Skip navigation

Category Archives: Impersonal Duties at the River of Troy

 

 

 

 

 

Ο Παρμενίδης απογυμνώνει πλήρως το Είναι. Ο κόσμος ως πεδίο ψευδαισθητικής υποβολής εντυπώσεων αντιπαραβάλλεται απόλυτα προς τον πλέον ακίνητο πυρήνα της Αλήθειας, τον οποίον και προσομοιάζει με μιαν αυτοπεριεχόμενη σφαίρα ισοδύναμη (“ισοπαλές”) σε κάθε σημείο της (“Αὐτὰρ ἐπεὶ πεῖρας πύµατον, τετελεσµένον ἐστί πάντοθεν, εὐκύκλου σφαίρης ἐναλίγκιον ὄγκῳ, µεσσόθεν ἰσοπαλὲς πάντῃ·”).

Το Όντως Ον για τον Παρμενίδη είναι ακίνητο, αμετάβλητο, μηδέποτε γεννημένο και μηδέποτε ενυποκείμενο σε φθορά. Από την άλλη, ο Ηράκλειτος διαπιστώνει ότι τίποτα δεν μπορεί να είναι σε δυο στιγμές το ίδιο· τα πάντα αλλάζουν σε ένα κόσμο όπου δεν υπάρχει τίποτε σταθερό εκτός από την αλλαγή.

Ποιος έχει δίκιο; και υπάρχει άραγε ένας φιλοσοφικός τόπος συμβιβασμού τους; ο Πλάτων με τον (σχεδόν) αντικειμενικό ιδεαλισμό του, τους συμβιβάζει κατά κάποιο τρόπο· γι’ αυτόν ο κόσμος των Ιδεών είναι αρχέτυπος, ενώ ο φθαρτός κόσμος έκτυπος του πρώτου, όμως δεν είναι σαφές προς τι η αναγκαιότητα του δευτέρου· για ποιο λόγο δηλαδή ο κόσμος του πραγματικού νοιώθει την ανάγκη να προβάλλει-δημιουργήσει ένα “πλαστό” έκτυπό του; (αυτό ίσως το καταλάβουμε λίγο παρακάτω).

 

 

Όπως δεν είναι και σαφές στην μεγαλοφυή (δι)αίσθηση του Παρμενίδη, προς τι η αναγκαιότητα όλου αυτού του “ψευδαισθητικού” ορυμαγδού που περικυκλώνει και κατακλύζει το όντως Ον.

Από την άλλη ο Ηράκλειτος περιγράφει με θαυμαστό τρόπο όχι τον κόσμο του όντως όντος (όπως πιθανώς πίστευε ο ίδιος), αλλά της μορφής.
Υπάρχουν και άλλες θεωρήσεις, λίγο πολύ κατά την ίδια εποχή αλλά και παλαιότερα, όπως αίφνης στην Ινδική Φιλοσοφία (που δεν συνιστά στην ουσία φιλοσοφία), η οποία εκλαμβάνει τον κόσμο ως ένα “ψευδαισθητικό πέπλο”.
Όμως στους Έλληνες βρίσκουμε για πρώτη φορά την έρευνα και την σύλληψη του Όντος, μετά από ένα χρονικό σημείο , όχι μέσω μύθων αλλά μέσω καθαρά αφηρημένων εννοιών.

 

 

Η ινδική trimurti , για παράδειγμα, αναγκαστικά προκύπτει από προσωποποίηση· δεν έχουμε εδώ φιλοσοφικά universalia, αλλά -για να θυμηθούμε τον Giambattista Vico όταν μιλάει για τους μύθους- την δημιουργία ενός “universale fantastico” σχεδόν ποιητικής υφής, (κάτι που και ο Ηράκλειτος θα επισημάνει με εξαιρετικό τρόπο, όταν λέει “ἓν τὸ σοφὸν μοῦνον λέγεσθαι οὐκ ἐθέλει καὶ ἐθέλει Ζηνὸς ὄνομα”!).

Στην περίπτωση των Ινδών η μεταφυσική, ή ο στοχασμός γενικώτερα, δεν ανεξαρτητοποιείται από την θρησκευτική λατρεία και υποτάσσεται στην δεύτερη· υφίσταται δηλαδή μια μεταφυσική δεσποτεία ανάλογη με τους κοινωνικούς-βιωτικούς όρους που την παρήγαγαν. Σε αντίθεση με τους Έλληνες στους οποίους η χειραφέτησή τους από την θρησκεία, τους επέτρεψε να εξάγουν καθαρά φιλοσοφικές, αφηρημένες καθολικές έννοιες μην πληρώνοντας για την σκέψη τους οποιοδήποτε “φόρο λατρείας” σε καμμιά θεότητα, θρησκευτική ή ιερατική αρχή.

 

 

Αν θεωρήσουμε λοιπόν -επιστρέφοντας στο ζήτημα που πρωτίστως μας απασχολεί εδώ- ότι ο Παρμενίδης έχει δίκιο (προσωπικά τείνω προς την παρμενίδεια παραδοχή, αλλά με όρους), τότε ο Ηράκλειτος περιγράφει με καταπληκτική ακρίβεια ένα ψέμα.

Με μια διαφορά όμως: αυτό το ψέμα, η κίνηση, η αλλαγή, είναι η ίδια η ζωή.
Κατά συνέπεια, ο Κόσμος μας είναι ένα ψέμα μεν, που επιτρέπει την ζωή ωστόσο.
Και αν φτάνοντας στην Αλήθεια, νοιώσουμε την ανάγκη να “ζήσουμε” ξανά, δεν θα πρέπει πάλι να εμφανιστεί αυτόματα ένας φθαρτός κόσμος μπροστά μας;

Μπορεί ο άνθρωπος να γίνει αθάνατος και να “ζήσει” ταυτόχρονα;
Μπορεί το Κάλλος της Αλήθειας να υπερνικήσει την ανάγκη της περιπέτειας;
Μπορεί ο Τυχοδιώκτης να γίνει Οικοδεσπότης;

 

 

Αν η Ζωή όμως σε αυτή την περίπτωση (Αλήθεια) μπορεί να υφίσταται ως “μη ηρακλείτια” και από την άλλη να συμπίπτει πλήρως με μια μη απόλυτα “παρμενίδεια” Αλήθεια και έτσι να αίρονται τα αντίθετα χωρίς όμως να αλληλεξουδετερώνονται, τότε έχουμε την πιθανότητα ενός υπαρκτικού optimum που μπορεί να προκύψει μέσα από μια εξονυχιστική, πολύ ΛΕΠΤΗ ΕΞΙΣΟΡΡΟΠΗΣΗ των οντολογικών σταθερών. Γιατί το όλο ζήτημα έγκειται στο κατά πόσο μπορεί να νοηθεί μια μη ηρακλείτια ζωή· κατά πόσο δηλαδή οι εξακριβώσεις του Ηρακλείτου συνιστούν ή όχι το απώτατο όριο κάθε δυνατής νοουμένης ζωής.

Εδώ είναι , για μένα, το Μέγα Εκκρεμές της Ύπαρξης, και το μόνο ουσιαστικό δίλημμα για το οποίο αξίζει κανείς να καταδύεται και να αναδύεται συνεχώς μέσα στην, και από την θάλασσα των εντυπώσεων του κόσμου.

Ο,τιδήποτε άλλο δεν είναι παρά εξωραϊσμός της Νύχτας.

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν είναι πλέον εφικτό, μα πάνω απ’ όλα δεν θα ήταν επιτρεπτό, να επιστρέψουμε σε μια “ναίφ” αντίληψη και αντιμετώπιση των πραγμάτων, έναντι των περιπλοκών, ασυνεχειών και φρικαλεοτήτων της Ιστορίας, και πιστεύοντας έτσι ότι βρίσκουμε μια παρηγοριά στην μακάρια απλότητα καθώς και την αξιέπαινη, καλή καρδούλα μας.

Δεν θα υπήρχε παγίδα πιο θανάσιμη από κάτι τέτοιο. Το ίδιο, εξ άλλου, σύνδρομο επιστροφής στην θανάσιμη μητρική αγκαλιά,  ήταν που έφαγε και την χώρα μας, όντας εξαιρετικά εθισμένη σε αυτό. Και δεν υπάρχει πράγμα που να μπορεί να μηδενίσει τόσον την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όσον η άρνηση της προόδου και του μέλλοντος.

Ο μεγάλος μπολσεβίκος επαναστάτης, Λέων Τρότσκι, το εξέφρασε μια φορά κι έναν καιρό, πολύ καλά, έστω και αν η προκείμενη ρήση του είναι εκ των προτέρων κυμαινόμενη στο δικό του, και σήμερα, βέβαια,  περιορισμένο, όραμα για το μέλλον:

“η υπέρτατη ευτυχία είναι η προετοιμασία του μέλλοντος”.

Μα, σίγουρα.

Έτσι κι αλλιώς, αν δεν προετοιμάζεις το μέλλον, το μόνο που σου μένει να κάνεις, είναι να ρημάζεις το παρόν.

