Skip navigation

Category Archives: Impersonal Duties at the River of Troy

 

 

 

 

 

Νους και Συναίσθημα δεν είναι αντίπαλοι, όπως φαντασιώνεται συχνά η παραμέση, συγχυσμένη συνειδηση, και ούτε το ένα θρέφεται από την έλλειψη του άλλου. Μια τέτοια οπτική δεν είναι μόνον εξωπραγματική, είναι, κυρίως , εξωπραγματικώς ναρκισσική.

Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει σημαντική ιδέα που να μην συνοδεύεται από βαθειά συναισθήματα. Όπως και το αντίστροφο: είναι αδύνατον να νιώσεις βαθειά συναισθήματα και να μην πλημμυρίσεις αμέσως από ιδέες!

Από αυτήν την άποψη, μπορεί κανείς να οικτίρει με ασφάλεια και την παρωχημένη τεχνοφοβία, προϊόν αμάθειας και ασυναρτησίας στην σκέψη και την έκφραση. Ο μέσος τεχνοφοβικός αδυνατεί να καταλάβει ότι  Άνθρωπος και Μηχανή “συμπίπτουν” στο Αίνιγμα του Κόσμου.

 

 

Ο Άνθρωπος είναι (και) Μηχανή, – η Μηχανή, από την άλλη,  δεν είναι ‘Ανθρωπος. Η δεύτερη διαπίστωση συνιστά το τρομακτικό αλλά και παραδείσιο στοιχείο της Μηχανής, και μια τέτοια αντίφαση δεν ορίζει άλλο παρά το άνω όριο του Νου, και, ταυτόχρονα, το όριο της κατάπτωσης στην ασυναρτησιολογία, όταν δεν κατανοείται.

Το θέμα, συνεπώς,  δεν είναι αν ο άνθρωπος θα γίνει ποτέ “computer” κλπ. Το ερώτημα διατυπώνεται λανθασμένα με αυτόν τον τρόπο (και εξαρτάται από το τι είδους computer έχει στο μυαλό του ο καθένας…).

Το θέμα, λοιπόν, εντοπίζεται στο αν ο άνθρωπος θα πάψει κάποτε να είναι το ελαττωματικό ή χαλασμένο computer που βλέπουμε μέχρι σήμερα.

 

 

 

 

Advertisements

 

 

 

 

 

 

Καίτοι δεν είναι απολύτως ασφαλές να γνωματεύεται ψυχοδιαγνωστικώς (γιατί, πολιτικώς, είναι λίγο πολύ τα πράγματα γνωστά) από την Ελλάδα, επί των δραματικών τεκταινομένων στην Καταλωνία, εν τούτοις, φαίνεται πως η τακτική κίνηση αναδίπλωσης των Καταλανών μέσω του προέδρου Πουτζδεμόν (και με όλες τις συνεπαγόμενες διαφωνίες με τους “cuperos” -τους ακτιβιστές, δηλαδή, του αυτονομιστικού/εθνικοαπελευθερωτικού Candidatura d’Unitat Popular της Καταλωνίας, που τηρούν την πιο “ασυμβίβαστη” στάση), ήταν η πλέον ενδεδειγμένη.

Η Διακήρυξη ΥΠΕΓΡΑΦΗ . Τυπικά, η Καταλωνία, αρέσει δεν αρέσει στην χωριάτικη Καστίλλη, είναι ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΡΑΤΟΣ πλέον.

Απλά, ανεστάλη η πρακτική εφαρμογή της ανεξαρτησίας αυτή την στιγμή, για να μην τους κάνουν καμμιά …γενοκτονία τα φρανκοειδή ανθρωπάρια της Μαδρίτης. Στο μοναδικό σημείο που φαίνεται ότι υστερούν οι Καταλανοί, είναι ότι δεν έχουν προετοιμαστεί για ένοπλη αναμέτρηση, και αυτό αργά ή γρήγορα θα πρέπει να το αντιμετωπίσουν.

 

 

Όπως και να έχει, το ισπανικό κράτος είναι μια φάρσα, τα ψωμιά του, βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα είναι μετρημένα.

Αν εξαιρέσουμε την φασιστική Καστίλλη που “δεσπόζει”, έχουμε ακόμα:

Καταλανοί (και οι Βαλενσιανοί που είναι “συγγενείς” με τους Καταλανούς), Βάσκοι, Γαλικιανοί, Αστουριανοί, Καναριανοί, Αραγονέζοι, Ανδαλουσιανοί,

ε, εντάξει, αυτό δεν είναι κράτος,  “Ισπανικό Βασίλειο”,  αλλά κέικ με σταφίδες. Και, ομολογουμένως, αρκετά μπαγιάτικο.

 

 

Εκείνο, όμως, που θα με ενδιέφερε περισσότερον να επισημάνω και τονίσω  στο παρόν σημείωμα, είναι το εξής: το ζήτημα της Εθνικής Ανεξαρτησίας και Αυτοδιάθεσης έχει πολλές όψεις. Η πιο βασική για μένα, είναι η κάτωθι.

Ναι, σίγουρα, ο κόσμος κάποτε δεν θα έχει σύνορα, θα είναι Ένας Κόσμος, χωρίς εθνικά κράτη πια. Κάτι τέτοιο, όπως δεν είναι πάντοτε αντιληπτό, δεν έχει καμμία σχέση, με την φιλελεύθερη “παγκοσμιοποίηση” .  Αν φτάσει, κάποτε η υδρόγειος να “ενοποιηθεί”, το ίδιο το χρήμα, ως μέσον ανταλλαγής, θα τείνει να πέσει σε αφάνεια.

Προσοχή, όμως:  χωρίς εθνικά κράτη, όχι χωρίς έθνη! (χωρίς να αποκλείεται φυσικά, ότι σε ένα πολύ πολύ μακρινό μέλλον, και ως κατοπινότερο στάδιο, ακόμα και τα έθνη θα εξαφανιστούν και θα απομείνει μόνον το “έθνος της ανθρωπότητας”).

Τα “εθνικά κράτη” προϊόντα συγκεκριμένων ιστορικών διεργασιών και ανατροπών, έχουν μια γέννηση και μέλλεται κάποτε να τελειώσουν. Συνδέονται αναπόσπαστα με ό,τι αποκαλούμε “αστική τάξη” και “καπιταλισμός”,- αν θα έπρεπε να προστρέξουμε στους κλασσικούς, αν και κάπως μονόπλευρους, μαρξικούς όρους.

 

 

Όμως είναι δικαίωμα κάθε υπαρκτού έθνους να περάσει πρώτα από αυτήν την εμπειρία (την συγκρότηση ανεξάρτητου εθνικού κράτους, δηλαδή). Είναι τελείως διαφορετικό.

Μονάχα έτσι μια μελλοντική παγκόσμια ενοποίηση θα έχει νόημα. Όταν δεν θα έχει μείνει κανένα ιστορικό-εθνικό απωθημένο.

Παραφράζοντας τον Μαρξ, κάλλιστα θα μπορούσαμε να πούμε: “η ανατομία του ανθρώπου είναι το κλειδί της ανατομίας ενός έθνους”.

Αντικαταστήσατε, μάλιστα, και περαιτέρω, την λέξη “ανατομία” με την λέξη “ψυχολογία”, και θα καταστεί ακριβέστερο το νόημα μιας αλήθειας που πρωτίστως μας ενδιαφέρει εδώ. Γιατί, μονάχα έτσι, μπορούμε να καταλάβουμε τους Καταλανούς σήμερα, όταν κατανοήσουμε, δηλαδή, ότι,

η ψυχολογία του ανθρώπου είναι το κλειδί για την ψυχολογία ενός έθνους.

Τίποτε λιγότερον, πιθανώς τίποτε περισσότερον.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Καταλωνία βρίσκεται στα πρόθυρα εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου, έναντι ενός από τα πιο γελοία κράτη στην ιστορία όλων των εποχών, το ισπανικό κράτος, με τις γνωστές σε όλους μας καραγκιοζιλίδικες αντιλήψεις, πρακτικές και τακτικές.

