Skip navigation

Category Archives: Effervescing Definitions at the Dusk

 

 

 

(εκ νέου ανάρτηση ενός παλαιοτέρου κειμένου , 27/9/2016)

 

 

prince-rupert_phixr

 

 

ΕΞΙ ΠΟΙΗΤΙΚΟ-ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

 

I. Κατά μία βαθύτερη ή πιο εξονυχιστική έννοια, η αλήθεια δεν είναι βεβαίωση, αλλά ενέργεια.
Αληθινό δεν είναι ό,τι συμφωνεί με την πραγματικότητα, αλλά ό,τι την δημιουργεί.

II. Όπως υφίσταται εν όροις το “υπερπραγματικό” (για παράδειγμα στον όρο “υπερρεαλισμός”, ή γενικώτερα ως έννοια στις μυστικές εμπειρίες), άλλο τόσο μπορεί να λογίζεται και το “υποπραγματικό” ως όρος.

Τι είναι “υποπραγματικό”;

Προσοχή: όχι ό,τι είναι κατώτερο της πραγματικότητας, αλλά ό,τι ΔΕΝ την δημιουργεί!

ΙΙΙ. Η μετριότητα ακολουθεί την πραγματικότητα. Η δημιουργική νόηση την προσπερνά. Την προσπερνά, δηλαδή, σαν σε αγώνα ταχύτητας.

IV. Κάθε εποχή παρακμής είναι εποχή του υποπραγματικού. Όμως, όπως οι άνθρωποι σε τέτοια εποχή “αδειάζονται” αθρόα και ο ένας μετά τον άλλον στους καταρράκτες του χρόνου, πιστεύοντας πως μέχρι εκείνη την στιγμή, δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να ακολουθούν το ρεύμα του ποταμού (μην κατανοώντας εγκαίρως πως το “ρεύμα του ποταμού” ΜΟΝΑΧΑ εκεί θα μπορούσε να οδηγήσει!), άλλο τόσον ο λόγος αποσυντίθεται, – η μια λέξη μετά την άλλην και η μια έννοια μετά την άλλη- όσον ο παρακμίας γραφιάς πιστεύει πως “αποτυπώνει” το “πραγματικό”. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι παρακμίες να σοκάρονται πλέον, όταν βλέπουν έντεχνο λόγο μην μπορώντας πια να ξεχωρίσουν θυμικό-προφορικό λόγο από έντεχνο γραπτό λόγο.

V. Η προφορικότητα σκοτώνει τον γραπτό λόγο. Πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικά είδη αντιμετώπισης και προσέλκυσης της πραγματικότητας. Άλλο γραφή, άλλο ζωή και προφορικότητα. Αν μεταφέρεις την καθημερινή προφορικότητα του ανθρώπου στον γραπτό λόγο, εκτός από τον τέλειο ηλίθιο, θα έχεις και τον τέλειο ζωντανό-νεκρό. Δεν μπορείς να ζεις εν γραπτώ. Η γραφή είναι το “άλλο” της ζωής , και όταν ταυτιστούν μεταξύ τους αλληλοεξουδετερώνονται.

VI. Στην (κατοπινότερη) Pahlavi γραφή της αρχαίας ιρανικής Zend-Avesta, ως γνωστόν στους ενασχολούμενους, είναι πολυπληθής η παρουσία “ετερογραμμάτων” (hozwarishn – αν και πιστεύω πως πιο ορθός όρος γι’ αυτή την περίπτωση θα ήταν τα “ετερόλεκτα”, όπως θα διαπίστωσετε παρακάτω).

Τι είναι “ετερογράμματα” ή “ετερόλεκτα”. Πρόκειται για αυτούσιες αραμαϊκές λέξεις που χρησιμοποιούνται στην Pahlavi (της οποίας οι χαρακτήρες είναι επίσης αραμαϊκής προέλευσης), αλλά υφίστανται ΜΟΝΟΝ ΕΝ ΓΡΑΠΤΩ ως τέτοιες.

Όταν ο Πέρσης των χρόνων της Δυναστείας των Σασσανιδών ανεγίγνωσκε μιαν αραμαϊκή λέξη στο περσικό κείμενο, δεν την εκφωνούσε προφορικώς στα αραμαϊκά, αλλά στα περσικά. Για παράδειγμα, όταν ήθελε να γράψει την λέξη abarmand (κληρονομιά), έγραφε την αραμαϊκή λέξη για την “κληρονομιά” (yplmynd’), αλλά ΕΠΡΟΦΕΡΕ την περσική λέξη abarmand!

Ετερόλεκτο (με μία μεταφορική έννοια), πιστεύω πως είναι συνολικώς το ποιητικό φαινόμενο. Δεν είναι φυσικά κυριόλεκτο, και ίσως οι όροι “μονοσημία”, “αμφισημία”, “πολυσημία” κλπ. περνούν σε δεύτερη μοίρα ακριβείας και διάγνωσης επί τούτου, μιας και το “ετερόλεκτο” μου φαίνεται πιο συνοπτικό και πιο ακριβές. Όσον ο καθημερινός ή συμβατικός λόγος είναι (και οφείλει να είναι) κυριολεκτικός, ο ποιητικός λόγος ετερολεκτεί συνεχώς.

Δεν ταυτίζεται με ό,τι αποκαλούμε “μεταφορά”. Η μεταφορά στην ποίηση είναι στην ουσία μια ετερο-νοηματικότητα (θα μπορούσε να το πει κανείς και έτσι). Το συνολικότερο εγχείρημα όμως στην ποίηση, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, έγκειται στο να “πει (γράψει) κάτι άλλο” κάποιος πέραν του ήδη γεγραμμένου λόγου.

Απ’ αυτήν την άποψη, η ποίηση δεν είναι ούτε το πραγματικό, αλλά ούτε το μη-πραγματικό. Μήτε το υπερπραγματικό μήτε το υποπραγματικό,

αλλά ο μοναδικός ίσως τρόπος που διαθέτουμε έως σήμερα για να φυλαγόμαστε από κάθε ιστορική παρακμή, σε οποιανδήποτε χρονική περίοδο και υπό κάθε περίστασιν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1.  Δεν υπάρχει πραγματικότητα έξω από την γλώσσα. Κάθε αντιληπτή πραγματικότητα συνιστά κατ’ ουσίαν και φαινομενικώς μια γλωσσική πραγματικότητα.

