Skip navigation

Category Archives: Letters to Heaven

 

 

 

ΕΝΝΕΑ ΤΥΧΑΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ, ΕΤΣΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΠΩΣ ΜΟΥ ΗΛΘΑΝ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΡΙΤΗ ΒΡΑΔΑΚΙ

 

1 . Ο Μύθος είναι η πρώτη και η εσχάτη πραγματικότητα. Ενδιάμεσα η καθημερινότητα υπνοβατεί, περνώντας ασυναίσθητα μέσα από ζωροαστρική φωτιά.  Δεν καίγεται, επειδή δεν βλέπει την φωτιά.

2 . Η Φιλοσοφία μπορεί να μην έσωσε τον κόσμο, όμως σε κάθε περίπτωση κατόρθωσε (μέσα από άπειρες και μη συνειδητές, φυσικά, εμμεσότητες δράσης επί της καθημερινότητας), να “εξευγενίσει” την σκέψη. Και έχει περαιτέρω “σημασία” κάτι τέτοιο, δεν πρόκειται για απλή ευγένεια και μόνον.

Τι στο καλό, το σύμπαν όσον ανελέητο και αν είναι, αν μη τι άλλο  “έχει τρόπους” (πολλούς), όταν θα θελήσει κάποιος να το “προσεγγίσει” !

3. Ο Νους είναι πολιορκητικός κριός.

4 . Υπάρχει μια φυλετική υπο-κάστα στο οροπέδιο του Chota Nagpur στην Ινδία (δεν είναι “υποκάστα” ακριβώς, όμως το όλο σύστημα διαβαθμίσεων και πολυδιακλαδώσεων των φυλετικών και μη φυλετικών καστών -στην Δυτική Βεγγάλη κυρίως-  υπήρξε ανέκαθεν τόσον περίπλοκο, που αρκούμαστε για λόγους ευχρησίας προς χάριν του αναγνώστη σε αυτόν τον όρον),  υπάρχουν λοιπόν οι Bichwar τείνοντες προς εξαφάνισιν σήμερα, αν δεν έχουν εξαφανιστεί πλήρως, που έχουν ως τοτέμ τους την …σαρανταποδαρούσα.

Οι Bichwar, εκ των πραγμάτων,  υπήρξαν οι πρώτοι υπερρεαλιστές ανάμεσα στους λαούς.

5. Κάθε τοτεμικό ζώο δεν είναι μια απόδραση από την “condition humaine”, αλλά μια βαθύτερη συνειδητοποίησή της. Οι πρωτογονικοί και βαρβαρικοί λαοί δεν υποψιάζονταν απλά κάποιες αλήθειες, αλλά τις έβλεπαν σχεδόν δια γυμνού οφθαλμού.

6. Μιας και αναφέραμε την Βεγγάλη παραπάνω. Σε καμμία άλλη γλώσσα το “σ’ αγαπώ” δεν τραγουδιέται τόσον μεθυστικά (γιατί στην γλώσσα Bengali οι λέξεις δεν προφέρονται απλά, αλλά σχεδόν μελωδούνται), όσον στην γλωσσα Bengali :

আমি তোমাকে ভালবাষি ,

με μια κατά προσέγγισιν προφορά: “άμι τομάκε μπ’αλόμπάΣί”, – όπου μπ’ ο φθόγγος b συνοδευόμενος από μια ελαφρά εκπνοή (περίπου κάτι σαν “h”) και Σ το παχύ σ, όπως ακούγεται στο αγγλικό sh. Με τις τρεις τελευταίες συλλαβές της τρίτης λέξης να ακούγονται συνήθως εξ ίσου τονισμένες.

7. Υπάρχουν γυναίκες που όσον περνάει ο χρόνος, τόσον λάμπουν και ομορφαίνουν. Βλέπεις, για παράδειγμα, μια γυναίκα στα 25 της και είναι νόστιμη, αξιοπρόσεκτη, όμορφη, ή όπως προτιμάτε να το πείτε.

Η ίδια γυναίκα όμως στα 40-45 είναι πολύ απλά μια θεά. Και όσον περνάει ο χρόνος, τόσον περισσότερον θα ομορφαίνει.

Πράγμα που σημαίνει, πως ακόμα και ο Χρόνος, κάποτε, προκύπτει …ερωτευμένος.

8.  Δεν το’λεγε, άλλωστε, πολύ καίρια μια φορά κι έναν καιρό, ο Blake;

“Eternity is in love with the productions of time”.

Και ο Χρόνος, με την σειρά του, ερωτευμένος με μερικούς ανθρώπους, όντας οι ίδιοι τα προϊόντα της αιωνιότητας.

9. Δύσκολον να αντισταθεί κανείς σε “τρελλό” έρωτα, όσον και αν προτιμάει περιπτώσεις που προκύπτουν από απλή ερωτική “έλξη” για να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Σε περίπτωση παράφορου διλήμματος “τρελλού” έρωτα,  εμμένει πάντοτε ισχυρό το εξής ενδεχόμενο ή πιθανότητα : για να βρει κανείς την “ησυχία” του,  αποφασίζει, τελικώς, να την …χάσει.

 

 

 

 

 

 

 

05-02-2013i

 

ΛΕΙΩ , ΙΙΙ

 

Κάτι που σίγουρα του άρεσε σε αυτήν, εκτός βέβαια από πολλά άλλα,  ήτανε το γεγονός ότι η ίδια δεν είχε παρά ελάχιστη σχέση με την λογοτεχνία. Λίγοι κλασσικοί, μερικά διαφημισμένα μυθιστορήματα της πιο σύγχρονης εποχής,  και αυτό ήταν. Ποίηση ελάχιστη ή και καθόλου.

“Ευτυχώς”, σκέφτηκε από μέσα του με ανακούφιση, όταν του ανέφερε αυτήν την μη προτίμηση, “δεν θα χρειαστεί να συζητήσουμε για τέτοια πράγματα”. Βέβαια, δεν το σκέφτηκε μόνον, αλλά της το είπε κιόλας μιαν άλλη στιγμή.

“Γιατί το λες όμως αυτό; Κι εσύ στον κόσμο της λογοτεχνίας ανήκεις”, τον ρώτησε.

“Ας μην τα συζητάμε αυτά”, της απάντησε, “προτιμώ να μην το σκέφτομαι. Αγαπώ την λογοτεχνία, αλλά δεν με πολυενθουσιάζουν οι λογοτεχνικές παρέες”.

