Skip navigation

Category Archives: Impersonal Duties at the River of Troy

 

 

 

 

Καίτοι αυτός ο κόσμος είναι φαινομενικός, χωρίς πραγματική υπόσταση (μόνον η αγάπη, κατά μίαν έννοια, είναι πραγματική, αλλά για να έχει νόημα, πρέπει να τελείται γηίνως και μέσα σε έναν κόσμο φαινομένων!), δεν παύει, εν τούτοις, να είναι πολυτιμότερος από κάθε τι άλλο μη-φαινόμενο.

Ο θάνατος υποδηλώνει αυτό ακριβώς το γεγονός και ως εκ τούτου πρέπει να λαμβάνεται ως κάτι καταχρηστικό επί της ανθρωπότητας, ως κάτι που αποσύρει τα πάντα με την δικαιολογία της “φαινομενικότητας” και του “ανυπόστατου” της ύπαρξης. Σαν  να λέει, με περισσό θράσος: “δεν καταλαβαίνω γιατί τόση φασαρία για το τίποτα, καλύτερα το τίποτα χωρίς φασαρία”.

Ο θάνατος δεν είναι φυσιολογικό γεγονός, αλλά σήμαντρο πειθούς. Κάτι υπάρχει ή υφίσταται, μονάχα αν η πλήρης ύπαρξη είναι βαθειά πεπεισμένη ότι κατά κάποιον τρόπο έτσι “πρέπει να συμβεί”, επειδή έχει παρατηρηθεί πολλές φορές ότι συμβαίνει έτσι κατά το παρελθόν.

 

 

Υπάρχει ένα σημείο απολύτου τρόμου και απολύτου θάρρους μαζί , μέσα στον ακόμα κοιμισμένο εγκέφαλο του ανθρώπου, το οποίο αν δεν το φτάσει ο νους και δεν το βιώσει,  τότε  ο θάνατος δεν πρόκειται να παύσει.

 

 

Είμαστε, γινόμαστε, υφιστάμεθα αυτό που σκεφτόμαστε ότι είμαστε, γινόμαστε και πρέπει να υποστούμε. Αυτό, βέβαια, σε μεγάλο βαθμό είναι ζήτημα “πειθούς”. Και εδώ, δεν πρόκειται για απλή πειθώ.

Το σύμπαν είναι μια συντριπτική, από μίαν άποψη τρομαχτικά εξουσιαστική, μηχανή προπαγάνδας. Ο άνθρωπος απέναντι σε αυτόν τον κοσμολογικό γκαιμπελισμό (κατά μίαν έννοια, πάντα, και από μίαν οπτική γωνία) παρουσιάζεται συνήθως αδύναμος, είναι έτοιμος να πιστεύσει ή να μην πιστεύσει το κάθε τι.

Οι έχοντες μια “προσκοπική” αντίληψη για το σύμπαν (“όλα γίνονται τελικά για το καλό μας, για να μάθουμε κλπ.”) και οι κυνικοί/αρνητιστές/ εκλεκτικώς μηδενιστές  (“δεν βγάζεις άκρη, τυχαία είναι όλα, φέρ’ τε μιαν τυχούσα θετικιστική/επιστημολογική γνωσιολογική σανίδα μπας και κλείσουμε μάτι” -και το κλείνουν τελικά), είναι μέρη, χωρίς να το συνειδητοποιούν, αυτής της προπαγάνδας που την αναπαράγουν από φόβο και μόνο.

Ο φόβος. Ο φόβος είναι το κλειδί.

 

 

Η ανθρωπότητα είναι απαρχής εμφάνισής της σε αυτόν τον κόσμο σε εμπόλεμη κατάσταση με κάτι “άγνωστο” που δεν αντιλαμβάνεται και δεν γνωρίζει. Ο μόνος τρόπος για να κερδίσει αυτόν τον πόλεμο, είναι, πρώτα, να τον αντιληφθεί.

 

 

 

 

 

 

 

 

ΟΙ ΔΥΟ ΚΡ-ΑΥΓΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ / B(O)EING OF FREEDOM

 

Ολόκληρος ο κόσμος είναι ένα (παρ)ωοειδές κύκλωμα, ένα oval circuit, εντός του οποίου τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα τα ανθρώπινα μονοθέσια, όταν μάχονται, είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι , με το Πεπρωμένο. Ο καθένας σε αυτήν την μάχη είναι, συνήθως ή κυρίως, μόνος του. Ο άνθρωπος είναι το (δυνητικό) Έπος του εαυτού του.

Δεν πρόκειται, φυσικά, για ξέμπαρκο πεπρωμένο. Έχει και συγκεκριμένο μηχανισμό λειτουργίας και “νόμο” για άλλοθι (νόμος, τρόπος του λέγειν). Και τα δύο δεν είναι άμεσα ορατά στον νου.  Γενικώτερα, ο νους δεν βλέπει την τύφλα του ακόμη, βρίσκεται σε πολύ πρωτόλειο στάδιο ανθρωπολογικής ανάπτυξης.

Στο μέλλον, μεγάλο μέρος της σημερινής κουλτούρας θα φαντάζει ως  πλήρως αστεία, ή σε μεγάλο βαθμό, ως συλλογή παραληρημάτων αρρώστων ή ελαφρών ανθρώπων.

 

 

Το πρώτο Ωόν της Δημουργίας, ο Φάνης Ηρικεπαίος στους Ορφικούς Ύμνους -άλλως, ο “μικροπρόσωπος θεός” της Kabbalah, ο Zeir Anpin ( זעיר אמפין )-,

ο Φάνης  (Μήτις, Έρως) απεικονίζεται συχνά είτε ως ωόν (το “ωόν αργυφέον” που τον εκκόλαψε) είτε, κάποτε,  με ανθρώπινη μορφή να περισφίγγεται από έναν όφι.

Αυτός ο όφις είναι η συνείδηση του ανθρώπου, μπορεί τελικώς να καταθραύσει το ωόν, μπορεί όμως και να λύσει τον Ηρικεπαίο, αρκεί βέβαια να λυθεί ο ίδιος.

Όλα είναι ζητήματα του μυαλού. Ο Νους είναι ο ερχόμενος Θεός στον κόσμο. Ό, τι  ελευθερώνει ο Διόνυσος Ελευθερεύς δεν είναι παρά αυτό ακριβώς.

Τίποτε δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι,  ελεύθερο αν ο νους δεν “λυθεί” και αν δεν λειτουργήσει επιτέλους στις πολλαπλάσιες στροφές απ’ όσον σήμερα.

Ο Νους είναι ο καταζητούμενος διάδοχος.

Μια μαύρη σύγχυση διαδέχεται στην ουσία, τίποτε περισσότερον.

 

 

Με μια Κρ/αυγή προέβαλε η πρώτη αυγή του κόσμου, ένα σκιώδες ωοειδές οβάλ, από το οποίο δεν έχουν παύσει να ακούγονται συνεχώς έως σήμερα, και με μεγάλη ηχητική ένταση, οι κινητήρες της Ιστορίας.

Μια δεύτερη Κρ/αυγή  που θα συμπληρώσει, περαιώσει και υπερβεί την πρώτη, μέλλει να έλθει στον κόσμο.

Και θα έλθει.

 

 

Βέβαια, δεν είναι εύκολο να προσπεράσεις, να νικήσεις το Πεπρωμένο.

Αλλά μόνο με το προσπέρασμά του, το oval track μπορεί να μεταμορφωθεί σε διάδρομο απογείωσης του πρώτου B(o)eing  της Ελευθερίας. Το πρώτον Όντως Όν του κόσμου, κατά πολύ πιο πραγματικό από τον κόσμο των (κατά μίαν έννοια) “τηλεκατευθυνομένων” φαντασμάτων  που βιώνουμε έως τώρα.

Τα οποία ανθρώπινα φαντάσματα έρχονται και θερίζονται και παρέρχονται χωρίς να ξέρουν καν από “πού τους έρχεται”. Τους κάνει το Πεπρωμένο ό,τι θέλει στην κυριολεξία, και σπάνια τους περνά από το μυαλό η ιδέα της ανακατανομής του κόσμου κατά την ανθρώπινη προτεραιότητα βούλησης.

 

 

Δεν υπάρχει έννοια και πραγματικότητα που από μόνες τους να μην ορίζουν το αντίθετό τους. Δεν θα ήταν δυνατόν να ζούμε υπό το κράτος της Αναγκαιότητας, αν δεν υπήρχε μέσα μας η ορμή προς την Ελευθερία. Δεν θα συνειδητοποιούσαμε καν σε αυτήν την περίπτωση ότι πρόκειται για Αναγκαιότητα! Και από την άλλη , δεν θα μπορούσε να υπάρχει μέσα μας εκείνη, η ίδια, η παλαιά, η αρχέγονη ορμή για Ελευθερία, αν δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει πραγματικά η Ελευθερία κάποτε στον κόσμο.

Ο,τιδήποτε νιώθει μέσα του ο άνθρωπος, είτε ήδη υπάρχει είτε προ-υπάρχει σε αυτό το αίσθημα, επειδή τον περιμένει σε πλήρη εξωτερική εκδήλωση ύπαρξης, σε ένα μέλλον.

Επιπροσθέτως, η Ελευθερία δεν είναι το “ουτοπικό” (λέξη παρωχημένη σήμερα, μιας παλαιάς μόδας – δεν αναζητείται καμμιά ουτοπία, αλλά ο πρώτος ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ τόπος του “κόσμου”!) αντίθετο της Αναγκαιότητας, αλλά η ίδια η ΑΙΤΙΑ  της Αναγκαιότητας!

 

 

Εννοείται, ότι τα πάντα είναι δυνατά.  Από πού κι ως πού θα κόψουμε και θα ράψουμε μέτρα του εφικτού και του προβλέψιμου στην ανθρώπινη εξέλιξη, επί της προκρούστειας κλίνης μιας μονοπλεύρως τοτεμοποιημένης Αναγκαιότητας;

Εξ άλλου, ό,τι είναι αναγκαίο, δεν είναι αναγκαίο για τον εαυτό του, αλλά ως δρόμος προς την Ελευθερία.

Και Ελευθερία, φυσικά,  δεν είναι να κάνεις ό,τι θέλεις (αυτό είναι διάλυση στο αρχέγονο χάος), αλλά, να ξέρεις τι θέλεις.

Πράγμα, πολύ σπάνιο σήμερα, όταν οι περισσότεροι θέλουν ό,τι (νομίζουν πως) ξέρουν μόνον, την μαύρη τύφλα τους δηλαδή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

(ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ) ΕΛΕΓΕΙΑ ΘΕΡΙΝΟΥ ΗΜΑΤΟΣ

 

Το έτος 1909, ο Αμερικανός επιχειρηματίας και παθιασμένος οραματιστής-φίλος του ατίθασου αμερικανικού μηχανοκίνητου αθλητισμού που τότε ευρισκόταν εν τη γενέσει του ( και “ατίθασου”, έτσι όπως εξελίχθηκε και τον γνωρίσαμε αργότερα), Carl Graham Fisher (1874–1938), είδε το έργο της ζωής του αποπερατωμένο.

