Skip navigation

Category Archives: Letters to Heaven

 

 

 

ΕΝΝΕΑ ΤΥΧΑΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ, ΕΤΣΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΠΩΣ ΜΟΥ ΗΛΘΑΝ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΡΙΤΗ ΒΡΑΔΑΚΙ

 

1 . Ο Μύθος είναι η πρώτη και η εσχάτη πραγματικότητα. Ενδιάμεσα η καθημερινότητα υπνοβατεί, περνώντας ασυναίσθητα μέσα από ζωροαστρική φωτιά.  Δεν καίγεται, επειδή δεν βλέπει την φωτιά.

2 . Η Φιλοσοφία μπορεί να μην έσωσε τον κόσμο, όμως σε κάθε περίπτωση κατόρθωσε (μέσα από άπειρες και μη συνειδητές, φυσικά, εμμεσότητες δράσης επί της καθημερινότητας), να “εξευγενίσει” την σκέψη. Και έχει περαιτέρω “σημασία” κάτι τέτοιο, δεν πρόκειται για απλή ευγένεια και μόνον.

Τι στο καλό, το σύμπαν όσον ανελέητο και αν είναι, αν μη τι άλλο  “έχει τρόπους” (πολλούς), όταν θα θελήσει κάποιος να το “προσεγγίσει” !

3. Ο Νους είναι πολιορκητικός κριός.

4 . Υπάρχει μια φυλετική υπο-κάστα στο οροπέδιο του Chota Nagpur στην Ινδία (δεν είναι “υποκάστα” ακριβώς, όμως το όλο σύστημα διαβαθμίσεων και πολυδιακλαδώσεων των φυλετικών και μη φυλετικών καστών -στην Δυτική Βεγγάλη κυρίως-  υπήρξε ανέκαθεν τόσον περίπλοκο, που αρκούμαστε για λόγους ευχρησίας προς χάριν του αναγνώστη σε αυτόν τον όρον),  υπάρχουν λοιπόν οι Bichwar τείνοντες προς εξαφάνισιν σήμερα, αν δεν έχουν εξαφανιστεί πλήρως, που έχουν ως τοτέμ τους την …σαρανταποδαρούσα.

Οι Bichwar, εκ των πραγμάτων,  υπήρξαν οι πρώτοι υπερρεαλιστές ανάμεσα στους λαούς.

5. Κάθε τοτεμικό ζώο δεν είναι μια απόδραση από την “condition humaine”, αλλά μια βαθύτερη συνειδητοποίησή της. Οι πρωτογονικοί και βαρβαρικοί λαοί δεν υποψιάζονταν απλά κάποιες αλήθειες, αλλά τις έβλεπαν σχεδόν δια γυμνού οφθαλμού.

6. Μιας και αναφέραμε την Βεγγάλη παραπάνω. Σε καμμία άλλη γλώσσα το “σ’ αγαπώ” δεν τραγουδιέται τόσον μεθυστικά (γιατί στην γλώσσα Bengali οι λέξεις δεν προφέρονται απλά, αλλά σχεδόν μελωδούνται), όσον στην γλωσσα Bengali :

আমি তোমাকে ভালবাষি ,

με μια κατά προσέγγισιν προφορά: “άμι τομάκε μπ’αλόμπάΣί”, – όπου μπ’ ο φθόγγος b συνοδευόμενος από μια ελαφρά εκπνοή (περίπου κάτι σαν “h”) και Σ το παχύ σ, όπως ακούγεται στο αγγλικό sh. Με τις τρεις τελευταίες συλλαβές της τρίτης λέξης να ακούγονται συνήθως εξ ίσου τονισμένες.

7. Υπάρχουν γυναίκες που όσον περνάει ο χρόνος, τόσον λάμπουν και ομορφαίνουν. Βλέπεις, για παράδειγμα, μια γυναίκα στα 25 της και είναι νόστιμη, αξιοπρόσεκτη, όμορφη, ή όπως προτιμάτε να το πείτε.

Η ίδια γυναίκα όμως στα 40-45 είναι πολύ απλά μια θεά. Και όσον περνάει ο χρόνος, τόσον περισσότερον θα ομορφαίνει.

Πράγμα που σημαίνει, πως ακόμα και ο Χρόνος, κάποτε, προκύπτει …ερωτευμένος.

8.  Δεν το’λεγε, άλλωστε, πολύ καίρια μια φορά κι έναν καιρό, ο Blake;

“Eternity is in love with the productions of time”.

Και ο Χρόνος, με την σειρά του, ερωτευμένος με μερικούς ανθρώπους, όντας οι ίδιοι τα προϊόντα της αιωνιότητας.

9. Δύσκολον να αντισταθεί κανείς σε “τρελλό” έρωτα, όσον και αν προτιμάει περιπτώσεις που προκύπτουν από απλή ερωτική “έλξη” για να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Σε περίπτωση παράφορου διλήμματος “τρελλού” έρωτα,  εμμένει πάντοτε ισχυρό το εξής ενδεχόμενο ή πιθανότητα : για να βρει κανείς την “ησυχία” του,  αποφασίζει, τελικώς, να την …χάσει.

 

 

 

 

Advertisements

 

664ed41004ea7190735f007d1382aa26_phixr

 

Η ουσία της ύπαρξης είναι ο φόβος. Το νόημά της, όμως, είναι το θάρρος.

Το παλαιό εκείνο κλισέ που προτρέπει να ζεις την κάθε μέρα σου ως εάν ήταν η τελευταία, είναι φυσικά  ολόσωστο στον βαθμό όμως που εμπροϋποθέτει και το αντίστροφο: να ζεις την κάθε μέρα ως εάν ήταν η πρώτη μέρα σου σε αυτόν τον κόσμο. Όσον πιο πολύ δεν “συνηθίζεις” σε κάτι, τόσον το γνωρίζεις καλύτερα.

Το θάρρος είναι ίλιγγος μεθυστικός, άρπαγμα στο απόλυτο, η μεγίστη ηδονή, κυρίως όμως για όσους νοιώθουν “ξένοι” στον κόσμο. Τόσον “ξένοι” ώστε δεν θα έκαναν ποτέ το σφάλμα να υποτιμήσουν και να κακομεταχειριστούν τόσον πολύ την γη ως εάν ήταν μια φτηνή “πατρίδα” τους.

Η αρχαία Σπάθη της Ανατολής από την μια μεριά,  και από την άλλη στο αντίθετο άκρο, τα Χρυσά Μήλα των Εσπερίδων… Στην ενδιάμεση περιοχή, υπάρχει ένας ένοικος που ρίχνει τα ζάρια και ένας φυγάς στον κόσμο που τα συντρίβει .

Όλα τα πράγματα μπορούν να είναι συναρπαστικά σε οποιοδήποτε υδρογειακό απόγευμα μετά από βροχή, όπου η παντέρημη σιωπή των συμπάντων δεν μεταφράζεται παρά ως απειλή θανάτου.

Η απειλή στον κόσμο δεν υπάρχει για να τρομοκρατεί, -κάτι τέτοιο την δυσφημεί βλακωδώς-, αλλά για να ανθίζει η ασύγκριτη ομορφιά της ζωής.