 

 

Φυσικά, -αλλά όχι τόσον αυτονόητα-, το κυριαρχικότερο αιτούμενο για το ανθρώπινο είδος είναι (πρέπει να θεωρείται), ιδιαίτερα σήμερα,  ο πλήρης απογαλακτισμός από κάθε “πρωταρχικότητα” (η κατανόηση και μεταστροφή της προς το μέλλον έχει, ασφαλώς, νόημα) και, σίγουρα,  από κάθε μη-ιστορική/ιστοριομορφική απειλή πισωγυρίσματος είτε στην ελεεινή ανημπόρια της παιδικής ηλικίας, είτε  στο “όνομα του πατρός”. Κάποτε,  και οι δυο αυτές παγίδες, τουτέστιν η τρόπον τινά οιδιπόδεια από την μια,  και ή τρόπον τινά μετατόπιση της προσωπικής ευθύνης σε ένα φαντασιωμένο ισχυρότερο υποκείμενο από την άλλη, θα προκαλούν μόνο γέλια.

Όμως, το πρώτο πραγματικά Αναρχικό Υπερκείμενο της Ιστορίας (και κυρίως πέραν της Ιστορίας), είναι το ζητούμενο. Όπου ο όρος “αναρχικός” όχι με την στενή πολιτικο-κοινωνική έννοια της ιστορικής Αναρχίας, καίτοι ασφαλώς, την εγκλείει και υπερβαίνει εκλεκτικώς, αλλά, πρωτίστως, με μια προμηθεϊκή-περσεϊκή έννοια.

 

 

Το Κήτος της Ύπαρξης, στήνει χίλιες δυο παγίδες για να ανακόψει και να αναστρέψει την ανθρώπινη πορεία. Δεν γνωρίζει από ιδανικά, ιδέες, όνειρα, δεν καταλαβαίνει μία από ανθρώπινο πόνο. Γνωρίζει μόνο να καταπίνει και να καταπίνει κατά τα “γραπτά του πεπρωμένου”. Η πιο τυφλή, αυτοματική μηχανή θανάτου που παίρνει ζωές και ζωές, από αίσθηση “υπαλληλικού” καθήκοντος και μόνον.

Οι άνθρωποι με πολύ χαλαρό υποσυνείδητο και με εξαιρετικά αδύναμη θέληση, ιδιαίτερως δε, εξ αιτίας των συνθηματολογικών ανακλαστικών και των μιμητικών συνηθειών αναπαραγωγής ποικίλων ιδεομορφημάτων, όταν αισθάνονται πως μέσα σ’ αυτά εντοπίζουν είτε την μητρική αγκάλη είτε τελούν το χρέος τους “στο όνομα του πατρός”,

οι άνθρωποι αυτοί, λοιπόν, ανιχνευόμενοι σε υπερπληθώρα κατά τις περιόδους παρακμής, πάντα θα πέφτουν σε τέτοιες θανάσιμες παγίδες. Δεν πουλάνε την ψυχή τους στο διάβολο ακριβώς. Πάνε στο διάβολο, κατ’ ευθείαν οδόν, μάλλον, για να αποφύγουν να ζαλίζονται στις “στροφές’ του Χρόνου.

Ο κόσμος εξ άλλου, δεν είναι τίποτε άλλο από ένα Κήτος- Παγίδα. Με την διαφορά ωστόσο, πως ο  αιώνιος Ιωνάς δεν θα είχε νόημα να μπαίνει και να ξαναβγαίνει τριήμερα στην κοιλιά του κήτους, αν βέβαια αποφάσιζε κάποια στιγμή να το εξολοθρεύσει, όπως ο Περσεύς. Τζάμπα ο κόπος, από ένα σημείο και μετά να καταπίνεσαι και να σε εκβάλλουν ξανά και ξανά. Τα μαχαίρια, εξ άλλου, δεν είναι μόνον για να κόβουν το ψωμί, αλλά και τα τέρατα.

 

 

Επειδή η Μεγάλη Μάχαιρα του Μυαλού, είναι για τους εκλεκτούς του μέλλοντος. Όλα τα άλλα, δεν είναι παρά προφάσεις δειλίας και άνευ όρων παράδοση στην θαλπωρή της Μη- υποκειμενικότητας.

Ένα χάσμα εμφανίζεται στην εποχή μας, και με καμμία, ορατή τουλάχιστον, γέφυρα να συνενώνει τα δύο αντικρυστά μέρη του. Αυτό το χάσμα είναι η μεγάλη σιαγόνα του Κήτους. Αυτό το χάσμα, δεν ξορκίζεται, δεν αποφεύγεται, δεν καλύπτεται.

Είτε αποφασίζεις, λοιπόν, να κάνεις το άλμα, είτε το σφάλμα.

Όλα τα άλλα, είναι ιστορίες για αγρίους της παρακμής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Νους είναι μια νόσος στην ανθρωπότητα, σίγουρα, ή μάλλον, η νόσος της ανθρωπότητας, όμως μαζί και ένας “σκοπός”, ένας καινούργιος θεός που δεν έχει αναλάβει ακόμα εξουσία στον κόσμο.

Ζούμε ακόμα σε μια γενικευμένη υπνηλία φαντασμάτων, η λεγόμενη “ανθρώπινη κατάσταση” έως σήμερα (και όχι για πάντα) δεν είναι παρά μια ανεξέλεγκτη και εφιαλτική κατάσταση “μαύρης μαγείας” (με την πλέον ανθρωπολογική , πρωτογονική έννοια), εξ αιτίας του γεγονότος ότι ο Νους δεν είναι ακόμα “γνωστός”. Δρα όμως. Το ότι αυτό δεν συνειδητοποιείται, είναι το πλέον επικίνδυνο.

Η υπερσύγχρονη Φυσική, εξ άλλου, μόλις αρχίζει και “υποψιάζεται” την σχέση ανάμεσα νου και “ύλη” (ό,τι και αν εννοεί κανείς με αυτήν την λέξη), μια σχέση, όμως, που θεωρούσαν βέβαιη  πριν από χιλιάδες χρόνια.

 

 

Λέμε το “υποκείμενο” της δράσης. Όσον αναγκαίο, φυσικά, και αν είναι  το υποκείμενο, δεν παύει, ωστόσο, αυτό το “υπο-” να χαρακτηρίζει την σχέση εξουσίας ανάμεσα σε άνθρωπο και σε μοίρα.

Το υποκείμενο δεν συνιστά από μόνο του παρά πάλη για χειραφέτηση από κάθε τι “ασυνείδητο” που το καθορίζει ακόμα. Το “ασυνείδητο”, εξ άλλου, είναι απλά ένα επίθετο και ορίζει ιδιότητα, όχι ουσία. Ως όρος, δεν λέει απολύτως τίποτα το σημαντικό. Πρόκειται για σύμβαση και ορολογία αμηχανίας. Λέει απλά, πώς “κάτι” είναι “ασυνείδητο”. Το τι όμως, είναι άλλη υπόθεση .

Από την άλλη, ο  Νους που σκέφτεται και συλλαμβάνει τον εαυτό του, δεν είναι θέμα μόνον φιλοσοφίας, αλλά κυρίως θέμα άμεσης ανάδρασης στην καθημερινή ζωή και της μεταμόρφωσής της.

Ένας “σόρσερερ”  στο οροπέδιο του  Chota Nagpur είναι κατά μίαν έννοια τρομαχτικό πλάσμα, επειδή χειρίζεται νοητικές δυνάμεις που δεν κατανοεί. Η συμβολική-μυθική-πρωτοθρησκευτική γλώσσα περιγραφής που χρησιμοποιεί για τις δυνάμεις που χειρίζεται, μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαίνουσα, αλλά μακριά ακόμα από μια πλήρη και αφηρημένη κατανόηση. Απ’ αυτήν την άποψη ο πρωτογονικός μάγος είναι και αυτός “υποκείμενο” και όχι “κύριος” της μοίρας.

Το υποκείμενο της Ιστορίας αγωνίζεται ώστε να γίνει κάποια στιγμή υπερβατικό υποκείμενο, τουτέστιν, υπερκείμενο (αν θα μπορούσα να το καλέσω έτσι). Από το υποκείμενο ως το υπερκείμενο μεσολαβεί μια χαοτική κατάσταση ασυνείδητης τέλεσης της ζωής και των ενεργειών της.

 

 

Είναι σαν να παρακολουθεί κανείς έναν δρόμο μεγάλης κυκλοφορίας στον οποίον τα οχήματα συγκρούονται συχνά το ένα με το άλλο, επειδή οι οδηγοί τους ανεξήγητα ή παραδόξως χάνουν τον έλεγχο και δεν υπολογίζουν σωστά τις “ταχύτητες” και τις “αποστάσεις”. Αυτό είναι ο νους ακόμα. Δεν σημαίνει, όμως, πως δεν προορίζεται να βασιλέψει κάποια στιγμή στον κόσμο.

Γιατί ο Νους, αν μη τι άλλο, για να μπορέσει να δράσει “συνειδητά” στον  κόσμο πρέπει να ειναι “πάνω” και από τον εαυτό του ακόμα, πρώτα να μην κινδυνεύει από αυτόν τον ίδιον.

Κανένα πράγμα, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι ελεύθερο αν δεν είναι πάνω απ’ όλα ελεύθερο από τον ίδιον τον εαυτό του.

 

 

 

 

 

 

 

 

Αν θα ήθελα να συνοψίσω την όλη μου σκέψη επί του “Μυστηρίου”, από μίαν άποψη και από μίαν οπτική τουλάχιστον, τότε θα προέκυπταν τα κάτωθι εν είδει συμπερασματικής-καταληκτικής υπογράμμισης:

Το Μυστήριο πάντοτε θα προσπαθεί να “καταπιεί” τον άνθρωπο, ο δε άνθρωπος, συνήθως φοβισμένος , πάντοτε θα εκλιπαρεί το Μυστήριο να μην τον σκοτώσει, ή θα το καλοπιάνει, θα ζητάει το ένα και το άλλο κλπ.