Η συμμορία Ραχόι-Φελίπε, βοηθούμενη από τις βρυκολακιασμένες ορδές των φρανκιστών (που είχαν, μάλιστα, το θράσος να παρελάσουν στους δρόμους της Bαρκελώνης, στέλνοντας σαφή μυνήματα εμφυλιοπολεμικής αιματοχυσίας, αν οι Καταλανοί “δεν κάτσουν στ’ αυγά τους”), προκαλεί την ανοχή και την ψυχραιμία του πολιτισμένου κόσμου.

Εν τω μεταξύ, διάφορες τράπεζες και εταιρείες φεύγουν εσπευσμένα από την Βαρκελώνη, φοβούμενες το επερχόμενο χάος, και έτσι …επικυρώνεται η σοβαρή “αστική” υποστήριξη που έχουν οι Καταλανοί μαχητές της ελευθερίας! Το ακούσαμε και αυτό  στην χώρα μας (και αν θα ήταν ποτέ δυνατόν να υπάρξει αστική ή εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση χωρίς αστική τάξη – θα τράβαγε τα μαλλιά του ο Μαρξ!).

 

 

Μέρες του ’36 αναβιώνουν στην Βαρκελώνη, με ένα από τα πιο αισχρά κράτη στην ιστορία της ανθρωπότητας να ετοιμάζεται να συντρίψει το όραμα της Ελευθερίας.

Οι Καταλανοί, εννοείται, δεν είναι “σεπαρατιστές” (αποσχιστικοί), ούτε καταλαβαίνει κανείς τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτή η λέξη ανάμεσα σε δύο διαφορετικά έθνη. Πρόκειται, σαφώς, για εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα.

Δεν αρκεί να ζητάει κανείς την ελευθερία της Καταλωνίας. Το ισπανικό κράτος, αυτή η μεγάλη φάρσα στα νότια της Ευρώπης, πρέπει επιτέλους να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη.

Οι Βάσκοι και οι Γαλικιανοί, έχουν σειρά.

 

 

Από την μια ένας κόσμος που δεν καταλαβαίνει, επειδή απλά είναι ηλίθιος. Από την άλλη, ο κόσμος που διψάει για ζωή και ελευθερία. Ένας στους δυο μένει σε αυτές τις περιπτώσεις, και οι δυο μαζί, αποκλείεται. Η Βλακεία ποτέ δεν μπορεί να συμβιώσει με την Ελευθερία. Όποιος προλάβει να εξολοθρεύσει τον άλλον.

 

 

 

Υστερόγραφα:

1 . Στην δεύτερη φωτογραφία, πολιτοφυλακή του τροτσκιστικού POUM στην Βαρκελώνη. Στις πίσω σειρές διακρίνεται ο αναρχικός τότε George Orwell που πολέμησε μέσα από τις γραμμές του.

2 . Στο βίντεο, κάτω, ένα ακόμα έργο του Καταλανού συνθέτη Josep Manuel Berenguer, το “Alef Tera Kal Nanon” για κουαρτέτο σαξοφώνων.

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Ελευθερία είναι το Μέγα Τεστ του Κόσμου, εκεί όπου όλα μπορούν να κριθούν σύμφωνα με τις πραγματικές δυνατότητές τους και όχι υπό το καθεστώς μιας οιονεί καθυπονομεύουσας “ασυνειδητότητας” που τορπιλίζει, δίχως να φαίνεται,  κάθε ανθρώπινη προσπάθεια .

Το μέγα τεστ του κόσμου, συνεπώς, aλλά και η απαραίτητη συνθήκη για να υπάρξει  ο κόσμος, ως στέγη υπερ-κειμένων πλέον, αυτονόμων και ανεξαρτήτων μεταξύ τους και όχι σαν σε δουλεμπόριο υποκειμένων έτσι όπως τελούν έως σήμερα, και καθώς, εν παραλλήλω, αγωνίζονται για λίγα μέτρα ακτίνας δράσης, μέσα σε ένα κατασκότεινο αμπάρι πλοίου που τους μεταφέρει εκόντες άκοντες στην νέα αμερικανική ήπειρο του μέλλοντος.

 

 

Το Πεπρωμένο είναι αυτό το πλοίο και το μεν πλοίο από την ίδια την ιστορική πορεία πλεύσης του κατευθύνεται προς έναν Νέο Κόσμο της Αυτοπραγμάτωσης και της Ελευθερίας, όμως ο μηδείς καπετάνιος του, ο Μη Υπάρχων που, όμως, και κατ’ έναν τρόπο, “υφίσταται”,- μια κενή θέση με άδεια μάτια στο πιλοτήριο κατ’ ουσίαν-, ενδιαφέρεται πρωτίστως να μπατάρει τους σκλάβους στα νερά πριν φτάσουν σε αυτόν τον Νέο Κόσμο. Γιατί, αυτήν την φορά, οι σκλάβοι, με το που θα πατήσουν το πόδι τους στην Νέα Γη, θα απελευθερωθούν αυτόματα.

Σύγκρουση θελήσεων και επιδιώξεων, σίγουρα. Το αδηφάγο Μέγα Τίποτα απέναντι στην δίψα για ύπαρξη.

Μα πάνω απ’όλα υπάρχει πραγματικά,  ατομικό, συλλογικό πεπρωμένο, ακόμα και πεπρωμένο των Εθνών.

Στην Καταλωνία, για παράδειγμα, “έτυχε” ένα από τα πλέον άσχημα πεπρωμένα του είδους.

 

 

Ας μην πάμε μακριά με κάποια ιστορική αναδρομή, ας αναφέρουμε απλώς το εξής : το να περιορίζεις, για παράδειγμα, τόσον πολύ ακόμα και ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ενός έθνους στην χρήση και διδασκαλία της με έναν τρόπο τέτοιον που λίγο απέχει από την απαγόρευση, (μια γλώσσα έτσι κι αλλιώς όμορφη και περισσότερον δραστική από την καστιλλιάνικη γλώσσα), αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια σαφής απαγόρευση σε αυτό το έθνος να υπάρξει ως τέτοιο.

Το ότι οι Ισπανοί πρέπει να παρουσιάζουν σοβαρό σύνδρομο κατωτερότητας έναντι των Καταλανών, αυτό είναι κάτι τόσον φανερό και γνωστό πλέον, που δεν υπάρχει νόημα να το πραγματευτούμε εδώ περαιτέρω.

Εδώ μας ενδιαφέρει, ωστόσο, και  πρωτίστως, κάτι άλλο.

Η Ελευθερία ως κατ’ εξοχήν αντίπαλος της έννοιας του “πεπρωμένου”, και στην παρούσα περίπτωση ενός “εθνικού” πεπρωμένου.

 

 

Η παλαιά αναρχική θεώρηση που διέβλεπε σε κάθε “εθνικό” πόλεμο και εθνική επανάσταση ΜΟΝΟΝ τον πόθο για την ελευθερία (με την πλέον υπαρκτική και ατομική έννοια) ως κινούν αίτιο, παραμένει απόλυτα σωστή.
Μα και εδώ στην Ελλάδα μια φορά και έναν καιρό, “ελευθερία ή θάνατος” δεν είχαν ως σύνθημα οι οπλαρχηγοί; (πριν τα κάνουν, φυσικά, μαντάρα με την αρχομανία τους, και κάτσουν για τα καλά την βάρκα της επανάστασης, κάτι που το πληρώνουμε  με αυτό το εφιαλτικό ελληνικό υπο-κράτος που βιώνουμε έως σήμερα).

Δεν έχουν λοιπόν καμμία σχέση οι Καταλανοί με αυτό που θα μπορούσε να αποκληθεί ακόμα και “δικαιολογημένος εθνικισμός ενός καταπιεζομένου έθνους”. Δεν είναι καν τέτοια περίπτωση. Οι Βάσκοι ίσως.