Και ζωή σημαίνει ανά πάσα στιγμή  “πέρασμα” ανάμεσα σε δύο σημεία.  Η ομορφιά είναι πάντοτε μετάβαση, όχι αποτέλεσμα.

 

 

 

 

 

 

Σίγουρα, ούτε ο …Χουντίνι θα σκεφτόταν να λυθεί και να φύγει σε  αυτήν την περίπτωση.

Ή αλλιώς, όπως έλεγε ο Hölderlin: “ακόμα και οι σοφοί υποκλίνονται στην oμορφιά”.

Γενικώτερα, θα μπορούσε ίσως να πει κανείς το εξής:  δεν έχει καμμιά σημασία κάποιες φορές (και το “κάποιες φορές” αυτονοήτως δεν σημαίνει “πάντα”!)  το τι παλαβομάρες, ασυστασιοφρένειες, τρελλοθυμικότητες, τρεχαγυρευολογίες και άλλα (μη) συναφή  μπορεί να λέει μια γυναίκα.

Η ομορφιά της, πάντα,  είναι κάτι που ξεπερνάει κατά πολύ την ίδια.

 

ΥΓ. Στο βίντεο η Δανή ηθοποιός Asta Nielsen από την ταινία “Afgrunden” (1910).

 

 

 

 

 

Το Καλό και το Κακό, συνήθως ή  κατά μείζονα λόγο, δεν διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τον σκοπό, αλλά ως προς την Μέθοδο. Και αυτό δεν είναι πάντοτε, ή και καθόλου, αντιληπτό.

Εν κατακλείδι, -και αν το δούμε σε βάθος πρακτικής απόληξης  μιας έννοιας- ο σκοπός δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια νέα, ή προσωρινώς απόμερη στον χρόνο, μέθοδος που ζητάει να βγει στο φως ή να επικρατήσει γενικώτερα. Και από την μέθοδο και τα μέσα που συναρμόζονται προς όφελος ενός σκοπού,  κατανοεί κάποιος και το ποιος αληθώς είναι ο σκοπός, γιατί ο ίδιος δεν είναι παρά η  μέθοδός του, δεν υπάρχει στην ουσία καμμία διαφορά.

Απ’ αυτήν την άποψη, ο σκοπός και τα μέσα δεν διαχωρίζονται μεταξύ τους. Δεν υπάρχει καλός σκοπός με ό,τι να’ ναι, κακά ή εγκληματικά μέσα. Σε αυτή την περίπτωση, ο σκοπός είναι εγκληματικός, επειδή ο ίδιος ΕΙΝΑΙ η εγκληματική μέθοδός του, όσον και αν αυτό δεν συνειδητοποιείται πάντοτε!

Μια τέτοια διαπίστωση, όπως (όχι πάντα) εύκολα μπορεί να καταλάβει κάποιος, έχει περαιτέρω προεκτάσεις και “εφαρμογές”. Για παράδειγμα, ο μύθος της “καλής καρδιάς” που ευημερεί ιδιαίτερα στην χώρα μας, ως ένα αντισταθμιστικό ξόρκι  κατά  της ατελούς ρασιοναλιστικοποίησής της (εκείνης της ΑΝΑΓΚΑΙΑΣ όσον έχει να κάνει με τα λελογισμένα “χωράφιά” της, γιατί υπάρχουν πράγματα στην ζωή στα οποία η Ratio είναι ζητούμενη, όπως για παράδειγμα η διοίκηση μιας πολιτείας, και άλλα, στα οποία η Ratio έχει εκ των πραγμάτων,  και σε άμεσο επίπεδο, ελάχιστο λόγο, όπως ο έρωτας),  αυτός ο μύθος λοιπόν είναι ανυπόστατος.

Δεν υπάρχει “καλή καρδιά” γενικώς και έξω από αποτελεσματική Ratio!

Ο άνθρωπος δεν είναι ανακλαστικό φυτό συναισθήματος. Είναι η Ratio που βαθύνει αποτελεσματικά τον ψυχικό και συναισθηματικό του κόσμο και ανατροποποιεί τον ίδιο κάθε φορά προς μια σημαντικότερη εκφορά ισχύος ύπαρξης.

 

e5a3582062130de575fc1abd74ef82c6

 

Ένας τέτοιος προβληματισμός περί “σκοπού” και “μέσων”, αναμφίβολα, δεν μπορεί παρά να οφείλεται στις “μερικές” προσλήψεις της Αληθείας, στις οποίες ως θνητοί άνθρωποι είμαστε αναγκασμένοι αλλά και αναπόφευκτα εθισμένοι.

Αν η αλήθεια, όπως έλεγε ο Milton στα “Areopagitica” του, μας παρουσιάζεται σαν το διαμελισμένο από τον Τυφώνα σώμα του Οσίριδος, τότε οι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι, όπως η αιγυπτιακή θεά Ίσις, να ανασυλλέγουν και συναρμόζουν ένα-ένα τα κομμάτια του αδελφού και εραστή της Ίσιδος.

Αυτό το “κομμάτιασμα” ακριβώς, και σε αρχετυπικό επίπεδο, προκαλεί  και τον φαινομενικό διαχωρισμό ανάμεσα σε σκοπό και μέσα. Φαινομενικός, γιατί στην ουσία δεν υφίσταται τέτοιος διαχωρισμός. Τα κακά μέσα θα φανερώσουν αργά ή γρήγορα έναν κακό σκοπό.

 

laurier_avenue_ottawa_1920s

 

Ο Νετσάγιεφ, για παράδειγμα, πίστευε πως αν μετήρχετο κάθε βρωμιά, συκοφαντία, πλαστογραφία, ψέμμα, σφετερισμό και άλλα εγκλήματα, θα επέφερε κάποια στιγμή την ιδανική κοινωνία στην ανθρωπότητα.

Σκότωσε τελικώς στον βρόντο έναν …ανθρωπάκο που τον υποψιάστηκε ως προδότη της “ευγενούς” υπόθεσής του. Από αυτόν ….απάλλαξε την ανθρωπότητα. Μια τραγικότητα δηλαδή, που μονάχα μια ιστορική φάρσα τέτοιου χαοτικού διαμετρήματος θα μπορούσε να προσφέρει.

Εκ του αποτελέσματος όμως πάντα η πρόθεση, και εκ της μεθόδου ο σκοπός και σε αυτή την περίπτωση. Ενδεχομένως, όσον ο Νετσάγιεφ ΠΙΣΤΕΥΕ ειλικρινώς ότι ήθελε να “απελευθερώσει” την ανθρωπότητα, δεν υποψιαζόταν το πόσον οι συνειδητές θελήσεις ή αποφάσεις πολλές φορές δεν είναι τίποτε περισσότερον από καθαρή αυτοεξαπάτηση. Το ασυνείδητο του ανθρώπου μπορεί να προκύψει ως κάτι παραδείσιο (όπως στην περίπτωση ενός καλού ποιητή), αλλά καθίσταται άκρως επικίνδυνο για την περίπτωση ενός επίδοξου κοινωνικού αναμορφωτή.