Το Indianapolis Motor Speedway, ένα από τα πλέον θρυλικά oval circuits στην Ιστορία, ήταν ήδη εκεί, για να υποδεχθεί  τους πρώτους αγώνες ταχύτητας,  από εκείνους που έμελε να μείνουν ανεπανάληπτοι στον 20ό αιώνα.

 

 

Έκτοτε το συγκεκριμένο οβάλ γνώρισε πολλές οικοδομικές ανακατατάξεις, επεκτάσεις, ανακαινίσεις, κλπ., ενώ ο θρυλικός αγώνας του Indianapolis 500 (miles),  έμεινε στην Ιστορία ως ένα από τα τρία κορυφαία γεγονότα του παγκοσμίου racing , με τα άλλα δύο, φυσικά, να εμμένουν σε πλήρη λάμψη, ήτοι, ο 24ωρος αγώνας του  Le Mans στην Γαλλία κοντά στις όχθες του ποταμού Sarthe, και το πλέον γνωστό και πολυδιαφημισμένο Grand Prix του Monaco, το οποίον περισσότερον ακτινοβόλησε ως μια μυθική/ αυτομυθολογουμένη τουριστική αττρακσιόν, μιας και το track ήταν και παραμένει πάντα πολύ στενό και δεν προσφέρεται για προσπεράσματα και έντονο ανταγωνισμό.

 

 

Σήμερα, το οβάλ στο Indianapolis έχει μήκος περίπου τέσσερα χιλιόμετρα και μπορεί να υποδεχθεί 400.000 θεατές.

Τα μονοθέσια, εκεί, μπορούν στην κυριολεξία να φτάσουν σε προ-απογειωτική κατάσταση, αγγίζοντας ταχύτητες, πολλές φορές και σε κάποιες στιγμές, πάνω από τα 360 χιλιόμετρα την ώρα. Το ρεκόρ ταχύτητας του circuit το έχει ο Arie Luyendyk (ο “ιπτάμενος Ολλανδός”) του οποίου το μονοθέσιο, το έτος 1996, ανέπτυξε κάποια στιγμή την ταχύτητα των 383 χιλιομέτρων την ώρα!

Λίγο ακόμα και θα πετούσε, πραγματικά.

 

 

Θα πετούσε.

Όμως, “ποιος” θα ήταν εκεί πάνω τότε ;

Κυρίως, για ποιο λόγο ανέφερα όλα τα προηγούμενα;

Ας εκδηλώσω, λοιπόν, τις προθέσεις του κειμένου.

 

 

Υπάρχει, που λέτε, μια ακόμα σανσκριτική ρήση η οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, και με στακάτη αμεσότητα, λέγει το εξής:

“Όποιος γνώρισε το υψηλότερο, δεν κατέρχεται ποτέ ξανά”

( यो वेद परमं स न पुनस् तरति –  yo veda paramaṃ sa na punaravatarati )

 

 

Το Υψηλό, ωστόσο, είναι κάτι πολύ “σχετικό”. Έχει, σίγουρα, μια φιλοσοφική/στοχαστική σημασία, η οποία σπάνια έχει αλλάξει κατά την διαδρομή και παρέλευση των αιώνων. Άλλοτε μπορεί να αποκτά μια πλήρως ηθική έννοια, κάποτε μια καθαρά γνωσιολογική υπόσταση , ενώ, φυσικά, δεν λείπει και ο χλευασμός αυτού του όρου από την οιονεί απελπισία του κυνισμού και της ανεξέλικτης προσωπικότητας.

Όμως, και εν παράλλήλω, θα μπορούσε να προσθέσει κανείς ακόμα πως το Υψηλό έχει πραγματική λειτουργικότητα μόνον αν ανακλάται επιτυχώς και αναμορφούται καταλλήλως  από τους ίδιους τους “πρόποδές” του.

 

 

Υπάρχει ένας  Πάνω Κόσμος και ένας Κάτω Κόσμος. Πείτε τον πρώτο “ουρανό” , “παράδεισο”, “πεδίο της πρωταρχικής μακαριότητας”, δεν έχει σημασία το ποια ορολογία θα προτιμήσετε να ακολουθήσετε εν προκειμένω.

Πείτε, κατόπιν, τον δεύτερο κόσμο,  “Γαία” και θα είστε “μέσα”.

Σκοπός, ωστόσο, πιστεύω, δεν θα έπρεπε να ήταν (κατ’ ανάγκην) η αντιπαλότητα ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους, αλλά η καταστάλαξή τους στους συγκεκριμένους ρόλους τους.

Ο Πάνω Κόσμος είναι πάνω μεν, αλλά με “Κανέναν” εκεί . Μονάχα ως λιμάνι “περι-συλλογής” θα μπορούσα να τον δώ, όχι ως μόνιμη διαμονή.

Ο Κάτω Κόσμος είναι κάτω μεν, αλλά με το ασύγκριτο δώρο της συνείδησης και της αυτοσυνείδησης, καθιστώντας έτσι όχι μόνον δυνατή την εμφάνιση του Υποκειμένου, αλλά κυρίως, την δυνατότητά του να επέμβει καθαρά σε ένα δικό του πεδίο δράσης και αυτοεκδήλωσης δημιουργώντας την Ιστορία του και την λύση της Ιστορίας του.

 

 

Θέλω να πω, με άλλα λόγια, ότι το “Υψηλό” δεν έχει νόημα αν δεν υφίσταται ένας “κατωτέρω κόσμος” ως αναφορά, και, ακόμα περισσότερον, δεν θα είχε νόημα ως αυτοσκοπός, αν δηλαδή δεν χρησιμοποιείτο η γνώση του Υψηλού για την αναβάθμιση/επιδιόρθωση αυτού του κόσμου, του “κάτω κόσμου”.

Γιατί αυτός ο κόσμος μπορεί να είναι “κατωτέρω”, όμως, από μιαν ειδική άποψη, είναι πολύ ΠΙΟ ΠΑΝΩ από κάθε “πάνω κόσμο” στον βαθμό που μόνον αυτός προσφέρει το φαινόμενο της Ζωής!

 

 

Το οβάλ του Indianapolis, όπως κάθε οβάλ, συγκροτεί ένα σχήμα σχεδόν ωοειδές ή παρωοειδές, τουτέστιν, φαντάζει η όλη προετοιμασία για την “πτήση” του Ιπτάμενου Ολλανδού, βαγκνερικής ή ιντιαναπολικής αναφοράς (Luyendyk), ως η εκκόλαψη ενός ωού.

Όπως άλλωστε έλεγε ο μεγάλος Γερμανός μυστικός, ιερέας, ποιητής και γιατρός,  Άνγκελους Σιλέσιους (1624 -1677):

“το σώμα μου είναι ένα κέλυφος μέσα στο οποίο εκκολάπτεται ένας νεοσσός που μέλλει να γεννηθεί από το πνεύμα της αιωνιότητας”.

 

 

Κυμαίνεται η ανάγνωση αυτής της κάπως σιβυλλικής ρήσης του Σιλέσιους με την οποία, εγώ προσωπικά τουλάχιστον, συμφωνώ απόλυτα.

Εξαρτάται όμως από το πώς το βλέπει κανείς. Ο νεοσσός, έχει νόημα να υπάρξει στην Γαία, κατά την γνώμη μου. Ο νεοσσός, ο Νέος Κόσμος.

Αρκεί όμως να ξεμπερδεύουμε μια και καλή με τον “παλαιό” κόσμο.

 

 

Και ο “παλαιός” κόσμος σημαίνει δύο κατά κύριον λόγον πράγματα:

Πεπρωμένο και Αναγκαιότητα.

Είναι το πρώτο που δημιουργεί το δεύτερο, και είναι η προ-σχεδιασμένη “επιθυμία” που κρύβεται στο δεύτερο ώστε να άγει στον απόλυτο χαρακτήρα του πρώτου.

Στο αρχαίο βορειοευρωπαϊκό έπος Ragnarøk, μια μεγάλη σύγκρουση μαίνεται στο τέλος των καιρών. Η Γαία σείεται, το Δέντρο Yggdrasil ( ο άξονας του κόσμου δηλαδή), κλονίζεται, και οι παλαιοί θεοί πεθαίνουν σε ένα έσχατο λυκόφως παραδίδοντας την παλαιά γη σε έναν νέο κόσμο.

Αυτό δεν είναι δυνατόν χωρίς την κατανόηση του Πεπρωμένου και του “μηχανισμού” του, δεν είναι δυνατόν προπάντων χωρίς την άρση και τον θάνατο του Πεπρωμένου.

Λέμε τον όρο “Ασυνείδητο”. Και ξεχνούμε πολλές φορές πως αυτή η λέξη δεν λέει στην ουσία τίποτα. Πρόκειται, απλά, για έναν ουσιαστικοποιημένο επιθετικό προσδιορισμό, και ως εκ τούτου, περιγράφει συνοπτικώς μιαν ιδιότητα, όχι την ουσία.

Λέει, απλά, πως “κάτι” είναι “ασυνείδητο”, δεν λέει φυσικά το ΤΙ είναι αυτό.

 

 

Επειδή, ό,τι είναι “ασυνείδητο” για μας, δεν μπορεί παρά να είναι “συνειδητό” για κάποιον άλλον ή κάτι “άλλο”. Ό,τι δεν συνειδητοποιούμε, σημαίνει αυτόματα πως “κάτι άλλο” το συνειδητοποιεί σε σχέση πάντα με εμάς. Και αυτή, είναι σίγουρα μια σκέψη που εμφανίζεται κατά πάσα λογική ακολουθία στοχασμού (στο βαθμό που θα υπάρξει ο ίδιος), ασχέτως, βέβαια, αν προτιμούμε, συνήθως, να την εξορκίζουμε.

Όμως, εκεί ακριβώς εντοπίζεται  και η μεγάλη σύγκρουση ανάμεσα στους Δύο Κόσμους.

Και εφ’ όσον υπάρχει η Μήτρα του Κόσμου (matrix mundi), τότε υπάρχει επίσης και ο Φαλλός του Θεού , και αυτός δεν είναι άλλος από τον Νου του Ανθρώπου,

και αυτό είναι το πιο σημαντικό:

αυτός ο Νους που καλείται να αποδώσει τον πρώτο ελεύθερο κόσμο στον εαυτό του και δεν έχει λόγο να μην το επιχειρήσει, στο βαθμό που κάθε Λόγος, του είναι διαθέσιμος έτσι κι αλλιώς, απαρχής Δημιουργίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

SÆCULUM NOVUM

Η Πνύκα, η Άβυσσος, ο Διόνυσος Ελευθερεύς,
και το γέλιο του Ισαάκ στους διαδρόμους του Νέου Αιώνος

 

 

Η εκκλησία του δήμου στην Πνύκα, η πολυδιαφημισμένη από τους ανιστόρητους και τους αφελείς, ήταν μια φορά κι έναν καιρό το ψευδώνυμο του θανάτου όταν δεν ήταν χαζός να υπογράφει με το όνομά του, με τον ίδιο τρόπο που ένας υπέρτατα αιρετικός κάλλιστα θα μπορούσε να σκεφθεί (από φαινομενική και μόνον άποψη “βλάσφημα”, μιας και εδώ δεν ομιλούμε για έναν άνθρωπο, αλλά περί του εσωτερικού σχίσματος σε ένα καθολικό πνεύμα), ότι ο Σατανάς είναι το ψευδώνυμο του Θεού, όταν ο ίδιος δεν θέλει ή δεν μπορεί να υπογράψει με το όνομά του. Εκεί που ο Θεός, άλλωστε, κτίζει, δουλειά του Σατανά είναι να καταστρέφει.