Δεν υπάρχει τίποτε περισσότερον στον κόσμο, μέχρι στιγμής, από την πιο αδυσώπητη πάλη ζωής και θανάτου ανάμεσα στον άνθρωπο και κάτι που (ακόμα) δεν κατανοεί.

Όλα τα άλλα, πάντα τα  δευτερεπιγενόμενα φαινόμενα επ’ αυτής της σχέσης σχέσεων καλούνται απλά “Ιστορία της ανθρωπότητας”.

 

 

Σε αυτήν την θανάσιμη πάλη δεν υπάρχει συμβιβασμός. Είτε το Μυστήριο θα καταπιεί πλήρως τον άνθρωπο, αφού θα τον έχει μεταχειριστεί πρώτα σαν κούκλα θανάτου για τους σκοπούς του (ανάπτυξη και διάλυση του κόσμου εν είδει “παιγνίου”), είτε ο άνθρωπος, τελικώς, θα ασκήσει με την σειρά του καθυποταγή και εξουσία στο Μυστήριο και θα χρησιμοποιήσει τον κόσμον προς δικό του όφελος, προς δική του χαρά, ηδονή και δημιουργικότητα.

Σε κάθε περίπτωση, η Λερναία- [LearnΑία] Ύδρα, εξολοθρεύεται μόνον με την καύση της “κεντρικής κεφαλής’ της.

Όλα τα άλλα κεφάλια που ξεφυτρώνουν δεν είναι παρά φυτεία ενός αιεί παρακμάζοντος χρόνου, γιατί ο Χρόνος από την φύση του είναι “φωτεινή” καταρροή ρήξης και εξέγερσης, αλλά και παρακμής που συναρτάται σχεδόν σε κάθε βήμα αυτής της “καταρροής”.

Μια Εναντιοδρομία, λοιπόν.

Το Μυστήριο πάντοτε επιθυμεί κάποια στιγμή να “επαναρροφήσει” πίσω τα πράγματα και να τα διαλύσει σε μια παραδείσια κόλαση “μη υποκειμενικότητας” και αφηρημένης “αγάπης” στους ουρανούς.  Αν δεν είσαι ζωντανός, αναγκαστικά “αγαπάς” μόνον (με αυτόν τον τρόπο: διάλυση υποκειμένου), τουτέστιν, “πονάει χέρι, κόβει χέρι”. Καμμία σχέση, φυσικά, με την ερωτική αγάπη των ανθρώπων. Εδώ πρόκειται για μια θανάσιμη “αγάπη”. Είναι η αγάπη της μη-ζωής και της …ησυχίας στην μακαριότητα.

Μια σατανική ουράνια παραπλάνηση και απάτη (υποτίθεται για καλούς σκοπούς), έναντι της οποίας εμμένει το Έπος της Φυγής μιας ανθρωπότητας που μακελεύεται μέσα στον Χρόνο για να “πληρώσει τας γραφάς”.

Να τις “πληρώσει” δηλαδή και με τις δύο έννοιες.

 

 

Είναι αυτό που λένε, “στοίχισε ο κούκος αηδόνι” (άλλως, το “κάρμα”), όμως ακόμα και η ύπαρξη των φυσικών αηδονιών στον κόσμο δεν είναι, έτσι κι αλλιώς, παρά σημάδι της αποτυχίας κάθε τάσης που σκοπεύει να φονεύσει οποιοδήποτε μέλλον και όχι να το δημιουργήσει. Μεμερισμένως δε, κάθε ανέραστου και ψυχοπαθητικού κύκλωπα-κούκου της παρακμής όταν εμμένει ως όργανο δυνάμεων που δεν κατανοεί και χρησιμοποιείται εξαντλητικώς έως τέλους με αντίτιμο τον ίδιον τον θάνατόν του,–

[εν είδει υποκειμενικοποιημένου, περιττού ίσως, επιμέτρου]

— και  ο οποίος, αμήχανος, δεν μπορεί παρά να ακούγεται μηχανικά στα άδεια εγκεφαλικά σπήλαια των άλλων, εξ ίσου νενεκρωμένων κούκων σε μιαν εποχή, στην οποία σπάνια υπάρχει πλέον “αναγνωστικό υποκείμενο” ,

ψυχορραγώντας δε στην κόψη του χρόνου και φοβούμενος σαν τρελλός το ήδη χιλιάκις τετελεσμένο (και εδώ ας μας συγχωρηθούν τα γέλια).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα σχετικώς πρόσφατο κρούσμα αντισημιτισμού από την πλευρά του γνωστού σκιτσογράφου Στάθη, καθώς και η σχετική ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδας προς απάντησίν του, έρχονται να μας δείξουν ότι η σχετική εγκεφαλοπάθεια που αφθονεί στην χώρα μας, κοντεύει να γενικευθεί ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικής συγκρότησης, προσωπικότητας και διανοητικής υπόστασης .

Δεν πάει, άλλωστε, πολύς καιρός που το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας σε έρευνά του διεπίστωσε μια απίστευτη αύξηση της αντισημιτικής προδιάθεσης στην χώρα μας (σαράντα τοις εκατό να δηλώνει πως το “Ολοκαύτωμα ήταν θετικό” ή είχε “θετικές πλευρές”!). Επιπροσθέτως, μάλιστα, αξίζει να αναφερθεί πως η σχετική έρευνα που έχει διενεργήσει η Anti-Defamation League σε παγκόσμιο επίπεδο, παρουσιάζει την Ελλάδα ως την πιο αντισημιτική χώρα στην Ευρώπη, με ένα ποσοστό του 67 %.

Το θέμα είναι το εξής. Ο αντισημιτισμός στην  χώρα μας, κατά μείζονα πλειοψηφικό λόγο, πιστεύω πως είναι λανθάνων και με “δικαιολογίες” (γι’ αγρίους). Συνήθως δεν φανερώνεται άμεσα, καλύπτεται υποκριτικώς και εν μέρει πίσω από διάφορα “κλισέ” που θεωρούνται “ανεκτά” στην Ελλάδα,   ούτως ώστε να μην επισύρει μομφή ρατσισμού, όμως όταν του δοθεί η ευκαιρία …ξεσπαθώνει.

Τα ποσοστά υποκρισίας, βλακείας, ρατσισμού, συμπεριφορικού και πολιτικού φασισμού έχουν αυξηθεί κατακόρυφα στην χώρα μας, και σε συνθήκες πλήρους διάλυσης/αποσύνθεσης. Και ας μην βιαστεί κανείς να πει πως η “κρίση” μπορεί να γεννήσει τέτοια πράγματα, γιατί πάει πια να καταστεί μια πολύ αμήχανη ή “ντροπαλή” , -σίγουρα ανορθολογική-, δικαιολογία αυτό το πράγμα.

Μια κρίση, κατά κύριον λόγον, γεννά ανθρώπους στους δρόμους να διεκδικούν την ζωή, γεννάει κινητοποιήσεις στην έξω πραγματικότητα (και όχι εύκολη παθητική “γκρίνια” στο facebook), όπως, άλλωστε, συνέβη σε άλλες χώρες. Δεν γεννά αρκετούς ηλεκτρονικούς ηλίθιους, και bullies. Προπάντων, δεν μπορεί να γεννήσει αντισημίτες με πλήρως διαλυμένο μυαλό και με συνωμοσιολογίες του ελαχίστου IQ. Καμμία “αναγκαία” σχέση αιτιότητας δεν διαπιστώνεται ανάμεσα σε αυτά τα δυο.

Θα αναδημοσιεύσω εδώ ένα παλαιότερο κείμενό μου στο Century Camera II, που φέρει τον τίτλο “Ο λανθάνων αντισημιτισμός στην Ελλάδα”, και το οποίο εγράφη με αφορμή κάποια κουτοπόνηρα αντισημιτικά καμώματα του Ευάγγελου Βενιζέλου τότε.

 

Ο ΛΑΝΘΑΝΩΝ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, 

18/10/2012

 

 

Και είπε πρόσφατα ο αποτυχημένος πρόεδρος του υπό εξαφάνιση ΠΑΣΟΚ, Βενιζέλος, πως “του έκανε εντύπωση ότι τα τρία πρώτα ονόματα στην λίστα Λαγκάρντ είναι εβραϊκής καταγωγής” (!).
Βέβαια, δεν συμπλήρωσε το “γιατί”· προτίμησε να το αφήσει να αιωρείται ως εάν πονηρό κλείσιμο του ματιού σε ανοιχτομάτηδες και προφανώς με την ελπίδα ότι οι ακροατές και αναγνώστες των ΜΜΕ θα “έπιαναν το υπονοούμενο”.
Λανθάνων αντισημιτισμός από λανθάνοντες πολιτικούς σε ένα κράτος και μια κοινωνία που ναυαγούν δεν είναι κάτι τόσο απίθανο να επισυμβεί και να καθίσταται κάποτε ορατό με περισσή ξεδιαντροπιά.

Όμως, σε κάθε περίπτωση είναι διαφορετικό να είναι αντισημίτης ένας νεοναζί, λόγου χάριν, από το να αφήνει με όλως κουτοπόνηρο τρόπο αντισημιτικά υπονοούμενα ένας mainstream πολιτικός, έστω και ανυπόληπτος πλέον. Το δεύτερο είναι τρομαχτικά επικίνδυνο, όπως εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς, γιατί με τον τρόπο του δείχνει πως οι χειρότερες αντισημιτικές προλήψεις δεν βρίσκουν κανένα εμπόδιο να αναπαραχθούν σε επίπεδο κορυφής της εξουσίας και από εκεί να ανακατευθύνουν με εξαιρετικά ανεύθυνο τρόπο απρόβλεπτες αντιδράσεις προς τα κάτω.