 

941521-athina_1930_680_442075_i9c1r9

 

Σε άλλην ευκαιρία, της εξέφερε τον λόγο: κατά την γνώμη του, από τους λογοτέχνες ελάχιστοι αξίζουν σε κάθε εποχή. Οι περισσότεροι είναι το χειρότερο είδος ανθρώπου που μπορεί να φανταστεί κανείς. Κομπλεξικοί, πειναλέοι για καλά λόγια και φτηνούς επαίνους, υποκριτές και διπρόσωποι, αηδιαστικώς πλάγιοι και ποτέ ευθείς στην συμπεριφορά, πρόθυμοι σε κάθε περίπτωση για τις πιο ποταπές γελοιότητες και μισανθρωπικές χυδαιότητες,

και όλα αυτά για την πιο βλακώδη χίμαιρα που θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει στον κόσμο.

Mα πραγματικά, λίγα, πολύ λίγα, ελάχιστα ψίχουλα “δόξας” αντιστοιχούν στον κόσμο της λογοτεχνίας. Πρέπει να είσαι ηλίθιος για να πιστέψεις ότι μπορεί να αποκτήσεις “πραγματική” φήμη, ιδιαίτερα στην εποχή μας,  μέσα από την λογοτεχνία. Το να σε μάθουν δυο χιλιάδες άτομα, είναι φυσικά αστείο. Σε αυτή την δουλειά συνεπώς μπορείς να είσαι, μονάχα επειδή την γουστάρεις πολύ, επειδή νοιώθεις την ανάγκη να συνομιλήσεις με πραγματικούς αποδέκτες,-και λίγοι είναι πάντοτε οι ουσιώδεις αποδέκτες-, και να μάθεις μέσ’ απ’ αυτήν την ιδιάζουσα σχέση συγγραφέως-αναγνώστη λίγο περισσότερον τον εαυτόν σου.

 

tumblr_lhfwid2jk61qa3j5zo1_5001

 

Όμως, έτσι κι αλλιώς, δεν προτιμούσε, -ιδιαίτερα τουλάχιστον-, τις γυναίκες που ασχολούνται ενεργώς με την λογοτεχνία. Συνήθως τις έβρισκε αφύσικες, κάποτε εξωφρενικές, και όχι σπάνια με συμπλέγματα, αρνητικότητες και απωθημένα. Πλην αρκετών εξαιρέσεων φυσικά.

Κατά τα άλλα, του άρεσε να συζητάει μαζί της για ξένους πολιτισμούς, άλλες κουλτούρες, διάφορους λαούς και παρόμοια πράγματα, για τα οποία εκείνη με την σειρά της έδειχνε εξαιρετικό ενδιαφέρον και σχετικά αξιομίλητες γνώσεις.

Η ίδια είχε -άγνωστο το γιατί ακριβώς- “κόλλημα” με την Ουγγαρία. Την ενδιέφερε ό,τιδήποτε από αυτήν την χώρα και αγαπούσε πολύ τα τραγούδια της Márta Sebestyén .

 

 

Την πρώτη φορά που έκαναν έρωτα στο διαμέρισμά της, τα κορμιά τους είχαν αποβεί σε ελάχιστο χρόνο ένα θηριώδες, πεινασμένο συσσωμάτωμα σε ανηλεή αλληλοκαταφαγία.  Το σώμα της ήτανε όμορφο, χωρίς ίχνος χαλάρωσης -μια πραγματική ευωδία στο διηνεκές της ανθρώπινης επιθυμίας.   Την στιγμή που εκσπερμάτωσε μέσα της, την ένοιωσε απειρενστικτωδέστατα ως εάν ήταν κάτι σαν προ-αρχετυπική ερωμένη του σε άχρονο χρόνο, ή μια υπεραστρική λήκυθος που δεχότανε την επιθυμία του έως τα απώτατα όρια του ομιλείν, όταν αυτό το τελευταίο συνολικώς συσπειρούται και καταλήγει μόνον σε κρημνώδη κραυγή οργασμού.  Κόκκινη παρεγκεφαλίδα στη νύχτα του χρόνου, φωτοριγώντας μέσα σε μια μυρωδική αγκαλιά σάρκινου κήπου.

Η μορφή της συνήθως αυστηρή, καλοσυνάτη και ευγενική,  μετά από το ερωτικό σμίξιμο έλαμπε σαν μυστηριακό λευκοκόκκινο άνθος ευδαίμονος σιωπής που εμφανίστηκε ξαφνικά στην ζωή του σαν από το πουθενά, αλλά και σαν από πάντα. Η ίδια εξ άλλου, καθίστατο με την πάροδο των ημερών μια φωταυγέστερη “γωνιά”, μέσα από την οποία αυτός θα μπορούσε να ξεφύγει από κάθε πραγματική ανθρώπινη βλακεία και να αναπνέει σε μια μεγαλύτερη ακτίνα ελευθερίας, μακριά από κάθε βέβηλο χρόνο της καθημερινότητας.

 

 

Δεν θα έλεγε, ακόμα, πως την αγαπούσε. Με μια γενικώτερη έννοια, σίγουρα την “αγαπούσε”. Εκείνη την στιγμή, όμως, την έβλεπε σαν μιαν ερωμένη, με την οποία, απέσυραν μαζί κάθε περιττό φλοιό χρονικότητας από τον καρπό της ζωής . Ή ένα είδος “οπίου”, με μεταφορική έννοια, είναι πάντοτε αυτά τα πράγματα. Αλλιώς,

και αναμφίβολα,

η γυναίκα δεν είναι παρά το όπιο της Ιστορίας.

 

 

 

 

 

800px-homeward_bound_phixr

 

Κάτι πολύ ενδεικτικό για τις Bengali γυναίκες, που συναρτάται ασφαλώς με το πνεύμα του μόλις προηγουμένου κειμένου:

‘Οταν, για παράδειγμα, μια Bangladeshi λέει στον “jaan” (জান – ερωμένος, αγαπητικός) : “πήγα πρωί πρωί σήμερα στον Brahmaputra για να προσευχηθώ για σένα”, και το λέει ειλικρινώς, επειδή αυτή είναι σε γενικές γραμμές, για να το πούμε έτσι,  η ερωτική κουλτούρα της Βεγγάλης (δυτικής και ανατολικής),  πάει τελείωσε, είναι αδύνατον να μην ερωτευθείς αυτήν την γυναίκα. Και ούτε θα είναι εύκολο ποτέ να την ξεπεράσεις, όσος καιρός και αν έχει περάσει.

Ασφαλώς και δεν είναι συμβατική “στοργή” -θα ήταν ανόητο να παρερμηνευθεί με αυτόν τον τρόπο-, αλλά μια “τελετουργική” και συνάμα βαθειά ανθρώπινη διάσταση στον έρωτα (πολλές φορές εκκινούμενη και από θρησκευτικές-ανατολικοφιλοσοφικές αφετηρίες) , που στις δυτικές κοινωνίες υπερκαλύπτεται συχνά από έναν αγοραίο ή χυδαίο υλισμό, ο οποίος στο τέλος, και  νομοτελειακά, δεν μπορεί παρά να υποτιμήσει/φθηνύνει και την ίδια την ύλη.

