην περιμένετε ο Ηράκλειτος του “ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή” να έχει εκπέσει σε τίποτα διαφορετικό από το “κότα και κλεφτοκοτάς είναι έν” .

Η προσωκρατική “διαλεκτική” (διαλεκτική με την πολύ ευρεία έννοια) της αποσύνθεσης και της μπόχας μέσα στον υπόνομο της υποκουλτούρας μπορεί να ταυτίζει αναποφεύκτως και ως εσχάτη λογική συνέπεια το “κότα και κλεφτοκοτάς είναι έν”, αλλά αυτό όμως δεν θα ήταν δυνατόν να συμβεί αν λάσπη και λασπάκος δεν ήταν επίσης έν.

Κάθε ναυαγισμένος παρακμίας, ως γνωστόν, καθρεπτίζεται ο ίδιος νομοτελειακά και κατά πάσα λογική και πραγματιστική ανάγκη στα  ασυνάρτητα λεγόμενά του, μέσα από τα οποία διαγιγνώσκεται ασφαλώς τι τον βασανίζει πάνω στον εαυτό του σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε να το “εξορκίζει” προς όπου να’ ναι με ψυχραιμία αφρίζοντος δισκίου.

Λες και θα ενδιαφερόταν κανείς να μάθει τους βαθύτερους τρόμους και αγωνίες μιας διαταραγμένης προσωπικότητας.

Πράγμα τραγικά ασήμαντο και αδιάφορο, έτσι κι αλλιώς, σε μια χώρα που, από ένα σημείο και μετά λόγω βλακείας και παθητικότητας συνεχίζει να βασανίζεται  χωρίς να μπορεί να διαγνώσει,

 

 

πως αν δεν παρατήσει την παθητικότητά της και το πληθωριστικό facebook και δεν βγει στους δρόμους για να σώσει ό,τι μπορεί πλέον από την αποσύνθεση (αλλά με Ratio, με οργάνωση, με ανθρωπιστικές αρχές, με σεβασμό στον διπλανό, και όχι σαν ξαμολυμένα ζωντανά με …εμφυλιοπολεμικά ανακλαστικά και σύνδρομα ψησταριάς!),

τότε τα πουλερικά-προγλωσσικοί νταήδες θα κατακλύσουν αυτούς τους δρόμους, -τους δρόμους όπου θα έπρεπε να υπάρχουν οργανωμένα πλήθη και όχι αυτά τα μεμονωμένα τσογλανοειδή-,  για να τσιμπολογήσουν σαν λιμασμένα ό,τι βρούν μπροστά τους. Ματαίως όμως, δεν υπάρχει πλέον τίποτα για να φάνε σε μια χώρα, όπου συναντάει κανείς κατά κύριον λόγον,

μια αισχρή παθητικότητα, μια τραγική σχεδόν και αυτοματοποιημένη παράδοση άνευ όρων στην μοίρα, μια “διαμαρτυρία” και έναν λαϊκισμό στον γάμο του καραγκιόζη, εν κατακλείδι έναν εσμό ανθρώπων που μην κατανοώντας ψυχολογικά το ιστορικό παρελθόν τους γαυγίζουν προς κάθε μέλλον και κάθε εξέλιξη.

Όμως αν είναι να πεθάνει μια ολόκληρη χώρα (στην ουσία λόγω βλακείας και αδράνειας), τουλάχιστον ας πεθάνει με αξιοπρέπεια και όχι μέσα στην γελοιότητα και την μπόχα.

Κάποιες φορές, αρκεί από μόνο του κάτι τέτοιο για να διαγράψει μια ατυχήσασα πορεία και να κάνει -κατ’ ελπίδα- κάτι νέο να γεννηθεί μέσα από την όλη ιστορική φαρσοτραγωδία.