Φυσικά, ο θάνατος αφθονούσε ανέκαθεν στην υδρόγειο. Όμως, αυτού του είδους η “δημοκρατία” δεν μπορούσε να περιμένει τους κάποτε αργούς ρυθμούς του. Εξ αυτού, άλλωστε, το κώνειο κατέστη κάποια στιγμή το αγαπημένο ντρινκ “εις υγείαν του λαού” φυσικά, που όπως πάντοτε, του αρκούσε μια δημαγωγική συμμορία για να τον αποβλακώσει και να ζητεί τις κεφαλές των φιλοσόφων.
Δυόμιση αιώνες, περίπου, όλους κι όλους κατάφερε να επιζήσει η εκκλησία του δήμου, για να καταλήξει όχι αργά σε ένα σφαγείο και κρεοπωλείο δημαγωγίας, ψευδούς ρητορικότητας και ανεξέλεγκτης συκοφαντίας.

 

 

Η εμφάνιση συμμοριών σε τέτοιες συνθήκες (συνθήκες, δηλαδή, μιας ψευδούς ισότητας που αιτείται, τις περισσότερες φορές ασυνειδήτως πλην εμφανέστατα, την επιστροφή σε μιαν πλήρως αδιαφοροποίητη massa confusa και την άρση του υποκειμένου) είναι ένα γεγονός που ενέχει και την υπαρξιακή, και, σίγουρα, συνολικότερη, εξήγησή του, εκτός, φυσικά, όλων των άλλων εξηγήσεων, των πλέον μεμερισμένων και εξειδικευμένων.

Μια τυφλή τάση ή επιθυμία άρσης κάθε διαφοροποίησης και υποκειμενικοποίησης, όπως εν προκειμένω, δεν παύει ωστόσο να τελείται σε έδαφος γήινο που προκαλεί συνεχώς την εμφάνιση εκείνων των πραγμάτων των οποίων ακριβώς η άρση επιζητείται.
Τοιουτοτρόπως, το υποκείμενο και η εμφάνισή του, και ως προς τις πολιτικές παραμέτρους ανάδειξής τους, δεν παύουν (δεν μπορούν να παύσουν) στην εκκλησία του δήμου, αλλά συνήθως αναφύονται με μάλλον εγκληματικό, βάρβαρο τρόπο.

Η Πνυξ που πνίγει.

Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς παρά να “πνίγει”, γιατί Πνυξ και Ζωή, αν το δούμε κατ’ ουσίαν και όχι κατ’ επίφασιν πολιτικού και δημόσιου βίου, είναι δυο πράγματα πλήρως ασύμβατα μεταξύ τους. Οποιοδήποτε κεφάλι ξεχωρίζει πρέπει να κόβεται, σχεδόν αυτόματα.

Και, όπως εύκολα μπορεί να καταλάβει κάποιος, αν δεν ξεχωρίζουν και δεν πρόκειται να ξεχωρίζουν κεφάλια ποτέ, δεν υπάρχει ζωή.

 

 

Βέβαια, υπάρχει και ο “χρυσούς αιών” της αθηναϊκής δημοκρατίας, μόνο που θα πρέπει να διαπιστώσουμε σε αυτόν, την ευφυία και την οργανωτική δύναμη ξεχωριστών προσωπικοτήτων περισσότερον, παρά την αποτελεσματικότητα της εκκλησίας του δήμου.
Προ πάντων, ο “χρυσούς αιών” ώρισε και επέβαλε μια δεσποτική ηγεμονία των Αθηνών σε μέγα μέρος του ελλαδικού χώρου, τέτοια που κάλλιστα θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για πρωτο-“ιμπεριαλιστική” (ο όρος με την πλατύτερη και εν ολίγοις αυθαίρετη έννοιά του) φάση επεκτατικής τυρρανίας που προήρχετο από μια πόλη που έβγαινε νικηφόρος από τους Περσικούς Πολέμους.

Τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο ισχύει για τα γράμματα και την φιλοσοφία. Οι αττικοί τραγωδοί παρουσίαζαν συχνά φιλοαριστοκρατικές απόψεις, ενώ ο Σωκράτης, από ένα σημείο και μετά, δεν υπήρξε τίποτε άλλο από μια ζωντανή περιφερόμενη μομφή κατά της αθηναϊκής δημοκρατίας.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε το εξής: φαίνεται ότι τα γράμματα και οι προσωπικότητες, κατ’ εκείνους τους καιρούς, δεν άνθισαν τόσον χάρις στην εκκλησία του δήμου, αλλά, μάλλον, ή κυρίως, χάρις σε μιαν “αντιπαλότητα” με αυτήν.

 

 

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε που οι περισσότεροι αναρχικοί θεωρητικοί και ακτιβιστές του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνων (όταν, δηλαδή, υπήρξε μια φορά κι έναν καιρό σοβαρό αναρχικό κίνημα στον κόσμο) δεν εμπνεύσθηκαν καθόλου από την Πνύκα, ακριβώς επειδή διέγνωσαν τον κρυμμένο τυρρανικό χαρακτήρα της και το όργιο θανάτου που θα μπορούσε να επιφέρει στο όνομα μιας ψευδούς “ισότητας”.
Οι οποιεσδήποτε συνδέσεις και εκλεκτικές συμπροσθέσεις ή συμπάθειες ανάμεσα Αναρχία και “άμεση δημοκρατία” (όρος που δεν πρέπει να ταυτίζεται εξ ολοκλήρου με την εκκλησία του δήμου στην Πνύκα), υπήρξαν κατοπινότερα επιγενόμενα, στην πλειοψηφία τους τουλάχιστον, αν εξαιρέσει κανείς μερικές πρώιμες απόπειρες επί τούτου.

Ο φιλοαναρχικός στοχαστής και συγγραφέας Jacques Ellul, για παράδειγμα, στράφηκε στους Κριτές του Ισραήλ όπως αναγράφονται και περιγράφονται στην Παλαιά Διαθήκη, για να ανεύρει έναν πρόδρομο της Αναρχίας, και όχι στην Πνύκα.

Όμως το ουσιαστικότερο που μένει να δούμε εδώ, είναι άλλο, επειδή δεν είναι το θέμα μας ακριβώς η αμφισβητούμενη σύνδεση μιας μορφής αναρχίας με την (φερομένη ως) άμεση δημοκρατία της Πνύκας, αλλά, πρωτίστως,  μια διερεύνηση της κρυμμένης αρχετυπίας της εκκλησίας του δήμου.

 

 

Υπάρχουν δύο δυνάμεις στον κόσμο που με λύσσα προσπαθεί η μια να εξοντώσει την άλλη. Πρόκειται για μακελειό.

Η μία δύναμη βλέπει την ανθρωπότητα ως προϊόν εξέγερσης και σφετερισμού μιας πρωταρχικής “ουράνιας” κατάστασης και επιτίθεται να ρημάξει τα πάντα, και η άλλη, η Συνείδηση του ανθρώπου, είναι το μόνο πράγμα που μετασχηματίζει υγιώς το θεϊκό στοιχείο σε σχέση “αναγνώρισης” ανάμεσα σε 2 (δύο , και ο αριθμός 2 με την καθαρά αφηρημένη-αριθμητική έννοιά του).

Υπάρχει το Άουσβιτς της ύπαρξης, υπάρχει και το (πνευματικό) Ισραήλ.

Υπάρχει μια μαύρη μαγεία που καλεί συνεχώς την συνείδηση του ανθρώπου να μιγνύεται με όλους και όλα (στο όνομα του “ενός”) και υπάρχει το Έπος του Υποκειμένου που καλεί για ελευθερία ανάμεσα σε ελεύθερες ατομικότητες και ελεύθερες υποκειμενικότητες και σε ολοένα περισσότερη διαφοροποίηση και εξατομίκευση.

 

 

Μπορούμε, ασφαλώς, να ομιλούμε για μια προ-αρχέγονη “αγάπη”, όταν δεν υπήρχε απολύτως καμμία εξατομίκευση και εξυποκειμενικοποίηση στο Όν.
Αυτή η κατάσταση, σίγουρα, είναι ένα είδος “μακαριότητας”, και, ακόμα πιο σίγουρα, ένα (απόλυτο) είδος αγάπης, το θεϊκό ως πλήρης ταύτιση με τον εαυτό του, το θεϊκό ως ο “κανένας”, ως η απόλυτη έλλειψη αυτοσυνείδησης, ως η απόλυτη εσωτερικότητα στα άδεια πεδία του τίποτα ή της κενότητας.

Όμως αυτού του είδους η αγάπη, είναι, επίσης, αδιανόητη και ανυπόφορη . Σου επιτρέπει, κατά κάποιον τρόπο να αγαπάς και να αγαπιέσαι, αρκεί να μην υπάρχεις!  Δεν διαφέρει σε πολλά, και στον βαθμό, βέβαια, που “απαγορεύει” την έξοδο στην υποκειμενικοποίηση,  από την αγάπη δεσποτικών γονιών που επιθυμούν να ελέγχουν και να χειραγωγούν τους γόνους τους ως μαριονέττες.

Με άλλα λόγια, οποιαδήποτε πρωταρχική κατάσταση μακαριότητας στα πεδία της κενότητας και της ασυνειδητότητας για να είναι πρόσφορη ή δεκτή,  δεν πρέπει να “απαγορεύει” την έξοδο στο Υποκείμενο. Αν την απαγορεύει, τότε αυτό είναι μια ατέλεια ή ελάττωμα στους “ουρανούς”  που λύεται μόνον με την εξεγερμένη δημιουργία του κόσμου και το προχώρημα, την πρόοδο του κόσμου, πάση θυσία, με κάθε κόστος και τίμημα και όπου βγάλει  -κατ’ ελπίδα στην Ελευθερία και την άρση κάθε αρχέγονης έριδος ανάμεσα σε Συνείδηση και Ασυνείδητο. Αλλά θέλει πολλή δουλειά, ώσπου να επιτευχθεί κάτι τέτοιο.

 

 

Η χώρα μας, συνολικώς, βρέθηκε στην δίνη ενός τέτοιου μαύρου αρχετύπου, που μεταφραζόμενο σε “ιστορικές συγκυρίες”,  της απαγόρευσε να ενηλικιωθεί. Η χώρα μας “παγιδεύθηκε”, δηλαδή, στο συνεχώς παραμονεύον μητρικό δόκανο αυτής της αρχετυπικής παγίδας, που φαίνεται να μην συμφιλιώνεται ποτέ με το ίδιο το φαινόμενο της ζωής.