Δεν υπάρχει πιο κοσμοπολίτικη, διεθνιστική, επικράτεια στην Ευρώπη σήμερα από την Καταλωνία.
Οι Καταλανοί μάχονται καθαρά για το γυμνό όραμα της Ελευθερίας, και η πάλη τους, στον σημερινό κόσμο αποτελεί έναν από τους καλύτερους οιωνούς του μέλλοντος.

 

 

Φόρος τιμής στην Καταλωνία, λοιπόν, για δεύτερη φορά. Ο Τζωρτζ Όργουελ, μια φορά και έναν καιρό, όντας αναρχικών πεποιθήσεων ενετάχθη εθελοντικά στην πολιτοφυλακή του τροτσκιστικού POUM και πάλεψε τον φρανκισμό μέσα από τις γραμμές του.

Τότε η Καταλωνία αφέθηκε μόνη της από όλην την Ευρώπη, δυτική και “σοσιαλιστική”, επρόκειται για την κατ’ εξοχήν προδομένη επανάσταση του 20ού αιώνα.

Σήμερα, απέναντι στον μέγα καραγκιόζη Ραχόι, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μαχαιρώνει πισώπλατα τους Καταλανούς.

Και αυτό είναι κάτι που επ’ ουδενί δεν πρέπει να επιτρέψουμε.

 

 

 

Σημείωση για το “Islands” που παρατίθεται στο βίντεο μόλις άνω:

 

 

Το “Islands” που παρουσιάζεται στο τέλος του κείμενου είναι μια avant-garde οπτικοηχητική σύνθεση του Καταλανού δημιουργού Josep Manuel Berenguer, συνθέτη και διευθυντή της καταλανικής Orquestra del Caos και επιτίμου προέδρου της International Conference of Electro Acoustic Music CIM/UNESCO. Η σύνθεση έχει να κάνει με το μνημείο “Passages” του Ισραηλινού γλύπτη Dani Karavan, το οποίο ηγέρθη στην καταλανική πόλη Πορτ Μπόου, εκεί που φέρεται πως αυτοκτόνησε ο μεγάλος Γερμανο-εβραίος στοχαστής Walter Benjamin προκειμένου να μην πέσει στα χέρια των ναζί.
Η φράση που επαναλαμβάνεται σε διάφορες γλώσσες κατά την διάρκεια του έργου, είναι του Walter Benjamin, από τις φιλοσοφικές θέσεις του για την Ιστορία, και έχει ως εξής:

“Schwerer ist es das Gedächtnis der Namenlosen zu ehren als das der Berühmten. Dem Gedächtnis der Namenlosen ist die historische Konstruktion geweiht.”

“Είναι κατά πολύ πιο δύσκολη η απόδοση τιμής στην μνήμη των ανωνύμων απ’ ό,τι των  φημισμένων. Η ερμηνεία της Ιστορίας είναι αφιερωμένη στην μνήμη των ανωνύμων”.

 

 

 

 

 

 

 

Η Ισπανία υπήρξε ανέκαθεν μια εξαιρετικά αντιδραστική και οπισθοδρομική χώρα, αρχής γενομένης με τα γνωστά πογκρόμ κατά των Εβραίων κατά τους 14ον και 15ον αιώνες, που είχαν, μάλιστα, ως κατάληξη να θεσπιστούν οι πρώτοι προ-ναζί κανόνες “καθαρότητας του αίματος” (limpieza de sangre) στην Ευρώπη, μέχρι τον 20ό αιώνα (φρανκικό καθεστώς, καταπίεση και καταστολή των κινημάτων για την καταλανική και βασκική αυτονομία και πολλά πολλά άλλα).

Τους Καταλανούς, αντίθετα, φαίνεται ότι τους διέπνεε, πάντοτε ή συχνά, μια “καθαρότητα του πνεύματος”. Πιο σοβαρή, και κατά πολύ πιο πολιτισμένη επικράτεια, η καταλανική,  μέσα στο σημερινό ναφθαλινικό κατασκεύασμα που καλείται “Βασίλειο της Ισπανίας”. Δεν είναι τυχαίο που ο μοντερνισμός και η avant-garde ανθίσαν στην Βαρκελώνη, εν αντιθέσει με την Μαδρίτη. Δεν είναι τυχαίος, κυρίως, ο ρόλος της Καταλωνίας κατά τα χρόνια της επανάστασης, 1936-1939.

Εννοείται, είμαστε υπέρ της Ανεξαρτησίας των Καταλανών με κάθε τρόπο, με κάθε μέσο, με κάθε κόστος – ακόμα και με εμφύλια σύρραξη, αν δεν γίνεται να αποφευχθεί (εμφύλια, τρόπος του λέγειν, για δύο διαφορετικά έθνη).

 

 

Μετά τις τελευταίες εξελίξεις, φαίνεται πως η βλακεία στον ανθρώπινο εγκέφαλο μιλάει συχνά ισπανικά (έτσι κι αλλιώς, πρόκειται για γλώσσα εξαιρετικά απλοποιημένη και μάλλον ανεπαρκή ή περιορισμένη για σοβαρή αφηρημένη σκέψη – η λογοτεχνική ισπανική είναι άλλο ζήτημα).

Αντίθετα η καταλανική γλώσσα, γενικά, φαντάζει μάλλον πιο αξιόπιστη από την άποψη του στοχασμού (και σίγουρα, κατά πολύ πιο ωραία αισθητικώς).

Και αυτό, έχει την δική του σημασία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Δήμος είναι ο κατ’ εξοχήν πρωτογονισμός του ανθρώπου, το αρχαίον asylum του θανάτου, όχι μόνον η πλήρης απόδειξη της διαρκούσης Μεγάλης Νύχτας του Ασυνειδήτου, αλλά, κυρίως, ο επίμονος και επιθετικότατος μηχανισμός αυτής, τα δεσμά που φοράει το Αίνιγμα στην ανθρωπότητα, ούτως ώστε να μην αυτονομηθεί ποτέ από αυτό.

Ο σκληρός πυρήνας του Δήμου, άλλωστε, είναι ο Δείμος, σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, ώστε κάλλιστα αυτές οι δύο έννοιες συμπίπτουν σε πληρεστάτη αλληλεφαρμογή και ανάπτυξη παραπλανητικών διχτυών στο βουλητικό μέρος και το ένστικτο αυτοσυντήρησης/ αυτοπροστασίας του ανθρώπου.

Δήμος, σημαίνει στην ουσία και χωρίς αυταπάτες:  να σκοτώνεις κάθε μέρα την ζωή σου για να είσαι αρεστός και αποδεκτός, να μην το πετυχαίνεις φυσικά -στον βαθμό που και οι υπόλοιποι δεν επιδιώκουν κάτι άλλο, και έτσι επιτυγχάνεται το τέλειο πλέγμα αλληλοαποκλειομένων ονείρων-,  και, στο τέλος, να αποβαίνεις ένα ηλίθιο πλάσμα που θα υπερασπίζεται από το πρωί ως το βράδυ τον εαυτό του, έναντι της απλής φυσικής τάσης του ανθρώπου (προς το παρόν) να κατασπαράζει σαν λύκος με δικαιολογίες, τον διπλανό του.

 

 

Δεν υπάρχει οραματισμός ενός μέλλοντος,  στοιχειωδώς σοβαρός, ο οποίος να μην προϋποθέτει την οριστική εξαφάνιση αυτού του Κήτους που καταπίνει και καταπίνει ζωές για να τις γυρίσει στο Μεγάλο Τίποτα ( η αλληλεγγύη και η συνεργασία είναι τελείως διαφορετικά πράγματα, και δεν μπορούν και αυτά να υπάρξουν πραγματικά χωρίς την εξαφάνιση του Δήμου).

Δεν υπάρχει, εξ άλλου, έννοια του “Δημοσίου” που να μην παύει αυτόματα να υφίσταται σε μια προμηθεϊκή εποχή με νέα ανθρωπολογικά δεδομένα πλέον.