 

a3709224de5910d136ee6571817b1d9c

 

Το χάσμα που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε σκοπό και μέσα, μπορεί να το διαγνώσει πρωτίστως κάποιος σε  μιαν από τις πλέον “σκοτεινές” πλευρές της θρησκευτικής ζωής των πρωτογονικών και βαρβαρικών φυλών:  τουτέστιν, την ανθρωποθυσία με ζητούμενον τον εξευμενισμό κάποιου θεού ή με αίτημα την θεϊκή βοήθεια ως προς την επιβίωση και ευημερία της φυλής.  Ποιος δεν φρικιά στην σκέψη των τελετουργιών ανθρωποθυσίας που επιτελούσαν οι Ίνκας και οι Αζτέκοι; Λαοί των οποίων οι πολιτισμοί, κατά τα άλλα, δεν θα μπορούσε να πει κάποιος πως στερούνταν σημαντικοτάτου πνευματικού περιεχομένου.

Στην Ινδία μέχρι πριν από δύο αιώνες, εξ όσων γνωρίζω, μια βαρβαρική φυλή, οι Khonds (στην Orissa) , τελούσε ανθρωποθυσίες με … “συμβόλαιο” (θα μπορούσε να το πει κανείς και έτσι).

Τι έκαναν ακριβώς οι Khonds;

Προόριζαν κάποια άτομα (που τα είχαν αγοράσει σε μικρή ηλικία από τους γονείς τους) ως τα θύματα μιας τελετουργικής θυσίας που θα επισυνέβαινε σε ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥΣ. Μια ανθρωποθυσία που σκοπό είχε φυσικά την παράκληση για την καρποφορία της γης. Έως τότε, οι “meriah” (όπως καλούνταν οι “ταγμένοι” προς αυτήν την θυσίαν), ζούσαν με όλες τις υλικές ανέσεις που  φρόντιζαν να τους εξασφαλίσουν οι Khonds. Οι meriah, για να το πούμε έτσι, όσον θα ζούσαν, θα ζούσαν ως από τα πλέον πλούσια και ευυπόληπτα άτομα  της βαρβαρικής “κοινωνίας” των Khonds.  Και κάποια στιγμή, βέβαια, οδηγούνταν στον βωμό της θυσίας τους.

 

 

Ο σκοπός σε αυτές τις περιπτώσεις (το γενικό “καλό”) δεν μπορεί παρά να προέρχεται από τη θυσία του ατομικού “καλού” (στην περίπτωση των Khonds, καίτοι τα θύματα ελάμβαναν ως “προ-αποζημίωση” μια καλή ζωή, εν τούτοις αυτό γινόταν για να την στερηθούν κάποια -ορισμένη στον χρόνο- στιγμή ολότελα!).

Διεκτείνοντας, τηρουμένων των αναλογιών, την “λογική” των Khonds,  εγώ προσωπικά θα υπερτόνιζα πως δεν υπάρχει ιδεολογία, θρησκεία και συλλογικός σκοπός που να μην στηρίζεται, λιγότερο ή περισσότερο, στην έννοια της “θυσίας” (έστω και χωρίς τον βαρβαρικώς παράδοξο τρόπο των Khonds, στην ουσία όμως δεν διαφέρει σε τίποτα!) . Σε αυτή την περίπτωση το άτομο είναι κατώτερο από τον σκοπό και πολλές φορές θεωρείται απόλυτα λογική αλλά  και ηθικώς ζητούμενη η “προσωπική” θυσία του.

Μια λογική και ηθική που κάποτε ανετράπη με τρόπο σχεδόν ανεπανάληπτο, όταν ο Υιός του Ανθρώπου είπε εκείνο το φοβερό “ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν”.  Όμως αυτό είναι εν πολλοίς (και) ένα άλλο ζήτημα.

 

 

Φυσικά, δεν είναι εύκολη η ανεύρεση μιας  ευτυχούς “συμβίωσης” ανάμεσα σε σκοπό και μέσα, στον βαθμό μάλιστα που η συνήθης λαϊκή πρόληψη θεωρεί ως αντίθετο του “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα” εκείνο το μάλλον χλευαστικό: “με τον σταυρό στο χέρι”.

Και δεν είναι εύκολος ένας τέτοιος εντοπισμός (όχι όμως και ακατόρθωτος), εφ’ όσον  ένας σκοπός, ως ανθρωπίνου φύσεως και εξ ανάγκης με όλους τους περιορισμούς που αυτή συνεπάγεται, δεν είναι απαλλαγμένος από ελαττώματα.

Η δεύτερη φάλτσα λαϊκή πρόληψη, το δεύτερο μεγάλο “είτε-είτε” σε αυτά τα πράγματα είναι το εξής:

είτε ιδιοτελής είτε “άγιος”.

Βλακείες, φυσικά. Πέραν του ψυχολογικώς ανυποστάτου που ενέχουν, τέτοιες οπτικές οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην τερατώδη υποκρισία και τον λαϊκισμό (εκτός των άλλων, το κατ’ εξοχήν έγκλημα που κατέστρεψε την χώρα μας).

 

 

Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι ένα δίλημμα, δεν είναι δηλαδή το “ιδιοτελής ή άγιος-φίλος του λαού” (αφήστε που σε καιρούς καλπαζούσης παρακμής είναι αδύνατον να είσαι έντιμος ως στοχαστής, αν δεν είσαι κατά ένα, μεγαλύτερο ή μικρότερο, μέρος “εχθρός του λαού”),

αλλά μονάχα το εξής ζητούμενο, και κατά την γνώμη μου πάντα:

εκείνος που αποπειράται να ζήσει την ζωή και την σκέψη του, χωρίς να “χρεώνει” ΑΛΛΟΥΣ ως προς αυτό.

Ο άνθρωπος, όσον πιο ακατέργαστος και πρωτόγονος είναι τόσον ζητά να “ετεροκαθοριστεί” εξ αντιθέτου και να φορτώσει σε άλλους τα “αδιέξοδά” του.

Το “ζήσε και άσε τους άλλους να ζήσουν”, λοιπόν,  είναι μια μεγάλη κουβέντα!

Και δεν αφορά ούτε τον ιδιοτελή, ούτε τον “άγιο”, ούτε τον απατεώνα και τον λαϊκιστή, ούτε τον άνθρωπο με τα (πολλές φορές δήθεν) κοινωνικο-πολιτικά οράματα που συχνά δεν κρύβουν παρά μια επιθυμία μικρόψυχης εκδίκησης κατά μεγάλων τμημάτων ανθρώπων (τα οποία,  εξ άλλου, και σύμφωνα με την ναζιστική λογική της “συλλογικής ευθύνης” εκλαμβάνονται ως “υπεύθυνα” για κάποια ατυχή προσωπική μοίρα ή περίσταση),

δεν αφορά, συνεπώς, κανέναν από αυτούς,

παρά μονάχα εκείνους που αποφασίζουν να αναμετρηθούνε με αυτό που λέγεται “μοίρα” μόνοι τους, και χωρίς να ενοχλούν άσχετους με αυτό το θέμα ανθρώπους.

 

americana_1920_libraries_-_bibliotheque_sainte_genevieve_in_paris

 

Ως προς ένα βαθμό, κάτι τέτοιο μας διδάσκει η ασύγκριτης πνευματικότητας και ομορφιάς Μυθολογία των Ελλήνων. Σκεφθείτε μόνον τον Ηρακλή και τα “μέσα” του. Σε καμμία περίπτωση δεν ήταν κατώτερα από τον ίδιον και τον σκοπό του.  Αν ήταν, δεν θα είχε μπορέσει να πραγματοποιήσει τους άθλους του, και αυτό ο ίδιος το εγνώριζε καλά.