2.  Η γλώσσα δεν απεικονίζει το πραγματικό. Δεν υφίσταται έτσι κι αλλιώς αντικειμενικά “πραγματικό”. Υπάρχει, απλά,  μια αισθητηριακή μεσολάβηση ανάμεσα σε μια μονάδα που φέρει ένα σημαντικό ποσοστό συνείδησης και αυτοσυνείδησης (άνθρωπος) και κάτι “σκοτεινό”  εκεί έξω (κόσμος, γεγονότα), το οποίο και φέρεται ότι προκαλεί αυτήν την αμφισβητούμενη αισθητηριακή εντύπωση.

Η γλώσσα, συνεπώς, δεν αναπαριστά τίποτα. Τουναντίον, προκαλεί το (φερόμενο ως) πραγματικό να εμφανιστεί!

3.  Αν γλώσσα και (υποτιθέμενη) πραγματικότητα ήταν ξεχωριστά μεταξύ τους, το σύμπαν θα ήταν δύο. Το δύο υπάρχει μεν, αλλά είναι μόνον φαινομενικό.

4.  Η παλαιά διαπίστωση του Wittgenstein που έχει λεχθεί τόσες φορές από πολλούς, και συχνά μηχανακλαστικώς ή φθηνοπαπαγαλικώς, ώστε να καταστεί ένα από τα πλέον χιλιοτετριμμένα κλισέ στην ιστορία της αναπαραγόμενης αποφθεγματολογίας,  εμμένει εν τούτοις ολόσωστη: “τα όρια της γλώσσας μου ορίζουν τα όρια του κόσμου μου”.

Άλλος κόσμος, πέραν αυτών των ορίων, δεν υπάρχει, παρά μονάχα το “κενό” (με μια φιλοσοφική έννοια, τουτέστιν, το κενό συνιστά ένα είδος “κόσμου” και αυτό).

5.  Οι μέτριοι, ή οι του σωρού, συγγραφείς προσπαθούν να αναπαράγουν έναν κόσμο. Οι ισχυροί τον δημιουργούν.

6.  Η λέξη είναι πιο αληθινή από το αντικείμενο. Το τελευταίο φθείρεται και κάποτε χάνεται. Η λέξη όμως δεν πεθαίνει.

7.  Η γλώσσα δεν υπάρχει για να περιγράψει τον κόσμο, αλλά για να τον δημιουργήσει.

 

 

 

 

 

 

 

 

Άλλο το “κρυμμένο” Μυστήριο του Κόσμου που φέρνει και κρατάει την Ζωή σε εμφάνιση, (και, σίγουρα, δεν πρέπει ποτέ να αναμένεται ως ό,τι ιδανικότερο στην θέα, μιας και ένα μυστήριο αυτού του είδους ταυτίζεται με μιαν απόλυτη φρίκη),

και άλλο, η Ζωή η ίδια.

Το να (επιχειρήσεις να) μάθεις την σκοτεινή “καταβολή” της Ζωής, είναι ένα πράγμα. Το να μάθεις μετά να “αποφεύγεις ”  αυτό που ο ίδιος έχει μάθει και ξέρεις  (το όποιον και όσον),  στον βαθμό που, εξ ορισμού, δεν μπορεί παρά να κινείται εναντίον σου (Μυστήριο και Άνθρωπος ποτέ δεν συμφιλιώνονται, αναγκαστικά το ένα θα εξουσιάσει το άλλο), είναι το σημαντικότερο, η ίδια η Τέχνη της Ζωής.

Η ωραιότερη περιπέτεια που μπορεί να κάνει πραγματικά ενδιαφέρουσα την ανθρώπινη ύπαρξη, μακριά από την βαρεμάρα της καθημερινής, συμβατικής ομιλίας και του ανθρωπακιστικώς συμπεριφέρεσθαι.

Ό,τι μπορεί να σου γεμίσει την ζωή, πανέμορφα,  με άνθη και μυδράλια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το σώμα δεν είναι η φυλακή της ψυχής, ως είθισται κάποτε να λέγεται, αλλά η έκφραση της ψυχής, η δυνητική ευτυχία της.

Ο,τιδήποτε από το Αίνιγμα του Κόσμου δεν σωματοποιείται και δεν λαμβάνει “υλική” μορφή (έστω και αν η “ύλη” δεν υπάρχει, – πρόκειται, δηλαδή, για ψευδαίσθηση, μια ψευδαίσθηση ωστόσο που προσφέρει Ζωή!), είναι κάτι το φονικό έναντι της υπόλοιπης “υλοποίησης”.

Φυσικά, ο κόσμος αυτός, μπορεί να εκληφθεί, και είναι με την σειρά του, μια “φυλακή”. Όχι κατ’ ανάγκην όμως για πάντα. Τουλάχιστον, τα κάγκελα είναι απτά ή προφανή, και μπορεί να “πριονισθούν” κάποτε.

 

 

Το “τίποτα” όμως δεν έχει κάγκελα. Είναι απέραντο, άπειρο, και χωρίς καμμία δυνατότητα διαφυγής. Πρόκειται για το πλέον εφιαλτικό “χρυσό κλουβί” που μπορεί να φανταστεί κανείς.

Εκείνο,  από το οποίο μια φορά κι έναν καιρό, παίξαμε την (μη) ύπαρξή μας κορώνα-γράμματα ως ανθρωπότητα για να τα καταφέρουμε να αποδράσουμε και να διαφύγουμε, δεν υπάρχει λόγος να το “αναπαριστούμε” καμμία φορά ως ζωντανή  imago mundi , και σε καμμία εποχιακή παρακμή- διάλυση.

Επειδή το ζητούμενο μιας παρακμής δεν είναι απλά ο εκβαρβαρισμός της συνείδησης, όπως επίσης η πτώχεια και το χοντροκομμένο της σκέψης και της έκφρασης, αλλά ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΥΤΑ, ως προ-δι-αιώνιο “κρυμμένο αίτημα” που δεν συνειδητοποιείται φυσικά,  η οπισθοχώρηση στο μακάριο τίποτα της α-μορφίας και του προ-συνειδητού.

 

 

Σε οριακές εποχές, σε εποχές διάλυσης, στις οποίες αναζητούνται τα άλματα και οι υπερβάσεις, “ένας” στους “δύο” πεθαίνει.  Το “τίποτα” δεν μπορεί να πεθάνει, έτσι κι αλλιώς, γιατί δεν “ζει”.  Εκείνο που κινδυνεύει να πεθάνει: ο μελλούμενος κόσμος,

-αυτός,  ακριβώς, προορίζεται και να ζήσει!


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τι είναι “ηρωικό υποκείμενο” , – αν θα έπρεπε, οπωσδήποτε , να προσδώσουμε μια τέτοια μεμερισμένη εξειδίκευση στον  όρο “υποκείμενο”;

Κατά την προσωπική μου γνώμη, δεν είναι κάτι άλλο από εκείνον, διαιωνίως,  που “ξηλώνει” τον κόσμο για να φτάσει στην γυμνή ουσία του “πραγματικού”. Όλοι οι μύθοι του κόσμου και οι παραλλαγές τους, αν μεθερμηνευθούν σωστά, δεν δεικνύουν κάτι το διαφορετικό, αν και όχι κατ’ ανάγκην ακριβώς αυτό.