 

 

Στο κάτω κάτω η νεωτερική ευρωπαϊκή κοινωνία χτίστηκε στο έδαφος του αντισημιτισμού: από τους πρώτους κανόνες “καθαρότητας του αίματος” (limpieza de sangre) στην Ισπανία του 16ου αιώνα, μέχρι τα γενικευμένα αντιεβραϊκά πογκρόμ ανά εποχές, περιστάσεις και πολιτικές σκοπιμότητες καθ’ όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, έως το τραγικό αποκορύφωμα της Shoah, του “Ολοκαυτώματος” από τους Γερμανούς ναζί, το δόγμα της “αποβολής” του ξένου, του ακατανόητου “Εβραίου”  δεν έλειψε ποτέ στις εμπράγματες, τραγικές και ιδιαίτερα απάνθρωπες, εφαρμογές αυτής της κοινωνίας.

Αυτή η “λεπτή” επισήμανση περί “εβραϊκών ονομάτων” που έκανε ο Βενιζέλος σίγουρα δεν είναι κάτι που μπορεί να το προσπεράσει κάποιος εύκολα, παρόλες τις δικαιολογίες που επιστρατεύθηκαν εκ των υστέρων για να “καλύψουν” τα πράγματα.

Σε αυτή την περίπτωση, όπως και σε κάθε τι στη ζωή, οι δικαιολογίες απλά επιβαρύνουν την θέση εκείνου που πράττει ένοχα και καταφέρνουν να μετατρέψουν μια υποψία σε πλήρη βεβαιότητα.

 

 

Οι δύο δημόσιες τοποθετήσεις Ελλήνων Εβραίων (μιλώντας εκ μέρους των εαυτών τους και μόνο και όχι στο όνομα κάποιου μαζικού εβραϊκού φορέα ή κοινότητας) όσον αφορά το ζήτημα, ήτοι, η πρώτη, με την αγανάκτηση που την διαπνέει να ελέγχεται μεν αλλά δύσκολα να κρύβεται, από τον κ.Ζαν Κοέν και η δεύτερη, αρκετά μετριοπαθής και ευγενική -όσο και ιστοριογραφική καθώς έχει να κάνει με τον φανερό κρατικό και όχι λανθάνοντα αντισημιτισμό στην Ελλάδα- από τον κ.Ιακώβ Σιμπή, προσπάθησαν να κάνουν ορατά τα μη ευκόλως εννοούμενα αυτονόητα απέναντι στα ευκόλως υπονοούμενα αδιανόητα του Βενιζέλου.

Αν ήμουν Εβραίος και απευθυνόμουν μέσω των εφημερίδων στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, ομολογώ ότι δεν θα ήμουν τόσον συγκρατημένος. Το λιγότερο, θα ζητούσα την αποπομπή του Βενιζέλου από κάθε δημόσιο και πολιτειακό αξίωμα της χώρας.

Τα λεγόμενά του, ωστόσο, δεν έρχονται εν αιθρία: είναι, θα έλεγε κανείς, πρόβλημα χρόνιο και γενικώτερο στην ελληνική κοινωνία ο λανθάνων αντισημιτισμός.

 

 

Χρόνια ακούμε από εδώ και από εκεί, από τους πλέον ετερόκλητους και απίθανους τύπους ανθρώπων (όχι κατ’ ανάγκην νεοναζί, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι) πως οι “Εβραίοι κυβερνούν τον κόσμο”, “ο …Κίσσινγκερ θέλει να καταστρέψει την ελληνική γλώσσα”(!),  “οι Εβραίοι είναι πίσω απ’όλα και τα κάνουν όλα”, κλπ. κλπ. με λίγα λόγια όλη ΑΚΡΙΒΩΣ η φτηνή χιτλερική παραμυθολογία περί των “κακών Εβραίων” που επιβουλεύονται τις χώρες και τους λαούς του κόσμου με τους οποίους συμβιώνουν, ήταν και δυστυχώς συνεχίζει να είναι παρούσα στα πιο αποπροσανατολισμένα και συγκεχυμένα πληθυσμιακά στρώματα που πάντοτε ψάχνουν τουλάχιστον έναν αποδιοπομπαίο Εβραίο αν όχι τον …ίδιο τον Ιούδα, για να εκτονώσουν είτε τα προσωπικά αδιέξοδά τους , είτε πιο επίκαιρα, την οργή τους από την αιφνίδια και απρόσμενη προλεταριοποίησή τους λόγω της κρίσης.

Είναι σχεδόν αδύνατον να μεταπείσεις έναν πεπεισμένο ηλίθιο να απομακρυνθεί από τις ψευδοϊστοριολογικές παραισθήσεις του σε σχέση με τους “κακούς Εβραίους”. Ο αντισημιτισμός είναι μακροπρόθεσμο δηλητήριο.. Περνάει απρόσκοπτα αλλά και ανεπαίσθητα από γενιά σε γενιά και αυτό είναι στην ουσία το modus operandi του ανορθολογισμού του.

Δεν είναι απλά ότι κάποιος πρέπει να φταίει για την όλη κατάσταση, είναι και ποιος επιλέγεται “να φταίει” δια μέσου των αιώνων.

 

 

Οι Εβραίοι υπήρξαν ανέκαθεν το ιδανικό θύμα για την ρατσιστική και μισανθρωπική κτηνωδία διαφόρων αρχουσών τάξεων της ευρωπαϊκής ηπείρου: ο ιδανικός “εσωτερικός εχθρός”. Και αυτό γιατί η Εβραϊκή Διασπορά, εξ αρχής αποκλείστηκε από τις πιο άμεσες παραγωγικές τάξεις και στράφηκε αναγκαστικά είτε στο εμπόριο είτε στην επιστημονική και καλλιτεχνική ιντελλιγκέντσια” για να επιβιώσει.

Ο λεγόμενος “εβραϊκός διαφωτισμός” (η “haskalah”) των 18ου και 19ου αιώνων από ανθρώπους, ανάμεσα σε άλλους, όπως ο φιλόσοφος Moses Mendelssohn (παππούς του συνθέτη Mendelssohn) που είχε ως σκοπό να αποβάλλει σε σχετικό βαθμό την θρησκευτικότητα από την εβραϊκή κοινότητα και να αφομοιωθούν πλήρως οι Εβραίοι από τις τοπικές ευρωπαϊκές κοινωνίες ώστε, εκτός των άλλων, να μην γίνονται και “στόχος”, κάθε άλλο παρά έλυσε το πρόβλημα:

στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μεγαλοφυίες όπως ο Richard Wagner μπορούσαν κάλλιστα να γράφουν κατά την ανάπαυλα των συνθετικών προσπαθειών τους απερίγραπτες αντισημιτικές ανοησίες και λιβέλλους (π.χ. “Ο Ιουδαϊσμός στην Μουσική”), ώστε κάποτε να απορεί κανείς αν είναι όντως ο ίδιος άνθρωπος στις δυο αυτές δραστηριότητες.

Όπως και να έχει, και φτάνοντας στον 20ό αιώνα, κατά το τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης οι περισσότεροι γιατροί και δικηγόροι για παράδειγμα (όπως επίσης και σε άλλα επαγγέλματα) στην Γερμανία ήταν Εβραίοι, γεγονός που προκαλούσε την μήνιν του ναζιστικού κόμματος.

Εφ’ όσον συνεπώς οι Εβραίοι κατείχαν θέσεις-κλειδιά στην οικονομική ζωή της χώρας, τότε δεν ήταν τόσο απρόσμενο για τους …παγανιστές ναζί να θυμηθούν ότι “σταυρώσαν τον Χριστό”! Οι πλέον ανορθολογικές προλήψεις και τα πλέον απύθμενα κοιτάσματα φυλετικού μίσους που σιγοκοιμώνταν στα πιο καθυστερημένα στρώματα της γερμανικής μικροαστικής τάξης ξεθάφτηκαν από την ναζιστική βαρβαρότητα για τους σκοπούς της και προετοίμασαν το δρόμο για το Auschwitz-Birkenau.

 

 

Γιατί ο αντισημιτισμός, σε καιρούς σχετικά ήρεμους φαίνεται “γραφικός”, ακίνδυνος ή περιορισμένος, ωστόσο έρχονται κάποτε και οι πιο ταραγμένοι καιροί που μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική τραγωδία.

Και από αυτή την άποψη σε αυτήν την χώρα ανέχτηκαμε επί μακρόν όψεις της (καθυστερημένης) νεοελληνικής κοινωνίας, καθαρά φασίζουσες (πράγμα το οποίο σημαίνει: πλήρως φασιστικές που προσωρινώς και μόνον δεν αναγγέλουν “πολιτικό” φασισμό) με το ελαφρυντικό του “γραφικού” και σήμερα βλέπουμε τους κατάμαυρους καρπούς.