Όχι ότι οι Bengali γυναίκες είναι “ρομαντικές”, ίσα ίσα, διακρίνονται από τρομαχτικά οξεία αίσθηση κάθε πρακτικότητας, και κάποιες φορές μετέρχονται και …λεπτώς κατηργασμένα δόλια μέσα για να περάσει το δικό τους ή κάποιο πείσμα τους. Απλά, είναι πολύ θηλυκές στο κάθε τι.

Πολύ εύκολα ο έρωτας μπορεί να αποβεί από την μόνη αλεξιθάνατη ορμή ζωής στην ανθρωπότητα σε ναρκισσιστικό- εξουσιαστικό παιγνίδι χωρίς νόημα.  Κάποιες ασιατικές κοινωνίες, ακόμα και αν από υλιστική άποψη δεν βρίσκονται στο επίπεδο μιας δυτικής ευημερίας, συχνά αποφεύγουν αυτή την παγίδα.

Ο έρωτας από εμπεδόκλεια άποψη, είναι φιλότης και νείκος μαζί. Το δεύτερο ποτέ δεν αποφεύγεται, ακόμα και με τις καλύτερες προϋποθέσεις. Έχει σημασία όμως το νείκος να πηγάζει από μέσα και όχι από έξω. Έχει σημασία, δηλαδή, και πάντοτε, ο άνθρωπος να είναι αυτό που είναι, και όχι ό,τι κρίνει καταλληλότερο να είναι για τους άλλους.

 

 

 

 

 

 

 

ΛΕΙΩ ,  II

 

Την πρωτοείδε ένα ακραία συννεφιασμένο μεσημέρι πριν από δύο χρόνια,  μέσα στον θάλαμο ενός νοσοκομείου καθώς επισκεπτόταν ασθενή, πολύ κοντινό πρόσωπό του. Συνειδητοποίησε τότε αίφνης την όλως παραδόξως απόκοσμη και εν ταυτώ οικεία μαγεία του χρυσόξανθου στην συνοριοθέτησή του με το λευκό. Τα μαλλιά της έπεφταν πάνω  στην ιατρική μπλούζα της σαν πλόκαμοι μεταεδεμικής φυγής σε μη ακόμα ορατό γεώδες πεδίο. Μπότες και τζην. Τα δε λεπτά γυαλιά της επί του ισχυρώς ελκυστικού προσώπου της, δεν ήτανε παρά δύο καλειδοσκοπικές θύρες προς άγνωστον ακόμα κήπο.

 

platinum_04

 

Λευκόχρυσος. Ένα από τα πιο αναπάντεχα μέταλλα:  εκεί που ο ήλιος και η σελήνη συνενώνονται αλχημικώς μακριά από τις ισχυοτρόπες, ακτινοβόλες δέσμες του καθημερινού πλανήτη. Όμως κάθε αλχημεία ήταν έτσι κι αλλιώς μια υπόθεση πολύ μακρινή σε μιαν εποχή που χανόταν στους τοτεμικούς παροξυσμούς της βαθύτερης νύχτας των εννοιών. Μια εποχή σε μια χώρα που δεν έκανε τίποτε περισσότερον από το να περιμένει να πεθάνει, αδικαιολόγητα βέβαια, μην κατανοώντας πως οι νεκροί δεν πεθαίνουν για δεύτερη φορά. Κυρίως όμως δεν υποπτευόταν κάτι μεθοριακό μέσα στην νύχτα, κάτι που θα της επέτρεπε να ελπίζει:  κανείς δεν πεθαίνει για πάντα. “Φασισμός”, φτήνεια, χυδαιότητα, νεκρός ναρκισσισμός της κρεαταγοράς, η παρακμή και η απάτη του facebook. Eνώ μια πιθανώς προικισμένη νεά γενιά ολοένα φυγαδευόταν προς τα έξω. Οι συμμορίες όμως παρέμεναν.

 

ancient_nyayasutras_first_ten_sutras_in_sanskrit_phixr1

 

Εποχή κατά την οποία ο ίδιος είχε χαθεί σε σχεδόν καθημερινές μελέτες επί της σανσκριτικής φιλολογίας, προσπαθώντας επιπροσθέτως να προχωρήσει, όσον μπορούσε και του επέτρεπε ο χρόνος, στην εκμάθηση αυτής της γλώσσας με την οποία άλλωστε ησχολείτο επί χρόνια. Εξ αυτής της ασχολίας, του είχε απομείνει η συνήθεια να προσομοιάζει τους ανθρώπους με σανσκριτικά γράμματα και συλλαβές. Αυτή, σίγουρα, ήτανε το    , που στην σανσκριτική παριστάνει (μάλλον) την αντλία της ανθρώπινης καρδιάς.  Όταν εξ άλλου την γνώρισε καλύτερα, διεπίστωνε πως είχε πέσει πλήρως μέσα σε αυτή την απόπειρα απόδοσης-ταύτισης. Η αθρόα καλοκαρδία της, σε έντονο κοντράστ με τους μουντούς καιρούς, ήταν αν όχι σπάνια, τότε σίγουρα όχι εύκολα αναμενόμενη και τον εξέπληττε πάντα. Όπως και να είχε όμως, ο ίδιος δεν θα επιζητούσε ακριβώς κάποιο “δυνατό” αίσθημα, τρελλό-μελό έρωτα και τα παρόμοια, αλλά μάλλον ένα ήσυχο ερωτικό “καταφύγιο” μακριά από κάθε άλλη ανθρώπινη παρουσία.

 

 

Και ο κόσμος.

Ο κόσμος μπορεί να μην άλλαξε κατ’ ελάχιστον όταν την εγνώρισε, όμως κάτι τέτοιο δεν θα σήμαινε πως ακόμα και αυτή την φορά ήτανε υπαρκτός.

“Θέλεις να πεις, πως στην πραγματικότητα ο κόσμος δεν υπάρχει;”, τονε ρώτησε μια μέρα στο κυλικείο του νοσοκομείου και κοιτώντας τον με τέτοιον τρόπον ως εάν η ίδια είχε αποβεί ολόκληρη μια περίοπτη οφθαλμική χρυσοφωτοχυσία  και τίποτε άλλο.

“Μπορείς να το πεις και έτσι”, της απάντησε,  “όμως, ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, δεν υπάρχει λόγος να μην ζει κανείς όπως θέλει σε αυτόν.”.

 

kissing-lips_phixr1

 

“Δεν το καταλαβαίνω αυτό”, του αντέτεινε.

Όμως δεν είχε όρεξη ο ίδιος να μπει σε μια τέτοια κουβέντα κατ’ εκείνη την στιγμή. “Θα περάσω να σε δω το βράδυ οπωσδήποτε”, της είπε, και κινήσανε και οι δυο προς τα έξω. Αυτή ξαναέμπαινε στο νοσοκομείο, όσον αυτός πορευόταν προς την έξοδό του.