Το ηρωικό υποκείμενο “αδειάζει” , λοιπόν, τον κόσμο, για να φτάσει στο απώτατο-εγγύτερο “κέντρο” των φαινομένων. Είθισται, σύμφωνα με τους μύθους και τους λαϊκούς θρύλους, αυτό το “κέντρο” να φυλάττεται καλώς από “τέρατα” ή “δαιμονικές” μορφές, και, σίγουρα, κάτι ξέρανε που το λέγανε, δεν το λέγανε τυχαία.

‘Αλλωστε, ό,τι προκύπτει από το παγκόσμιο ασυνείδητο των λαών δεν εκφέρεται επί ματαίω ούτε για πλάκα. Έχει και νόημα και ουσία, έστω και αν δεν είναι πάντα πρόδηλα, ή  καλύπτονται με “φυσικό”, ανεπιτήδευτο τρόπο πίσω από την άγνοια της α-συνείδητης εκφοράς.

 

 

Φτάνοντας, λοιπόν, το ηρωικό υποκείμενο στο “κέντρο” (μέχρι αυτό, περίπου, το σημείο, υπαινίσσονται ή αφηγούνται οι μύθοι, από εκεί και πέρα τα πράγματα, πιθανότατα, δεν επισυμβαίνουν κατά το αναμενόμενο), ευλόγως μπορεί να ελπίσει κάποιος πως δεν πρόκειται, μάλλον, να πέσει ηλιθίως στην “παγίδα”.

Και αυτό, δεν είναι τίποτε άλλο από  μια βάσιμη, εμπειρική υπόθεση.

Βέβαια, δεν αναφωνεί  “άνθρακες ο θησαυρός!”, σίγουρα, γιατί οποιοδήποτε καλά φυλαγμένο μυστικό δεν μπορεί να είναι “φθηνό”. Δεν μπορεί να είναι φθηνό γιατί δεν έχει καν “αξία”, ούτως ώστε να το χαρακτηρίζει η φθήνεια ή η ακρίβεια. Πρόκειται για κάτι το απόλυτο, και  απ’ αυτήν την άποψη, μόνον το σχετικό “τιμάται”, όχι το απόλυτο.

Αναφωνεί, συνεπώς: “τελικά, ήτανε θησαυρός οι άνθρακες” ! Και …επιστρέφει σε αυτούς.

 

 

Ο θεός Άρης δεν ήταν τόσον ανόητος ώστε να μην προτιμά την “θράκα” από τον Όλυμπο, και περνούσε το μέγιστο μέρος του βίου του στην Θράκη. Σχεδόν έκπτωτος άγγελος από τον Όλυμπο, αλλά είχε λόγους γι’ αυτό, σίγουρα.

Ο Οδυσσεύς ήξερε ότι το ταξίδι του ήταν άπαξ και ανεπανάληπτο.

Ο Διόνυσος, ωστόσο, Διόνυσος Λυσεύς, κατέσχε την Έξοδο από το αδιέξοδο του Μυστηρίου του Κόσμου. Ο πρώτος ήρωας ανάμεσα στους θεούς, σε μια κοσμολογική κατάσταση στην οποία οι θεοί αντιμάχοντο τους ήρωες.  Ο Διόνυσος, λοιπόν, έσπασε την παράδοση, προς όφελος του ανθρώπου, φυσικά. Μετά, βέβαια, υπήρξε και ο επαναστατημένος Τιτάνας, ο μέγας Προμηθεύς.

 

 


Αξίζει, ασφαλώς, να θυμηθούμε εδώ πως η μητέρα του, η Σεμέλη, “κάηκε” όταν ο Δίας της φανερώθηκε σε όλη του τη λάμψη. Ο μύθος πιθανώς να κρύβει τον κίνδυνο που ελλοχεύει σε αυτό το απώτατο Μυστήριο, όταν ο νους και η ψυχή δεν έχουν ετοιμαστεί καταλλήλως ώστε να δεχθούν ηθικώς, ψυχολογικώς και διανοητικώς τις τεράστιες ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ του θεϊκού “κόσμου”.

Παραδόξως, όμως, και ίσως όχι τόσον συμπτωματικώς, στα εβραϊκά “σέμελ” (  סמל   – μια όχι τόσον συνηθισμένη, βιβλική λέξη) σημαίνει “εικόνα” (σημαίνει δευτερευόντως και”άγαλμα”, αλλά εδώ μας ενδιαφέρει περισσότερον η έννοια της “εικόνας”). Είναι κάτι περισσότερον από πιθανόν πως κυμαίνεται εδώ μια διαμεσογειακή κοινή έννοια, δηλαδή, δεν αποκλείεται το όνομα Σεμέλη να σημαίνει “εικόνα”, εκ προθέσεως, εκ σκοπιμότητος και εξ αρχής  στην δική μας γλώσσα ως δάνειο από τον φοινικικό κόσμο.

Η “εικόνα” συνεπώς δεν “άντεξε” την αποκάλυψη του Μυστηρίου και “κάηκε”. Βέβαια, εξ αυτής όλης της ιστορίας γεννήθηκε ο ήρωας ανάμεσα στους θεούς, ο Διόνυσος, ως “ἀρρήτοις λέκτροισι τεκνωθείς”, (όπως μας πληροφορεί ο σχετικός Όρφικός Ύμνος). Ο οποίος Διόνυσος, δεν μπορεί παρά να ήταν ο φορεύς της γνώσης του εσχάτου μυστηρίου, αλλά δεν είναι τώρα το θέμα μας αυτό ακριβώς.

 

 

Ήθελα, κυρίως, να πω κάτι άλλο, καταλήγοντας σε αυτό το κείμενο.

Ο Περσεύς, εξοντώνοντας την Μέδουσα δεν την κοιτούσε απευθείας, αλλά μέσα από την ασπίδα του. Παρατηρούσε τον αντικατοπτρισμό της, το “είδωλό” της, αλλά όχι την ίδια.

Παρομοίως, το ηρωικό υποκείμενο, -αν θέλουμε να το εξειδικεύσουμε ακόμα περισσότερον, θα λέγαμε το “στοχαστικό” υποκείμενο-, ξέρει πάντα ότι βρίσκεται σε ένα σπήλαιο γεμάτο από παραμορφωτικούς καθρέπτες.