 

 

Η απάντηση στον αργά ή γρήγορα μελλούμενο θάνατο του Δημοσίου δεν είναι το Ιδιωτικό, αλλά το Νοητικό. Και αυτό είναι κάτι τελείως διαφορετικό και αναπάντεχο, όσον προβαίνει και φανερώνεται αυτόματα, κάθε φορά που ο Δήμος υποχωρεί προς όφελος δυνατοτήτων, οι οποίες έως σήμερα αχνολάμπουν καταχωνιασμένες στους περιορισμούς αυτής της εποχής. Μια εποχή που φθίνει αργά μεν , αλλά περισσότερον αναπόφευκτα απ’ όσον δείχνει ή φαντάζει .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ΚΛΙΝΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

(όταν καταστρέφεται μια χώρα, υπάρχει ελπίδα ακόμα – όταν πεθαίνουν ο εγκέφαλος και η λογική της, καμμία)

 

1. Αν η πραγματικότητα, από καθαρά υπαρκτική/φιλοσοφική άποψη, είναι η εκάστοτε προτιμώμενη φαντασία,

2. τότε η πραγματικότητα του facebook, είναι οι εκάστοτε αλληλοαποκλειόμενες φαντασίες ανάμεσα στους χρήστες του.

Το (1) είναι κάτι σαν, ας πούμε,  ονειροντολογικός ορισμός, που απλά επισημαίνει μιαν Αλήθεια (με την πλήρως φιλοσοφική έννοια ότι, δηλαδή, δεν υπάρχει εκεί έξω καμμία “αντικειμενική” πραγματικότητα, κοινή για όλους, και ότι οι “πραγματικότητες” είναι όσες τα υποκείμενα, και προ-επιλεγμένες), αλήθεια, ακόμα και όταν αυτή μπορεί να ερμηνευθεί στην χειρίστη εκδοχή της παρωδίας της, ήτοι της μονοκόμματης ονειροπόλησης και του απλοϊκού ετσιθελισμού.

Το (2), όμως, (fb-state of mind), είναι σκέτη, καθαρή, παρωδία χωρίς απολύτως καμμία πραγματικότητα, τουτέστιν, η πραγματικότητα όχι ως η εκάστοτε προτιμώμενη φαντασία, αλλά ως η εκάστοτε προτιμώμενη, -για όποιους λόγους (τρόπος του λέγειν)-, παρανοϊκή υπεραυθαιρεσία,

και κάπου εδώ, αυτοκαταργείται το όλο πράγμα, ακόμα και ως παρωδία του εαυτού του, και απομένει μόνο το ευγενές βλέμμα του βοδιού, όταν ματαίως προσπαθεί να αναθαρρήσει, “κολλημένο” και σκεπτόμενο την πιθανολογούμενη ή θρυλούμενη διαφορά του από το χοιρινό κρέας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[Η όλη “συνομιλία” μου, αν μπορώ να την πω έτσι, με την Μοναδολογία του Leibniz,  σε έξι συνέχειες κειμένων, κάποτε,  στο Century Camera II, επικεντρωνόταν στο εξής:

στον βαθμό που ο Γερμανός φιλόσοφος διείδε,  σπερματικώς βέβαια και εν αφοριστική συνόψει , πως η ελάχιστη “δομική” μονάδα της ύλης είναι κάτι, όχι μόνον “άυλο”,  αλλά εν ταυτώ και συγχρονικό,  έμενε περαιτέρω -και αν εξαιρέσουμε την εξαντλητική διερεύνηση της συγχρονικότητας σε συγκεκριμένους εννοιολογικούς τόπους και ασφαλείς διατυπώσεις που ξέμεινε από τότε ως, ακόμα ανεκπλήρωτο, καθήκον στην  ιστορία της σκέψεως-, το ερώτημα του σκοπού της ύπαρξης του κόσμου, και κατά πώς μπορεί να προκύπτει πλέον, δεδομένης της συγχρονικότητας της ελαχιστοτάτης δομής του. Εδώ ο Leibniz μάλλον δεν ξεφεύγει από μιαν συμβατική ιουδαιοχριστιανική οπτική  (ήταν και οι εποχές τέτοιες που δεν “σηκώναν” πολλά πολλά). Η “Θεοδικία” του, καίτοι ιδιαζόντως σημαίνον και κρισιμότατο έργο για την όλη σκέψη του, εμμένει, ωστόσο, -και κατά την δική μου γνώμη-, το πλέον ατυχές.

Το παρακάτω απόσπασμα (Μάιος 2012), είναι από την προαναφερθείσα σειρά κείμενων που έφερε τον τίτλο “Μια Ανάγνωση της Μοναδολογίας του Leibniz”, κατά τον Μάιο του 2012.]

 

 

Ο Leibniz υπήρξε σφόδρα πολέμιος μιας αρχής που επιχειρούσε να αναγάγει την ύλη σε ένα υλικό ελάχιστο, και απ’ αυτήν την άποψη αντετίθετο στις θεωρήσεις των Ατομικών φιλοσόφων, τόσον των αρχαίων όσον και των συγχρόνων, της εποχής του. Θεωρώντας την ύλη ως άπειρα διαιρετή, ο Γερμανός φιλόσοφος εξέλαβε το “άτομο” ως μιαν ουτοπία, στον βαθμό, που το ίδιο όντας το υλικό όριο μέσα σε ένα περιβάλλον “κενό” (κάτι το οποίο βέβαια ποτέ δεν θα δεχόταν ο Leibniz· “κενό” του χώρου κατ’ αυτόν αλλά και κατά την μοντέρνα Φυσική αργότερα, απλά, δεν υπάρχει), δεν μπορούσε, λοιπόν, παρά να αυτοαίρεται ως ιδέα, για τον λόγο ότι έχοντας μορφή και έκταση, όσο απειροελάχιστη και αν είναι αυτή, πολύ απλά δεν θα ήταν δυνατόν παρά να διαιρείται ad infinitum.

Γιατί η διαίρεση ad infinitum, θα ρωτούσε, ίσως, κάποιος,

και επ’ αυτού , θα μπορούσαμε να απαντήσουμε το εξής: εφ’ όσον το “άτομο” έχει μορφή και έκταση, τότε δεν είναι απηλλαγμένο μερών, δεδομένου ότι η ύπαρξη της υλικής μορφής προϋποθέτει τόσον ότι η ίδια συνιστά μέρος σε κάτι άλλο, όσον, επίσης, ότι συναπαρτίζεται από μέρη η ίδια.
Η μορφή είναι εκτός των άλλων ποσοτική έννοια, εκ φύσεως δηλαδή διαιρετή, και κατά λογική ακολουθία, αν μια ορισμένη ποσότητα ύλης ορίζεται ως το ελάχιστό της, τότε αυτό το γεγονός καθ’ εαυτό αίρει το συνεχές της τελευταίας με μια αυθαίρετη ασυνέχεια (το εξ ορισμού και εκ φύσεως διαιρετό σε κάποιο σημείο, “δεν πρέπει” να διαιρείται περαιτέρω, επειδή κάτι τέτοιο ταιριάζει περισσότερον με την ιδέα που μπορεί να έχουμε για την ύλη και τα πράγματα).

 

 

Δεν χρειάζεται, ίσως, να υπερτονίσουμε το πόσον εντυπωσιακώς, και σίγουρα ιδιοτρόπως, επιβεβαιώθηκε σε αυτό το σημείο ο Leibniz, με τις ποικίλες υποατομικές θεωρήσεις και πειραματικές επιβεβαιώσεις στον 20ό αιώνα.