Δεν είναι τυχαίο που η “Φόνισσα”, το μέγιστο αριστούργημα του Παπαδιαμάντη εγράφη σε αυτή την χώρα, στην οποία το υποσυνείδητο μίσος για το ίδιο το φαινόμενο της ζωής (αν το δει κάποιος βαθύτερα) και η διαμαρτυρία για την έξοδο από την μακαριότητα της απραξίας στον κόσμο, επιφέρεται συνήθως ως “μίσος για την αξία”. Οποιοσδήποτε άνθρωπος στην Ελλάδα μπορεί να μπει αυτομάτως στο “στόχαστρο” πολλών, με έναν αναπάντεχα ανορθολογικό τρόπο (και με χίλιες δυο δικαιολογίες-συκοφαντίες συνήθως), ένεκα μόνον της αξίας του, της όποιας, περισσότερης ή λιγότερης.  Και αυτό, αν θέλουμε να είμαστε δυσάρεστοι, πλην ειλικρινείς, δεν υπάρχει άνθρωπος με σώας τα φρένας του που να μην το έχει παρατηρήσει/διαπιστώσει στην Ελλάδα! Αυτό ακριβώς το “σύνδρομο της Πνύκας” (αν θα μπορούσα να το ονομάσω έτσι), ρήμαξε τελικώς την χώρα μας και επέφερε όχι “ισότητα” (που δεν μπορεί έτσι κι αλλιώς να υπάρξει στην ζωή, -ισονομία, ισοδικαιωματικότητα και ισαξιοπρέπεια ναι, αυτά είναι τα ζητούμενα), αλλά γενικευμένη δυστυχία.

Αν δεν κατανοηθεί, λοιπόν, αυτό το “μαύρο αρχέτυπο” στην λειτουργικότητά του, οποιαδήποτε εξήγηση, κοινωνικο-ιστορικό-πολιτική, και αν επιστρατεύσετε για να ερμηνεύσετε αυτό τον έξαλλο φθόνο και ζήλεια, αυτό το τυφλό μίσος και τις γελοίες βεντέττες που μαστίζουν την χώρα μας, δεν πρόκειται να αποβεί αρκετή, ή και καθόλου χρήσιμη.

Κυρίως, θα έπρεπε μάλλον να κατανοηθεί πρώτα εδώ, ότι κατά μίαν, πολύ ουσιαστική και δρώσα, έννοια, η πρωταρχική μακαριότητα της μη υποκειμενικότητας, συνιστά ένα πλήρως πρωτόγονο στάδιο σε σχέση με το ανθρώπινο!

 

 

Δεν υπάρχει, λοιπόν, εκεί “κανείς” για να συνειδητοποιήσει και να απολαύσει αυτή την μακαριότητα. Πρόκειται για ουράνια αναισθησία ή αναίσθητη παντοδυναμία, αν θα θέλαμε να το ορίσουμε με πλήρη ακρίβεια, όσον και αν ορίζει ένα είδος αμφίβολης ελευθερίας, λόγω ακριβώς του ότι είναι απόλυτη, και από αυτή την άποψη συνιστά και μιαν απόλυτη σκλαβιά.

Απόλυτη ελευθερία/σκλαβιά (συμπίπτουν τα αντίθετα εδώ πλήρως!), χωρίς “κανέναν” να υπάρχει, δεν είναι σίγουρα ό,τι προτιμώτερο, και ό,τι θα μπορούσε να αποτρέψει μια πρωτο-εξέγερση και ανάδυση υποκειμενικότητας στους ουρανούς, και, κατά συνέπεια, την δημιουργία του κόσμου και την εμφάνιση της ζωής σε αυτόν.

Σε αυτόν τον κόσμο, άλλωστε, υπάρχει ο θεός μέσα στον άνθρωπο και υπάρχει ο θεός μέσα στον ίδιο τον Σατανά. Ο άνθρωπος, με την σειρά του,  λογίζεται ως Σατανάς από τον Σατανά-έκπτωτο θεό, αν ακολουθήσουμε μια ιουδαιοχριστιανική ορολογία ονομαστικής απόδοσης σε αυτή την μαύρη αρχετυπική δύναμη κατά της ζωής, πράγμα που δεν είναι , φυσικά, ή πάντοτε, απόλυτα αναγκαίο, μιας και έχει νόημα οι φιλοσοφικοί όροι να προτιμώνται, κατά ενδεδειγμένη συγκυρία ή επιλεκτικώς, ως αποφλοιώνοντες από ερμηνευτική γωνία πρόσληψης την όποια κατατρομοκράτηση του ανθρωπίνου υποσυνειδήτου από απλοϊκές μορφές θρησκευτικού φανατισμού (και όχι της θρησκείας, που ως τέτοια, και ως προς το αρχετυπικό-θεματολογικό-γνωσιολογικό περιεχόμενό της είναι ακόμη πολύτιμη για την ανθρωπότητα, πέρα, φυσικά, από τον συνήθη λατρευτικό/ψυχοθεραπευτικό ρόλο της για όποιον το επιθυμεί).

Οι αρχαίοι Γαλάτες Δρυίδες μάγοι, ιερείς και φιλόσοφοι είχαν επεξεργαστεί ένα σύστημα τριών κύκλων στην ύπαρξη και την μη ύπαρξη, ήτοι τον Γκουενβέντ (τον ουράνιο κύκλο της ελευθερίας), τον Ανμπρέντ (τον φυσικό κόσμο της αναγκαιότητας) και τον Αννούν (την Άβυσσο).
Αν λογίσει και σταθμίσει κανείς καταλλήλως την εποπτική-θεωρική γνώμη τους, τότε, προκύπτει ως συμπέρασμα πως ο Γκουενβέντ συνιστά ένα είδος Νήσου των Μακάρων της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, ένα πεδίο όπου η αναγκαιότητα του εδώ φυσικού κόσμου παύει να υφίσταται. Ή ένας χριστιανικός παράδεισος, ασφαλώς.

 

 

Το θέμα όμως είναι πως η “αναγκαιότητα” δεν πρέπει να θεωρείται διαιωνίως σύμφυτη με τον υλικό κόσμο, αλλά ως κάτι προσωρινό και μόνον, τουτέστιν, και ομιλώντας αντιπαραβλητικώς/μεταφορικώς ως ένα στάδιο “αιχμαλωσίας” στην Αίγυπτο και πρώιμης απόδρασης από αυτήν…
Ο Μωυσής και το πλήθος δεν έχουν διαβεί ακόμα την Ερυθρά Θάλασσα. Ο κύβος της “τύχης” και του πεπρωμένου δεν ερρίφθη ακόμα.

Και μήπως δεν είναι ο Διόνυσος Ελευθερεύς, σε τελική ανάλυση, ο κρυμμένος διάδοχος, ο μυστικώς φέρων το εβραϊκόν Τετραγράμματον, που έχει ως πρώτο γράμμα του το γιοντ (י ), ήτοι την δυνατότητα του “γίγνεσθαι”; – θεός είναι αυτός που γίνεται, εν κατακλείδι, και όχι αυτός που είναι. Και η μυθική ιστορία του Διόνυσου, σίγουρα, δεν είναι παρά ένα δριμύ γίγνεσθαι. Δεν θα βρείτε πουθενά αλλού, θεό που να είναι τόσον συμβεβλημένος ή συνυφασμένος με την έννοια του γιοντ-γίγνεσθαι. Όχι όμως διαιωνίως. Κάποτε καταλήγει σε έναν νέο “Αιώνα”.

 

 

Ο δε Ισαάκ (Γιτζχάκ – יצחק , από το εβραϊκό ρήμα  צחק  που σημαίνει “γελάω”, τουτέστιν,   ο “άνθρωπος που θα γελάει”) μέλλει τότε να παντρευτεί την Ρεβέκκα ( רבקה , από το εβραϊκό ρήμα רבק που σημαίνει “προσδένω σταθερά”, τουτέστιν, η “σιγουρεμένη”, άλλως, μια προσωποποίηση της -Νέας- Γαίας.)

Ο Ισαάκ, βεβαίως, παρ’ ολίγον να θυσιαστεί και την γλύτωσε φτηνά. Όσον, όμως, ακριβώς ακριβός θα είναι εξ αντιστρόφου ο κατ’ ελπίδα επερχόμενος νέος κόσμος του Διόνυσου Ελευθερέως (που δεν ταυτίζεται εξ ολοκλήρου, φυσικά, με τον Βάκχο, είναι άλλο πράγμα στην ουσία).

Άλλως, όπου η Ελευσίς καθίσταται αναπαντέχως και μέσα σε μια στιγμή Έλευσις, και όλα τα περιρρέοντα λύματα καθαίρονται σε μιαν αποκάλυψη ενός νέου κόσμου που μέλλει να αποδώσει στον άνθρωπο την πραγματική/δυνητική ταυτότητά του και σε κάθε γνωστή ταυτότητα την συνεχόμενη διαφοροποίησή της μέχρι τα έσχατα όρια (αν υπάρχουν όρια) κάθε μαγείας και ομορφιάς.

 

Σημείωση προς τους αναγνώστες:

Ενδέχεται, λόγω του καλοκαιριού, οι αναρτήσεις να μην είναι συχνές από εδώ και πέρα έως το φθινόπωρο. Θα προσπαθήσω, πάντως, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, να δίνω το παρών κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα.

Ευχαριστώ τους φίλους και αναγνώστες για το ενδιαφέρον και την αφοσίωσή τους στο ιστολόγιο.

Πρωτίστως θα ήθελα να ευχαριστήσω, και από εδώ,  την αγαπημένη μου, την Χαριτίνη, για τις συχνές αναδημοσιεύσεις της από αυτό το ιστολόγιο στην προσωπική σελίδα της στο facebook.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η επιτυχής ποίηση είναι όπως ο φθόγγος ड़  στην Hindi γλώσσα (prakrit φθόγγος που διαφέρει από το σανσκριτικό ड).

Πρόκειται για έναν φθόγγο που ακούγεται ως κάτι ανάμεσα d και r, με μια πολύ “σκληρή” χροιά στην εκφορά του! (ένα απλό παράδειγμα: η Hindi λέξη बड़ा – baṛa, που σημαίνει “μεγάλος”).

Σχεδόν αδιανόητος φθόγγος, ώστε καθίσταται αδύνατον για έναν δυτικό να φανταστεί στην ακοή κάτι τέτοιο, και αδύνατον εξ ίσου να τον προφέρει, αν βέβαια, δεν εξασκηθεί καταλλήλως επ’ αυτού και δεν μάθει μετ’ εμπειρίας να τον προφέρει άνετα.

Οι δύο φθόγγοι, εξαιρετικά ανόμοιοι και άσχετοι μεταξύ τους, ο d και ο r ακούγονται ομού ως ΕΝΑΣ καινούργιος φθόγγος σε αυτήν την περίπτωση.

Αυτό θα μπορούσε να είναι μια μίνι αλληγορία για το ποιητικό φαινόμενο, αν δεν ήταν και κάτι ακόμα -στην ουσία- ελαφρώς διαφορετικό.

 

 

Θέλω να πω, ότι η ποίηση είναι coincidentia oppositorum, άνευ των αντιθέτων δεν υπάρχει ζωή, πόσον μάλλον δεν θα μπορούσε άνευ αυτών να υπάρξει η ποίηση, η οποία προκύπτει μεν από την ζωή, όμως δεν τελείται ή εξαντλείται σε έναν αναπαραγωγικό ρόλο αυτής, αλλά η ίδια, και με την σειρά της, εμμένει ως μια ανώτερη συνείδηση της ζωής, όπως επίσης και ως ο δυνητικός αναμορφωτής της (τουλάχιστον, εν μέρει και για τους αντιληπτικώς πιο προικισμένους αναγνώστες).