“Κάτι” φαίνεται εκεί. “Κάτι” αντανακλάται σε όλους τους καθρέπτες.

Με την διαφορά ωστόσο, πως στο τέλος, δεν είναι και τόσον απίθανον να κατανοήσει, πως, κυρίως, η διαδικασία της αντανάκλασης έχει νόημα και ουσία, και όχι τόσον αυτό που κρύβεται και δι-εικονίζεται.

Ό,τι προκαλεί την ζωή δεν είναι σίγουρον ότι είναι ανώτερον της ζωής (τουλάχιστον σε όλες τις απόψεις του) και εδώ βρίσκεται και ένα ρήγμα στην τυπική φιλοσοφική αρχή που θέλει το αίτιο ανώτερο από το αποτέλεσμα.

Ας μην ζητούμε όμως να ισχύει αυτό και στο φαινόμενο της ίδιας της Ζωής, κατ’ ανάγκην. Η Ζωή, έτσι κι αλλιώς, κλέβει την “παράσταση” πάντα, ακόμα δε περισσότερον, όταν δεν είναι και τίποτε άλλο από αυτήν ακριβώς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

LUCIFER CRUCIFIED & REVIVED

(σημειώσεις για μια μελλοντική οντολογία)

 

Ο Χρόνος. Ξανά. Αλλά όχι για πάντα.

Ο Χρόνος, λοιπόν, βρίσκεται ΜΟΝΟ μέσα στο μυαλό του ανθρώπου.

Εκεί έξω βρίσκονται, ασφαλώς, τα “ίχνη ” του,  τα επιτεύγματα και τα ερείπια, η ακμή και η παρακμή, το θάμβος και η φθορά, αλλά πουθενά ο ίδιος!

Δεν υπάρχει Χρόνος, “αντικειμενικά” έξω από τον άνθρωπο. Θα ήταν, περίπου, και επί παραδείγματι, σαν να επιζητούσε κανείς μιαν έννοια χωρίς λέξη να την συνοδεύει.

Φυσικά, η αίσθηση της “εξωτερικής αντικειμενικότητας” του Χρόνου , είναι μια κοινώς (λιγότερον ή περισσότερον) παραδεκτή ψευδαίσθηση .

 

 

Μια ψευδαίσθηση, πολύ ρεαλιστική ωστόσο, άνευ της οποίας δεν νοείται βιωματικώς  και εμπραγμάτως η ίδια η Ζωή, ακόμα και ανάμεσα σε αυτούς που κατανοούν ότι ο Χρόνος δεν υπάρχει αντικειμενικά.

Η ίδια η Ζωή είναι ένα αν-υπόστατο φαινόμενο (το κυνήγι της “υπόστασης” ήταν ένας διαδεδομένος θρύλος ανάμεσα στους φιλοσόφους ενός παλαιότερου καλού, -και σίγουρα πιο σοβαρού- καιρού). Ομολογουμένως, όμως, είναι πάντα προτιμότερη (η Ζωή) από κάτι που μπορεί να ενέχει υπόσταση μεν, αλλά δεν σε αφήνει, τελικώς, να “υπάρξεις”.

 

 

Δεν είναι απλά μια ψευδαίσθηση η Ζωή σε αυτόν τον κόσμο. Είναι κάτι παραπάνω, ακόμα. Η πάλη -μη συνειδητή στο μεγαλύτερο μέρος της- για μια, έστω σε έναν βαθμό, τον όποιον βαθμό, “υποστασιοποίηση” της Ζωής, να γίνει δηλαδή πραγματικότερη και να μην υπερίπταται διαιωνίως ως, απλά, μια λαμπερή σκόνη στον άνεμο.

Η πάλη για μια “καλύτερη ζωή” που διαπνέει τους σκοτεινούς διαδρόμους του ιστορικού χρόνου, συνιστά, στην  πραγματικότητα, την πάλη για μιαν οντολογικώς ούσα ζωή, μια Vita Nuova απαλλαγμένη σε σημαντικό βαθμό από  τις “μαύρες” παρενέργειες της Δημιουργίας.

 

 

Οι άνθρωποι, -οι όσοι ενδιαφερόμενοι εν πάση περιπτώσει-, παλεύουν συνεχώς να καλυτερεύσουν την ζωή τους, αλλά σπάνια τους περνάει από το μυαλό ότι αυτό για το οποίο παλεύουν είναι η απαλλαγή από το ίδιο το φάντασμα της ζωής και η αντικατάστασή του από κάτι αληθινότερο, υποκείμενο σε λιγότερες αλλαγές, εκλείψεις και συνθλίψεις .

Η ζωή, μέχρι τώρα, είναι πολύ μικρή για να την αλλάξεις. Αυτό που πάντοτε, ή συνήθως, προσπαθούσαν οι άνθρωποι, -πράγμα, άλλωστε, αρκετά λογικό- ήταν να αλλάξουν το “μέλλον”. Επένδυαν, συνεπώς,  σε μεσοπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη βάση.

 

 

Όπως και να έχει, το αναρχικό κίνημα που σάρωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνων,  φαίνεται πως ήταν ο εν γη απόγονος εκείνης της Αναρχίας που σάρωσε τις “ηνωμένες πολιτείες” (το Έν) του Ουρανού, ούτε μια φορά και ούτε έναν καιρό, γιατί χρόνος τότε δεν υπήρχε. Εξ αυτής της άχρονης ταραχής προέκυψε κατά τα (όχι και τόσον) φαινόμενα η Δημιουργία του Κόσμου.

Ο Εωσφόρος, ή Φωσφόρος, όπως ακόμα και οι μορφωμένοι θεολόγοι γνωρίζουν, δεν ταυτίζεται με τον Σατανά, αν δεν είναι και πλήρως αντίθετες οντότητες ή συνειδήσεις μεταξύ τους.

Το Πνεύμα της Γνώσης δεν ταυτίζεται με το Πνεύμα του Κακού. Μην  ξεχνάμε, άλλωστε, πως ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, σε ένα πολύ “σκοτεινό” σημείο, ορίζει τον εαυτό του ως “Εωσφόρο”, ως τον λαμπρό, πρωινό αστέρα:

“ἐγώ εἰμι ἡ ῥίζα καὶ τὸ γένος Δαυΐδ, ὁ ἀστὴρ ὁ λαμπρὸς ὁ πρωϊνός.” (Αποκάλυψη, 22, 16)

 

 

Η Ύπαρξη είναι Όνειρο. Δεν έχει υπόσταση (έχει ουσία όμως – και οι όροι “υπόσταση” και “ουσία” εδώ, λαμβάνονται με την αυστηρή φιλοσοφική έννοιά τους).