Ανεχτήκαμε τον αντισημίτη που “δεν χωνεύει τους Εβραίους” χωρίς να ξέρει το γιατί ή πιστεύοντας ότι το ξέρει χάρις σε τερατωδώς ηλίθιες συνωμοσιολογίες που δεν αντέχουν ούτε σε IQ υπό του μηδενός· ανεχτήκαμε τον “ελληναρά”, τον “μαγκάκο”, τον μισογύνη, τον ομοφοβικό, το “αντράκι” της πλάκας με την παιδιαριώδη σεξιστική φρασεολογία της απωθημένης στέρησης, τον τσογλαναράκο που επιθυμεί να περάσει τις χυδαιολογίες και τα βρισίδια του ως …”ανατροπή”, τον ψυχανώμαλο διαδοσία και συκοφάντη για γέλια, τον “ολίγον” ή …”κατ’ ανάγκην” ρατσιστή που δεν φταίει αυτός αλλά οι ξένοι που τον “αναγκάζουν” να έχει τέτοιες απόψεις, τον ψυχοπαθολογικά εγωληπτικό ψευδοτσαμπουκά, ανέχτηκαμε τον έναν και τον άλλον, ανέχτηκαμε όλη την  γκάμα της γραφικής γελοιότητας και τις παρδαλές ποικιλίες της καθυστέρησης και της διακοινωνικής δεισιδαιμονίας.

Και φτάνει η στιγμή που κατανοεί κανείς πως ο φασισμός δεν προκύπτει έτσι ξαφνικά από την άβυσσο της οικονομικής κρίσης.

Προϋπάρχει ήδη το έδαφος, το ανθρώπινο συμπεριφορικό έδαφος πάνω στο οποίο παρελαύνει εν είδει αγήματος ή έστω συμμοριακού μπουλουκιού. Φαίνονται αμέσως οι “έτοιμοι από καιρό” που θα πουν το “ναι” στο φασισμό και ως πολιτική δύναμη πλέον και όχι απλά και μόνο ως συμπεριφορική νοοτροπία η οποία έτσι κι αλλιώς αφθονεί στην χώρα μας.

Και τότε τα πράγματα δεν είναι καθόλου γραφικά. Τουναντίον, περιγράφουν με ακριβή τρόπο μια συγκεκριμένη πολιτική ψυχολογία ποικίλων πληθυσμιακών στρωμάτων που οδηγούνται από το κακό στο χειρότερο και δείχνουν με τον τρόπο τους πως με αυτού του είδους τον ανορθολογισμό δεν πρέπει να παίζει κανείς:

γιατί ο αντισημιτισμός μπορεί να φαίνεται πως στρέφεται κατά ενός λαού και μόνον, όμως στην ουσία στρέφεται εναντίον όλης της ανθρωπότητας συνολικά. Αφ ης στιγμής η αρχή γίνεται με έναν “αποδιοπομπαίο λαό”, τότε είναι ζήτημα χρόνου και μόνον να κλείσει κανείς ολόκληρη την ανθρωπότητα και όλους τους λαούς του κόσμου σε ένα παγκόσμιο στρατόπεδο συγκέντρωσης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τι είναι “ηρωικό υποκείμενο” , – αν θα έπρεπε, οπωσδήποτε , να προσδώσουμε μια τέτοια μεμερισμένη εξειδίκευση στον  όρο “υποκείμενο”;

Κατά την προσωπική μου γνώμη, δεν είναι κάτι άλλο από εκείνον, διαιωνίως,  που “ξηλώνει” τον κόσμο για να φτάσει στην γυμνή ουσία του “πραγματικού”. Όλοι οι μύθοι του κόσμου και οι παραλλαγές τους, αν μεθερμηνευθούν σωστά, δεν δεικνύουν κάτι το διαφορετικό, αν και όχι κατ’ ανάγκην ακριβώς αυτό.

Το ηρωικό υποκείμενο “αδειάζει” , λοιπόν, τον κόσμο, για να φτάσει στο απώτατο-εγγύτερο “κέντρο” των φαινομένων. Είθισται, σύμφωνα με τους μύθους και τους λαϊκούς θρύλους, αυτό το “κέντρο” να φυλάττεται καλώς από “τέρατα” ή “δαιμονικές” μορφές, και, σίγουρα, κάτι ξέρανε που το λέγανε, δεν το λέγανε τυχαία.

‘Αλλωστε, ό,τι προκύπτει από το παγκόσμιο ασυνείδητο των λαών δεν εκφέρεται επί ματαίω ούτε για πλάκα. Έχει και νόημα και ουσία, έστω και αν δεν είναι πάντα πρόδηλα, ή  καλύπτονται με “φυσικό”, ανεπιτήδευτο τρόπο πίσω από την άγνοια της α-συνείδητης εκφοράς.

 

 

Φτάνοντας, λοιπόν, το ηρωικό υποκείμενο στο “κέντρο” (μέχρι αυτό, περίπου, το σημείο, υπαινίσσονται ή αφηγούνται οι μύθοι, από εκεί και πέρα τα πράγματα, πιθανότατα, δεν επισυμβαίνουν κατά το αναμενόμενο), ευλόγως μπορεί να ελπίσει κάποιος πως δεν πρόκειται, μάλλον, να πέσει ηλιθίως στην “παγίδα”.

Και αυτό, δεν είναι τίποτε άλλο από  μια βάσιμη, εμπειρική υπόθεση.

Βέβαια, δεν αναφωνεί  “άνθρακες ο θησαυρός!”, σίγουρα, γιατί οποιοδήποτε καλά φυλαγμένο μυστικό δεν μπορεί να είναι “φθηνό”. Δεν μπορεί να είναι φθηνό γιατί δεν έχει καν “αξία”, ούτως ώστε να το χαρακτηρίζει η φθήνεια ή η ακρίβεια. Πρόκειται για κάτι το απόλυτο, και  απ’ αυτήν την άποψη, μόνον το σχετικό “τιμάται”, όχι το απόλυτο.

Αναφωνεί, συνεπώς: “τελικά, ήτανε θησαυρός οι άνθρακες” ! Και …επιστρέφει σε αυτούς.

 

 

Ο θεός Άρης δεν ήταν τόσον ανόητος ώστε να μην προτιμά την “θράκα” από τον Όλυμπο, και περνούσε το μέγιστο μέρος του βίου του στην Θράκη. Σχεδόν έκπτωτος άγγελος από τον Όλυμπο, αλλά είχε λόγους γι’ αυτό, σίγουρα.

Ο Οδυσσεύς ήξερε ότι το ταξίδι του ήταν άπαξ και ανεπανάληπτο.

Ο Διόνυσος, ωστόσο, Διόνυσος Λυσεύς, κατέσχε την Έξοδο από το αδιέξοδο του Μυστηρίου του Κόσμου. Ο πρώτος ήρωας ανάμεσα στους θεούς, σε μια κοσμολογική κατάσταση στην οποία οι θεοί αντιμάχοντο τους ήρωες.  Ο Διόνυσος, λοιπόν, έσπασε την παράδοση, προς όφελος του ανθρώπου, φυσικά. Μετά, βέβαια, υπήρξε και ο επαναστατημένος Τιτάνας, ο μέγας Προμηθεύς.

 

 


Αξίζει, ασφαλώς, να θυμηθούμε εδώ πως η μητέρα του, η Σεμέλη, “κάηκε” όταν ο Δίας της φανερώθηκε σε όλη του τη λάμψη. Ο μύθος πιθανώς να κρύβει τον κίνδυνο που ελλοχεύει σε αυτό το απώτατο Μυστήριο, όταν ο νους και η ψυχή δεν έχουν ετοιμαστεί καταλλήλως ώστε να δεχθούν ηθικώς, ψυχολογικώς και διανοητικώς τις τεράστιες ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ του θεϊκού “κόσμου”.

Παραδόξως, όμως, και ίσως όχι τόσον συμπτωματικώς, στα εβραϊκά “σέμελ” (  סמל   – μια όχι τόσον συνηθισμένη, βιβλική λέξη) σημαίνει “εικόνα” (σημαίνει δευτερευόντως και”άγαλμα”, αλλά εδώ μας ενδιαφέρει περισσότερον η έννοια της “εικόνας”). Είναι κάτι περισσότερον από πιθανόν πως κυμαίνεται εδώ μια διαμεσογειακή κοινή έννοια, δηλαδή, δεν αποκλείεται το όνομα Σεμέλη να σημαίνει “εικόνα”, εκ προθέσεως, εκ σκοπιμότητος και εξ αρχής  στην δική μας γλώσσα ως δάνειο από τον φοινικικό κόσμο.

Η “εικόνα” συνεπώς δεν “άντεξε” την αποκάλυψη του Μυστηρίου και “κάηκε”. Βέβαια, εξ αυτής όλης της ιστορίας γεννήθηκε ο ήρωας ανάμεσα στους θεούς, ο Διόνυσος, ως “ἀρρήτοις λέκτροισι τεκνωθείς”, (όπως μας πληροφορεί ο σχετικός Όρφικός Ύμνος). Ο οποίος Διόνυσος, δεν μπορεί παρά να ήταν ο φορεύς της γνώσης του εσχάτου μυστηρίου, αλλά δεν είναι τώρα το θέμα μας αυτό ακριβώς.

 

 

Ήθελα, κυρίως, να πω κάτι άλλο, καταλήγοντας σε αυτό το κείμενο.

Ο Περσεύς, εξοντώνοντας την Μέδουσα δεν την κοιτούσε απευθείας, αλλά μέσα από την ασπίδα του. Παρατηρούσε τον αντικατοπτρισμό της, το “είδωλό” της, αλλά όχι την ίδια.

Παρομοίως, το ηρωικό υποκείμενο, -αν θέλουμε να το εξειδικεύσουμε ακόμα περισσότερον, θα λέγαμε το “στοχαστικό” υποκείμενο-, ξέρει πάντα ότι βρίσκεται σε ένα σπήλαιο γεμάτο από παραμορφωτικούς καθρέπτες.