Απ’ αυτήν την άποψη, λοιπόν, η διαβεβαίωση του Leibniz ότι, δηλαδή, οι Μονάδες είναι τα “πραγματικά Άτομα της Φύσης” (les véritables Atomes de la Nature) και τα “στοιχεία των πραγμάτων” (les Éléments des choses), συνιστά, θα έλεγε κανείς, μια δήλωση από την “αντίπερα”  όχθη της Ύλης:

στον βαθμό που οι Μονάδες είναι “απλές υποστάσεις”, (substances simples) δίχως μέρη (sans parties), τότε, όντως, δεν μπορεί να διαιρεθούν περαιτέρω, όμως μια τέτοια εσχάτη αναγωγή της ύλης στην πιο τελεσφόρο, όσον και παράδοξη από άποψη λειτουργικής λογικής, δομική μονάδα της, αποσύρει αυτή την “μονάδα” από το “υλικό” πεδίο και να την ορίζει σε καθαρά πνευματική αρχή (ή αλλιώς το αναπάντεχο της “ελαχίστης” μονάδας ύλης, που δεν είναι ωστόσο υλική αλλά μεταφυσική!).

 

 

Περαιτέρω, εφ’όσον οι Μονάδες δεν έχουν μέρη, δεν μπορεί παρά να δημιουργούνται μια για πάντα και να εκμηδενίζονται (εφ’ όσον μπορεί να εκμηδενισθούν, κάτι που ο Leibniz μάλλον αμφισβητεί) μια για πάντα επίσης.
Η σταδιακή φυσική γέννηση και εμφάνιση της ύλης, συνεπώς, δεν είναι ίδιον των Μονάδων, και αυτό γιατί μονάχα τα σύνθετα σώματα μπορεί να προβάλλουν σε ύπαρξη και να ολοκληρώνονται σταδιακά (par parties), όπως π.χ. οι ζωντανοί οργανισμοί, – όχι όμως και εκείνο που μπορεί να υφίσταται μονάχα “sans parties”.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό, να γίνει εδώ αντιληπτή μια πρώιμη διαλεκτική που αναπτύσσει θεωρητικά ο Leibniz ανάμεσα στο Όλο και τα Μέρη, ιδιαίτερα όσον αφορά το γεγονός, ότι η Μονάδα όντας άφθαρτη και απλή υπόσταση δίχως μέρη, συγκροτεί στην ουσία ένα νέο Όλο μέσα στο Όλο, και όχι ένα “μέρος” που απλά αθροίζεται στο Όλο του, όπως παραμένει λόγου χάριν το “άτομο”.
Το γεγονός ότι ή έσχατη δομική μονάδα του Όλου του κόσμου είναι εξ ίσου ένα πληρέστατο Όλο, αυτό προτρέπει σε δημιουργικές αντιφάσεις (με την εγελιανή έννοια και όχι εκείνη της αντινομίας του Kant) και νοησιαρχικές εκκρεμότητες (δυνατότητες), στις οποίες ο Leibniz αργότερα θα ανταποκριθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, για τα δεδομένα του καιρού του βεβαίως, και πάντα σε αφοριστικά πλαίσια.

 

 

Ακόμα, είναι ίσως καίριο να διαπιστώσουμε, πως η θεώρηση των Μονάδων, όπως την επιχειρεί ο Leibniz, καθορίζει σε ιστορικό επίπεδο περαιτέρω, την πρώτη απόπειρα της εποχής του Μπαρόκ να χειραφετηθεί φιλοσοφικά από κάθε προηγούμενη εποχή, τόσον από τους Σχολαστικούς του Μεσαίωνα (αν και ο Leibniz διατηρεί σε σημαντικό βαθμό ακόμα την σχολαστική ορολογία και νοοτροπία) , όσον και από τις θεωρήσεις του Descartes και του Spinoza, προωθώντας ένα όραμα της ύλης στον κόσμο των εννοιών της Φιλοσοφίας, πλήρως συνάδον με το καλλιτεχνικό-δημιουργικό όραμα αυτής της εποχής:

ο κόσμος των εξαντλητικώς και υπεραρτίως από αισθητική άποψη αρχιτεκτονημένων κήπων και των πολυπλόκων συνδυασμών των ηχουμένων σωλήνων του εκκλησιαστικού οργάνου, απαιτούσε μια άλλη σχέση ανάμεσα στο Όλο και τα Μέρη και ανάμεσα στην ορατή υλική έκταση του κόσμου και τον αόρατο Νου:

 

 ‘
όχι αυτή που πραγματώνεται και φέρεται εις πέρας μέσω ενός Deux ex Machina (Descartes), ούτε εκείνη που διαλύει τις μορφές σε έναν ωκεανό της Υπόστασης (Spinoza), αλλά την πρώτη “αυτόματη” και αυτοκινούμενη πληρότητα του ίδιου του θεού, τουτέστιν τον κόσμο της “προεγκατεστημένης αρμονίας” που καθρεφτίζει με το καλύτερο τρόπο την φιλοδοξία μιας εποχής να μείνει στην Ιστορία ως η πρώτη πραγματωθείσα Civitas Dei.
 

 

 

 

 

Το θέμα δεν είναι κατά πόσον μπορεί να βρεθεί μια ικανή “λύση” στην ανθρώπινη κατάσταση, με όλα τα (φαινομενικά, κυρίως) αδιέξοδά της -αυτό, παραδόξως, ίσως αποδειχθεί σε κάποια, όσα,  χρόνια το ευκολότερο-, αλλά το κατά πόσον ο ανθρώπινος νους, βομβαρδιζόμενος επί αιώνες από ηττοπαθείς προπαγάνδες (για παράδειγμα: “είσαι ένα τίποτα μπροστά στο σύμπαν”, “ζούμε, και κάποτε ‘πρέπει’ να πεθάνουμε, επειδή έτσι βλέπουμε, και έτσι μάθαμε να αναμένουμε “), θα μπορέσει να ξεκολλήσει από πλήρως (αυτο)καταστροφικές μεθόδους του σκέπτεσθαι.

 

 

Το Πεπρωμένο είναι Εχθρός.  Ακόμα και αν τυγχάνει ο “κλήρος” να προκύπτει ευνοϊκός για έναν άνθρωπο, τούτο επισυμβαίνει ερήμην της συνείδησης και θέλησής του,  ερήμην, με δυο λόγια, της αξιοπρέπειας της αυθυποστασίας του, πράγμα που σημαίνει ότι ο άνθρωπος χρησιμοποιείται ο ίδιος ως η μαριονέτα του ιδίου του θανάτου του, και τίποτε περισσότερον. Κάτι τον θρέφει, τον αναλώνει, τον αποσύρει, αδιαφορώντας πλήρως για την δική του ύπαρξη, τις επιθυμίες του, τις επιδιώξεις του. Αυτό το “κάτι”, είναι ομιχλώδες, σκοτεινό, σχεδόν σατανικό, ένας μηχανισμός με τυφλά μάτια που δεν ακούει τίποτε από οποιανδήποτε παράκληση η ανθρώπινη ικεσία. Καταπίνει και εκβάλλει. Εκβάλλει και καταπίνει. Ως προς αυτό, φαίνεται πως δεν σταματάει ποτέ, μέχρι, φυσικά, μια σπάθη, ως εάν εκείνη που κατείχε ο Περσεύς, καταπέσει με δύναμη πάνω του και το εξολοθρεύσει. Βέβαια, δεν ομιλούμε εδώ περί υλικής σπάθης. Κυρίως, μάλιστα, θα μπορούσε κάποιος να επιπροσθέσει και τούτο στις προλεχθείσες σκέψεις:

όσον περισσότερον δυσκατόρθωτο φαντάζει κάποτε ένα πράγμα, τόσον παραδόξως, αναπαντέχως, απιστεύτως, πιο εύκολα λύεται. Σαν με μια απλή “ρύθμιση” σε ένα μηχάνημα.

Μένουν, ωστόσο, από την άλλη, επικές μάχες της ανθρωπότητας να τελεσθούν ώσπου να επισυμβεί κάτι τέτοιο, για τον απλό λόγο ότι οι προπαγάνδες αιώνων δεν ξερριζώνονται εύκολα από τον νου. Θέλω να πω, ότι το να κάνει κάποιος μια “ρύθμιση”, αυτό, από μόνο του, δεν είναι τίποτα. Ώσπου να πάει να κάνει όμως αυτήν την απλούστατη κίνηση, θα πρέπει πρώτα να αναμετρηθεί με τρόμους, ανασφάλειες, και υποσυνείδητα ταμπού αιώνων και αιώνων.