Οι Τροχοί του Ονείρου είναι οι γεννητικοί αδένες του Κόσμου.

Τίποτε δεν είναι “πραγματικό” εκεί έξω (προς το παρόν, τουλάχιστον). Αν ήταν, δεν θα υπήρχε Ζωή. Περαιτέρω, ωστόσο,  αν τολμήσει η ανθρωπότητα να το κάνει “πραγματικότερο”,  να “υποστασιοποιήσει”, δηλαδή, κάτι που από την φύση του είναι ψευδαίσθηση ή όνειρο (το φαινόμενο της Ζωής), είναι ένα ρίσκο μεγάλο, σίγουρα, αλλά αξίζει τον κόπο.

 

 

Πρόκειται για μια σχοινοβασία και από κάτω να χαίνει το Άπειρο.

Η πιο επικίνδυνη αλλά και πιο απελευθερωτική ένωση αντιθέτων που θα μπορούσε ποτέ να επιτελέσει ο άνθρωπος. Σε αυτήν την περίπτωση σίγουρα ανασύρεις απίστευτα εφιαλτικούς και φρικαλέους δαίμονες από το Φρέαρ της Αβύσσου, όμως προσελκύεις και τις πλέον Χρυσές Ακτές ενός Ονείρου “πραγματικού”, ή πιο “πραγματικού”, αυτήν την φορά.

Εδώ που φτάσαμε, δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Ή προχωράμε αποφασιστικά καταμεσής της διάλυσης και της pralaya και ενάντια στην Τρομοκρατία του Αγνώστου, ή θα χαθούμε μέσα στην αδυναμία και τους πολύ σημαντικούς (προς το παρόν) περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης.

 

 

Δεν έχει νόημα κανένα “Βασίλειο των Ουρανών” από μόνο του ή αυτοτελώς, στον βαθμό που η ζωή δεν αποκλείεται να είναι πολυτιμότερη από μιαν αθανασία χωρίς αυτοσυνείδηση. Αν δεν καταλαβαίνεις ότι είσαι αθάνατος, τότε διόλου απίθανον η αθανασία να καθίσταται δώρον άδωρον. Αν, επιπλέον, δεν υπάρχει και κανείς για να μοιραστείς αυτό το αίσθημα (σε περίπτωση  που θα είχες αυτοσυνείδηση -που δεν θα την έχεις- και θα μπορούσες να νιώσεις αυτό το αίσθημα), τότε η αθανασία συνιστά και μια απεριόριστη φυλακή, ένα “χρυσό κλουβί”.

Φυσικά, από την άλλη, ένα μονόπλευρο “Βασίλειο της Γης”, θα ήταν ελλιπές, αν δεν ενείχε διαρκώς την αίσθηση του αντιθέτου “πόλου”.

Το Βασίλειο της Γέφυρας, έχει νόημα,συνεπώς – όχι των ουρανών, ή της μονομερούς Γης.

‘Ομως η βάση δεν παύει να είναι: Γη και Ζωή.

 

 

Σε τελική διαπίστωση, ο  Παράδεισος -καθώς θρυλείται-, μπορεί να αναμένει. Η Ζωή, όμως από την άλλη, δεν μπορεί παρά να αναμένεται (πάντα).

 

Σημείωση: το παρόν κείμενο ενδέχεται να μείνει για κάποιο καιρό και μετά να αναρτηθεί εκ νέου, προσαυξημένο με ένα (αρκετά εκτενές) τμήμα κειμένου ακόμα . Ημουν αρκετά κουρασμένος για να το πράξω τώρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κατά το έτος 1714 ο Leibniz συνέγραψε ένα εξαιρετικά παράδοξο φιλοσοφικό βιβλίο για τα δεδομένα του καιρού του, το οποίο αποτελείτο από 90 παραγράφους σε αφοριστική διατύπωση και με τον συνολικό τίτλο “La Monadologie” (περιέπεσε σε λήθη, μάλλον, για πολλά πολλά χρόνια, και του εδόθη η απαιτούμενη προσοχή σε  κατοπινότερους καιρούς).

Ο Leibniz, καίτοι Γερμανός, συνέγραψε το βιβλίο του απ’ ευθείας στα γαλλικά, απότοκο προτιμήσεως ίσως από την καρριέρα του ως διπλωμάτης. Όμως, δεν είναι, σίγουρα, αυτός ο λόγος της παραδοξότητας του έργου, αλλά, μάλλον, το περιεχόμενό του θα επαρκούσε ως λόγος για μια τέτοια εκτίμηση.

“Σκοτεινό” και εν πολλοίς “ακατανόητο” έως και σήμερα έργο, για το οποίο ανά καιρούς εγράφησαν ουκ ολίγες αστοχίες , ενώ αρκετές φορές ανεμπόδιστες, αμέριμνες ανοησίες του καλού- κακού καιρού (η “για καλό και κακό” διστακτική ημιμάθεια που χαρακτήρισε πολλούς παρελθόντες γνωμολόγους επί τούτου), κυρίως, του ψυχρού και ανάποδου καιρού.

 

 

Στο έργο του λοιπόν ο Leibniz, υποστηρίζει πως η απώτατη δομή της ύλης, είναι …άυλη, και την αποκαλεί “Μονάδα”. Οι “Μονάδες” απαρτίζουν τον υλικό κόσμο, είναι υπέρτατα απλές και όχι σύνθετες, και ακόμα, δεν έχουν απολύτως ουδεμία σχέση η μία με την άλλη, όσον τελούν σε ένα  είδος “προεγκατεστημένης αρμονίας” μεταξύ τους. Από εκεί και πέρα ο συγγραφέας αναλίσκεται ευλόγως σε περαιτέρω αφοριστικές σκέψεις που έχουν να κάνουν με την όσον το δυνατόν διεξοδικότερη επεξήγηση πάνω στο συγκεκριμένο, και ομολογουμένως όχι τόσον αναμένομενον, κόνσεπτ του.

(σημ: οι παλαιότεροι αναγνώστες μου, μπορούν να ανατρέξουν στο ιστολόγιο του Century Camera II, όπου επεχείρησα κατά το έτος 2012  ένα αναλυτικό βλέμμα επί της λεϊβνίτειας Μοναδολογίας, σε μια σειρά τεσσάρων εκτενών κειμένων και σε στενή συνάρτηση με την μεσαιωνική σχολαστική φιλοσοφία, προεκτείνοντας, σε κάθε περίπτωση την λεϊβνίτειαν σύλληψη και σε ζητήματα τέχνης).