Το ίδιο βράδυ, φυσικά,  ήτανε πάλι εκεί.

 

 

 

 

 

664ed41004ea7190735f007d1382aa26_phixr

 

Η ουσία της ύπαρξης είναι ο φόβος. Το νόημά της, όμως, είναι το θάρρος.

Το παλαιό εκείνο κλισέ που προτρέπει να ζεις την κάθε μέρα σου ως εάν ήταν η τελευταία, είναι φυσικά  ολόσωστο στον βαθμό όμως που εμπροϋποθέτει και το αντίστροφο: να ζεις την κάθε μέρα ως εάν ήταν η πρώτη μέρα σου σε αυτόν τον κόσμο. Όσον πιο πολύ δεν “συνηθίζεις” σε κάτι, τόσον το γνωρίζεις καλύτερα.

Το θάρρος είναι ίλιγγος μεθυστικός, άρπαγμα στο απόλυτο, η μεγίστη ηδονή, κυρίως όμως για όσους νοιώθουν “ξένοι” στον κόσμο. Τόσον “ξένοι” ώστε δεν θα έκαναν ποτέ το σφάλμα να υποτιμήσουν και να κακομεταχειριστούν τόσον πολύ την γη ως εάν ήταν μια φτηνή “πατρίδα” τους.

Η αρχαία Σπάθη της Ανατολής από την μια μεριά,  και από την άλλη στο αντίθετο άκρο, τα Χρυσά Μήλα των Εσπερίδων… Στην ενδιάμεση περιοχή, υπάρχει ένας ένοικος που ρίχνει τα ζάρια και ένας φυγάς στον κόσμο που τα συντρίβει .

Όλα τα πράγματα μπορούν να είναι συναρπαστικά σε οποιοδήποτε υδρογειακό απόγευμα μετά από βροχή, όπου η παντέρημη σιωπή των συμπάντων δεν μεταφράζεται παρά ως απειλή θανάτου.

Η απειλή στον κόσμο δεν υπάρχει για να τρομοκρατεί, -κάτι τέτοιο την δυσφημεί βλακωδώς-, αλλά για να ανθίζει η ασύγκριτη ομορφιά της ζωής.

Και ζωή σημαίνει ανά πάσα στιγμή  “πέρασμα” ανάμεσα σε δύο σημεία.  Η ομορφιά είναι πάντοτε μετάβαση, όχι αποτέλεσμα.

 

 

 

 

 

1081567

 

ΛΕΙΩ

 

Η πόλη κατά την προχωρημένη εσπέρα είχε αποβεί ένα μεγάλο βάρος στα εύθραυστα οπτικά νεύρα του 21ου αιώνα. Παντού διαλυμένα μυαλά και αυτοετεροοικτιρόμενα όνειρα.  Η θέληση για αντίσταση ολοένα εκάμπτετο προς όφελος μιας ομιλίας που δεν ήταν παρά κυλιόμενος διάδρομος με ξεχασμένες “αποσκευές” πάνω του. Ένας διάδρομος όμως που οδηγούσε μονάχα προς τα αζήτητα του Χρόνου. Κάτι είχε συμβεί στους ανθρώπους αυτού του καιρού, με αποτέλεσμα ένα τουλάχιστον σημαντικό ποσοστό εξ αυτών να μην κάνει τίποτε περισσότερον από το ν’ αφήνει συνεχώς αποσκευές σε αυτόν τον διάδρομο και να τις παρακολουθεί να χάνονται στο βάθος…και πάλι στο βάθος…,  προς τις ανοιχτές σιαγόνες ενός Κήτους που δεν φαινόταν.

Η ομιλία,

η ομιλία, ωστόσο, δεν είναι παρά ο πλέον ασφαλής δείκτης ζωής.

Όταν αυτή εκλείπει, τότε δεν υπάρχει η σιωπή,  αλλά μια αδιέξοδη αναμονή που απλώνεται και απλώνεται συνεχώς σαν κηλίδα αίματος να χάνεται πίσω σε άγρια, βαρβαρικά σκοτάδια…Σκοτάδια εκ των οποίων ουδείς προκύπτει ζωντανός εκτός απ’ όποιον μπορεί να πει “όχι” στον χρόνο.

Οι άλλοι, αδύναμοι να εξεγερθούν, ακόμα πιο αδύναμοι (σε αυτό, ευτυχώς) ν’ αρχίσουν να σκοτώνουν ξαφνικά ο ένας τον άλλον.

 

 

Παρακμή και αποσύνθεση:  η πόλη ολόκληρη ωμοίαζε με  άτυπο νοσοκομείο χωρίς γιατρούς και νοσοκόμες, αλλά με χιλιάδες α-σθενείς που ζούσαν κάτω από κάθε οντολογική επιφάνεια.  Με εξαιρέσεις όμως. Με σημαντικά ξέφωτα και με ωραίους, εδώ κι εκεί, ανθρώπους που ακόμα παλεύαν για αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη σε μιαν υποχθόνια επικράτεια. Όμως, δεν ήταν η στιγμή για τέτοιες σκέψεις. Την είχε στο μυαλό του, εδώ και μέρες. Θα περνούσε, έτσι, γενικώς, να την δει για λίγο, και αργότερα μάλλον θα έβγαιναν έξω. Είχε αρκετό καιρό να την δει, και μια συγκυρία ανυπόπτων-ασχέτων περιστάσεων τον έφερνε πάλι κοντά της.

Η γυναίκα τον περίμενε με ένα χαμόγελο τόσον εγκάρδιο λες και δεν είχε περάσει ούτε μια μέρα.  Με την ιατρική μπλούζα της και με την ίδια απίστευτη θέρμη στην φωνή της που ‘λεγες πως θα μπορούσε να ζεστάνει ακόμα και αυτόν τον ήλιο! Τρομαχτικά ελκυστική πάντα, τουλάχιστον για τα δικά του γούστα, ο δε γενικώτερα εύχαρος και καλοσυνάτος χαρακτήρας της, την έκανε ακόμα πιο ποθητή στα μάτια του. Είχε, εξ άλλου, πάντα αδυναμία στις “θετικές” γυναίκες. 

 

ae3255a1a59c3c1876a698e4982f3e71

 

Τρελλό, σχεδόν καννιβαλικό φιλί στο γραφείο, άγριο άρπαγμα για ελάχιστα λεπτά, λίγο μόλις πριν μπει η νοσοκόμα μέσα για να φέρει διάφορα έγγραφα.

Η νύχτα άρχιζε να πέφτει σιγά σιγά φανερώνοντας άστρα σαν ξεχασμένη σημαία του θεού. Σκέφθηκε πως τα μαλλιά της, από μόνα τους, θα αρκούσαν για να φωτίσουν ακόμα και αυτήν την μεγάλη νύχτα του κόσμου.

Κυρίως, όμως, σκέφθηκε ότι η αγκαλιά τους είχε και λίγο από “θυμό”.