Και ως προς άλλον βαθμό, μας το διδάσκει μια άγνωστη Αξιοπρέπεια από το Μέλλον, εκ της οποίας κάποτε μπορούμε να έχουμε τα ασφαλή προμηνύματά της:  όταν καταργούμε κάθε θανατηφόρο “είτε-είτε”, κυρίως εκεί που παίζονται όλα για τον άνθρωπο,

στον νου του, δηλαδή, και όχι άλλο.

 

 

 

314f884b0192d185a4235386e002cf80

 

Ένας κόσμος χωρίς εξουσία πιθανώς ή σίγουρα να μην είναι εφικτός (πιθανότατα δε και όσον έχει να κάνει με τον απόλυτο βαθμό του αιτήματος ούτε και ζητούμενος…), ωστόσο, ένας κόσμος με λιγότερη κτηνώδη δίψα για εξουσία δεν υπάρχει λόγος να μην είναι εφικτότερος.

Τα πάντα στον κόσμο δεν ορίζονται μόνον από την αναγκαιότητα αλλά και από την συνδυαστική σύμπτωσή της με την επιθυμία. Έχει σημασία να καταλαβαίνει κανείς το τι είναι επιθυμητή αναγκαιότητα και τι μη επιθυμητή αναγκαιότητα, επειδή στην πρώτη βρίσκουμε συχνά το σημείο σύγκλισης ανάμεσα Ποίηση και Ιστορία.

 

1920 Omonoia Square -

 

Είναι κάποιες ημέρες, λοιπόν, που περπατάς και νομίζεις ότι τα πάντα είναι πιο καθαρά, πιο “ήρεμα”, πως έχουν αποκτήσει μια ανεξήγητη λάμψη εγγύτερα ενός χρόνου μυθικού ή και πλήρως εδεμικού. Οι άνθρωποι που περιέρχονται τότε τους δρόμους φαντάζουν σαν λαμπρυνόμενες σκιές μιας εποχής που δεν ήλθε ακόμη,  ο ήλιος έχει καταστεί πλέον μια ολομέτωπη διάχυση αληθείας έτσι ακριβώς όπως θα μπορούσε κανείς να τον θυμηθεί από κάποιον πίνακα του William Turner, ενώ οι νέες, στιλπνές γυναίκες δεν μοιάζουν παρά σαν γαλαξιακοί κρύσταλλοι που πήραν μορφή και παρουσιάστηκαν ενώπιον σου μόλις κατ’ εκείνη τη στιγμή.

 

Girls_Santa_Monica

 

Πάντα υπάρχει μια μυστική “διάβαση” στην ορατότητα προς μιαν άλλη ορατότητα. Αγαπώ τους μακρούς περιπάτους στην πόλη αλλά και σε παραλιακές ή υπαίθριες τοποθεσίες (σε ανύποπτες μάλιστα στιγμές), επειδή ακριβώς μου προσφέρουν την δυνατότητα να εντοπίζω όχι τόσο ορατά “γεφύρια” προς μιαν άλλη εκτίμηση του κόσμου.

Αυτά τα “γεφύρια” δεν επιπροστίθενται στην ορατότητα, αλλά εγείρονται αναγλύφως και αιφνιδιαστικώς από την ήδη υπάρχουσα θέα της στιγμής. Είναι, ας πούμε, σαν μια  αλλαγή στην οπτική εγγύτητα προς κάτι.  Βλέπεις κάτι σαν “κουκίδα” από μακριά, πλησιάζοντας όμως, δεν είναι παρά μια πέρ’ από κάθε εποχή οικία στον κήπο της οποίας συνομιλούν απροσκόπτως και ζωηρώς κάποιοι μαγικοί άνθρωποι.

 

d9bb16f16255eb28cf1423092d3df145

 

Είναι ακριβώς που το ποιητικό μάτι σπάνια λαθεύει. Μπορεί και ανακαλύπτει “γεφύρια” άχρονα και κατά συνέπεια χωρίς εξουσία, μέσα στην αφειδώς προσφερομένη πραγματικότητα .Δεν είναι κατ’ ανάγκην η εγγύτερη προσέγγιση που μπορεί να εξασφαλίσει κάτι τέτοιο, αλλά πολλές φορές, για να μην πούμε τις περισσότερες, η πλέον “απόμακρη”.

Μα πραγματικά, ζω σημαίνει “μετατοπίζομαι”. Όχι πρωτίστως με την άμεση έννοια της σωματικής μετατόπισης -πράγμα φυσικά ευάρεστο και αναγκαίο-, αλλά με την έννοια της “αντιληπτικής” μετατόπισης.

 

 

Η αντίληψή σου κάποιες στιγμές δεν είναι η ίδια. Δεν έχει νόημα να την πεις “καλύτερη” ή πιο “πλούσια”· είναι απλά ένα “ξέφωτο” στην ύπαρξη, και αυτό έχει την μεγαλύτερη σημασία σε αυτόν τον κόσμο.

Σε έναν κόσμο που δεν θα είχε νόημα να θελήσει κανείς να τον “κατακτήσει” σαν βλάκας,  για να διαπιστώσει  όχι πολύ αργότερα πως αυτός είναι ο πλέον σίγουρος τρόπος για να τον χάσει.

Και οι πάντες, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι (και ο διαχωρισμός δεν είναι απόλυτος αλλά αμφιμετατοπίσιμος:  οι μεν κατά ποικίλη ή διαφορετική μορφή πάντα βρίσκονται στην θέση των δε), ζητούν τον “κόσμο στα χέρια τους”.

Εμένα, ωστόσο, μου αρκεί ένας περίπατος μέσα σε αυτόν.

Τότε αισθάνομαι ότι ο κόσμος είναι πραγματικά “δικός μου”.

Όταν δεν θα υπήρχε λόγος έτσι κι αλλιώς να περπατώ σε αυτόν με τα χέρια μου ει μη μόνον με τα πόδια μου.

 

 

 

Το συζητούσαμε χθες βράδυ κάποια στιγμή με μια παρέα, είχε κολλήσει επ’ ολίγον η σκέψη μας στον ναό του Brihadeeswarar που βρίσκεται στο Thanjavur του Tamil Nadu,  με όλη την ιδιοφυή αρχιτεκτονική συμμετρία του, την απαράμιλλη πνευματικότητα και σοφία που εκπέμπει μέσα από τις ολόγλυπτες και ανάγλυφες παραστάσεις του, αλλά και με την σύνολη έξωθεν θέα του, η οποία παραπέμπει σε κάτι που κάλλιστα θα μπορούσε να αποκαλέσει κανείς ως το τεκμήριο ενός Μυστηρίου της Iστορίας, εννοώ, η ίδια η Ιστορία ως Μυστήριο, προς το οποίο κάθε θεώρηση ή φιλοσοφία της Ιστορίας φαντάζουν ενίοτε ως απλές παρηγοριές ή εννοιολογικά ημίμετρα.