 

 

Όπως (όχι πάντα εύκολα) μπορεί να αντιληφθεί κάποιος, η σύλληψη του Leibniz δεν προκύπτει από καμμία παρατήρηση επί του εξωτερικού κόσμου, ούτε καν από έναν αναστοχασμό ή αντιπαράθεση επί των θέσεων παλαιοτέρου φιλοσόφου, αλλά πρόκειται, θα μπορούσαμε να πούμε ίσως, για ένα καθαρά φιλοσοφικό “fiction”.

Κάπως, παραδόξως πώς,  έσχε την ενόραση ή την φαντασίωση των Μονάδων ο Γερμανός φιλόσοφος, και κάθησε και έστησε έναν “μικρόκοσμο” όπως τον ήθελε, και, βέβαια,  τον συνέγραψε με τον τρόπο που ήθελε.

 

 

Η πρώτιστη ή κύρια παρατήρησή μου, έχει να κάνει με αυτό ακριβώς: αποδέχεται ή δεν αποδέχεται κανείς την εννοιολογική αφοριστική και τεκμηρίωση της “Μοναδολογίας”, συμφωνεί ή διαφωνεί, εν μέρει ή εξ ολοκλήρου, εν τούτοις, το όλο “σύστημα”, για μένα τουλάχιστον, προσδίδει την εντύπωση μιας μεταφυσικής “Μηχανής”, που λες και απέμεινε στον κόσμο από μιαν μεγάλη Φυγή που επισυνέβη κάποτε από ένα πρωταρχικό πεδίο “μακαριότητας”.

“Ασώματα αυτόματα” (automates incorporels) αποκαλεί κάπου ο Leibniz τις Μονάδες του.  Απ’ αυτά ακριβώς τα ασώματα, συνίσταται, κατά την γνώμη του, η ενσώματος ύλη.

 

 

Η όλη προβληματική και διαλεκτική ανάμεσα στο μεταφυσικό-άυλο που τελείται εν είδει “αυτομάτου” και ως ελάχιστη δομική μονάδα της ύλης (!) και την ύλη καθ’ εαυτή, μας ανασύρει το θέμα της Μηχανής, αλλά με μιαν άλλην οπτική.

Η Μοναδολογία φαντάζει όχι ως Deus ex Machina, αλλά ως Machina ex Deo, στο δικό μου βλέμμα.

Ο ίδιος ο κόσμος, σε τελική ανάλυση είναι μια Machina ex Deo.

 

 

Αν ο κόσμος, συνεπώς, (και από μίαν άποψη ιδωμένος) είναι μια Μηχανή Φύσης και Θανάτου, απομεινάρι ex Deo, και ανηλεές, νεκρό βλέμμα μιας τρόπον τινα  “φοροεισπρακτικής” κίνησης επί της Ζωής έναντι θανάτου (κάτι προσπαθεί να “πισωγυρίσει” πάντοτε τα πράγματα προς εκείνην την πρωταρχική κατάσταση “μακαριότητας”, στην οποία δεν εντοπίζεται, σίγουρα, ο θάνατος, και μπορούμε, ασφαλώς,  να ομιλούμε για ένα είδος “αθανασίας”, αλλά με βάναυσο ίσως τίμημα την έλλειψη συνείδησης της ζωής και συνεπώς της απόλαυσής της), τότε ο άνθρωπος αναγκαστικά εφευρίσκει έναν deus ex machina για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στην θανάσιμη πάλη του με αυτή την κοσμική “μηχανή”. Μιαν άλλην μηχανή, ή μηχανές δηλαδή, για να αντιμετωπίσει αυτή την πρωταρχική, θανάσιμη Μηχανή.

Η μηχανή, όμως, ως αρχέτυπο, έννοια και πραγματικότητα, δεν είναι ακριβώς ένα Τοτέμ για την ανθρωπότητα. Πρόκειται μάλλον για ένα Τοτέμ που διαρκώς απο-τοτεμοποιείται, λόγω της εξαιρετικά χρηστικής και ωφελιμιστικής παραμέτρου που διακρίνει την σύσταση της υπόστασής της. Επειδή, είναι αλήθεια, πως αν κάτι αποβαίνει εξαιρετικά και άμεσα χρηστικό και χρησιμοποιήσιμο, δεν το σέβεσαι και τόσον (τουλάχιστον με μιαν ιερατική/ιεροπρακτική έννοια).

Ομιλούμε, σίγουρα, για έναν “θεό”-υπηρέτη στην συγκεκριμένη περίπτωση, η Μηχανή, άλλως, deus ex machina, με μιαν, ασφαλώς κατά πολύ πλατύτερη έννοια από εκείνη που εντοπίζεται στην αρχαία τραγωδία (την οποία ωστόσο, συμπεριλαμβάνει εμμέσως).

 

 

Η Μοναδολογία του Leibniz, μας παρέχει ένα εγκόσμιο θέαμα αυτοματισμού το οποίο λίγο απέχει από το να χαρακτηριστεί (μετα)παραδείσιο και τρομώδες μαζί.

Δεν έχει σημασία, τώρα, να αναλωθούμε σε επιμέρους ζητήματα, όπως, για παράδειγμα, στο γεγονός ότι ελάχιστοι παρετήρησαν την τρομερή εκλεκτική συγγένεια της λειβνίτειας “προεγκατεστημένης αρμονίας” με την γιουνγκιανή “αρχή της συγχρονικότητας”. Έτσι κι αλλιώς, και οι δυο θεωρήσεις ενέμειναν έως σήμερα σε πολύ αρχικά στάδια, δεν ανεπτύχθησαν περαιτέρω, και λογικώς, στο βαθμό που εδώ, το πέρασμα από μια θεώρηση στα μόλις αρχικά της στάδια σε μια βιωματική-πειραματική φάση, ήταν κάτι περισσότερον από αναγκαίο, τόσον αναγκαίο, όσον κανείς, ωστόσο, από την άλλη, δεν το επετέλεσε έως σήμερα. Πράγμα, βεβαίως, που κάποτε πρέπει  να γίνει .

Σημασία έχει το εξής. Να κατανοήσουμε, σε αυτό εδώ το κείμενο τουλάχιστον, την έννοια της Μηχανής καλύτερα και να την δούμε στις σωστές διαστάσεις της, μακριά από φετιχιστικές προσηλώσεις ή βεβιασμένες (δήθεν) “ρομαντικές” απορρίψεις της.

 

 

Ο Κόσμος, εξ άλλου, ολοένα μας πείθει και περισσότερον πως είναι μια Machina ex Deo, απομεινάρι μιας μεγάλης ταραχής και φυγής κάποτε από μιαν “άλλη” κατάσταση (α)συνειδητότητας.

Ο Δαυίδ,όμως, λέει,  νίκησε τον Γολιάθ.