Τουτέστιν, η ποίηση είναι πάντα κάτι το υπαρξιακώς απρόσμενο.

Δεν είναι, ακριβώς, ένα ταξίδι, αυτό είναι σίγουρα η ζωή. Η ποίηση, απλά, σου αφαιρεί τους “σταθμούς” από την θέα, και στη θέση τους παρουσιάζει κάτι άλλο, ούτε καν σταθμούς κατ’ ανάγκην, – κάτι, σίγουρα, μη οριζόμενο εκ των προτέρων. Η ποίηση κυμαίνεται συνεχώς ως μια ερημική-μαγική παραλληλία της ζωής, απ’ όπου μπορεί να προκύψει ή να μην προκύψει ο,τιδήποτε.

 

 

Συνενώνει και υπερβαίνει δυο εξαιρετικώς ανόμοια πράγματα μεταξύ τους, ήτοι την τελουμένη ζωή και την γραφή , όχι όμως με σκοπό η δεύτερη να αναπαράγει αδιεξόδως και μιμητικώς την πρώτη, αλλά, βαθύνοντας στοχαστικώς την εμπειρία της και αναπλάθοντάς την σε μια καθολικότερη κλίμακα προσληπτικής εμπειρίας. Από αυτήν και μόνον την άποψη, μιαν ειδική άποψη, η ποίηση είναι ανώτερη της ζωής, γιατί την εμπεριέχει και την μεταμορφώνει.

Όπως, άλλωστε,  έλεγε και η Αμερικανίδα ποιήτρια Ann Sexton: “Suicide is, after all, the opposite of the poem”, ανακηρύσσοντας έτσι ως πρωταρχικό ή ουσιαστικό αντίθετο του θανάτου, όχι την ζωή, αλλά την ποίηση!

 

 

Αν δε, προσέξετε την μορφή του γράμματος ड़  θα διαπιστώσετε, ασφαλώς, πως είναι κατά κάποιο τρόπο “οφιοειδής”, κάπου δηλαδή, ο ποιητικός όφις παρίσταται ανάμεσα ζωή και γραφή, και ελίσσεται μεταξύ τους.

Υπάρχει βέβαια και το μήλο.

Όμως στο τέλος, το ποίημα αποβαίνει μηλόπιττα, όχι μήλο.

Η δε κακή ποίηση, είναι μάλλον χυλόπιττα. 

Και όπως δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από χυλοπιττά που επιμένει, κλαίει, βρίζει και παρακαλάει, ώσπου να γίνεται διαρκώς ρεζίλι των σκυλιών και των γατιών, έτσι και η κακή ποίηση, ομοίως ή αναλόγως επιμένει.

Στο κάτω κάτω αν δεν υπήρχε κακή ποίηση, δεν θα γελούσαμε ειδικώτερα και επί συγκεκριμένου. Δεν είναι υποτιμητικό αυτό. Είναι ρεαλιστικό. Σκληρός ρεαλισμός, σίγουρα, απάνθρωπος εν μέρει, πιθανότατα, αλλά δεν βαριέστε, κάποιος πάντα καίγεται στο χυλό που μόνος του φτιάχνει, και τρώει μετά τα γιαούρτια (στη μάπα) που δεν προλαβαίνει καν να φυσήξει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πάντοτε οι μισάνθρωποι και οι κυνικοί θα οικτίρουν την ανθρώπινη φύση και θα χιλιοελεεινολογούν την ύπαρξη, επειδή οι ίδιοι είναι ανίκανοι να σκεφθούν κάτι παραπάνω από τις όποιες, όσες, τυχούσες, μικροσυμφεροντολογικές απογοητεύσεις τους. Μην ζητάτε από τον κάθε πικραμένο ή απορριφθέντα να βγάλει και τα πιο αξιόπιστα συμπεράσματα για την ανθρωπότητα. Θα ήταν αστείο κάτι τέτοιο, αν δεν ήταν ήδη τραγικό και εν πολλοίς ανήθικο.

Η αλήθεια όμως είναι, πως δεν μπορούμε να εξάγουμε κανένα πόρισμα, κανένα συμπέρασμα, και κανένα αξίωμα με καθολικό κύρος, κατά μήκος της Ιστορίας, πριν και μετά από αυτήν, συνολικότερα και ειδικότερα για ένα πλάσμα, όπως ο άνθρωπος, που ΑΚΟΜΑ δεν είναι ο εαυτός του!

Ο άνθρωπος μέχρι σήμερα, δεν είναι παρά ένα 5-10% του εαυτού του, όχι παραπάνω. Αυτό είναι το συνειδητό-νοητικό μέρος του . Το υπόλοιπο δεν το ελέγχει, μπορεί να ανήκει στον προγραμματισμό της μοίρας, να ανήκει στον θεό, στους δαίμονες, σε όποιον θέλετε εν πάση περιπτώσει, όμως, σίγουρα,  είναι υποσυνείδητο ή/και ασυνείδητο (αυτοί οι δύο όροι δεν ταυτίζονται μεταξύ τους).

 

 

Συνεπώς, δεν μπορείς να ζητάς λογαριασμό, εν συνόλω, από ένα πλάσμα που ακόμα είναι ένα Φάντασμα και δεν έχει παρά ελάχιστο έλεγχο επί του εαυτού του. Σωφρονέστερο θα ήταν να διερευνάς για το ΠΟΙΟΣ ή ΤΙ ακριβώς ελέγχει αυτό το πλάσμα ως εάν ήταν μαριονέττα! Για ποιον σκοπό, και γιατί σε τόσην σκοτεινότητα και κρυψίνοια (αυτά τα δύο δεν προοιωνίζουν ποτέ κάτι καλό προς όφελος του ανθρώπου).

Βέβαια, μια τέτοια διαπίστωση εν γενικότητι δεν μπορεί να άρει την φυσική αυτοάμυνα εν ειδικότητι. Για παράδειγμα, αν εμένα με απειλήσει στο δρόμο κάποιος με ένα πιστόλι, δεν πρόκειται, φυσικά, να σκεφθώ όλα τα παραπάνω ως παρετέθησαν, ότι, δηλαδή,  ο άνθρωπος αυτός τελεί κατ’ εκείνη την στιγμή άβουλο άθυρμα στα χέρια μιας μαριονεττούχου μοιραίας δύναμης κλπ. κλπ.,  αλλά το πώς θα τον εξουδετερώσω με αποτελεσματικότερο τρόπο!  Πυροβολείς πρώτος , προτού σε πυροβολήσουν.

Έτερον εκάτερον, βέβαια, όπως έτερον  εκάτερον είναι η ανθρώπινη ζωή , γενικώτερα. Έτερον εκάτερον μιας φριχτής ασυνειδητότητας, από την οποία με χίλιους κόπους μπορέσαμε κάποτε να διαφύγουμε, όμως, ακόμα , δεν έχουμε συμπληρώσει το έργο αυτής της φυγής.

Η λέξη “επανάσταση” είναι εδώ το κλειδί. Επανάσταση ουσιαστική, όμως, τουτέστιν, προς κέντρα λακτίζοντας , και όχι εξαντλούμενοι σε θυμικές ανοησίες και ανορθολογικές αποστροφές.

Επανάσταση, σίγουρα, στο κέντρο της ύπαρξης, όχι στις περιφέρειές της.

 

 

Μια πολύ αρχαία, σανσκριτική παροιμία (αν μπορούμε να πούμε ότι είναι παροιμία) λέει :

“Παίρνοντας το πλήρες από το πλήρες, το ίδιο το πλήρες παραμένει”

(pūrṇasya pūrṇam ādāya pūrṇam evāvaśiṣyate –  पूर्णस्य पूर्णम् आदाय पूर्णम् एवावशिष्यते )

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο άνθρωπος δεν έχει πλήρη συνείδηση του εαυτού του, όμως αυτό δεν σημαίνει πως η ανθρώπινη παρουσία στον κόσμο δεν συνιστά μια τέτοια “μεταφορά πληρότητας”-αν εφαρμόσουμε την παραπάνω σανσκριτική αρχή στην περίπτωση που μας αφορά εδώ-, από το πλήρες πάλι στο πλήρες, μόνο που δεν έχει συντελεστεί ακόμα το “έργο”.

Κάποιος ή κάτι “κηδεμονεύει” το ανθρώπινο ον, “εν κρυπτώ” (αν δεν συνέβαινε αυτό, ο άνθρωπος θα ήταν εξ αρχής “πλήρως” συνειδητός), και αυτό από μόνο του, όπως καταλαβαίνετε, συνιστά κάτι αποκρουστικό. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν έχει νόημα να κόβεις συνεχώς τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας που ξεπηδούν το ένα μετά το άλλο σαν τρελλά αυτόματα θανάτου, αλλά να στοχεύεις απευθείας στην “κεντρική κεφαλή”.

Προς κέντρα λακτίζειν, πάντοτε, όλα τα άλλα είναι χαμένος χρόνος.

Το Αίνιγμα του Κόσμου, δεν χρειάζεται μόνον γερά μυαλά για να το κατανοήσουν, αλλά και καλή κλωτσοπατινάδα (μερικές φορές). Επειδή δεν υπάρχει Αίνιγμα τέτοιο  που να μην είναι θανάσιμα εχθρικό προς τον άνθρωπο. Μια ανηλεής πάλη για εξουσία εντοπίζεται εδώ. Είτε ο άνθρωπος θα καθυποτάξει το Αίνιγμα είτε το Αίνιγμα θα τον συντρίψει, στην κυριολεξία. Όποιαδήποτε άλλη οπτική είναι για χαζοχαρούμενα προσκοπάκια που προβάλλουν στο σύμπαν, την επιθυμία μιας “οικογενειακής στοργής”. Αυταπάτες φυσικά. Τίποτε δεν προχωρεί χωρίς την μυθική σπάθη του Περσέως ή το ρόπαλο του Ηρακλέους.

 

 

Στην λουριανική Kabbalah, η έννοια της tikkun olam ( תיקון עולם  – επιδιόρθωση, επισκευή του κόσμου ) είναι κεφαλαιώδους και κρίσιμης σημασίας. Ο υλικός κόσμος, εν αρχή δεν μπορεί να υποδεχθεί το “εξεγερμένο” ή “δημιουργούν” (όπως το πάρει κανείς, ο Λούρια φυσικά αναφέρεται σε “δημιουργία”) φως και κατασυντρίβονται τα “κελύφη”. Κατά συνέπεια, η όλη συνειδητή κίνηση της ανθρωπότητας, από ένα σημείο και μετά, δεν μπορεί παρά να έχει ως σκοπό την “επιδιόρθωση” του κόσμου και την αποφυγή μιας έσχατης κοσμικής καταστροφής.

Επειδή το ζητούμενο (τουλάχιστον, για κάθε άνθρωπο που αγαπάει την ζωή), δεν μπορεί να είναι η επιστροφή στην ασυνειδησία, παραδεχόμενοι μέσα από ένα δαιμονικό παιγνίδι εξαπάτησης ότι ο άνθρωπος είναι αυτοκαταστροφικό ον, όπως τόσον εύκολα και αστόχαστα οι μισάνθρωποι και οι υπαρξιακοί γκρινιάρηδες μονολογούν, αλλά ζητούμενη, εν τέλει, είναι η καλύτερη ορατότητα της Sekhinah (שכינה), τουτέστιν η ορατότητα της “θεϊκής παρουσίας”, αλλά ως “νύμφη” αυτήν την φορά,  άλλως, ο Κόσμος ως το πεδίο και η κληρονομιά της Κόρης ( בת – bath).