Έχουν πραγματικά παραπάνω λόγο, επί παραδείγμασιν, ο Buckhardt και ο Toynbee έναντι της ύπαρξης απλώς και μόνον του ναού του Brihadeeswarar ; Προσοχή:  δεν λέω ότι αυτοί οι δύο ΔΕΝ έχουν λόγο, ερωτώ αν έχουν ΠΑΡΑΠΑΝΩ λόγο.

Θέλω να πω με άλλα λόγια, πως υπάρχουν μερικά πράγματα τα οποία, καίτοι ιστορικώς -και πώς αλλιώς- συντετελεσμένα, εν τούτοις παρέχουν διαιωνίως την θέα ενός “ιστορικού ξέφωτου”, μιας εκτατότητας πλήρως απαλλαγμένης από τις γελοιότητες  και αναξιοπρέπειες που επισυσσωρεύει το ιστορικό γίγνεσθαι σε πολλές εκφάνσεις της διασυμπεριφορικής ακτίνας των ανθρώπων (ακόμα -και κυρίως εκεί- και στην κουλτούρα),  μια επικράτεια όπου κάθε συνηθισμένη ή συμβατική γνώμη φαντάζει πλέον περιττή και όπου το ερώτημα φαντάζει ήδη ως απάντηση.

 

Brihadeeswarar-Temple-in-Thanjavur1_phixr

 

Υπάρχει μια Tamil παροιμία που λέει το εξής:

“αυτός που παίρνει, ξεχνάει, εκείνος που θέλει, συνεχίζει να σκέφτεται”.

Αυτό είναι ίσως το δράμα της κουλτούρας στους καιρούς μας. Διπλό δράμα κιόλας και προτίθεμαι να εξηγήσω το γιατί.

Οι άνθρωποι εθίζονται στο να ακολουθούν ή να προπαγανδίζουν ή απλώς να μιμούνται κάποιες ιδέες ισχύουσες στους καιρούς τους (πολιτικές, φιλοσοφικές, καλλιτεχνικές και άλλες). “Παίρνουν” και παύουν πλέον να επιθυμούν. Άλλοι, οι πιο συμπλεγματικοί, αποπειρώνται να καταστρέφουν ό,τι δεν καταλαβαίνουν, για τον απλό λόγο πως μισούν ό,τι δεν καταλαβαίνουν. Το χειρότερο είδος ηλιθίου είναι εκείνο που εκλαμβάνει την ύπαρξη ευφυίας ως προσωπική μομφή και προσβολή εναντίον του ιδίου. Έτεροι αναπαράγουν το κλισέ περί δημιουργικής ανάπτυξης και περί του διπόλου “παράδοσης-καινοτομίας” (όχι ότι δεν είναι σωστό) κλπ.

Λίγοι όμως καταλαβαίνουν πως το “πνεύμα” είναι διαρκής σύνθεση μέσα από διαρκείς αρνήσεις. Το καινούργιο είναι κυρίως προϊόν άρνησης. Όχι άρνησης τόσον ή κατ’ ανάγκην ενός περιεχομένου αλλά, κυρίως, μιας “μεθόδου”.

Δεν είναι η ανάγκη της πρωτοτυπίας που μπορεί να κάνει μια σκέψη πρωτότυπη,  αλλά η συνείδηση της υπνωτιστικής εξουσίας που ασκεί στα μυαλά το ήδη τετελεσμένο και το αδιέξοδό του. Δεν υπάρχει πιο τυφλό κοπάδι από το ανθρώπινο. Ο φόβος της εναντίωσης στα καθιερωμένα και κυρίως ο φόβος της αποβολής ή καταδίωξης από το φοβισμένο κοπάδι είναι καθοριστικός εδώ.

Η Μυθολογία των Ελλήνων, ωστόσο, διδάσκει εμμέσως το πώς να κατανικάς ή προσπερνάς ένα “πλήθος”, επειδή ακριβώς ΔΕΝ “υπάρχει”! Επειδή, αναμασά και δεν χωνεύει, επειδή μπορεί να ακολουθεί (ή και -υποτίθεται- να “οδηγεί”), όχι όμως να υπάρχει για τον εαυτό του!  Δεν είναι τυχαίο που στις περισσότερες περιπέτειες της Μυθολογίας των Ελλήνων το πλήθος είναι “απόν”, ως το πλέον περιττό των εμφανίσεων. Είναι ήδη “ηττημένο”, ανάξιο αναφοράς.

 

800px-Brihadeeswarar_Temple_main_complex_01_phixr

 

Πόσες άδειες αναπαραγωγές, πόσες περιττές σκέψεις, πόσες τετριμμένες φόρμουλες. Επειδή ακριβώς κανείς δεν “θέλει” να βρει, αλλά απλά να κατοικήσει σε κάτι που το βλέπει ως “ασφαλές”.

Όμως σε καιρούς στους οποίους η έννοια “επιθυμία” έχει μετατραπεί σε ένα άδειο Τοτέμ προς πρόκληση φτηνής εντύπωσης, είναι σημαντικό, για όσους ζωντανούς, να κατανοούν πως έχει σημασία ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ να “θέλει” κανείς, πέρα από μια απλή λεκτική φόρμουλα.

Και όπως λέει πολύ ωραία το ευαγγελικό:

“Πάς γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται” – [Λουκ. ια’, 9-10]”

Αρκεί να έχεις όρεξη, αρκεί ΝΑ ΘΕΛΕΙΣ, και να μην ψάχνεις να βρεις το “σπίτι” σου σε μιαν ορισμένη εποχή. Βλακωδέστατα δε, αν πρόκειται κιόλας για ετοιμόρροπη ή ήδη συντετριμμένη εποχή όπως η σημερινή.

 

 

Skyline-Chess_Black-set02 (1)

 

Αυτοσυγκέντρωση στην σκακιέρα πάνω σε μια Σικελική. Το 1. …γ5 είναι έτσι κι αλλιώς μια πολύ “σκοτεινή” κίνηση. Κάλλιστα μπορεί να οδηγήσει σε παιγνίδι πτέρυγας αλλά και σε παιγνίδι κέντρου.

Και σήμερα ο κόσμος ζει ένα παιγνίδι κέντρου, από κάθε άποψη.

Η εποχή έχει ήδη “αντικατασταθεί”. Όμως οι πεσσοί που είναι ήδη εκτός παιγνιδιού και βρίσκονται πίσω στο κουτί, δεν μπορούν να δουν τίποτε.

Υπάρχει μια ανάμνηση ζωής που ωθεί πάντοτε ένα φάντασμα να κάνει μια εμφάνιση. Φυσικά, το ίδιο πιστεύει πως ακόμα ζει. Συνήθως, η Ιστορία είναι η παράταση ζωής ενός δημιουργικού αδιεξόδου στην ανθρωπότητα. Σε εποχές όμως που “τελείωσαν” όπως η σημερινή, ορίζει κατά κάποιο τρόπο την παράταση ζωής διαφόρων φαντασμάτων.

Έχετε παρατηρήσει πόσον αστείες ακούγονται σήμερα οι απόψεις, οι εκτίμησεις και οι διαφωνίες; τις περισσότερες φορές, τίποτ’ άλλο από ανορθολογικό περίσσευμα εξ ελλείμματος ορατότητας ενός χρόνου που επέρχεται. Ευσεβείς πόθοι της ατομικής φαντασίωσης και ιδιοτέλειας στην συλλογική έρημο της λογικής. Όμως η κίνηση δεν παύει, και αυτό από μία άποψη είναι “ανθρώπινο” ή λογικά αναμενόμενο.