Η “σφενδόνη” εδώ, ωστόσο, έχει το νόημά της. Μπορεί να πρόκειται για μιαν άλλη “μηχανή” έναντι της μεγάλης μηχανής που καταπίνει και καταπίνει ανθρώπους και ζωές σε αυτόν τον κόσμο.

Όμως, δεν το πιστεύω αυτό, καίτοι βεβαίως η ανάπτυξη της τεχνολογίας έχει να προσφέρει πολλά και ανεπανάληπτα στον δρόμο προς μια καθολική χειραφέτηση της ανθρωπότητας από κάθε πεπρωμένο.

Όμως, ο Νους.

 

 

Ο Νους, λοιπόν, είναι σίγουρα ένα είδος “μηχανής”, αλλά και κάτι πολύ παραπάνω. Ο αστάθμητος, απρόβλεπτος, και κυρίως, ο πρωτότυπος παράγων που τον διακρίνει, τον αποτρέπει κατά πολύ στο να ταυτιστεί με την έννοια μιας “μηχανής”, όσον, βέβαια, και αν κατά τα άλλα, μπορεί να συμπίπτει μαζί της ανά περιστάσεις ή μεμερισμένες λειτουργικότητες. Στο κάτω κάτω ο ανθρώπινος νους από καθαρά επεξεργαστική/υπολογιστική πλευρά βρίσκεται πολύ πιο πίσω συγκριτικά με ένα μηχάνημα του είδους (αυτό μην το δένετε και  ότι πάντα θα συμβαίνει έτσι!).

Όμως αν ο κόσμος είναι machina ex deo, τότε ο Νους είναι, σίγουρα, ο άγνωστος “Χ” της ανθρώπινης εμπειρίας που δύναται ή δεν δύναται να κυριαρχήσει επ’ αυτής της machina (μόνος του, αλλά και κατασκευάζοντας και ο ίδιος “μηχανές”).

Ή μήπως, θα έπρεπε να υποψιαζόμαστε κάποτε περισσότερον, πως αυτά τα δύο, δεν είναι τόσον,  ή απόλυτα, άσχετα μεταξύ τους, όσον φαντάζουν εν πρώτοις;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πεπρωμένο και όνειρο είναι μεταξύ τους ενάντιες δυνάμεις. Το ένα θρέφεται εις βάρος του άλλου, το ένα προσπαθεί συνεχώς να σκοτώσει το άλλο για να υπάρξει. Μπορούμε να υπολογίζουμε σε μιαν απελευθερωμένη ανθρωπότητα, μονάχα όταν το πρώτο εξαλειφθεί πλήρως.

Όσον θα υφίσταται “πεπρωμένο”, ο κόσμος θα είναι, κατά μία κρίσιμη υπαρκτική έννοια, μια μηχανή θανάτου. Το ανθρώπινο όνειρο, όμως,  είναι από την φύση του κάτι, το οποίον μόνον και μόνον επειδή υπάρχει, προοιωνίζει κάποια στιγμή την άρση του πεπρωμένου, το Μεγάλο Ιωβηλαίο, τον θάνατο του μελβίλλειου Κήτους, του Κήτους που, τελικώς, σκότωσε ο Περσεύς.

Το Πεπρωμένο και το Όνειρο  τελούν συνεχώς σε εναντιοδρομία μεταξύ τους. Σκοτάδι και φως, σκλαβιά και ελευθερία, Κάρμα και Νταρσάνα ελεύθερη, χρέη και στάση πληρωμών, Δίας και Προμηθέας, ένας απλός αυτοκινητόδρομος και το Le Mans, μια απαιτητική και φονική συμπαντική γραφειοκρατία και η έξοδος για πρώτη φορά σε μια πραγματικά ανθρώπινη διατοπία.

Ο κόσμος είναι κάτι τόσον καθηλωτικό, που αξίζει κάποτε να γίνει από φάντασμα  (περισσότερον) πραγματικός. Όσον θα οφείλεται,  θα είναι μια σκιά. Όταν θα ανήκει πλήρως στον άνθρωπο, τότε, ακόμα και ο θάνατος θα παύσει να υφίσταται, και θα αποδειχθεί ως το παραπροϊόν, μιας απίστευτης, αφάνταστης, κοσμολογικής παρεξήγησης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο λόγος είναι, και θα παραμένει πάντοτε, μια νύχτα αρπαγής της ανθρωπότητας.

Μονάχα όσοι κατανοούν πως οι λέξεις δεν είναι άδεια κελύφη που πρέπει να προσαρτηθούν σε κάποια αφηρημένη, εικαζομένη “πραγματικότητα”  ξεχωριστή από αυτές, αλλά αυτή η ίδια ουσία της Ζωής, θα χειρίζονται τον λόγο με τον προσήκοντα σεβασμό, μην διακρίνοντας ποτέ με μηχανιστικό τρόπο πραγματικότητα από γλώσσα.

Λέξη και πραγματικό δεν χρειάζονται καν να είναι έν μεταξύ τους, γιατί σε αυτόν τον κόσμο μονάχα οι λέξεις είναι πραγματικές (που δεν αλλάζουν) και όχι τα “αντικείμενα” (που αλλάζουν).

Ό,τι ακριβώς δεν μπορεί ποτέ ο μέσος ή συμβατικός νους να αντιληφθεί, που συνήθως πιστεύει το αντίθετο και αντιμετωπίζει τις λέξεις ως ένα κόσμο φαντασμάτων, τη στιγμή που όλος ο κόσμος γύρω του είναι το “πραγματικό” φάντασμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

312ef58e934aab3ad459ccd7333c5603

 

Στην εβραϊκή καββαλιστική κουλτούρα, το “Ayn Soph” ( אין סוף ) είναι μια προσωνυμική ιδιότητα του θεού (μεταφράζεται ως “δίχως τέλος”, και προϋποθέτει ακόμα και την ανυπαρξία του!). Μια έννοια, σίγουρα κρίσιμης σημασίας, όσον έχει να κάνει με μια πληρέστερη κατανόηση της εβραϊκής μυστικής φιλοσοφίας. 

Μέσα στο Ayn Soph, λοιπόν, επισυμβαίνει η μακρο-συστολή, το λεγόμενο tzim-tzum  ( צמצום), και, ως εκ τούτου,  έχουμε την μετάπτωση του θείου φωτός σε μιαν ακτίνα (kav –  קב  ) κατά την  στιγμή της “δημιουργίας”

 Το γεγονός ότι στην ινδουιστική κουλτούρα φέρεται πως επισυμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, τουτέστιν, μια κίνηση “διαστολής” του θείου, (το Brahman που μεταπίπτει σε θεό Βrahma, ο οποίος “εκτείνεται”,  όπως δηλώνει η σανσκριτική ρίζα του ονόματός του), δεν πρέπει να μας προβληματίζει περί μιας ενδεχόμενης διαφωνίας μεταξύ των δύο αυτών κοσμολογικών συστημάτων.