Μένει, βέβαια,  τόση σαβούρα στο μυαλό και τις νοοτροπίες για να καθαριστεί, ώσπου να φτάσουμε εκεί (μην το θεωρεί κανείς, όμως,  και μια υπόθεση για το απώτατο μέλλον…  ξαφνικά έρχονται αυτά τα πράγματα πάντα, όπως το κάθε τι στην ανθρώπινη Ιστορία), που πραγματικά, οποιοσδήποτε (insect-) “exterminator” του  Αμερικανού συγγραφέα William S. Burroughs , θα θεωρούσε πιθανώς μάταιη την όλη δουλειά.

 

 

Αλλά το “ματαιότης ματαιοτήτων”, το ξέρουμε καλά πια, είναι ένα …μάταιο σλόγκαν. Κανείς, εν τη πράξει, δεν το ακολούθησε μέχρι σήμερα, πέρα από τους αυτόχειρες και τους καταθλιπτικούς, και υπάρχει λόγος γι’ αυτό.

Θέλω να πω, πως η ζωή είναι προτιμώτερη από την γκρίνια και την μισανθρωπία, και σίγουρα, κάτι τέτοιο, προκαλεί ανησυχίες και φόβους, σε όσους έχουν καλοσυνηθίσει στο ρόλο της “μαριονέττας” και στο να σκέφτονται άλλοι για λογαριασμό τους και ποτέ οι ίδιοι,

πέρα από τα τετριμμένα σύνορα μιας νόησης που οφείλει να μην  έχει άλλο νόημα και ρόλο στον κόσμο, ει μη εκείνον της διαρκούς ανατροπής και της πάση θυσία προωθητικής διεξόδου,

στα πάντα που αφορούν την ολοσχερή χειραφέτηση του ανθρωπίνου όντος πάνω σε αυτήν την Γαία .

 

 

 

 

 

 

 

(εκ νέου ανάρτηση για ειδικούς λόγους, ενός σχετικώς παλαιοτέρου κειμένου, 5/9/2016)

 

mailam_fig5

 

PRALAYA, “ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΣ” ΛΟΓΟΣ, ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ

 

Ενδεχομένως, το όλο φαινόμενο μιας κοινωνικής-πολιτισμικής παρακμής να συνιστά ουσιαστικά  ό,τι η ινδική-ινδουιστική κοσμομυθοφιλοσοφία ορίζει ως “pralaya” (διάλυση, μη ύπαρξη σε κοσμολογικό επίπεδο). Ή μάλλον, και στο βαθμό που μια τέτοια γκροτέσκα εννοιολογική παραμόρφωση θα μπορούσε να λάβει υπόσταση κάτω από πλήρως ιδιότροπες συνθήκες (όπως για παράδειγμα στην χώρα μας), συνιστά πιθανώς και μια παρωδία της pralaya

Pralaya, τουτέστιν, παύση της δραστηριότητας, διάλυση, χαοτική συγχώνευση.

 

0_edinburgh_transport_steam_passenger_transport_new_favorite

 

Τι είναι περίοδος ακμής, και μάλιστα στο πεδίο της σκέψης και της τέχνης;

Αν θα θέλαμε να δώσουμε απάντηση σε μιαν όσον το δυνατόν περισσότερον ακριβή γενίκευση, τότε κάλλιστα θα μπορούσε να λεχθεί πως ακμή σημαίνει ολοένα και περισσότερη εξατομίκευση,  διάκριση των μορφών μεταξύ τουςκατεργασία και ανάπτυξη των μορφών προς όφελος ενός “συγκεκριμένου” που τείνει, ανά περιπτώσεις και κατ’ αναγκαιότητα, να γενικεύεται ολοένα μέσα από κατάλληλες αφαιρέσεις. Αυτές οι αφαιρέσεις είναι τόσον πιο επιτυχείς όσον λιγότερο είναι το έλλειμμα ή το κενό πιθανοτήτων που αφήνουν κατά την διατύπωσή τους.

Για να γίνει περισσότερον κατανοητό αυτό: είναι γνωστό γνώρισμα μιας διανοητικής παρακμής η αδυναμία γενίκευσης και η αντικατάστασή της από μιαν εκλεκτική, άνευ αρχών παραδειγματολογία ή την περιπλάνηση σε μιαν εμπειριολογικής πρόθεσης φαινομενολογία. Η έννοια σε αυτήν την περίπτωση καθίσταται το παραπροϊόν της  εμπειρίας (της φερομένης ως τέτοιας) και όχι ο αναμορφωτής-καθοδηγητής της σε μια νέα πράξη ή μια καινοτομία θεωρίας και ζωής  .

Οι άνθρωποι τότε αυτοσχεδιάζουν παρεννοιολογικώς με χοντροκομμένο τρόπο.  Δεν ενδιαφέρονται πλέον για την αλήθεια, αλλά για την αγόρευση ενώπιον ενός πλήθους που ολοένα στερείται των προϋποθέσεων για μιαν έστω στοιχειώδη σκέψη, στο βαθμό που βομβαρδίζεται από αποσπασματικό, τυχαίο, ασυναφή λόγο,  και από ένα σημείο και μετά προσπαθούν να μιμηθούν αυτό που τους φαντάζει ως γενικώτερη τάση, ένεκα ενός καθαρά ανυπόστατου,  πλασματικού φόβου “αποβολής από το κοπάδι”. Μάταιος, ανόητος φόβος, ιδιαίτερα στην σημερινή εποχή!

Bytes don’t bite, εξ άλλου.

Μάλλον εξυπνότερο μου φαίνεται να σκοτώνεις τις χίμαιρες αντί να τις φοβάσαι και τελικώς  να σε καταπίνουν.

 

 

Επιπλέον: η φαντασιωτική δίκη προθέσεων τείνει να αντικαταστήσει το επιχείρημα και την ανάλυση, η όποια αναμενόμενη διεξοδικότητα του λόγου εκλείπει με ή χωρίς δικαιολογίες (λιτά συνθήματα ή ψευδοαμπελοαφορισμοί, κατάλληλοι προς γρήγορη αφομοίωση και σκόπιμη παραπλάνηση), κυρίως όμως,  τα είδη του λόγου τείνουν να συγχωνεύονται μεταξύ τους.

Χάνονται τότε οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε πεζό, ποιητικό, δοκιμιακό λόγο και ολοένα το προκύπτον μόρφωμα τείνει να καταρρεύσει σε μια προφορικότητα καθημερινής ομιλίας. Προσοχή όμως:  χάνονται, επιστρέφουν στο αδιαφοροποίητο  από την άποψη της παρακμής και δεν ανα-συντίθενται σε μιαν ανωτέρου είδους ενοποίηση, όπως θα μπορούσε να προκύψει κάτι τέτοιο σε περίοδο ακμής!  Είναι άλλη, για παράδειγμα, η διάλυση και συγχώνευση των ειδών του λόγου στο   …facebook, και πλήρως άλλη (εξ αντιθέτου!)  μια ενοποίηση των τεχνών σε ένα βαγκνερικό δράμα κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, όταν η λεγόμενη αστική τάξη είχε φτάσει στο απώγειό της, επαναστατικοποιώντας με αφάνταστο μέχρι τότε τρόπο τα μέσα παραγωγής και ενοποιώντας, ουσιαστικά, την υδρόγειο από την άποψη των αγορών, της γνώσης και της πληροφορίας.

 

613px-Farmer_walking_in_dust_storm_Cimarron_County_Oklahoma2

 

Εδώ μιλάμε για το αντίθετο: μια πλήρη διάλυση  σε μια παρακμή, όχι μόνον των μορφών, αλλά κυρίως, της πρόθεσης. Η πρόθεση δεν είναι σε αυτή την περίπτωση η ανάπτυξη και η εξατομίκευση, αλλά η “επιβολή σε ένα σύνολο ανθρώπων” πάση θυσία.

Τέτοια γνωρίσματα είναι συχνότατα απαντώμενα σε περίοδους παρακμής-διάλυσης-(παρωδίας)”pralaya”, και αν ρίξει κανείς μια ματιά στον Ναό της Μεγάλης Χίμαιρας, το Facebook, θα δει κανείς όλα τα γνωρίσματα εκείνα που διαλύουν τις μορφές του λόγου μεταξύ τους, προς όφελος μιας καθημερινότροπης ασημαντολογίας ακόμα και όταν μέσω αυτής επισυμβαίνει η απόπειρα  χρήσης σημαντικών θεμάτων.

Θα έχετε ίσως παρατηρήσει, ακόμα, και ως προς το βαθμό των προτεινομένων λογοτεχνικών εκφανειών πως από αξιολογική άποψη τίποτε δεν είναι όπως πριν από είκοσι χρόνια, ας πούμε.

Αν παραμερίσουμε σημαντικές εξαιρέσεις στην σημερινή εποχή, η ποιότητα έχει πέσει δραματικά,  η αυθαιρεσία και η τυχαιογραφία αφθονούν, οι χοντροκομμένες νεκραναστάσεις  θεωρητικών κλιμάτων άλλων εποχών (σε βαθμό που να νομίζει κάποιος πως βρίσκεται σε ταξίδι στο χρόνο!)  δεν είναι σπάνιες,  ενώ τα πάντα τείνουν να γίνουν περισσότερο αποσπασματικά και να συγχωνεύονται μεταξύ τους σε ένα παρδαλό κράμα πρόφασης λογοτεχνικότητας, χαοτικής γνωμοδοτικής, δημοσίων/υποδημοσίων σχέσεων, εξουσιαστικών φαντασιώσεων κλπ.

 

 

Αν θα θέλαμε να στοχοποιήσουμε εννοιολογικώς το φαινόμενο με κατ’ ελπίδα περισσότερη ακρίβεια, τότε θα λέγαμε πως ο αφύσικα, ευδοκιμών προφορικός λόγος εν γραπτώ  ρευστοποιεί τις μορφές (fluidity, εν παράλληλω, είναι ο όρος που προτιμούσε ο Mircea Eliade, γενικώτερα,  για τις περιόδους κοσμολογικής διάλυσης-pralaya ).

Πρέπει ακόμα να επισημανθεί, πως σε τέτοιες συνθήκες δεν πρέπει να θεωρείται απίθανη και μια πλήρως φάλτσα εξιδανίκευση μιας έννοιας “άμεσης δημοκρατίας”, εφ’ όσον κάθε ηλεκτρονική χίμαιρα, μπορεί μεν να την προσφέρει ως εντύπωση δυνατότητας,  αλλά με αντάλλαγμα, μάλλον, την ίδια την ψυχή (και την ζωή) του ανύποπτου. Ο οποίος ανύποπτος προθυμοποιείται πάντοτε να τρέχει πίσω απ’ ό,τι θεωρείται (ψευδώς) “σύγχρονη” τάση,  έστω και αν αυτό τον οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στις αφόρητες μοναξιές των προϊστορικών σπηλαίων!