Γιατί ο έρωτας έχει και οργή μέσα του. Οργή για κάθε άλλο χρόνο που μπορεί να περνάει χωρίς αυτόν.

 

 

 

 

 

 

Σίγουρα, ούτε ο …Χουντίνι θα σκεφτόταν να λυθεί και να φύγει σε  αυτήν την περίπτωση.

Ή αλλιώς, όπως έλεγε ο Hölderlin: “ακόμα και οι σοφοί υποκλίνονται στην oμορφιά”.

Γενικώτερα, θα μπορούσε ίσως να πει κανείς το εξής:  δεν έχει καμμιά σημασία κάποιες φορές (και το “κάποιες φορές” αυτονοήτως δεν σημαίνει “πάντα”!)  το τι παλαβομάρες, ασυστασιοφρένειες, τρελλοθυμικότητες, τρεχαγυρευολογίες και άλλα (μη) συναφή  μπορεί να λέει μια γυναίκα.

Η ομορφιά της, πάντα,  είναι κάτι που ξεπερνάει κατά πολύ την ίδια.

 

ΥΓ. Στο βίντεο η Δανή ηθοποιός Asta Nielsen από την ταινία “Afgrunden” (1910).

 

 

 

 

 

Το Καλό και το Κακό, συνήθως ή  κατά μείζονα λόγο, δεν διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τον σκοπό, αλλά ως προς την Μέθοδο. Και αυτό δεν είναι πάντοτε, ή και καθόλου, αντιληπτό.

Εν κατακλείδι, -και αν το δούμε σε βάθος πρακτικής απόληξης  μιας έννοιας- ο σκοπός δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια νέα, ή προσωρινώς απόμερη στον χρόνο, μέθοδος που ζητάει να βγει στο φως ή να επικρατήσει γενικώτερα. Και από την μέθοδο και τα μέσα που συναρμόζονται προς όφελος ενός σκοπού,  κατανοεί κάποιος και το ποιος αληθώς είναι ο σκοπός, γιατί ο ίδιος δεν είναι παρά η  μέθοδός του, δεν υπάρχει στην ουσία καμμία διαφορά.

Απ’ αυτήν την άποψη, ο σκοπός και τα μέσα δεν διαχωρίζονται μεταξύ τους. Δεν υπάρχει καλός σκοπός με ό,τι να’ ναι, κακά ή εγκληματικά μέσα. Σε αυτή την περίπτωση, ο σκοπός είναι εγκληματικός, επειδή ο ίδιος ΕΙΝΑΙ η εγκληματική μέθοδός του, όσον και αν αυτό δεν συνειδητοποιείται πάντοτε!

Μια τέτοια διαπίστωση, όπως (όχι πάντα) εύκολα μπορεί να καταλάβει κάποιος, έχει περαιτέρω προεκτάσεις και “εφαρμογές”. Για παράδειγμα, ο μύθος της “καλής καρδιάς” που ευημερεί ιδιαίτερα στην χώρα μας, ως ένα αντισταθμιστικό ξόρκι  κατά  της ατελούς ρασιοναλιστικοποίησής της (εκείνης της ΑΝΑΓΚΑΙΑΣ όσον έχει να κάνει με τα λελογισμένα “χωράφιά” της, γιατί υπάρχουν πράγματα στην ζωή στα οποία η Ratio είναι ζητούμενη, όπως για παράδειγμα η διοίκηση μιας πολιτείας, και άλλα, στα οποία η Ratio έχει εκ των πραγμάτων,  και σε άμεσο επίπεδο, ελάχιστο λόγο, όπως ο έρωτας),  αυτός ο μύθος λοιπόν είναι ανυπόστατος.

Δεν υπάρχει “καλή καρδιά” γενικώς και έξω από αποτελεσματική Ratio!

Ο άνθρωπος δεν είναι ανακλαστικό φυτό συναισθήματος. Είναι η Ratio που βαθύνει αποτελεσματικά τον ψυχικό και συναισθηματικό του κόσμο και ανατροποποιεί τον ίδιο κάθε φορά προς μια σημαντικότερη εκφορά ισχύος ύπαρξης.

 

e5a3582062130de575fc1abd74ef82c6

 

Ένας τέτοιος προβληματισμός περί “σκοπού” και “μέσων”, αναμφίβολα, δεν μπορεί παρά να οφείλεται στις “μερικές” προσλήψεις της Αληθείας, στις οποίες ως θνητοί άνθρωποι είμαστε αναγκασμένοι αλλά και αναπόφευκτα εθισμένοι.

Αν η αλήθεια, όπως έλεγε ο Milton στα “Areopagitica” του, μας παρουσιάζεται σαν το διαμελισμένο από τον Τυφώνα σώμα του Οσίριδος, τότε οι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι, όπως η αιγυπτιακή θεά Ίσις, να ανασυλλέγουν και συναρμόζουν ένα-ένα τα κομμάτια του αδελφού και εραστή της Ίσιδος.

Αυτό το “κομμάτιασμα” ακριβώς, και σε αρχετυπικό επίπεδο, προκαλεί  και τον φαινομενικό διαχωρισμό ανάμεσα σε σκοπό και μέσα. Φαινομενικός, γιατί στην ουσία δεν υφίσταται τέτοιος διαχωρισμός. Τα κακά μέσα θα φανερώσουν αργά ή γρήγορα έναν κακό σκοπό.

 

laurier_avenue_ottawa_1920s

 

Ο Νετσάγιεφ, για παράδειγμα, πίστευε πως αν μετήρχετο κάθε βρωμιά, συκοφαντία, πλαστογραφία, ψέμμα, σφετερισμό και άλλα εγκλήματα, θα επέφερε κάποια στιγμή την ιδανική κοινωνία στην ανθρωπότητα.

Σκότωσε τελικώς στον βρόντο έναν …ανθρωπάκο που τον υποψιάστηκε ως προδότη της “ευγενούς” υπόθεσής του. Από αυτόν ….απάλλαξε την ανθρωπότητα. Μια τραγικότητα δηλαδή, που μονάχα μια ιστορική φάρσα τέτοιου χαοτικού διαμετρήματος θα μπορούσε να προσφέρει.

Εκ του αποτελέσματος όμως πάντα η πρόθεση, και εκ της μεθόδου ο σκοπός και σε αυτή την περίπτωση. Ενδεχομένως, όσον ο Νετσάγιεφ ΠΙΣΤΕΥΕ ειλικρινώς ότι ήθελε να “απελευθερώσει” την ανθρωπότητα, δεν υποψιαζόταν το πόσον οι συνειδητές θελήσεις ή αποφάσεις πολλές φορές δεν είναι τίποτε περισσότερον από καθαρή αυτοεξαπάτηση. Το ασυνείδητο του ανθρώπου μπορεί να προκύψει ως κάτι παραδείσιο (όπως στην περίπτωση ενός καλού ποιητή), αλλά καθίσταται άκρως επικίνδυνο για την περίπτωση ενός επίδοξου κοινωνικού αναμορφωτή.