 

 

Ο ανθρώπινος νους είναι τρομαχτικά επιρρεπής σε κάθε ανορθολογική (αυθ)υποβολή. Δεν λειτουργεί,- καίτοι έχει σαφώς αυτήν την δυνατότητα-, τόσον με όρους της Ratio, όσον με καθαρά φοβικούς όρους αυτοσυντήρησης απέναντι στο Άγνωστο που το τρέμει σαν τρελλός, είτε το ομολογεί είτε όχι. Και το Άγνωστο επιφέρεται στην τρομοκρατική ισχυοφάνειά του πάντα με πληθυντική δύναμη. Με άλλα λόγια ο Νους, τελεί ακόμα σε εκείνη την κατάσταση που προσωπικά εγώ θα αποκαλούσα “όρος του Δήμου” και συνεπώς όρος, ακόμα, του “δείμου”.
Ο θάνατος, όμως,  δεν πρόκειται να πάψει να υφίσταται στην ανθρωπότητα, αν δεν πεθάνει πρώτα ο Δήμος (ως έννοια, ως βίωμα, πολιτικό και κοινωνικό,  ως γενικώτερος τρόπος του διακοινωνείσθαι).

Κατά μίαν έννοια, και όχι απολύτως, ο Δήμος είναι το Κήτος του Πεπρωμένου που σκότωσε ο Περσεύς (βέβαια, το Κήτος είναι και άλλα πράγματα).
Κυρίως, όμως, Δήμος-Δείμος είναι από μόνος του μια υπενθύμιση-απειλή , ότι ο κόσμος κάποια στιγμή θα πρέπει να πάψει να υπάρχει και να διαλυθεί πίσω στο “πλήθος” του Τίποτα. Αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να είναι ή να μην είναι αποδεκτό από την ανθρώπινη συνείδηση. Προσωπικά, προκρίνω την δεύτερη απόφαση.

Ο άνθρωπος από την στιγμή που γεννιέται, δεν μπορεί να δραστηριοποιηθεί και να λειτουργήσει μέσα στην Ελευθερία, επειδή  φοβάται αυτό  που παραμονεύει εκεί έξω. Η όλη του προσπάθεια δεν κυμαίνεται, παρά μόνο στο πώς θα “κερδίσει” αυτό το Κήτος που πρόκειται τελικά να τον σκοτώσει (εν είδει “πεπρωμένου”).  Πώς θα κερδίσει τον έπαινο ή την ανοχή του δήμου, φοβούμενος και αυτοτροποποιούμενος γι’ αυτό τον λόγο, συνεχώς. Συνήθως παλεύει για να αποκτήσει την “ανοχή” του Κήτους, να μην τον πειράξει, δηλαδή, ή να μην τον σκοτώσει, τουλάχιστον, “πριν της ώρας του”.

Όμως, δεν υπάρχει περίπτωση ο κόσμος να περάσει από την Αναγκαιότητα στην Ελευθερία, αν η έννοια του “δήμου” δεν πεθάνει μια για πάντα. Όρος εκ των ουκ άνευ.

 

 

Κατά μίαν έννοια, ο δείμος απέναντι στον δήμο, βάζει σε κίνηση και λειτουργία (εν μέρει ) τον μηχανισμό του Πεπρωμένου, αλλά αυτό, θα είναι ίσως το θέμα ενός ξεχωριστού δοκιμιακού κειμένου.

Μιλώντας για πεπρωμένο, ωστόσο, αξίζει να αναφερθούμε σε μερικά παραδείγματα, για να το δούμε στην πιο ωμή και αδυσώπητη επιφάνεια της φονικής ενόρμησής του.

Ένας μακρινός συγγενής μου πριν από αρκετά χρόνια, πήγε να ψωνίσει μαζί με την γυναίκα του σε ανθοπωλείο, παρακειμένως της εθνικής οδού. Πολύ κοντά στο μαγαζί, και σε υπερυψωμένο επίπεδο, βρισκόταν μια οδική γέφυρα, που εννοείται, ήταν πλήρης κινήσεως κατ’ εκείνην την στιγμή. Καθώς, λοιπόν, κοιτούσε ο συγγενής μου τα λουλούδια, ένα διερχόμενο από την γέφυρα όχημα που είχε αναπτύξει πολύ μεγάλη ταχύτητα, εξετράπη της πορείας του, έσπασε το προστατευτικό κιγκλίδωμα και -στην κυριολεξία- ιπτάμενο,  προσγειώθηκε εφορμώντας μέσα στο ανθοπωλείο, όπου και χτύπησε με τρομαχτική σφοδρότητα τον άνθρωπο. Η γυναίκα του, δίπλα του, δεν έπαθε απολύτως τίποτα.

Πραγματικά, ήταν σαν ο θάνατος να τον κυνηγούσε κατ’ εκείνη την στιγμή. Σαν κάτι, τόσον προγραμματισμένο και, σίγουρα, όχι συχνό στην λογική των πιθανοτήτων, να ώρμησε ΕΙΔΙΚΑ για να τον εντοπίσει και σκοτώσει. Αμέριμνος καθώς χάζευε τα λουλούδια, απογειώθηκε στην κυριολεξία ένα αυτοκίνητο από την διπλανή γέφυρα, εισέβαλε στο κατάστημα και, κατά μίαν εξαιρετικά συντομοχρονική έννοια, έψαχνε να τον βρει ώσπου να τον σκοτώσει.

Αυτό είναι το Πεπρωμένο. Ένα σύνολο “ρυθμίσεων”, πάντοτε, που στοχεύει,  α’) στην πάση θυσία απόσυρση της ανθρώπινης κούκλας από την ζωή και β’) στην ανακατομή του διαθέσιμου και περιορισμένου πλούτου της σύνολης ύπαρξης ανάμεσα στις ανθρώπινες κούκλες με στόχο την κάποια στιγμή μεγάλη pralaya, τουτέστιν, την διάλυση και απόρροφηση του σύμπαντος και της ζωής πίσω στις σκοτεινές καταβολές του μεγάλου, μυστηριακού και παντοδύναμου Τίποτα.

 

 

Ο Greg Moore υπήρξε ένας εξαιρετικά ταλαντούχος οδηγός αγώνων ταχύτητας  κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’90, ο οποίος είχε ήδη διακριθεί στο φημισμένο αμερικανικό πρωτάθλημα του CART (Championship Auto-Racing Teams, ο θρυλικότερος θεσμός αγώνων ταχύτητας στον κόσμο, όταν υπήρχε, – τα γνωστά “champcars”, ή αλλιώς, η αμερικανική -και κατά πολύ πιο συναρπαστική από την F1-  φόρμουλα, που συνέχισε να υπάρχει αργότερα κάτω από το θεσμό του Indy Racing League).

Ο νεαρός τότε Greg Moore (γεν. το 1975), λοιπόν, υπήρξε τόσον ταχύς και δεξιοτέχνης, ώστε θεωρείτο, πραγματικά, ως το μέλλον των αγώνων ταχύτητας μονοθεσίων. Πολλά από τα προσπεράσματά του υπήρξαν τόσον θεαματικά, ώστε έγραψαν από μόνα τους ιστορία.

Στον τελευταίο αγώνα του πρωταθλήματος του έτους 1999, στην οβάλ πίστα της Φοντάνα στην Καλιφόρνια, ο Moore παρ’ ολίγον να σκοτωθεί σε ένα τρομαχτικό ατύχημα κατά τα δοκιμαστικά, στουκάροντας σφοδρότατα στο περιτοίχιο με εξαιρετικά μεγάλη ταχύτητα.

Παρ’όλ’ αυτά την γλύτωσε. Ή, ακριβέστερα, φάνηκε πως την γλύτωσε κατ’ εκείνη την στιγμή. Ακριβώς την επομένη, όμως, κατά την διάρκεια του αγώνα, είχε άλλο ατύχημα, απίστευτα φρικιαστικό, που σήμανε και το τέλος της ζωής του.