Τι σόι “δημοκρατία”, λοιπόν,  μπορεί να νοιώσει ή επιφέρει κάποιος που είναι καταδικασμένος να πληκτρολογεί (να πληκτρολογεί, όχι να ομιλεί!) από το πρωί ως το βράδυ ανοησίες, λογύδρια, συνθήματα, κοινοτοπίες, μπινελίκια και πλάγια “μηνύματα”; κυρίως, όταν μετέχει και ο ίδιος, σαν ακολουθητικό γίδι, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα,  σε μιαν επιχείρηση “διανοητικού εγκλήματος” ρευστοποιώντας όλα τα είδη και μορφές  του γραπτού λόγου σε μια σούπα προφορικότητας; Σούπα που  σερβίρεται ούτε κρύα ούτε ζεστή αλλά καμμένη εξ αρχής (και αναπόφευκτα όταν η πρόθεση ΔΕΝ είναι η αλήθεια,  αλλά η αγόρευση και η εξαπάτηση του άλλου προς μικροεξουσιαστική χρήση του).

Αν λάβετε δε υπ’όψιν σας πως σε αυτές τις συνθήκες κάθε ανθρώπινο αίσθημα ανταγωνισμού και φθόνου οξύνεται σε τρομαχτικό βαθμό  (η ηλεκτρονική χίμαιρα πανεύκολα υποβάλλει ψευδαισθήσεις κυριαρχίας, ας είναι και επί είκοσι όλων κι όλων ατόμων), τότε κάθε ουσία της δημοκρατίας απομακρύνεται μέσα από τους αμήχανους μύλους της παρακμής για να παραμείνει μόνο η παρωδία της, τουτέστιν,

όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει “δημοκρατία” .

 

Carpenter’s Drive-in Restaurant, Sunset and Vine, Hollywood, Los Angeles. 1932

 

Δεν μπορεί όμως να υπάρξει πραγματική δημοκρατία σε μια διάλυση και ρευστοποίηση των μορφών. Η δημοκρατία χωρίς συνείδηση και ποιότητα σκέψης μπορεί να καταστεί κάτι χειρότερο από δικτατορία: οριστική παύση της ζωής προς όφελος της εντύπωσης στους άλλους. Για να γλυτώνεις το τομάρι σου θα πρέπει συνεχώς να φοράς και αλλάζεις δημαγωγικά τομάρια πάνω σου.

Σε αυτή την περίπτωση, συνεπώς,τείνουν να υπάρχουν (και στο βαθμό που η διάλυση δεν σταματήσει ΑΠ’ ΕΞΩ μέσα από συνειδητές ενάντιες θελήσεις) μόνον συμμορίες ή αγέλες ηλεκτρονικών λύκων που ορέγονται αίμα και δόξα (έστω και σε bytes) στο όνομα μιας ασαφώς ή πλήρως παραπλανητικώς εκλαμβανομένης δημοκρατίας.

Πρόκειται, δηλαδή,  για  αυθαιρεσία  και   παραπλάνηση στον ύψιστο βαθμό, εφ’ όσον ακόμα και όταν επιχειρείται δικαιολόγηση (για ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ, τουτέστιν ΣΑΦΗ, επιχειρηματολογία ούτε λόγος!), αυτό δεν διαφέρει από θέα λύκου που πάνω στην βιασύνη της πείνας του ξέχασε να φορέσει την προβιά του αμνού!

Στο κάτω κάτω αν στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις, αυτό δεν σημαίνει λιγότερο πως στην ιδιάζουσα ηλεκτρονική Ελλάδα -που τείνει να πάρει την θέση της πραγματικής  σε μιαν κατάσταση εθνικής διάλυσης-, δεν μπορείς (απλά και μόνο ) να δηλώσεις τι είναι και τι δεν είναι τα πάντα και οι πάντες.

Ολοένα και περισσότεροι νοιώθουν μέσα από υποκριτικές δηλώσεις ταπεινοφροσύνης την αίσθηση ότι είναι θεοί ή κοσμοκράτορες των είκοσι ατόμων, αλλά για να είμαστε ειλικρινείς  ούτε ως θεούς του κάτω κόσμου θα τους δέχονταν, ει μη ως δαίμονες δεύτερης διαλογής σε μιαν άνω-κάτω χώρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Παρμενίδης απογυμνώνει πλήρως το Είναι. Ο κόσμος ως πεδίο ψευδαισθητικής υποβολής εντυπώσεων αντιπαραβάλλεται απόλυτα προς τον πλέον ακίνητο πυρήνα της Αλήθειας, τον οποίον και προσομοιάζει με μιαν αυτοπεριεχόμενη σφαίρα ισοδύναμη (“ισοπαλές”) σε κάθε σημείο της (“Αὐτὰρ ἐπεὶ πεῖρας πύµατον, τετελεσµένον ἐστί πάντοθεν, εὐκύκλου σφαίρης ἐναλίγκιον ὄγκῳ, µεσσόθεν ἰσοπαλὲς πάντῃ·”).

Το Όντως Ον για τον Παρμενίδη είναι ακίνητο, αμετάβλητο, μηδέποτε γεννημένο και μηδέποτε ενυποκείμενο σε φθορά. Από την άλλη, ο Ηράκλειτος διαπιστώνει ότι τίποτα δεν μπορεί να είναι σε δυο στιγμές το ίδιο· τα πάντα αλλάζουν σε ένα κόσμο όπου δεν υπάρχει τίποτε σταθερό εκτός από την αλλαγή.

Ποιος έχει δίκιο; και υπάρχει άραγε ένας φιλοσοφικός τόπος συμβιβασμού τους; ο Πλάτων με τον (σχεδόν) αντικειμενικό ιδεαλισμό του, τους συμβιβάζει κατά κάποιο τρόπο· γι’ αυτόν ο κόσμος των Ιδεών είναι αρχέτυπος, ενώ ο φθαρτός κόσμος έκτυπος του πρώτου, όμως δεν είναι σαφές προς τι η αναγκαιότητα του δευτέρου· για ποιο λόγο δηλαδή ο κόσμος του πραγματικού νοιώθει την ανάγκη να προβάλλει-δημιουργήσει ένα “πλαστό” έκτυπό του; (αυτό ίσως το καταλάβουμε λίγο παρακάτω).

 

 

Όπως δεν είναι και σαφές στην μεγαλοφυή (δι)αίσθηση του Παρμενίδη, προς τι η αναγκαιότητα όλου αυτού του “ψευδαισθητικού” ορυμαγδού που περικυκλώνει και κατακλύζει το όντως Ον.

Από την άλλη ο Ηράκλειτος περιγράφει με θαυμαστό τρόπο όχι τον κόσμο του όντως όντος (όπως πιθανώς πίστευε ο ίδιος), αλλά της μορφής.
Υπάρχουν και άλλες θεωρήσεις, λίγο πολύ κατά την ίδια εποχή αλλά και παλαιότερα, όπως αίφνης στην Ινδική Φιλοσοφία (που δεν συνιστά στην ουσία φιλοσοφία), η οποία εκλαμβάνει τον κόσμο ως ένα “ψευδαισθητικό πέπλο”.
Όμως στους Έλληνες βρίσκουμε για πρώτη φορά την έρευνα και την σύλληψη του Όντος, μετά από ένα χρονικό σημείο , όχι μέσω μύθων αλλά μέσω καθαρά αφηρημένων εννοιών.

 

 

Η ινδική trimurti , για παράδειγμα, αναγκαστικά προκύπτει από προσωποποίηση· δεν έχουμε εδώ φιλοσοφικά universalia, αλλά -για να θυμηθούμε τον Giambattista Vico όταν μιλάει για τους μύθους- την δημιουργία ενός “universale fantastico” σχεδόν ποιητικής υφής, (κάτι που και ο Ηράκλειτος θα επισημάνει με εξαιρετικό τρόπο, όταν λέει “ἓν τὸ σοφὸν μοῦνον λέγεσθαι οὐκ ἐθέλει καὶ ἐθέλει Ζηνὸς ὄνομα”!).

Στην περίπτωση των Ινδών η μεταφυσική, ή ο στοχασμός γενικώτερα, δεν ανεξαρτητοποιείται από την θρησκευτική λατρεία και υποτάσσεται στην δεύτερη· υφίσταται δηλαδή μια μεταφυσική δεσποτεία ανάλογη με τους κοινωνικούς-βιωτικούς όρους που την παρήγαγαν. Σε αντίθεση με τους Έλληνες στους οποίους η χειραφέτησή τους από την θρησκεία, τους επέτρεψε να εξάγουν καθαρά φιλοσοφικές, αφηρημένες καθολικές έννοιες μην πληρώνοντας για την σκέψη τους οποιοδήποτε “φόρο λατρείας” σε καμμιά θεότητα, θρησκευτική ή ιερατική αρχή.

 

 

Αν θεωρήσουμε λοιπόν -επιστρέφοντας στο ζήτημα που πρωτίστως μας απασχολεί εδώ- ότι ο Παρμενίδης έχει δίκιο (προσωπικά τείνω προς την παρμενίδεια παραδοχή, αλλά με όρους), τότε ο Ηράκλειτος περιγράφει με καταπληκτική ακρίβεια ένα ψέμα.

Με μια διαφορά όμως: αυτό το ψέμα, η κίνηση, η αλλαγή, είναι η ίδια η ζωή.
Κατά συνέπεια, ο Κόσμος μας είναι ένα ψέμα μεν, που επιτρέπει την ζωή ωστόσο.
Και αν φτάνοντας στην Αλήθεια, νοιώσουμε την ανάγκη να “ζήσουμε” ξανά, δεν θα πρέπει πάλι να εμφανιστεί αυτόματα ένας φθαρτός κόσμος μπροστά μας;

Μπορεί ο άνθρωπος να γίνει αθάνατος και να “ζήσει” ταυτόχρονα;
Μπορεί το Κάλλος της Αλήθειας να υπερνικήσει την ανάγκη της περιπέτειας;
Μπορεί ο Τυχοδιώκτης να γίνει Οικοδεσπότης;

 

 

Αν η Ζωή όμως σε αυτή την περίπτωση (Αλήθεια) μπορεί να υφίσταται ως “μη ηρακλείτια” και από την άλλη να συμπίπτει πλήρως με μια μη απόλυτα “παρμενίδεια” Αλήθεια και έτσι να αίρονται τα αντίθετα χωρίς όμως να αλληλεξουδετερώνονται, τότε έχουμε την πιθανότητα ενός υπαρκτικού optimum που μπορεί να προκύψει μέσα από μια εξονυχιστική, πολύ ΛΕΠΤΗ ΕΞΙΣΟΡΡΟΠΗΣΗ των οντολογικών σταθερών. Γιατί το όλο ζήτημα έγκειται στο κατά πόσο μπορεί να νοηθεί μια μη ηρακλείτια ζωή· κατά πόσο δηλαδή οι εξακριβώσεις του Ηρακλείτου συνιστούν ή όχι το απώτατο όριο κάθε δυνατής νοουμένης ζωής.