 

a3709224de5910d136ee6571817b1d9c

 

Το χάσμα που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε σκοπό και μέσα, μπορεί να το διαγνώσει πρωτίστως κάποιος σε  μιαν από τις πλέον “σκοτεινές” πλευρές της θρησκευτικής ζωής των πρωτογονικών και βαρβαρικών φυλών:  τουτέστιν, την ανθρωποθυσία με ζητούμενον τον εξευμενισμό κάποιου θεού ή με αίτημα την θεϊκή βοήθεια ως προς την επιβίωση και ευημερία της φυλής.  Ποιος δεν φρικιά στην σκέψη των τελετουργιών ανθρωποθυσίας που επιτελούσαν οι Ίνκας και οι Αζτέκοι; Λαοί των οποίων οι πολιτισμοί, κατά τα άλλα, δεν θα μπορούσε να πει κάποιος πως στερούνταν σημαντικοτάτου πνευματικού περιεχομένου.

Στην Ινδία μέχρι πριν από δύο αιώνες, εξ όσων γνωρίζω, μια βαρβαρική φυλή, οι Khonds (στην Orissa) , τελούσε ανθρωποθυσίες με … “συμβόλαιο” (θα μπορούσε να το πει κανείς και έτσι).

Τι έκαναν ακριβώς οι Khonds;

Προόριζαν κάποια άτομα (που τα είχαν αγοράσει σε μικρή ηλικία από τους γονείς τους) ως τα θύματα μιας τελετουργικής θυσίας που θα επισυνέβαινε σε ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥΣ. Μια ανθρωποθυσία που σκοπό είχε φυσικά την παράκληση για την καρποφορία της γης. Έως τότε, οι “meriah” (όπως καλούνταν οι “ταγμένοι” προς αυτήν την θυσίαν), ζούσαν με όλες τις υλικές ανέσεις που  φρόντιζαν να τους εξασφαλίσουν οι Khonds. Οι meriah, για να το πούμε έτσι, όσον θα ζούσαν, θα ζούσαν ως από τα πλέον πλούσια και ευυπόληπτα άτομα  της βαρβαρικής “κοινωνίας” των Khonds.  Και κάποια στιγμή, βέβαια, οδηγούνταν στον βωμό της θυσίας τους.

 

 

Ο σκοπός σε αυτές τις περιπτώσεις (το γενικό “καλό”) δεν μπορεί παρά να προέρχεται από τη θυσία του ατομικού “καλού” (στην περίπτωση των Khonds, καίτοι τα θύματα ελάμβαναν ως “προ-αποζημίωση” μια καλή ζωή, εν τούτοις αυτό γινόταν για να την στερηθούν κάποια -ορισμένη στον χρόνο- στιγμή ολότελα!).

Διεκτείνοντας, τηρουμένων των αναλογιών, την “λογική” των Khonds,  εγώ προσωπικά θα υπερτόνιζα πως δεν υπάρχει ιδεολογία, θρησκεία και συλλογικός σκοπός που να μην στηρίζεται, λιγότερο ή περισσότερο, στην έννοια της “θυσίας” (έστω και χωρίς τον βαρβαρικώς παράδοξο τρόπο των Khonds, στην ουσία όμως δεν διαφέρει σε τίποτα!) . Σε αυτή την περίπτωση το άτομο είναι κατώτερο από τον σκοπό και πολλές φορές θεωρείται απόλυτα λογική αλλά  και ηθικώς ζητούμενη η “προσωπική” θυσία του.

Μια λογική και ηθική που κάποτε ανετράπη με τρόπο σχεδόν ανεπανάληπτο, όταν ο Υιός του Ανθρώπου είπε εκείνο το φοβερό “ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν”.  Όμως αυτό είναι εν πολλοίς (και) ένα άλλο ζήτημα.

 

 

Φυσικά, δεν είναι εύκολη η ανεύρεση μιας  ευτυχούς “συμβίωσης” ανάμεσα σε σκοπό και μέσα, στον βαθμό μάλιστα που η συνήθης λαϊκή πρόληψη θεωρεί ως αντίθετο του “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα” εκείνο το μάλλον χλευαστικό: “με τον σταυρό στο χέρι”.

Και δεν είναι εύκολος ένας τέτοιος εντοπισμός (όχι όμως και ακατόρθωτος), εφ’ όσον  ένας σκοπός, ως ανθρωπίνου φύσεως και εξ ανάγκης με όλους τους περιορισμούς που αυτή συνεπάγεται, δεν είναι απαλλαγμένος από ελαττώματα.

Η δεύτερη φάλτσα λαϊκή πρόληψη, το δεύτερο μεγάλο “είτε-είτε” σε αυτά τα πράγματα είναι το εξής:

είτε ιδιοτελής είτε “άγιος”.

Βλακείες, φυσικά. Πέραν του ψυχολογικώς ανυποστάτου που ενέχουν, τέτοιες οπτικές οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην τερατώδη υποκρισία και τον λαϊκισμό (εκτός των άλλων, το κατ’ εξοχήν έγκλημα που κατέστρεψε την χώρα μας).

 

 

Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι ένα δίλημμα, δεν είναι δηλαδή το “ιδιοτελής ή άγιος-φίλος του λαού” (αφήστε που σε καιρούς καλπαζούσης παρακμής είναι αδύνατον να είσαι έντιμος ως στοχαστής, αν δεν είσαι κατά ένα, μεγαλύτερο ή μικρότερο, μέρος “εχθρός του λαού”),

αλλά μονάχα το εξής ζητούμενο, και κατά την γνώμη μου πάντα:

εκείνος που αποπειράται να ζήσει την ζωή και την σκέψη του, χωρίς να “χρεώνει” ΑΛΛΟΥΣ ως προς αυτό.

Ο άνθρωπος, όσον πιο ακατέργαστος και πρωτόγονος είναι τόσον ζητά να “ετεροκαθοριστεί” εξ αντιθέτου και να φορτώσει σε άλλους τα “αδιέξοδά” του.

Το “ζήσε και άσε τους άλλους να ζήσουν”, λοιπόν,  είναι μια μεγάλη κουβέντα!

Και δεν αφορά ούτε τον ιδιοτελή, ούτε τον “άγιο”, ούτε τον απατεώνα και τον λαϊκιστή, ούτε τον άνθρωπο με τα (πολλές φορές δήθεν) κοινωνικο-πολιτικά οράματα που συχνά δεν κρύβουν παρά μια επιθυμία μικρόψυχης εκδίκησης κατά μεγάλων τμημάτων ανθρώπων (τα οποία,  εξ άλλου, και σύμφωνα με την ναζιστική λογική της “συλλογικής ευθύνης” εκλαμβάνονται ως “υπεύθυνα” για κάποια ατυχή προσωπική μοίρα ή περίσταση),

δεν αφορά, συνεπώς, κανέναν από αυτούς,

παρά μονάχα εκείνους που αποφασίζουν να αναμετρηθούνε με αυτό που λέγεται “μοίρα” μόνοι τους, και χωρίς να ενοχλούν άσχετους με αυτό το θέμα ανθρώπους.