“Κάτι” φαίνεται εκεί. “Κάτι” αντανακλάται σε όλους τους καθρέπτες.

Με την διαφορά ωστόσο, πως στο τέλος, δεν είναι και τόσον απίθανον να κατανοήσει, πως, κυρίως, η διαδικασία της αντανάκλασης έχει νόημα και ουσία, και όχι τόσον αυτό που κρύβεται και δι-εικονίζεται.

Ό,τι προκαλεί την ζωή δεν είναι σίγουρον ότι είναι ανώτερον της ζωής (τουλάχιστον σε όλες τις απόψεις του) και εδώ βρίσκεται και ένα ρήγμα στην τυπική φιλοσοφική αρχή που θέλει το αίτιο ανώτερο από το αποτέλεσμα.

Ας μην ζητούμε όμως να ισχύει αυτό και στο φαινόμενο της ίδιας της Ζωής, κατ’ ανάγκην. Η Ζωή, έτσι κι αλλιώς, κλέβει την “παράσταση” πάντα, ακόμα δε περισσότερον, όταν δεν είναι και τίποτε άλλο από αυτήν ακριβώς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κατά το έτος 1714 ο Leibniz συνέγραψε ένα εξαιρετικά παράδοξο φιλοσοφικό βιβλίο για τα δεδομένα του καιρού του, το οποίο αποτελείτο από 90 παραγράφους σε αφοριστική διατύπωση και με τον συνολικό τίτλο “La Monadologie” (περιέπεσε σε λήθη, μάλλον, για πολλά πολλά χρόνια, και του εδόθη η απαιτούμενη προσοχή σε  κατοπινότερους καιρούς).

Ο Leibniz, καίτοι Γερμανός, συνέγραψε το βιβλίο του απ’ ευθείας στα γαλλικά, απότοκο προτιμήσεως ίσως από την καρριέρα του ως διπλωμάτης. Όμως, δεν είναι, σίγουρα, αυτός ο λόγος της παραδοξότητας του έργου, αλλά, μάλλον, το περιεχόμενό του θα επαρκούσε ως λόγος για μια τέτοια εκτίμηση.

“Σκοτεινό” και εν πολλοίς “ακατανόητο” έως και σήμερα έργο, για το οποίο ανά καιρούς εγράφησαν ουκ ολίγες αστοχίες , ενώ αρκετές φορές ανεμπόδιστες, αμέριμνες ανοησίες του καλού- κακού καιρού (η “για καλό και κακό” διστακτική ημιμάθεια που χαρακτήρισε πολλούς παρελθόντες γνωμολόγους επί τούτου), κυρίως, του ψυχρού και ανάποδου καιρού.

 

 

Στο έργο του λοιπόν ο Leibniz, υποστηρίζει πως η απώτατη δομή της ύλης, είναι …άυλη, και την αποκαλεί “Μονάδα”. Οι “Μονάδες” απαρτίζουν τον υλικό κόσμο, είναι υπέρτατα απλές και όχι σύνθετες, και ακόμα, δεν έχουν απολύτως ουδεμία σχέση η μία με την άλλη, όσον τελούν σε ένα  είδος “προεγκατεστημένης αρμονίας” μεταξύ τους. Από εκεί και πέρα ο συγγραφέας αναλίσκεται ευλόγως σε περαιτέρω αφοριστικές σκέψεις που έχουν να κάνουν με την όσον το δυνατόν διεξοδικότερη επεξήγηση πάνω στο συγκεκριμένο, και ομολογουμένως όχι τόσον αναμένομενον, κόνσεπτ του.

(σημ: οι παλαιότεροι αναγνώστες μου, μπορούν να ανατρέξουν στο ιστολόγιο του Century Camera II, όπου επεχείρησα κατά το έτος 2012  ένα αναλυτικό βλέμμα επί της λεϊβνίτειας Μοναδολογίας, σε μια σειρά τεσσάρων εκτενών κειμένων και σε στενή συνάρτηση με την μεσαιωνική σχολαστική φιλοσοφία, προεκτείνοντας, σε κάθε περίπτωση την λεϊβνίτειαν σύλληψη και σε ζητήματα τέχνης).

 

 

Όπως (όχι πάντα εύκολα) μπορεί να αντιληφθεί κάποιος, η σύλληψη του Leibniz δεν προκύπτει από καμμία παρατήρηση επί του εξωτερικού κόσμου, ούτε καν από έναν αναστοχασμό ή αντιπαράθεση επί των θέσεων παλαιοτέρου φιλοσόφου, αλλά πρόκειται, θα μπορούσαμε να πούμε ίσως, για ένα καθαρά φιλοσοφικό “fiction”.

Κάπως, παραδόξως πώς,  έσχε την ενόραση ή την φαντασίωση των Μονάδων ο Γερμανός φιλόσοφος, και κάθησε και έστησε έναν “μικρόκοσμο” όπως τον ήθελε, και, βέβαια,  τον συνέγραψε με τον τρόπο που ήθελε.

 

 

Η πρώτιστη ή κύρια παρατήρησή μου, έχει να κάνει με αυτό ακριβώς: αποδέχεται ή δεν αποδέχεται κανείς την εννοιολογική αφοριστική και τεκμηρίωση της “Μοναδολογίας”, συμφωνεί ή διαφωνεί, εν μέρει ή εξ ολοκλήρου, εν τούτοις, το όλο “σύστημα”, για μένα τουλάχιστον, προσδίδει την εντύπωση μιας μεταφυσικής “Μηχανής”, που λες και απέμεινε στον κόσμο από μιαν μεγάλη Φυγή που επισυνέβη κάποτε από ένα πρωταρχικό πεδίο “μακαριότητας”.

“Ασώματα αυτόματα” (automates incorporels) αποκαλεί κάπου ο Leibniz τις Μονάδες του.  Απ’ αυτά ακριβώς τα ασώματα, συνίσταται, κατά την γνώμη του, η ενσώματος ύλη.

 

 

Η όλη προβληματική και διαλεκτική ανάμεσα στο μεταφυσικό-άυλο που τελείται εν είδει “αυτομάτου” και ως ελάχιστη δομική μονάδα της ύλης (!) και την ύλη καθ’ εαυτή, μας ανασύρει το θέμα της Μηχανής, αλλά με μιαν άλλην οπτική.

Η Μοναδολογία φαντάζει όχι ως Deus ex Machina, αλλά ως Machina ex Deo, στο δικό μου βλέμμα.

Ο ίδιος ο κόσμος, σε τελική ανάλυση είναι μια Machina ex Deo.

 

 

Αν ο κόσμος, συνεπώς, (και από μίαν άποψη ιδωμένος) είναι μια Μηχανή Φύσης και Θανάτου, απομεινάρι ex Deo, και ανηλεές, νεκρό βλέμμα μιας τρόπον τινα  “φοροεισπρακτικής” κίνησης επί της Ζωής έναντι θανάτου (κάτι προσπαθεί να “πισωγυρίσει” πάντοτε τα πράγματα προς εκείνην την πρωταρχική κατάσταση “μακαριότητας”, στην οποία δεν εντοπίζεται, σίγουρα, ο θάνατος, και μπορούμε, ασφαλώς,  να ομιλούμε για ένα είδος “αθανασίας”, αλλά με βάναυσο ίσως τίμημα την έλλειψη συνείδησης της ζωής και συνεπώς της απόλαυσής της), τότε ο άνθρωπος αναγκαστικά εφευρίσκει έναν deus ex machina για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στην θανάσιμη πάλη του με αυτή την κοσμική “μηχανή”. Μιαν άλλην μηχανή, ή μηχανές δηλαδή, για να αντιμετωπίσει αυτή την πρωταρχική, θανάσιμη Μηχανή.

Η μηχανή, όμως, ως αρχέτυπο, έννοια και πραγματικότητα, δεν είναι ακριβώς ένα Τοτέμ για την ανθρωπότητα. Πρόκειται μάλλον για ένα Τοτέμ που διαρκώς απο-τοτεμοποιείται, λόγω της εξαιρετικά χρηστικής και ωφελιμιστικής παραμέτρου που διακρίνει την σύσταση της υπόστασής της. Επειδή, είναι αλήθεια, πως αν κάτι αποβαίνει εξαιρετικά και άμεσα χρηστικό και χρησιμοποιήσιμο, δεν το σέβεσαι και τόσον (τουλάχιστον με μιαν ιερατική/ιεροπρακτική έννοια).

Ομιλούμε, σίγουρα, για έναν “θεό”-υπηρέτη στην συγκεκριμένη περίπτωση, η Μηχανή, άλλως, deus ex machina, με μιαν, ασφαλώς κατά πολύ πλατύτερη έννοια από εκείνη που εντοπίζεται στην αρχαία τραγωδία (την οποία ωστόσο, συμπεριλαμβάνει εμμέσως).

 

 

Η Μοναδολογία του Leibniz, μας παρέχει ένα εγκόσμιο θέαμα αυτοματισμού το οποίο λίγο απέχει από το να χαρακτηριστεί (μετα)παραδείσιο και τρομώδες μαζί.