 

 

Δεν υπήρξε άνθρωπος που να είδε και τα δύο ατυχήματα και να μην είπε ότι “κάτι” ήθελε να σκοτώσει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ τον νεαρό οδηγό. Μα ούτε ένας. Όλοι σκέφτηκαν το ίδιο πράγμα.
Κάτι εξώκοσμο, αλλόκοτο, πειναλέο, αδυσώπητο ήθελε να τον αποσύρει από την ζωή, κοιτώντας στα σκοτεινά κιτάπια της Μοίρας και υπολογίζοντας μέσα από αυτά. Επιτέθηκε δυο φορές συνεχόμενες. Την πρώτη αστόχησε, την αμέσως επομένη, όμως, δεν αστόχησε.

Όπως και να έχει όμως, την πρώτη φορά δεν τα κατάφερε, πράγμα που σημαίνει πως το Πεπρωμένο δεν είναι παντοδύναμο. Μπορεί να ηττηθεί. Για να ηττηθεί όμως πρέπει πρώτα να “αναγνωριστεί”. Είναι αδύνατον να νικήσεις κάτι που αγνοείς, από καθαρή αμέλεια ή εθελοτυφλώντας στην ύπαρξή του. Κυρίως, είναι αδύνατον να νικήσεις κάτι, αν δεν καταλάβεις τον μηχανισμό λειτουργίας του, ώστε να αναπτύξεις έναν ισχυρότερο μηχανισμό αντιμετώπισής του.

 

 

Στα Νησιά των Τόνγκα στον Ειρηνικό Ωκεανό, υπήρχε μέχρι , τουλάχιστον, μισόν αιώνα πριν, ένα παράξενο ταμπού που υποχρέωνε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τον υποπέσαντα σε ένα βαρύ αμάρτημα , όταν τρώει, να μην χρησιμοποιεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τα χέρια του.  Με λίγα λόγια ο taboo’ed προσέκυπτε στο χώμα και έτρωγε την τροφή του σαν σκύλος (το συνηθέστερο, εκτός αν βρισκόταν κάποιος να τον βοηθήσει σε αυτό).

Αυτή, έως σήμερα, είναι σε γενικές γραμμές  η ιστορία της ανθρωπότητας έως σήμερα. Ένας Tonga, taboo’ed.

Τα χέρια της είναι “δεμένα”, και σαν τα σκυλιά οι άνθρωποι μασουλάνε από το χώμα τα κόκκαλα που τους ρίχνει ένα υπεριστορικό σχέδιο ξεδίπλωσης-επαναπορρόφησης του σύμπαντος, προκειμένου να τους κρατάει στοιχειωδώς ζωντανούς για την εξυπηρέτηση των δικών του επιδιώξεων και μόνον.

Όμως, αυτό το πράγμα δεν συνάδει με καμμία έννοια δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας. Κυρίως, όμως, δεν θα υπήρχε περίπτωση ο άνθρωπος να συλλάβει την έννοια της Ελευθερίας, αν κάτι τέτοιο δεν προϋπήρχε πρώτα εν είδει ΑΥΤΟΥΠΟΝΟΜΕΥΣΕΩΣ μέσα στον μυστικό, σκληρό πυρήνα της δημιουργίας αυτού του κόσμου ωσεί θεάτρου μαριονετών.

Μια μαριονέτα, όμως, αν είναι σάρκινη και τυγχάνει να έχει (αυτο)συνείδηση, όταν “ξυπνήσει”, θα βρεθεί ενώπιον ενός διλήμματος. Είτε θα απορρίψει πλήρως αυτόν τον κόσμο και θα επαναπορροφηθεί στο Μεγάλο Τίποτα, είτε θα κερδίσει την Ελευθερία της, κρίνοντας, ότι αυτός ο κόσμος αξίζει να υπάρχει και να βιώνεται.

Αρκεί, φυσικά, να έχει κανείς το “ελεύθερο” να καθορίζει μόνος του την μοίρα του, βγαίνοντας για πρώτη φορά από τρελλή, απίστευτη ως προς αυτό το θέμα άγνοια αιώνων.

 

 

 

 

 

 

 

Λέω, λοιπόν, το εξής. Ο άνθρωπος προκύπτει στην ιστορία του ως μια φοβική μονάδα τόσον, ώστε πραγματικά, δεν θα ήταν καθόλου άλογον αν ελέγετο, ότι ο φόβος είναι η ουσία των πάντων. Μα των πάντων. Αν πρόκειται να το καλοεξετάσει κανείς, τότε θα διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως, ότι όχι μόνον το πλείστον, αλλά, σχεδόν, το πλήρες σύνολο των ανθρωπίνων ενεργειών εκκινείται και κατευθύνεται από το αίσθημα του φόβου και μόνον.

Όμως, τι φοβάται, ακριβώς, ο άνθρωπος;

Την ζωή, τον θάνατο, τους άλλους, τον εαυτό του, τι;

 

 

Όλα τα παραπάνω είναι συμμετοχικώς, ή ποσοστιαίως, σωστά μεν, αλλά προσωπική μου άποψη είναι, πως το αίσθημα του φόβου στοιχειώνεται καθαρά, αμέσως ή εμμέσως, συνειδητώς ή ασυνειδήτως, πάνω στο μη γνωστό, μη υπολογίσιμο και μη προβλέψιμο Μυστήριο του Κόσμου.

Η ανθρώπινη συνείδηση φέρεται ως πλήρως μοναχική στην πολυπληθεστάτη έρημο του κόσμου, έναντι, μάλιστα, ενός σύμπαντος που δεν κατανοεί πώς προέκυψε (όσον και αν η θρησκεία ή οι επιστήμες του προσφέρουν μια ετοιμοπαράδοτη, ή κάποτε προχείρως φιλόδοξη ερμηνεία, σίγουρα με πολλά κενά), για ποιον λόγο υπάρχει έναντι της μη ύπαρξης, και περαιτέρω, ή κυρίως, ποιος ο σκοπός, και η κατεύθυνση του κόσμου ποια.

Φοβάται το Μυστήριο, και δεν έχει άδικο, εδώ που τα λέμε. Ο,τιδήποτε κρύβεται από τα μάτια σου, αυτό συμβαίνει, γιατί σκοπεύει να παραβιάσει την θέλησή σου κάποια στιγμή, και να σε υποδουλώσει πλήρως σε επιδιώξεις ή προσχεδιάσματα που δεν γνωρίζεις. Αν δεν ήταν έτσι, θα φρόντιζε από μόνο του να σου γνωστοποιήσει τις προθέσεις του. Βέβαια, εδώ μπορεί να πιθανολογήσει κανείς, πως ο άνθρωπος είναι εξαιρετικά αδύναμος, συνήθως, να καταλάβει την γλώσσα του Μυστηρίου, και ως εκ τούτου, το τελευταίο δεν θα είχε άλλη επιλογή από το να κρύβεται, έως ότου η εγκεφαλική (κυρίως) ανάπτυξη του ανθρώπου φτάσει σε ένα τέτοιο επίπεδο, ώστε να μπορεί να επεξεργαστεί τα ιδιαίτερα πολύπλοκα δεδομένα του.

Αυτή η τελευταία αιτίαση θα ήταν σωστή, αν συνοδευόταν από την προεμφάνιση ενός φιλικού περιβάλλοντος στην γη. Το θέαμα όμως της σφαγής, ενός τόσον τρελλά ανάρχου μακελειού, συνολικότερα του ωμού και στυγνού θανάτου που συνοδεύουν την παρουσία του ανθρώπου στην γη, ωστόσο, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για μια τέτοια καλόβολη εκδοχή. Το Μυστήριο κρύβεται από τα μάτια του ανθρώπου με καθαρά εχθρικές προθέσεις. Και αν κάποιος προστρέξει μονοπλεύρως και μονοερμηνευτικώς στις χαζοχαρούμενες αιτιάσεις της “δοκιμασίας”, της “μάθησης μέσα από τα πάθη”, της “αμοιβής” (όχι ότι δεν επισυμβαίνουν, αλλά επισυμβαίνουν κατ’ αποτέλεσμα ευτυχές και όχι εν είδει προ-παραδοχής), τότε καλό θα είναι να αναρωτηθεί για το πόσον ο φόβος τον έχει ήδη οδηγήσει σε πλήρη αποκοπή από την πρόσληψη της διαιώνιας εμπειρίας.