 

 

 Επειδή ομιλούμε εξ αρχής για μια “περιοχή” που δεν έχει χώρο και χρόνο και κατά συνέπεια, οποιαδήποτε κίνηση διαστολής ή συστολής, παραδόξως, επισυμβαίνει σε μη χώρο. Σε πεδίο ενοποιημένων αντιθέτων, μια διαστολή, προφανώς, είναι εν ταυτώ χρόνω συστολή, και απ’ αυτήν την άποψη, ο χρόνος “μηδενίζεται”. Δεν συνέβη, συνεπώς, “κάποτε”, “κάποια στιγμή”, αυτή η συστολή/διαστολή, αλλά από πάντα. Ή καλύτερα “σαν από πάντα”.

Αξίζει ακόμα να σημειωθεί εδώ, πως ο μεγάλος στοχαστής ραββίνος Saadia Gaon ώρισε κατά τον 9ο αιώνα στο έργο του “Emunot veDeoth” (אמונות ודעות , “πίστεις και γνώμες”) ότι”ο κόσμος ήλθε σε ύπαρξη από το τίποτα” ( ayn  – אין) .

 

europa2

 

Λάβετε όμως υπ’ όψιν σας, πως αυτό το “τίποτα” δεν σημαίνει ακριβώς “τίποτα” όπως το μεταχειριζόμαστε στην καθημερινή ομιλία, αλλά περισσότερον προσεγγίζει την βουδδιστική έννοια της “κενότητας” (Śūnyatā), μια από τις πλέον “δύσκολες” και στριφνές έννοιες στην ιστορία της ανθρώπινης αφηρημένης σκέψης, αν βέβαια, αρκεί ο αφηρημένος στοχασμός για να ορίσει ή κατανοήσει κάτι τέτοιο, και όχι, συνεπιπροσθέτως, το άμεσο, “μυστικό” βίωμα.

Από εκεί και πέρα μένει μόνον η καββαλιστική “reshimu”, η “εντύπωση” του κόσμου ή των κόσμων.

‘Ομως, είναι πραγματικά ο κόσμος ένα “όνειρο” και μόνον;

Δεν ξέρω, τι να σας πω (εννοείται, φυσικά, πως είναι!), αλλά θα σας έλεγα πως όποιος δεν το έχει καταλάβει ακόμα, ασφαλώς …ονειροβατεί.

 

castfelice-kenya-launch

 

Μένει κάτι “έξω” εκεί πέρα, που απλά “μεταφράζεται” στον εγκέφαλό μας σε μια δεδομένη εικόνα, την εικόνα του κόσμου, που από προκατάληψη καθαρά την εκλαμβάνουμε και ως πραγματική. Δεν είναι όμως. Μια αισθητηριακή εντύπωση είναι το όλο ζήτημα, με διαμεσολαβητές, τους πλέον αναξιόπιστους μάρτυρες, ήτοι, τις ανθρώπινες αισθήσεις.

Όπως και να έχει, είναι στο πεδίο της Reshimu-εντύπωσης,  που θα επιχειρηθεί στους κατοπινούς από την Αναγέννηση χρόνους μια τομή στον τρόπο που προσλαμβάνεται η Καμπαλά από τους χασιντίμ και τον ιδρυτή του χασσιδικού κινήματος Ba’al Shem Tov (φτάνοντας στα όρια του υποκειμενικού ιδεαλισμού, και δηλώνοντας όλους τους μετα-tzimtzum κόσμους ως μια ψευδαίσθηση, ένα είδος ινδουιστικής Maya με λίγα λόγια) και την πιο ορθόδοξη ερμηνεία της από τους litvakim (Λιθουανοί Εβραίοι), τουτέστιν τους διαφωνούντες με τους χασιντίμ, μισναγκντίμ, με ηγετική μορφή τον μεγάλο ραββίνο Vilna Gaon που προάσπισε μια πιο αντικειμενική ιδεαλιστική-ημιυλιστική ερμηνεία της Καμπαλά.  O χασσιδισμός κατάφερε εν τέλει να γίνει μια από τις πιο εξέχουσες πνευματικές εστίες και αναμφισβήτητη “σταθερά” του παγκόσμιου Ιουδαϊσμού, σημαίνοντας έτσι πρακτικά και την λήξη της διαφωνίας χασιντίμ – μισναγκντίμ.

Όμως, ο σκοπός μου εδώ δεν είναι ιστοριολογικός επί της Καμπαλά, αλλά ο στοχασμός επί του πλέον “σκοτεινού” φιλοσοφικού πεδίου της, συμπαραλλήλως, φυσικά, προς τις προσωπικές απόψεις που τυγχάνει να έχω εγώ ο ίδιος περί της “φύσης του κόσμου”.

 

12702-eagle-flying-over-the-hills-1920x1080-animal-wallpaper_phixr

 

Έτσι κι αλλιώς, ο κόσμος είναι όνειρο χωρίς τέλος. Ούτε είχε ποτέ αρχή. Ό,τι αποκαλούμε “δημιουργία του κόσμου” και “αρχή του κόσμου”,  δεν είναι παρά νοητά σημεία αναφοράς σε μια κατά φαντασίαν “χρονική” εξέλιξη.

Δεν υπήρξε ποτέ τίποτα, δεν υπάρχουμε, και όμως υπάρχουμε για πάντα, σαν από πάντα!

Και όπως σε κάθε όνειρο, σημασία δεν έχει αν το όνειρο είναι “πραγματικό”, – τη στιγμή που “κοιμάσαι” και το ονειρεύεσαι, το “βιώνεις” έτσι κι αλλιώς-, αλλά μόνον ότι το ονειρεύεσαι! Και είναι λογικό, να θέλει ένας άνθρωπος να ονειρευτεί ένα καλό “όνειρο”, που σημαίνει, να έχει μιαν εμπράγματη ζωή που του αρέσει και όχι άλλη.

Το “πραγματικό” ως δρώσα έννοια και ΟΝΤΩΣ ΟΝ με την πιο πλήρη φιλοσοφική σημασία,  έπεται έτσι κι αλλιώς, σε κάτι που καίτοι “ονειρικό” από τη φύση του (η ίδια η ζωή!), δεν παύει ωστόσο γι’ αυτό να είναι πολύ πιο άμεσα βιωματικό από κάθε άλλο πραγματικό, είτε μιας υποτιθέμενης κοσμολογικής, είτε  μιας θεϊκής φύσεως.