Όπως, εξ άλλου, λέει πολύ ωραία μια παροιμία των Ταμίλ:

குதிரை குருடானாலும் , கொள்ளு தின்கிறதில் குறைய ?

που σημαίνει:

“θα μπορούσε ποτέ ένα τυφλό άλογο να φάει λιγότερο σανό;”.

Όχι φυσικά, δεν θα μπορούσε, και δεν υπάρχει λόγος να ασχολείται κανείς έτσι κι αλλιώς.

Σχεδόν δεν μπαίνει κανείς στον κόπο να τους πει ότι το κτίριο είναι πλέον ακατοίκητο. Η ανθρωπότητα, ως συλλογική έννοια, έχει ήδη διαφύγει με προσφυγικό πλοιάριο.

Πίσω μόνο σκόνη, σκοτωμένες ελπίδες, παρηγοριές, τρέλλα και χάος.  “Συζητήσεις” κιόλας, γιατί όχι. 

Όμως οι περασμένες εποχές δεν ξανάρχονται.

 

6bdc6dfcec

 

Όπως, ας πούμε,  στην νιμζοϊνδική άμυνα:

 στις περισσότερες περιπτώσεις ξεμπερδεύει κανείς από νωρίς με δύο πράγματα. Με τον πολύ κρίσιμο λευκό ίππο στο γ3, αλλά και με τον δικό του αξιωματικό των μαύρων τετραγώνων τον οποίον και έχει βάλει να “καρφώνει” τον λευκό ίππο στο γ3.

Με το που θα κάνει ροκέ ο λευκός βασιλιάς, ο μαύρος αξιωματικός παίρνει τον λευκό ίππο, μιας και το “κάρφωμα” παύει πλέον να υφίσταται, και θα ήταν από πολύ ριψοκίνδυνο έως ανόητο να συνεχίζει να διατηρεί κανείς τον αξιωματικό σ’ εκείνη την θέση.

Έτσι είναι και η Ιστορία όταν “επιταχύνεται”, όπως στην εποχή μας. Με μία κίνηση αδειάζει κάτι από δεξιά και αριστερά ταυτόχρονα. Ωσάν αυτόματη αφαίρεσις ένθεν κακείθεν, ώστε να μην “στηρίζεται” κανείς πουθενά. “Προχώρα μόνος σου”, λέει τότε η Ιστορία, συνεχίζοντας να γκρεμίζει τα πάντα και από εδώ και από εκεί.

 

mumtaj-1_phixr

 

Κι ανάμεσα, ένα λεπτό, σκοτεινό, -μόλις που μπορεί να το δει κανείς κάποια στιγμή-, σημείο διαφυγής προς το Μέλλον.

 

 

imagesjpeg_phixr

 

Οι Sourashtra στην Ινδία, είναι ένας λαός πολύ προικισμένος από διάφορες απόψεις. Έχουν πολύ αρχαίες καταβολές, είναι λάτρεις του Ηλίου και είναι  κατά κύριον λόγον “Brahmins” όσον έχει να κάνει με την θρησκεία τους.  Σήμερα ο πληθυσμός τους αριθμεί επίσημα γύρω στους 500.000 ανθρώπους, οι οποίοι κατοικούν κυρίως στο Tamil Nadu της Ινδίας . Ο αριθμός αυτός αυξάνεται, αν σκεφθεί κανείς και αρκετούς Sourashtra που ζουν διασκορπισμένοι σε άλλα ινδικά “states”.

Ακόμα, η γλώσσα τους σήμερα, η οποία βρίσκεται σε στενή συγγένεια με την Gujarati γλώσσα και γράφεται και αυτή με την prakrit γραφή (και όχι με την sanskrit γραφή όπως, αίφνης, η Hindi) ομιλείται από πολύ λίγους (συγκριτικά, για τα πληθυσμιακά μέτρα της σύνολης Ινδίας): γύρω στα 100.000 άτομα. Οι περισσότεροι Sourashtra μετέρχονται σήμερα την Tamil γλώσσα.

Πρόκειται για λαό με ιδιαίτερα υψηλό IQ, διέπρεψαν ως τεχνίτες και ως διαφόρων ειδών κατασκευαστές κατά την πάροδο των αιώνων, και ακόμα, πρέπει να λεχθεί και αυτό, έχουν αυξημένη αίσθηση της αισθητικής και της αρμονίας στην καθημερινή ζωή τους και γενικώτερα.

indira_2504_phixr

“Περιπλανήθηκαν” αρκετά κατά τους περασμένους αιώνες, και ανά διάφορες περιοχές της Ινδίας, και, τελικώς, κατέληξαν σήμερα  μια μειονότητα που  γλωσσικά και πληθυσμιακά καίτοι αφομοιώνεται  από την Tamil καθημερινότητα και ζωή κατά κύριον λόγο, ή σε λιγότερο βαθμό στο κοσμοπολίτικο Gujarat state, εν τούτοις, παραμένουν ιδιαίτερα δυναμικοί, όσον έχει να κάνει με την σχετικώς αυτόνομη πολιτισμική παρουσία τους και έχουν να επιδείξουν,  ακόμα, μια εξ ίσου δυναμική λογοτεχνική κίνηση.

Πέρα από αυτά όμως, σκεφτόμουν το εξής:

η λέξη “sourashtra” σημαίνει στην γλώσσα αυτή, “Η Φλόγα της Αυγής” ή “Αυγή του Ηλίου”.

Ένας ολόκληρος λαός αποκαλείται με αυτόν τον τρόπο!

Το βρίσκω κάτι περισσότερο από γοητευτικό: πραγματικά ανθρώπινο και όχι “ανθρώπινο” .

 

Konark_Sun_Temple_Front_view_phixr

 

Τελικώς,  κάποιος σε αυτή την Γαία, είτε Sourashtra είτε άλλος, θα προσεύχεται για τον Ήλιο.

Αλλοίμονο, αν χάσουμε κάποτε αυτούς τους πολύ ευγενικούς ανθρώπους από τον κόσμο.

Δεν θα χάσουμε απλά έναν λαό, αλλά έναν ανεκτίμητο ψυχικό “δείκτη”,  για το τι μπορεί να μας διαφοροποιεί μέσα μας ως ανθρώπους από την ηλιθιότητα και ψυχοδιανοητική αφασία της σημερινής παρακμής.

 

Tolstoy_organising_famine_relief_in_Samara,_1891

Έχει, ομολογουμένως, ενδιαφέρον η εισαγωγική παρατήρηση του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα και ιδιοτρόπως “αναρχοχριστιανού” στις κοινωνικές πεποιθήσεις του, Λέων Τολστόι, στο κείμενό του  “On Anarchy” (1900) :

“The Anarchists are right in everything; in the negation of the existing order and in the assertion that, without Authority there could not be worse violence than that of Authority under existing conditions. They are mistaken only in thinking that anarchy can be instituted by a violent revolution“.

Ανεξάρτητα από το κατά πόσο θα μπορούσε να είναι λειτουργική η “τακτική” θεώρηση του Τολστόι περί του ρόλου της “εκπαίδευσης”  ως σημείο-κλειδί για την αφύπνιση των “μαζών”, εν τούτοις η αποστροφή του για την  “επαναστατική βία” δεν είναι αβάσιμη.