Δεν έχει σημασία, τώρα, να αναλωθούμε σε επιμέρους ζητήματα, όπως, για παράδειγμα, στο γεγονός ότι ελάχιστοι παρετήρησαν την τρομερή εκλεκτική συγγένεια της λειβνίτειας “προεγκατεστημένης αρμονίας” με την γιουνγκιανή “αρχή της συγχρονικότητας”. Έτσι κι αλλιώς, και οι δυο θεωρήσεις ενέμειναν έως σήμερα σε πολύ αρχικά στάδια, δεν ανεπτύχθησαν περαιτέρω, και λογικώς, στο βαθμό που εδώ, το πέρασμα από μια θεώρηση στα μόλις αρχικά της στάδια σε μια βιωματική-πειραματική φάση, ήταν κάτι περισσότερον από αναγκαίο, τόσον αναγκαίο, όσον κανείς, ωστόσο, από την άλλη, δεν το επετέλεσε έως σήμερα. Πράγμα, βεβαίως, που κάποτε πρέπει  να γίνει .

Σημασία έχει το εξής. Να κατανοήσουμε, σε αυτό εδώ το κείμενο τουλάχιστον, την έννοια της Μηχανής καλύτερα και να την δούμε στις σωστές διαστάσεις της, μακριά από φετιχιστικές προσηλώσεις ή βεβιασμένες (δήθεν) “ρομαντικές” απορρίψεις της.

 

 

Ο Κόσμος, εξ άλλου, ολοένα μας πείθει και περισσότερον πως είναι μια Machina ex Deo, απομεινάρι μιας μεγάλης ταραχής και φυγής κάποτε από μιαν “άλλη” κατάσταση (α)συνειδητότητας.

Ο Δαυίδ,όμως, λέει,  νίκησε τον Γολιάθ.

Η “σφενδόνη” εδώ, ωστόσο, έχει το νόημά της. Μπορεί να πρόκειται για μιαν άλλη “μηχανή” έναντι της μεγάλης μηχανής που καταπίνει και καταπίνει ανθρώπους και ζωές σε αυτόν τον κόσμο.

Όμως, δεν το πιστεύω αυτό, καίτοι βεβαίως η ανάπτυξη της τεχνολογίας έχει να προσφέρει πολλά και ανεπανάληπτα στον δρόμο προς μια καθολική χειραφέτηση της ανθρωπότητας από κάθε πεπρωμένο.

Όμως, ο Νους.

 

 

Ο Νους, λοιπόν, είναι σίγουρα ένα είδος “μηχανής”, αλλά και κάτι πολύ παραπάνω. Ο αστάθμητος, απρόβλεπτος, και κυρίως, ο πρωτότυπος παράγων που τον διακρίνει, τον αποτρέπει κατά πολύ στο να ταυτιστεί με την έννοια μιας “μηχανής”, όσον, βέβαια, και αν κατά τα άλλα, μπορεί να συμπίπτει μαζί της ανά περιστάσεις ή μεμερισμένες λειτουργικότητες. Στο κάτω κάτω ο ανθρώπινος νους από καθαρά επεξεργαστική/υπολογιστική πλευρά βρίσκεται πολύ πιο πίσω συγκριτικά με ένα μηχάνημα του είδους (αυτό μην το δένετε και  ότι πάντα θα συμβαίνει έτσι!).

Όμως αν ο κόσμος είναι machina ex deo, τότε ο Νους είναι, σίγουρα, ο άγνωστος “Χ” της ανθρώπινης εμπειρίας που δύναται ή δεν δύναται να κυριαρχήσει επ’ αυτής της machina (μόνος του, αλλά και κατασκευάζοντας και ο ίδιος “μηχανές”).

Ή μήπως, θα έπρεπε να υποψιαζόμαστε κάποτε περισσότερον, πως αυτά τα δύο, δεν είναι τόσον,  ή απόλυτα, άσχετα μεταξύ τους, όσον φαντάζουν εν πρώτοις;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“παγκόσμια” ημέρα της ποίησης ή για μιαν όντως “εγκόσμια” ημέρα της ποίησης;

 

Λέγει η εβραϊκή Βίβλος πως “εν αρχή εποίησαν τα Ελοχίμ (ο Ελοχίμ) τον ουρανό και την γη” κλπ. -όπου “Ελοχίμ” η πρώτη προσωνυμία του “θεού”, μαζί και κύριο όνομα, φυσικά, που εμφανίζεται στην Βίβλο. Λέξη που εκφέρεται μεν στον ενικό, αλλά είναι σχηματισμένη ως εάν ήταν σε πληθυντικό αριθμό (“-ιμ”, η πληθυντική κατάληξη στα εβραϊκά ονόματα αρσενικού γένους).

Γιατί “πληθυντικός” ο (οι, τα) Ελοχίμ; (όπου το “χ”, εκφέρεται εν είδει ελαφράς πνοής, “Ελο’ίμ”  ίσως ακριβέστερο ως σήμανση προφοράς).

Θα μπορούσαν, ας πούμε, να δηλώνουν διάφορες και διαφορετικές μεταξύ τους προθέσεις (αλλά και ιδιότητες) του θεού; Όπως και να ‘χει, είναι ένα “σύνθεμα” το όλο πράγμα, σε κάθε περίπτωση.

 

 

Φαντάζει φυσικά η πρώτη στιγμή της δημιουργίας του Κόσμου σαν έκρηξη βαριεστημάρας, τσαντίλας, θυμού, θέλησης για “ποίηση”(δημιουργία), αγάπης κλπ., όμως είναι “σύνθεση”. Το μόνον αναμφισβήτητο. Σύνθεση ως πρόθεση, σύνθεση και ως αποτέλεσμα.

Η ποίηση, συνεπώς, όπως φαίνεται εκ της πρώτης μακροκοσμικής εκδήλωσής της, είναι μια κίνηση από το (υποτιθέμενο ή εικαζόμενο) “απλούστερο” προς την “σύνθεση”. Δεν είναι κάποια ναίφ δοξολογία προς το “άσπρο και παχύ αρνάκι” που γίνεται σουβλιστό κατά το εβραϊκό Πέσαχ (εξ αυτού πέρασε το έθιμο και στον χριστιανικό κόσμο).

 

 

Η υποχρέωση (αλλά και ηδονή κάποτε) της σύνθεσης εμμένει έκτοτε στους ανθρώπους, αν πολύ απλά θα ήθελαν να συνεχίσουν να ζουν, ακόμα και από μια πλέον στοιχειώδη βιολογική άποψη του φαινομένου της ζωής.

Ζούμε συνεχώς, σε κάθε λεπτό, “συνθέτοντας”, είτε το συνειδητοποιούμε αυτό πάντα είτε όχι, και είμαστε κατά μίαν έννοιαν υποχρεωμένοι να το κάνουμε, αν θα θέλαμε την επόμενη στιγμή να αναπνέουμε και όχι να πέσουμε νεκροί.

 

 

Εκφέρουμε τον όρο “απο-σύνθεση” κατά μείζονα λόγο για τα πτώματα.  Δεν διαφέρει σε τίποτα και από το πτώμα μιας εποχής που αποσυντίθεται και, πλέον, όζει. Εδώ η ποίηση με την πρωταρχική και πλήρως δρώσα έννοια της λέξης, συχνά εγκαταλείπεται προς όφελος ενός “πατσαβουριού” προθέσεων και προ- ή ημι-γλωσσικής απεύθυνσης, ενώ ειδικώτερα, όσον τουλάχιστον έχει να κάνει με την μορφή εμφάνισης και την κριτική επιχειρηματολογία της, απολήγει  σε ένα πολυτραβεστί μείγμα αφέλειας, σύμβασης,χιλιομάσησης/χιλιοκατάποσης των ιδίων πραγμάτων, απλότητας (με την ιδεοψυχαναγκαστική, αυταπατηλή και όχι με οποιανδήποτε αναγκαία εκ περιστάσεων έννοια), γνωμολογικής αυθαιρεσίας, έξαλλης και μανιακής προπαγάνδας με άι κιού ταραγμένου κοτόπουλου, “πλαγίου” θηλυπρεπούς σχολιαστικού (παρα)λόγου και σε εξαιρετικά κραγμένες ή γνωστές περιπτώσεις ψυχικώς πασχόντων, κουκουλοφορία για γέλια, κλινικό μίσος, αλλεπάλληλα ονλάιν εγκεφαλικά κλπ., τα γνωστά.

Όμως δεν είναι για γέλια, όλα αυτά, αλλά δεν είναι για τίποτα, γενικώτερα.

Πρόκειται απλά για νεκρό χρόνο.

 

 

Πτώματα λόγου, αλλά και προ-πεθαμένοι άνθρωποι που περιμένουν να αποσυντεθούν πλήρως.

Ο χρόνος όλος, εξ άλλου, παραμένει σε καιρούς “pralaya” μια δυνατότητα εξ αντιστρόφου.  Επειδή σε μιαν αποσύνθεση, μην περιμένει κανείς στο τέλος να εντοπίσει κάτι σαν τις απλές “μονάδες” του Leibniz  (πού τέτοια τύχη, ας είναι καλά οι φιλόσοφοι, που δεν χάνουν  ποτέ την διαύγειά τους μέσα σε όλο αυτό το παρδαλό καζάνι του μέχρι τούδε κόσμου). Μάλλον, μέσα σε όλη αυτή την μπόχα και τον παραλογισμό, -φαινόμενα αδυναμίας και απελπισίας έτσι κι αλλιώς-, ας του είναι αρκετό να διαπιστώνει, εν είδει προ-μελέτης και προ-όρασης εξ αντιθέτου,  μόνον την υπόσχεση μιας χρυσής, ηδονιστικής “ερημιάς” που αναμένει στο μέλλον την ποίηση, αλλά και την ίδιαν την ζωή.