Εδώ είναι , για μένα, το Μέγα Εκκρεμές της Ύπαρξης, και το μόνο ουσιαστικό δίλημμα για το οποίο αξίζει κανείς να καταδύεται και να αναδύεται συνεχώς μέσα στην, και από την θάλασσα των εντυπώσεων του κόσμου.

Ο,τιδήποτε άλλο δεν είναι παρά εξωραϊσμός της Νύχτας.

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν είναι πλέον εφικτό, μα πάνω απ’ όλα δεν θα ήταν επιτρεπτό, να επιστρέψουμε σε μια “ναίφ” αντίληψη και αντιμετώπιση των πραγμάτων, έναντι των περιπλοκών, ασυνεχειών και φρικαλεοτήτων της Ιστορίας, και πιστεύοντας έτσι ότι βρίσκουμε μια παρηγοριά στην μακάρια απλότητα καθώς και την αξιέπαινη, καλή καρδούλα μας.

Δεν θα υπήρχε παγίδα πιο θανάσιμη από κάτι τέτοιο. Το ίδιο, εξ άλλου, σύνδρομο επιστροφής στην θανάσιμη μητρική αγκαλιά,  ήταν που έφαγε και την χώρα μας, όντας εξαιρετικά εθισμένη σε αυτό. Και δεν υπάρχει πράγμα που να μπορεί να μηδενίσει τόσον την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όσον η άρνηση της προόδου και του μέλλοντος.

Ο μεγάλος μπολσεβίκος επαναστάτης, Λέων Τρότσκι, το εξέφρασε μια φορά κι έναν καιρό, πολύ καλά, έστω και αν η προκείμενη ρήση του είναι εκ των προτέρων κυμαινόμενη στο δικό του, και σήμερα, βέβαια,  περιορισμένο, όραμα για το μέλλον:

“η υπέρτατη ευτυχία είναι η προετοιμασία του μέλλοντος”.

Μα, σίγουρα.

Έτσι κι αλλιώς, αν δεν προετοιμάζεις το μέλλον, το μόνο που σου μένει να κάνεις, είναι να ρημάζεις το παρόν.

 

 

Φυσικά, -αλλά όχι τόσον αυτονόητα-, το κυριαρχικότερο αιτούμενο για το ανθρώπινο είδος είναι (πρέπει να θεωρείται), ιδιαίτερα σήμερα,  ο πλήρης απογαλακτισμός από κάθε “πρωταρχικότητα” (η κατανόηση και μεταστροφή της προς το μέλλον έχει, ασφαλώς, νόημα) και, σίγουρα,  από κάθε μη-ιστορική/ιστοριομορφική απειλή πισωγυρίσματος είτε στην ελεεινή ανημπόρια της παιδικής ηλικίας, είτε  στο “όνομα του πατρός”. Κάποτε,  και οι δυο αυτές παγίδες, τουτέστιν η τρόπον τινά οιδιπόδεια από την μια,  και ή τρόπον τινά μετατόπιση της προσωπικής ευθύνης σε ένα φαντασιωμένο ισχυρότερο υποκείμενο από την άλλη, θα προκαλούν μόνο γέλια.

Όμως, το πρώτο πραγματικά Αναρχικό Υπερκείμενο της Ιστορίας (και κυρίως πέραν της Ιστορίας), είναι το ζητούμενο. Όπου ο όρος “αναρχικός” όχι με την στενή πολιτικο-κοινωνική έννοια της ιστορικής Αναρχίας, καίτοι ασφαλώς, την εγκλείει και υπερβαίνει εκλεκτικώς, αλλά, πρωτίστως, με μια προμηθεϊκή-περσεϊκή έννοια.

 

 

Το Κήτος της Ύπαρξης, στήνει χίλιες δυο παγίδες για να ανακόψει και να αναστρέψει την ανθρώπινη πορεία. Δεν γνωρίζει από ιδανικά, ιδέες, όνειρα, δεν καταλαβαίνει μία από ανθρώπινο πόνο. Γνωρίζει μόνο να καταπίνει και να καταπίνει κατά τα “γραπτά του πεπρωμένου”. Η πιο τυφλή, αυτοματική μηχανή θανάτου που παίρνει ζωές και ζωές, από αίσθηση “υπαλληλικού” καθήκοντος και μόνον.

Οι άνθρωποι με πολύ χαλαρό υποσυνείδητο και με εξαιρετικά αδύναμη θέληση, ιδιαίτερως δε, εξ αιτίας των συνθηματολογικών ανακλαστικών και των μιμητικών συνηθειών αναπαραγωγής ποικίλων ιδεομορφημάτων, όταν αισθάνονται πως μέσα σ’ αυτά εντοπίζουν είτε την μητρική αγκάλη είτε τελούν το χρέος τους “στο όνομα του πατρός”,

οι άνθρωποι αυτοί, λοιπόν, ανιχνευόμενοι σε υπερπληθώρα κατά τις περιόδους παρακμής, πάντα θα πέφτουν σε τέτοιες θανάσιμες παγίδες. Δεν πουλάνε την ψυχή τους στο διάβολο ακριβώς. Πάνε στο διάβολο, κατ’ ευθείαν οδόν, μάλλον, για να αποφύγουν να ζαλίζονται στις “στροφές’ του Χρόνου.

Ο κόσμος εξ άλλου, δεν είναι τίποτε άλλο από ένα Κήτος- Παγίδα. Με την διαφορά ωστόσο, πως ο  αιώνιος Ιωνάς δεν θα είχε νόημα να μπαίνει και να ξαναβγαίνει τριήμερα στην κοιλιά του κήτους, αν βέβαια αποφάσιζε κάποια στιγμή να το εξολοθρεύσει, όπως ο Περσεύς. Τζάμπα ο κόπος, από ένα σημείο και μετά να καταπίνεσαι και να σε εκβάλλουν ξανά και ξανά. Τα μαχαίρια, εξ άλλου, δεν είναι μόνον για να κόβουν το ψωμί, αλλά και τα τέρατα.

 

 

Επειδή η Μεγάλη Μάχαιρα του Μυαλού, είναι για τους εκλεκτούς του μέλλοντος. Όλα τα άλλα, δεν είναι παρά προφάσεις δειλίας και άνευ όρων παράδοση στην θαλπωρή της Μη- υποκειμενικότητας.

Ένα χάσμα εμφανίζεται στην εποχή μας, και με καμμία, ορατή τουλάχιστον, γέφυρα να συνενώνει τα δύο αντικρυστά μέρη του. Αυτό το χάσμα είναι η μεγάλη σιαγόνα του Κήτους. Αυτό το χάσμα, δεν ξορκίζεται, δεν αποφεύγεται, δεν καλύπτεται.

Είτε αποφασίζεις, λοιπόν, να κάνεις το άλμα, είτε το σφάλμα.

Όλα τα άλλα, είναι ιστορίες για αγρίους της παρακμής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Νους είναι μια νόσος στην ανθρωπότητα, σίγουρα, ή μάλλον, η νόσος της ανθρωπότητας, όμως μαζί και ένας “σκοπός”, ένας καινούργιος θεός που δεν έχει αναλάβει ακόμα εξουσία στον κόσμο.

Ζούμε ακόμα σε μια γενικευμένη υπνηλία φαντασμάτων, η λεγόμενη “ανθρώπινη κατάσταση” έως σήμερα (και όχι για πάντα) δεν είναι παρά μια ανεξέλεγκτη και εφιαλτική κατάσταση “μαύρης μαγείας” (με την πλέον ανθρωπολογική , πρωτογονική έννοια), εξ αιτίας του γεγονότος ότι ο Νους δεν είναι ακόμα “γνωστός”. Δρα όμως. Το ότι αυτό δεν συνειδητοποιείται, είναι το πλέον επικίνδυνο.

Η υπερσύγχρονη Φυσική, εξ άλλου, μόλις αρχίζει και “υποψιάζεται” την σχέση ανάμεσα νου και “ύλη” (ό,τι και αν εννοεί κανείς με αυτήν την λέξη), μια σχέση, όμως, που θεωρούσαν βέβαιη  πριν από χιλιάδες χρόνια.

 

 

Λέμε το “υποκείμενο” της δράσης. Όσον αναγκαίο, φυσικά, και αν είναι  το υποκείμενο, δεν παύει, ωστόσο, αυτό το “υπο-” να χαρακτηρίζει την σχέση εξουσίας ανάμεσα σε άνθρωπο και σε μοίρα.

Το υποκείμενο δεν συνιστά από μόνο του παρά πάλη για χειραφέτηση από κάθε τι “ασυνείδητο” που το καθορίζει ακόμα. Το “ασυνείδητο”, εξ άλλου, είναι απλά ένα επίθετο και ορίζει ιδιότητα, όχι ουσία. Ως όρος, δεν λέει απολύτως τίποτα το σημαντικό. Πρόκειται για σύμβαση και ορολογία αμηχανίας. Λέει απλά, πώς “κάτι” είναι “ασυνείδητο”. Το τι όμως, είναι άλλη υπόθεση .

Από την άλλη, ο  Νους που σκέφτεται και συλλαμβάνει τον εαυτό του, δεν είναι θέμα μόνον φιλοσοφίας, αλλά κυρίως θέμα άμεσης ανάδρασης στην καθημερινή ζωή και της μεταμόρφωσής της.

Ένας “σόρσερερ”  στο οροπέδιο του  Chota Nagpur είναι κατά μίαν έννοια τρομαχτικό πλάσμα, επειδή χειρίζεται νοητικές δυνάμεις που δεν κατανοεί. Η συμβολική-μυθική-πρωτοθρησκευτική γλώσσα περιγραφής που χρησιμοποιεί για τις δυνάμεις που χειρίζεται, μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαίνουσα, αλλά μακριά ακόμα από μια πλήρη και αφηρημένη κατανόηση. Απ’ αυτήν την άποψη ο πρωτογονικός μάγος είναι και αυτός “υποκείμενο” και όχι “κύριος” της μοίρας.

Το υποκείμενο της Ιστορίας αγωνίζεται ώστε να γίνει κάποια στιγμή υπερβατικό υποκείμενο, τουτέστιν, υπερκείμενο (αν θα μπορούσα να το καλέσω έτσι). Από το υποκείμενο ως το υπερκείμενο μεσολαβεί μια χαοτική κατάσταση ασυνείδητης τέλεσης της ζωής και των ενεργειών της.

 

 

Είναι σαν να παρακολουθεί κανείς έναν δρόμο μεγάλης κυκλοφορίας στον οποίον τα οχήματα συγκρούονται συχνά το ένα με το άλλο, επειδή οι οδηγοί τους ανεξήγητα ή παραδόξως χάνουν τον έλεγχο και δεν υπολογίζουν σωστά τις “ταχύτητες” και τις “αποστάσεις”. Αυτό είναι ο νους ακόμα. Δεν σημαίνει, όμως, πως δεν προορίζεται να βασιλέψει κάποια στιγμή στον κόσμο.

Γιατί ο Νους, αν μη τι άλλο, για να μπορέσει να δράσει “συνειδητά” στον  κόσμο πρέπει να ειναι “πάνω” και από τον εαυτό του ακόμα, πρώτα να μην κινδυνεύει από αυτόν τον ίδιον.

Κανένα πράγμα, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι ελεύθερο αν δεν είναι πάνω απ’ όλα ελεύθερο από τον ίδιον τον εαυτό του.