Χρειάζεται να έχει κανείς παρεξηγήσει πολύ τα πράγματα για να φτάσει στο σημείο να πει προς τις “μάζες”, ερήμην τους: “αποφασίζω να σας …απελευθερώσω, χωρίς την εξουσιοδότηση ή συγκατάθεσή σας”.  Είναι, όπως και να το κάνουμε, μια ολοκληρωτική-μεσσιανική αντίληψη, από αυτές που συχνά έχουν ταλαιπωρήσει το αναρχικό κίνημα από τον 19ο αιώνα έως σήμερα, ανεξάρτητα από τον πιθανό ηρωισμό και τις πιθανές ή όχι ευγενικές πεποιθήσεις των αναρχικών που την ακολούθησαν.

Από την άλλη, θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος, πως ο Χριστιανισμός και ο Αναρχισμός είναι πράγματα κατά πάσα πιθανότητα μη-συμβατά μεταξύ τους, και ως “χριστιανισμό” δεν εννοούμε ή συμπερικλείουμε εδώ την όποια “περιπέτεια” διαδραματίστηκε πριν από 2000 χρόνια στους λεγομένους “άγιους τόπους”, αλλά τον “χριστιανισμό” ως εξουσιαστικό θεωρητικό-εκκλησιαστικό κατασκεύασμα των Ρωμαίων , τον “χριστιανισμό” ως καθαρά εκκοσμικευμένη θρησκεία.

Θα έλεγε μάλιστα κανείς πως είναι εξ ορισμού αντίθετες μεταξύ τους θεωρήσεις. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος εφιάλτης για έναν αναρχικό, είτε πρόκειται για αναρχοκολλεκτιβιστή όπως ο Μπακούνιν, είτε για αναρχοκομμουνιστή όπως ο Κροπότκιν, ή για αναρχοατομικιστή, για αναρχοοικολόγο κλπ. από την ιδέα ενός “θεού”-αυτοκράτορα που “ρυθμίζει” το σύμπαν με τις αποφάσεις του. Δεν έχει καμμία σημασία σε αυτή την περίπτωση το κατά πόσο αυτό το μοντέλο θεού είναι υπαρκτό, εδώ όμως βασίζεται ο χριστιανισμός, ο οποίος και καλείται μέσα από την εκλεκτική αντίληψη ενός πράγματι μεγάλου Ρώσου συγγραφέα να “συγκολληθεί” με τις αναρχικές θεωρήσεις.

Ωστόσο, ο Τολστόι, έχει απόλυτο δίκιο, όταν έχοντας αποκηρύξει την βία ως μέσο αλλαγής του κόσμου, προτείνει προς το τέλος του “On Anarchy” το εξής:

“There can be only one permanent revolution — a moral one: the regeneration of the inner man.”

Αυτή πιθανώς είναι η μόνη, και εφικτή, αλλά κυρίως επιθυμητή από κάθε πνευματικό άνθρωπο “διαρκής επανάσταση” και όχι εκείνη που είχε προτείνει ο μεγάλος μπολσεβίκος επαναστάτης και αρχηγός του Κόκκινου Στρατού, ο άλλος Λέων, ο Λέων Τρότσκυ.

Και από αυτή την άποψη, θα μπορούσε να πει κανείς πως ο “εωσφορισμός” του αναρχικού κινήματος όπως συμπυκνώθηκε στο σύνθημα “Γη και Ελευθερία” είναι δίκοπος. Ποια ακριβώς” ελευθερία”; Με τη σωστή έννοια, θα μπορούσε να είναι μια “ελευθερία απ’ ο,τιδήποτε” – τουτέστιν, η ελευθερία του ανθρώπου να αποφύγει κάθε “είτε-είτε” ως μέγγενη σκέψης και δράσης.

dimou-thumb-large

Το αναρχοκομμουνιστικό όραμα του Κροπότκιν, ωστόσο,  αποθεώνει την ιδέα της “κοινότητας” (community) σε μια κατ’ευχήν μελλούμενη “ευτυχισμένη” ανθρωπότητα, όσον δεν γίνεται περισσότερον. Όμως, εμένα προσωπικά η ιδέα της παντοδύναμης “κοινότητας ” που  μεριμνά για τα πάντα, δεν με ενθουσιάζει καθόλου. Γιατί, χάνεται σε μια τέτοια περίπτωση η ουσία της ανθρώπινης “περιπέτειας” στην γη. Δεν πρόκειται να είσαι πλέον “τυχοδιώκτης”  όπως ήσουν στον καπιταλισμό, αλλά το παιδί μιας παγκόσμιας “μαμάς” που φροντίζει περί των πάντων τόσον για σένα όσον και για τους συνανθρώπους σου.  Η “κοινότητα”, λοιπόν  είναι μητρικό όραμα, και ως εκ τούτου πλήρως αποφευκτέο, για τον εξής απλό λόγο:

δεν έχει καμμία αξία το να φτιάξεις έναν “ευτυχισμένο”,  αλλά όχι άνθρωπο πια.

Ο άνθρωπος στην γη, πρέπει να είναι ενήλικας.

Στην Βασιλεία των Ουρανών, είτε όπως την εννοεί ο θεωρητικός χριστιανισμός, είτε, κυρίως,  όπως την υπονοούσε τόσον καίρια ο Υιός του Ανθρώπου ως μη χριστιανός, όλα αυτά φυσικά παύουν (και έτσι θα έπρεπε) να υφίστανται και να έχουν ένα νόημα.

Όμως, ακόμα περισσότερο δεν θα είχε νόημα να επιθυμήσουμε ένα “τέλος της Ιστορίας” εν είδει μιας “ασφαλέστερης” μίμησης της προαπαρχής της: επειδή, ακολουθήσαμε κάποτε, ως ανθρωπότητα τον δρόμο της Δύσης για να χειραφετηθούμε από την τραγική ανυπαρξία του δρώντος Υποκειμένου στην γη. Στον δρόμο, ασφαλώς, πέσαμε σε μια άλλη “υπνοβασία”, σε μια πλήρως αναρχούμενη (και όχι αναρχική) “αποθέωση” του υποκειμένου εις βάρος του “όλου”.

Ή αλλιώς, bellum omnium contra omnes, όπως θα έλεγε ο ιδιοφυής φιλομοναρχικός Thomas Hobbes.

‘Ομως ίσως τελικά να είναι αυτός ο όρος, ενδιαμέσως για όλους, για την κατάληξη του υποκειμένου σε μια δική του, προσωπική αφύπνιση.

Στο κάτω-κάτω, αν δεν μπορεί -και κυρίως, δεν έχει νόημα- να υπάρξει κάποτε ένας “ευτυχισμένος” κόσμος,  και πρωτίστως ο άνθρωπος έχει ρόλο και αποστολή το να μετατρέπει συνεχώς το μαρτύριο του Ταντάλου σε Ηράκλειο Άθλο, αυτό δεν σημαίνει πως ο “Ουρανός” δεν μπορεί να περιμένει.