 

 

Γιατί το “σύνθετον” έχει και άλλο σκοπό, εκτός της πρώτης δημουργίας.  Να καταλήξουμε κάποια στιγμή σε έναν όντως όντα “ποιητικό” κόσμο: την μετατροπή/υπέρβαση της ζωώδους “αγοράς”, του πρωτόγονου “δήμου”,  σε πανυδρογειακό “σελφ-σέρβις” των ελεύθερων υποκειμένων της μη-Ιστορίας (ή ακριβεστέρα, της υπερ-Ιστορίας) πια.

Εκεί, ναι, μπορούμε να μιλάμε πλέον για πλήρη χειραφέτηση του ανθρωπίνου υποκειμένου (περισσότερον ως “αντικείμενο” φέρεται έτσι κι αλλιώς μέσα στους διαδρόμους του “ιστορικού” μέχρι τώρα). Όμως, αυτό, είναι μια άλλη ιστορία μέσα στην Ιστορία, με την οποία, έτσι κι αλλιώς, συχνά καταπιανόμαστε και από εδώ, και, σίγουρα, θα ξαναασχοληθούμε.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ημέρα η προχθεσινή  με άσχημες ιστορικές μνήμες, μιας και η 14η Μαρτίου, ως (κατ’ ελπίδα) γνωστόν, είναι η ημέρα αρχής μιας ασύλληπτης τραγωδίας για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης το 1943.

“Σκοτεινή” εν πολλοίς ιστορία, και μπορείτε να δείτε, σχετικά, ένα πολύ ενδιαφέρον φωτογραφικό υλικό από το “Abravanel Blog” που ειδικεύεται, κατά κάποιον τρόπον, επί της εβραϊκής ζωής (και) στην Ελλάδα.

Μπορείτε, ακόμα, να διαβάσετε, ένα παλαιότερο, περιστασιακό, κείμενό μου που φέρει τον τίτλο “Ο Λανθάνων Αντισημιτισμός στην Ελλάδα” στο Century Camera II.

 

 

Αξίζει να σημειωθεί, περαιτέρω, πως οι τελευταίες έρευνες του Πανεπιστημίου Μακεδονίας (τα αποτελέσματα των οποίων, διαβάσαμε στην εφημερίδα “Καθημερινή” πριν από λίγες ήμερες) που έχουν να κάνουν με τα αντισημιτικά αισθήματα ανάμεσα στους νεοέλληνες σήμερα, είναι τραγικά απογοητευτικές αν όχι σχεδόν απίστευτες!

Σαράντα τοις εκατό των ερωτηθέντων απήντησε πως βλέπει το Ολοκαύτωμα “θετικά”,  ή εν μέρει(!) θετικά !

Σχεδόν ένας στους δυο  στην πατρίδα μας, δηλαδή,  καλοβλέπει τους “φούρνους για τους Εβραίους”, και αυτό, όπως καταλαβαίνετε, είναι κάτι παραπάνω από εφιαλτικό:

πραγματικότητα!

 

 

Η κρίση, πρωτίστως πνευματική κρίση ( γιατί τελικά, όπως λέει η κοινή, σοφή διαπίστωση: “όλα τα προβλήματα από το μυαλό ξεκινούν”), έχει εξαχρειώσει, ψυχικά και διανοητικά, σημαντικά πληθυσμιακά τμήματα στην χώρα μας. Δεν υπάρχει όμως δικαιολογία σε αυτό. Αν δεν καταλάβουμε κάποτε, πως σε αυτήν την χώρα οι “νοοτροπίες” μας τίναξαν στον αέρα, δεν θα καταλάβουμε ποτέ τίποτα. Υπάρχει ένας λόγος που άνθρωποι πεθαίνουν και δεν κουνιέται φύλλο! Αυτό δεν είναι μόνον αδιαφορία και εθισμός στην αποσύνθεση, είναι πάνω απ’ όλα, και πρωταιτίως, υπέρτατη βλακεία!

Ένας τέτοιος αντισημιτισμός, σίγουρα, (και για να επανέλθουμε στο θέμα μας) είναι αδιανόητος για την χώρα μας και σίγουρα συναρτάται με όλην την έκρηξη λαϊκισμού, καθυστέρησης,  συχνών κρουσμάτων ξενοφοβίας/ισλαμοφοβίας,  μισογυνισμού, ομοφοβίας και λοιπών ρατσιστικών αντιμετωπίσεων, όπως, επίσης, και με την γελοιότητα του εγκεφαλοπαθούς/ψυχανωμάλου bullying στο ελληνικό διαδίκτυο.

Κάποτε, δεν απογυμνώνεται παρά ένας εξαθλιωμένος, συμπλεγματοπαθής πυρήνας συμπεριφοράς, ο οποίος δεν χρειάζεται καν κάποιο από τα προαναφερθέντα σύνδρομα για να εξαντλείται απλώς στην προγλωσσική κραυγή του “γιατί εσύ, και όχι εγώ, ρε ” (και δεν κάνει τον κόπο ο εκάστοτε προγλωσσικός να ρίξει μια ματιά στο σύμπαν που του φώναζει/απαντάει δριμύτατα, και σίγουρα, λαϊστί, πλην όμως ακριβολογικώς:”γιατί απλά είσαι μαλάκας, άνθρωπέ μου -ούτε για γέλια!”).

 

 

Να πω εδώ, προσωπικά, πως δεν είμαι Εβραίος και δεν έχω οποιαδήποτε εβραϊκή καταγωγή (το έχω ακούσει και αυτό, εννοείται, μέσα στα …. άπαντα της παράνοιας και της λάσπης κατ’ εμού που έχουν εκτοξευθεί ανά καιρούς από διάφορα παντελώς και παγκοίνως γελοία πλάσματα), και ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω τι το κακό θα είχε.  Μα, εδώ, κάποιο δύστυχο με είπε και μουσουλμάνο (τι το κακό θα είχε και αυτό αν συνέβαινε!;).

Όμως, …Εβραίος μουσουλμάνος, ομολογώ ότι μου είναι κάπως ….πολύ για να το φανταστώ (έχω δακρύσει στα γέλια, να με συγχωρείτε), αλλά δεν βαριέσαι,  Ελλάδα είναι εδώ, τα πάντα τελούν σε μια δοκιμασία και τεστ αντοχής ενός στοιχειώδους, ακόμη, δείκτη νοημοσύνης.

Αρκεί να μην μας φαίνεται, όταν κατεβαίνει αναπάντεχα πολύ αυτός ο δείκτης, παράξενη αυτή, η όλη αποσύνθεση, εντός της οποίας ανεξέλεγκτα χορεύουν πια όλα τα ζαλισμένα σκουλήκια.

 

 

 

 

 

grafzeppelin-002

 

Αν ο ευφυής ραββίνος Ισαάκ Λούρια (1534-1572) είχε δίκιο, και ο κόσμος αυτός δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας μακρο-καταστροφής ( η λεγομένη “θραύση των κελυφών”,  shevirat hakeilim – שבירת הכלים)

πράγμα, δηλαδή, που μας απομακρύνει κατά πολύ από την μονοκόμματη οπτική μιας “δημιουργίας του κόσμου”, στο βαθμό που ο μέσος νους κάλλιστα μπορεί να συλλάβει (έστω και αναιτιατώς στην ουσία) το σύμπαν ως το αποτέλεσμα μιας δημιουργίας, αλλά σπανιότερα και ως το απομεινάρι μιας καταστροφής, τότε, δεν είναι αδόκιμο να θεωρήσει κανείς πως ο άνθρωπος είναι η ελπίδα της “επιδιόρθωσης” αυτού του σύμπαντος.

Απ’ αυτήν ακριβώς την άποψη , η τεχνολογία ως κομμάτι και ανώτερη έκφραση  της φύσης, κυριώτερα δε,  ως συνείδηση/αυτοσυνείδηση της φύσης, δεν μπορεί παρά να συναρτάται στενά με τον σκοπό μιας μεγάλης κοσμολογικής “επιδιόρθωσης”.

Όπως διέκρινε, άλλωστε, και ο Ρώσος φιλόσοφος Νικολάι Μπερντιάγεφ (του οποίου η σκέψη εκκινείται κατά μείζον μέρος από την ρωσσική χριστιανική ορθοδοξία), υπάρχει ένα στοιχείο “λευκής μαγείας” στην τεχνολογία, το οποίο εξισορροπεί, αλλά και ξεπερνάει κατά πολύ, οποιαδήποτε αρνητική, προσωρινή, παρανέργειά της.

“Στοιχείο λευκής μαγείας”- μόνον που ο Μπερντιάγεφ ήταν αρκετά έξυπνος, ώστε να το διακρίνει και να το καλέσει έτσι.

 

19154kktsfttdgif

 

Ισαάκ –  Γιτζχάκ, τουτέστιν εκείνος που γελάει. Στην αγκαλιά της Ρεβέκκας, ασφαλώς, που είναι ο νέος μυστικός Κήπος της Ανθρωπότητας.

Ισαάκ, ο άνθρωπος του μέλλοντος που γελάει. Και ως γνωστόν γελάει καλά εκείνος που γελάει τελευταίος (συνήθως είναι αυτός που γελάει και πρώτος!). Ιδιαίτερα δε, αν είναι ο μόνος  επιζών στο μέλλον, και συνεπώς, ο μόνος που θα απομείνει να ακούγεται το γέλιο του στους πρωτόφαντους, ανθισμένους, πλήρως παράδοξους για διάφορες και  ποικίλες παρακμιακές οπτικές του σήμερα, διαδρόμους του.