 

americana_1920_libraries_-_bibliotheque_sainte_genevieve_in_paris

 

Ως προς ένα βαθμό, κάτι τέτοιο μας διδάσκει η ασύγκριτης πνευματικότητας και ομορφιάς Μυθολογία των Ελλήνων. Σκεφθείτε μόνον τον Ηρακλή και τα “μέσα” του. Σε καμμία περίπτωση δεν ήταν κατώτερα από τον ίδιον και τον σκοπό του.  Αν ήταν, δεν θα είχε μπορέσει να πραγματοποιήσει τους άθλους του, και αυτό ο ίδιος το εγνώριζε καλά.

Και ως προς άλλον βαθμό, μας το διδάσκει μια άγνωστη Αξιοπρέπεια από το Μέλλον, εκ της οποίας κάποτε μπορούμε να έχουμε τα ασφαλή προμηνύματά της:  όταν καταργούμε κάθε θανατηφόρο “είτε-είτε”, κυρίως εκεί που παίζονται όλα για τον άνθρωπο,

στον νου του, δηλαδή, και όχι άλλο.

 

 

 

314f884b0192d185a4235386e002cf80

 

Ένας κόσμος χωρίς εξουσία πιθανώς ή σίγουρα να μην είναι εφικτός (πιθανότατα δε και όσον έχει να κάνει με τον απόλυτο βαθμό του αιτήματος ούτε και ζητούμενος…), ωστόσο, ένας κόσμος με λιγότερη κτηνώδη δίψα για εξουσία δεν υπάρχει λόγος να μην είναι εφικτότερος.

Τα πάντα στον κόσμο δεν ορίζονται μόνον από την αναγκαιότητα αλλά και από την συνδυαστική σύμπτωσή της με την επιθυμία. Έχει σημασία να καταλαβαίνει κανείς το τι είναι επιθυμητή αναγκαιότητα και τι μη επιθυμητή αναγκαιότητα, επειδή στην πρώτη βρίσκουμε συχνά το σημείο σύγκλισης ανάμεσα Ποίηση και Ιστορία.

 

1920 Omonoia Square -

 

Είναι κάποιες ημέρες, λοιπόν, που περπατάς και νομίζεις ότι τα πάντα είναι πιο καθαρά, πιο “ήρεμα”, πως έχουν αποκτήσει μια ανεξήγητη λάμψη εγγύτερα ενός χρόνου μυθικού ή και πλήρως εδεμικού. Οι άνθρωποι που περιέρχονται τότε τους δρόμους φαντάζουν σαν λαμπρυνόμενες σκιές μιας εποχής που δεν ήλθε ακόμη,  ο ήλιος έχει καταστεί πλέον μια ολομέτωπη διάχυση αληθείας έτσι ακριβώς όπως θα μπορούσε κανείς να τον θυμηθεί από κάποιον πίνακα του William Turner, ενώ οι νέες, στιλπνές γυναίκες δεν μοιάζουν παρά σαν γαλαξιακοί κρύσταλλοι που πήραν μορφή και παρουσιάστηκαν ενώπιον σου μόλις κατ’ εκείνη τη στιγμή.

 

Girls_Santa_Monica

 

Πάντα υπάρχει μια μυστική “διάβαση” στην ορατότητα προς μιαν άλλη ορατότητα. Αγαπώ τους μακρούς περιπάτους στην πόλη αλλά και σε παραλιακές ή υπαίθριες τοποθεσίες (σε ανύποπτες μάλιστα στιγμές), επειδή ακριβώς μου προσφέρουν την δυνατότητα να εντοπίζω όχι τόσο ορατά “γεφύρια” προς μιαν άλλη εκτίμηση του κόσμου.

Αυτά τα “γεφύρια” δεν επιπροστίθενται στην ορατότητα, αλλά εγείρονται αναγλύφως και αιφνιδιαστικώς από την ήδη υπάρχουσα θέα της στιγμής. Είναι, ας πούμε, σαν μια  αλλαγή στην οπτική εγγύτητα προς κάτι.  Βλέπεις κάτι σαν “κουκίδα” από μακριά, πλησιάζοντας όμως, δεν είναι παρά μια πέρ’ από κάθε εποχή οικία στον κήπο της οποίας συνομιλούν απροσκόπτως και ζωηρώς κάποιοι μαγικοί άνθρωποι.

 

d9bb16f16255eb28cf1423092d3df145

 

Είναι ακριβώς που το ποιητικό μάτι σπάνια λαθεύει. Μπορεί και ανακαλύπτει “γεφύρια” άχρονα και κατά συνέπεια χωρίς εξουσία, μέσα στην αφειδώς προσφερομένη πραγματικότητα .Δεν είναι κατ’ ανάγκην η εγγύτερη προσέγγιση που μπορεί να εξασφαλίσει κάτι τέτοιο, αλλά πολλές φορές, για να μην πούμε τις περισσότερες, η πλέον “απόμακρη”.

Μα πραγματικά, ζω σημαίνει “μετατοπίζομαι”. Όχι πρωτίστως με την άμεση έννοια της σωματικής μετατόπισης -πράγμα φυσικά ευάρεστο και αναγκαίο-, αλλά με την έννοια της “αντιληπτικής” μετατόπισης.

 

 

Η αντίληψή σου κάποιες στιγμές δεν είναι η ίδια. Δεν έχει νόημα να την πεις “καλύτερη” ή πιο “πλούσια”· είναι απλά ένα “ξέφωτο” στην ύπαρξη, και αυτό έχει την μεγαλύτερη σημασία σε αυτόν τον κόσμο.

Σε έναν κόσμο που δεν θα είχε νόημα να θελήσει κανείς να τον “κατακτήσει” σαν βλάκας,  για να διαπιστώσει  όχι πολύ αργότερα πως αυτός είναι ο πλέον σίγουρος τρόπος για να τον χάσει.

Και οι πάντες, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι (και ο διαχωρισμός δεν είναι απόλυτος αλλά αμφιμετατοπίσιμος:  οι μεν κατά ποικίλη ή διαφορετική μορφή πάντα βρίσκονται στην θέση των δε), ζητούν τον “κόσμο στα χέρια τους”.

Εμένα, ωστόσο, μου αρκεί ένας περίπατος μέσα σε αυτόν.

Τότε αισθάνομαι ότι ο κόσμος είναι πραγματικά “δικός μου”.