 

 

1. Σε αυτό το διαιώνιο ταξίδι επί Γης, η ποίηση ιδωμένη ομού στις διάφορες εκφάνσεις της, είναι ό,τι θα μπορούσε, πάντοτε, να προσορίζεται ως ένα πανανθρώπινο “ημερολόγιο της εξορίας”.

Σε αυτή την εξορία, άλλωστε, οι άνθρωποι ζουν, πολεμούν, ερωτεύονται και δημιουργούν ό,τι αποκαλούμε “πολιτισμό”.

2. Απ’ αυτή την άποψη, η λατρεία της ποίησης ωσεί τοτέμ (όχι ότι δεν είναι), είναι δείγμα μιας πρωταντιληπτικής τυπικότητας ή χονδρόνοιας, που αδυνατεί να ξεφύγει από την τρομοκρατία του ορατού, ή του άμεσα εμπιπτομένου στις αισθήσεις. Πιο αδύναμος και από ζώο ο άνθρωπος, αρπάζεται απ’ ό,τι ήδη “γεγραμμένο” και αντί να το άρει και μετουσιώσει δημιουργικά στην “όραση”, το “τοτεμοποιεί” και το λατρεύει.

Αυτή είναι η ιστορία της μετριότητας στον πολιτισμό.

3. Αίφνης, όμως, κάποιος Έλληνας (και όχι Γραικός) ποιητής πριν από αρκετά χρόνια θα αποστραφεί το ποιητικό “τοτέμ”:

“Η γραπτή ποίηση/ σωριάστηκε στο στήθος μου/ σαν ένα τίποτα” (Νίκος Καρούζος)

Μονάχα πραγματικοί ποιητές θα μπορούσαν να το πουν αυτό. Όσον παράδοξο και αν φαίνεται, αυτός είναι ο λόγος που δεν σταματούν να γράφουν ποτέ. Και μονάχα ένας χονδροειδής νους θα έβλεπε εδώ κάποιο (ανύπαρκτο έτσι κι αλλιώς) αίσθημα ματαιότητας, και όχι ένα “παίγνιον”.

4. Το “αναντικατάστατο” λοιπόν της ποίησης, παραδόξως και σκανδαλωδώς για τα “οπαδικά” ώτα, συνιστά εν ταυτώ και το ανά κάθε στιγμή πλήρως “φευκτέο” της.

Η μετριότητα λατρεύει με θρησκευτική προσήλωση τον “πολιτισμό”, ο δημιουργικός νους τον χρησιμοποιεί ως “μέσο” το οποίο  και αίρει κάποια στιγμή για κάποιον, όποιον, σκοπό υπερβαίνει κατά πολύ μια “λογοτεχνική” εμφάνεια.

Bernheimer_Estate_1925

5. Ναι, είναι “τοτέμ” η ποίηση. Αυτό δεν μπορεί να αποφευχθεί στο έθος και τις “προσκολλήσεις” που μαστίζουν το ανθρώπινο είδος (και στο κάτω κάτω, υπάρχει διαφορά ποιότητας ανάμεσα σε προσκολλήσεις και προσκολλήσεις).  Αν όμως καθήσει κανείς με την ίδια λατρευτική, τοτεμική νοοτροπία να γράψει ποίηση, θα ήταν καλύτερο ίσως αντ’ αυτού του εγχειρήματος, να πάει να φυτέψει και να ποτίσει αυτοκινητάκια στις γλάστρες.

6. Η ποίηση, ασφαλώς, δεν είναι αυτοσκοπός. Μονάχα μωρόδοξα ή ψωνισμένα άτομα θα μπορούσαν να το δουν έτσι. Είναι “γέφυρα” προς κάτι “άλλο”. Προς τα πού; προς όπου επιλέγει ο εκάστοτε πραγματικός ποιητής.

Ο μοναδικός λόγος, ας πούμε, που ο Milton κατανόησε και κατήγγειλε την “βαρβαρότητα” (όπως την χαρακτηρίζει) της “ομοιοκαταληξίας” στην ποίηση (και έχει ασφαλώς δίκιο), είναι ότι υπήρξε πραγματικός  ποιητής, τουτέστιν, χρησιμοποίησε την γραπτή ποίηση για να κατανοήσει ο ίδιος πιο σωστά (καθώς και κάθε άλλος ενδιαφερόμενος που θα τον διάβαζε) τα αρχέτυπα και τις εικόνες που πληρούσαν το ασυνείδητό του.

Στην ποίηση όμως η “κατανόηση” (πρώτα από την πλευρά του ποιητή) απαιτεί αισθητική ακρίβεια και λεπτοδουλειά και όχι επιφανειακή, εξωτερική πρόκληση των ώτων. Το ποίημα δεν χρειάζεται “κουδουνάκι” κρεμασμένο πάνω του.

(στο θέμα, βέβαια, της “ομοιοκαταληξίας” υπάρχουν στη  Ιστορία της Ποίησης, πολλές σημαντικές εξαιρέσεις, αλλά δεν είναι της ώρας να το δούμε αυτό περαιτέρω).

7. Όπως και να’χει, παραμένει διασκεδαστικό, το γεγονός πως όσοι όχι μόνον αδιαφόρησαν για τις (συνήθως) φαιδρές προφάνειες ή “μόδες” στους καιρούς τους, αλλά κυρίως, δεν έπαιρναν καν στα σοβαρά την ιδέα της “αιώνιας” τοτεμικής αξίας στην ποίηση, είναι ακριβώς αυτοί που άφησαν “μνημειώδη” έργα στο χρόνο.

8. Όπου η ωθούμενη και αναδεικνυομένη μέσα από ενότητες αντιθέτων εγελιανή “Wirklichkeit” (το έσχατο “στάδιο”, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, της “πραγματικότητας” που προκύπτει από διαδοχικές “αρνήσεις”), προσκομίζεται ακόμα παιγνιωδέστερα στο πεδίο της τέχνης, και ειδικώτερα, της ποίησης.

Αυτό που ο Hegel ανέδειξε ιδιοφυώς με την “βαρβαρική” (όπως περίπου εύστοχα θα την χαρακτηρίσει κάπου ο Kropotkin), πλην όμως μόνη διαθέσιμη ορολογία στους καιρούς του και το έθνος του, δυο αιώνες μετά ελάχιστα κατανοείται, αν δεν παραμορφώνεται σε ό,τι πιο προσωπικά  grotesque μπορεί να φανταστεί κανείς. Ιδιαίτερα, σε παρακμιακές εποχές όπως η δική μας, όπου ο καθένας λέει ό,τι του κατεβαίνει, εννοείται αυθαίρετα και ατεκμηρίωτα, για να δημιουργεί φτηνές εντυπώσεις ανάλογα με τις φοβίες του ή τις “καμμένες” ελπίδες του.

9. Γιατί στο κάτω κάτω ακόμα, για ένα πραγματικό ποιητή ποτέ δεν είναι ζητούμενη η ποίηση ως “τοτέμ”, αλλ’ ίσως η στιγμιαία πράξη της, το εκάστοτε ποίημα:

 garden

 

Και ένα ποίημα δεν θα μπορούσε παρά να είναι όπως ένα λουλούδι της πόλης.

Ανθίζει στους θορυβώδεις κρατήρες του Χρόνου, “συλλέγεται” όμως στην ομιλούσα σιωπή των γεγραμμένων στίχων.