 

 

Πώς, ακριβώς, μπορεί να δοκιμαστεί, ώστε να μάθει και να αμοιφθεί καταλλήλως ένας άνθρωπος, που βασανίζεται με τρομαχτικότατα άγριο τρόπο μέσα σ’ ένα μπουντρούμι, σε μια γωνιά της γης, λίγο πριν αποκεφαλισθεί με εξ ίσου βάρβαρο τρόπο, αυτό, ομολογώ πως είναι ένα “εκπαιδευτικό σύστημα” που προσωπικά αρνούμαι να το εκλάβω ως τέτοιο.

Τι θα περίμενε κανείς ; να σκάσει μύτη κάποιο  πνεύμα ή κάποιος θεός πάνω από το αποκεφαλισμένο πτώμα και να του πει “καλά τα κατάφερες, ή δεν τα κατάφερες, θα πάρεις ή δεν θα πάρεις μιαν ανταμοιβή σε επόμενη ζωή;”. Και τι να το κάνει αυτό, δηλαδή, ο αποκεφαλισθείς;

Ο ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΣ άνθρωπος χάθηκε για πάντα. Και ο συγκεκριμένος υπήρξε μια ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΗ προσωπικότητα και μονάδα, ώστε οποιαδήποτε ανταμοιβή σε άλλη ζωή, σε μιαν άλλη μορφή, δεν φαντάζει παρά ως φάρσα ή παρωδία δικαιοσύνης (το μεταθανάτιο Κάρμα, το οποίο φυσικά είναι υπαρκτό, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι παρωδία από μόνο του, γιατί, τελικώς, αυτή η ίδια η Δημιουργία, εκτός όλων των άλλων, εμφανίζει ισχυρώς φαρσοειδείς εκφάνσεις αυτοπαρωδίας!). Κυρίως, όμως, -αν αφήσουμε την περίπτωση της “ανταμοιβής” που έστω και έτσι, ελλιπεστάτη, είναι ωστόσο κάτι- , το να “τιμωρείται” κάποιος σε επόμενη ζωή για πράγματα που διέπραξε στην ουσία ΈΝΑΣ ΑΛΛΟΣ, αυτό είναι απελπιστικά πρωτόγονο και ανόητο.

 

 

Εξ αυτής της πρώτης αδυναμίας κατανόησης του Μυστηρίου και του μηχανισμού λειτουργίας και τέλεσής του, προκύπτει, ακόμα, και ισοδυνάμως, ή μάλλον ισοαδυνάμως, και ο επίμονος φόβος για την “μοίρα”.

Οι περισσότεροι άνθρωποι παρουσιάζονται φοβικοί για τα μέλλοντα προκύψαι γεγονότα της ζωής τους. Κατανοούν, υποδορίως, πως ο κόσμος στην μυστική λειτουργία του είναι κάτι που τους επιτίθεται, κάτι που θα επιχειρήσει να τους βάλει όσον δυνατόν περισσότερον εμπόδια, ώστε να ανακόψει τις επιθυμίες και τα όνειρά τους. Κάτι ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΣΚΟΤΩΣΕΙ, έτσι κι αλλιώς! Γι’ αυτό, καταλήγουν ιδιαίτερα φοβικοί, προληπτικοί ακόμα (ανεξάρτητα από πεποιθήσεις), με σκοτεινά προαισθήματα κάποτε, ή αλλοπροσάλλως αυτοσχεδιάζοντες στις επιδιώξεις και πράξεις τους.

 

 

Ξέρουν, καταλαβαίνουν, πως κάτι σκοτεινό, κάτι τερατώδες, κάτι κατά τα φαινόμενα εξαιρετικά ανορθολογικό ή σχιζοειδές στον τρόπο λειτουργίας του,  τους “την έχει στημένη” έτσι κι αλλιώς στην γωνία, και δεν χαρίζει κάστανα. Αυτά τα κάστανα, καλείται, ο άνθρωπος να τα βγάλει μόνος του από την φωτιά, -αν θα ήθελε να επιζήσει, και, εννοώ, όχι να επιζήσει προς χάριν απλά και μόνο της επιβίωσης, αλλά βλέποντας στο επίτευγμα της επιβίωσής του, κυρίως, την διάσωση της πλήρους οντολογικής αξιοπρέπειάς του απέναντι σε ό,τι θέλει να τον ευτελίσει με το γεγονός του θανάτου-,

γιατί, αν θα περίμενε να βγάλει τα κάστανα το ίδιο το Μυστήριο γι’ αυτόν, (δεν) σώθηκε.

Αυτό το Κήτος, λοιπόν, σκότωσε ο Περσεύς, και είναι το Κήτος του Μυστηρίου. Ό,τι δεν μπόρεσε να κάνει ο Αχαάβ κυνηγώντας τον Μόμπυ Ντικ, το κατόρθωσε (το είχε κατορθώσει) ένας ήρωας της μυθικής εποχής.

Ο Περσεύς, σίγουρα, είχε ένα πλεονέκτημα έναντι οποιασδήποτε άλλης προσπάθειας αναμέτρησης με το Πεπρωμένο. Γνώριζε καλώς ότι δεν θα υπήρχε έλεος από την απέναντι πλευρά. Γνώριζε πως καμμία παράκληση, προσευχή, ή άλλη ερεισματική απόπειρα συμφιλίωσης δεν θα έπιαναν τόπο. Εδώ, ο ένας θα έτρωγε τον άλλον. Δεν υπήρχε μέση λύση. Το Κήτος είναι “μηχανισμός”, δεν καταλαβαίνει από ανθρώπινες παρακλήσεις ή συμβιβασμούς, αλλά και ενδεχόμενες συμφωνίες. Και ακριβώς γι αυτό, φρόντισε ο Περσεύς πρώτα να απομονώσει πλήρως μέσα στον εαυτό του οποιονδήποτε δισταγμό ή αναποφασιστικότητα.

Έγινε ο ΙΔΙΟΣ ένας μηχανισμός, προκειμένου να εξολοθρεύσει έναν άλλον μηχανισμό.

Ο Περσεύς εκείνη την στιγμή της πάλης μεταμορφώθηκε σε μιαν εξολοθρευτική μηχανή θανάτου απέναντι σε μιαν άλλη, και κατά τα φαινόμενα πολύ πιο ισχυρή, μηχανή θανάτου.

Ο απόλυτος νους του, κατά την διεξαγωγή της φονικής μάχης, του επέτρεψε να τα βγάλει πέρα με το Κήτος. Γιατί το απόλυτο θάρρος σε τέτοιες περιστάσεις, και σε τελική ανάλυση, είναι καθαρά νοητικό ζήτημα (και αυτό).

 

 

Έλεγε κάποτε ο ψυχαναλυτής Καρλ Γιουνγκ το εξής κρίσιμο,  με μεγάλη οξυδέρκεια διαισθητικής κατανόησης: “αυτό που δε θέλει κανείς να ξέρει για τον εαυτό του καταλήγει να επέρχεται σαν πεπρωμένο”.

Πράγματι, και παραλλήλως, ό,τι φοβάται κάποιος, επανέρχεται. Ο Περσεύς, φαίνεται ότι σε μια κρίσιμη στιγμή έφτασε σε ένα σημείο απολύτου τρόμου και απολύτου θάρρους μαζί, με το δεύτερο, τελικώς να αναλαμβάνει τα ηνία της τύχης του. Καταργώντας, έτσι κι αλλιώς, μαζί με το Κήτος που φόνευσε, και κάθε τύχη.