Όταν δεν θα υπήρχε λόγος έτσι κι αλλιώς να περπατώ σε αυτόν με τα χέρια μου ει μη μόνον με τα πόδια μου.

 

 

 

Το συζητούσαμε χθες βράδυ κάποια στιγμή με μια παρέα, είχε κολλήσει επ’ ολίγον η σκέψη μας στον ναό του Brihadeeswarar που βρίσκεται στο Thanjavur του Tamil Nadu,  με όλη την ιδιοφυή αρχιτεκτονική συμμετρία του, την απαράμιλλη πνευματικότητα και σοφία που εκπέμπει μέσα από τις ολόγλυπτες και ανάγλυφες παραστάσεις του, αλλά και με την σύνολη έξωθεν θέα του, η οποία παραπέμπει σε κάτι που κάλλιστα θα μπορούσε να αποκαλέσει κανείς ως το τεκμήριο ενός Μυστηρίου της Iστορίας, εννοώ, η ίδια η Ιστορία ως Μυστήριο, προς το οποίο κάθε θεώρηση ή φιλοσοφία της Ιστορίας φαντάζουν ενίοτε ως απλές παρηγοριές ή εννοιολογικά ημίμετρα.

Έχουν πραγματικά παραπάνω λόγο, επί παραδείγμασιν, ο Buckhardt και ο Toynbee έναντι της ύπαρξης απλώς και μόνον του ναού του Brihadeeswarar ; Προσοχή:  δεν λέω ότι αυτοί οι δύο ΔΕΝ έχουν λόγο, ερωτώ αν έχουν ΠΑΡΑΠΑΝΩ λόγο.

Θέλω να πω με άλλα λόγια, πως υπάρχουν μερικά πράγματα τα οποία, καίτοι ιστορικώς -και πώς αλλιώς- συντετελεσμένα, εν τούτοις παρέχουν διαιωνίως την θέα ενός “ιστορικού ξέφωτου”, μιας εκτατότητας πλήρως απαλλαγμένης από τις γελοιότητες  και αναξιοπρέπειες που επισυσσωρεύει το ιστορικό γίγνεσθαι σε πολλές εκφάνσεις της διασυμπεριφορικής ακτίνας των ανθρώπων (ακόμα -και κυρίως εκεί- και στην κουλτούρα),  μια επικράτεια όπου κάθε συνηθισμένη ή συμβατική γνώμη φαντάζει πλέον περιττή και όπου το ερώτημα φαντάζει ήδη ως απάντηση.

 

Brihadeeswarar-Temple-in-Thanjavur1_phixr

 

Υπάρχει μια Tamil παροιμία που λέει το εξής:

“αυτός που παίρνει, ξεχνάει, εκείνος που θέλει, συνεχίζει να σκέφτεται”.

Αυτό είναι ίσως το δράμα της κουλτούρας στους καιρούς μας. Διπλό δράμα κιόλας και προτίθεμαι να εξηγήσω το γιατί.

Οι άνθρωποι εθίζονται στο να ακολουθούν ή να προπαγανδίζουν ή απλώς να μιμούνται κάποιες ιδέες ισχύουσες στους καιρούς τους (πολιτικές, φιλοσοφικές, καλλιτεχνικές και άλλες). “Παίρνουν” και παύουν πλέον να επιθυμούν. Άλλοι, οι πιο συμπλεγματικοί, αποπειρώνται να καταστρέφουν ό,τι δεν καταλαβαίνουν, για τον απλό λόγο πως μισούν ό,τι δεν καταλαβαίνουν. Το χειρότερο είδος ηλιθίου είναι εκείνο που εκλαμβάνει την ύπαρξη ευφυίας ως προσωπική μομφή και προσβολή εναντίον του ιδίου. Έτεροι αναπαράγουν το κλισέ περί δημιουργικής ανάπτυξης και περί του διπόλου “παράδοσης-καινοτομίας” (όχι ότι δεν είναι σωστό) κλπ.

Λίγοι όμως καταλαβαίνουν πως το “πνεύμα” είναι διαρκής σύνθεση μέσα από διαρκείς αρνήσεις. Το καινούργιο είναι κυρίως προϊόν άρνησης. Όχι άρνησης τόσον ή κατ’ ανάγκην ενός περιεχομένου αλλά, κυρίως, μιας “μεθόδου”.

Δεν είναι η ανάγκη της πρωτοτυπίας που μπορεί να κάνει μια σκέψη πρωτότυπη,  αλλά η συνείδηση της υπνωτιστικής εξουσίας που ασκεί στα μυαλά το ήδη τετελεσμένο και το αδιέξοδό του. Δεν υπάρχει πιο τυφλό κοπάδι από το ανθρώπινο. Ο φόβος της εναντίωσης στα καθιερωμένα και κυρίως ο φόβος της αποβολής ή καταδίωξης από το φοβισμένο κοπάδι είναι καθοριστικός εδώ.

Η Μυθολογία των Ελλήνων, ωστόσο, διδάσκει εμμέσως το πώς να κατανικάς ή προσπερνάς ένα “πλήθος”, επειδή ακριβώς ΔΕΝ “υπάρχει”! Επειδή, αναμασά και δεν χωνεύει, επειδή μπορεί να ακολουθεί (ή και -υποτίθεται- να “οδηγεί”), όχι όμως να υπάρχει για τον εαυτό του!  Δεν είναι τυχαίο που στις περισσότερες περιπέτειες της Μυθολογίας των Ελλήνων το πλήθος είναι “απόν”, ως το πλέον περιττό των εμφανίσεων. Είναι ήδη “ηττημένο”, ανάξιο αναφοράς.

 

800px-Brihadeeswarar_Temple_main_complex_01_phixr

 

Πόσες άδειες αναπαραγωγές, πόσες περιττές σκέψεις, πόσες τετριμμένες φόρμουλες. Επειδή ακριβώς κανείς δεν “θέλει” να βρει, αλλά απλά να κατοικήσει σε κάτι που το βλέπει ως “ασφαλές”.

Όμως σε καιρούς στους οποίους η έννοια “επιθυμία” έχει μετατραπεί σε ένα άδειο Τοτέμ προς πρόκληση φτηνής εντύπωσης, είναι σημαντικό, για όσους ζωντανούς, να κατανοούν πως έχει σημασία ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ να “θέλει” κανείς, πέρα από μια απλή λεκτική φόρμουλα.

Και όπως λέει πολύ ωραία το ευαγγελικό:

“Πάς γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται” – [Λουκ. ια’, 9-10]”

Αρκεί να έχεις όρεξη, αρκεί ΝΑ ΘΕΛΕΙΣ, και να μην ψάχνεις να βρεις το “σπίτι” σου σε μιαν ορισμένη εποχή. Βλακωδέστατα δε, αν πρόκειται κιόλας για ετοιμόρροπη ή ήδη συντετριμμένη εποχή όπως η σημερινή.