Skip navigation

Category Archives: Effervescing Definitions at the Dusk

 

 

 

 

Η Περιστροφή είναι η Ύπαρξη:  φυγή, επιστροφή και ξανά φυγή. Tο επαναστατημένο 2 που γεννάει όλους τους κόσμους.

Δύο, Δύω:  η Μεγάλη Φούγκα, μια απόδραση από τις φυλακές του Τίποτα, και εν ταυτώ, ένας νέος εγκλωβισμός στην φυλακή της Ύπαρξης.

Μόνο που τα κάγκελα της δεύτερης είναι ορατά και απτά και μπορεί να ελπίζει κανείς ότι κάποτε θα τα πριονίσει.

Περιστρέφομαι, σημαίνει πως επανέρχομαι  συνεχώς στο σημείο εκκίνησής μου και διαφεύγω ξανά στην Νύχτα που με αναμένει.

Η ίδια η κίνηση της περιστροφής είναι θηριώδες illuminatio στα βάραθρα αυτής της μεγάλης Νύχτας.

 

 

Περιστροφή σημαίνει: ένας στους δυο πεθαίνει, κάθε στιγμή, σε κάθε ενιαυτό, και τούτο θα συνεχίζεται μέχρι την Μεγάλη Μεσημβρία του Κόσμου, όταν κάθε σκιά θα εξαφανιστεί κάτω από τον κάθετο Ήλιο της απαλλαγής από την άγνοια. Ένας στους δύο τότε ζει και δεν πεθαίνει.

Η καλύτερη απόδειξη γιατί οποιοσδήποτε παράδεισος δεν είναι και τόσον παράδεισος, και γιατί καμμία περιπέτεια στην Γη δεν υφίσταται χωρίς ένα σταθερό σημείο αχρονίας και αποτοξίνωσης από την Ύπαρξη.

Το Αίνιγμα του Κόσμου είναι ανηλεές και φονικό. Η περιστροφή είναι διαρκής τακτικός ελιγμός, αιώνια κίνηση αποφυγής και έλξης του Αινίγματος.

Περιστρέφομαι σημαίνει διαφεύγω (τόσον) από τον ίδιο τον εαυτό μου, ώστε να αποκτάει νόημα η ίδια η ζωή (ακόμα περισσότερον).

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: στο βίντεο άνω η οπτικοηχητική σύνθεση “Spin” (2014) των Ludger Brümmer και Bernd Lintermann.

Ο Γερμανός συνθέτης Ludger Brümmer (γεν. 1958 ), είναι, – κατά την γνώμη μου-, ένας από τους πιο σημαντικούς συνθέτες  της εποχής μας. Πρωτοποριακός σε μια νέα ηλεκτροακουστική μουσική και Computermusik του 21ου αιώνα.

Ο Bernd Lintermann (γεν.1967)  είναι εξαιρετικά καινοτόμος καλλιτέχνης των real time computer graphics.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2 (καθαρά “τεχνικής” φύσεως): Ενδεχομένως, όσοι χρησιμοποιείτε chrome ή ie, να μην μπορείτε να δείτε σωστά το βίντεο (θα πρέπει πάντα να βλέπετε δύο οπτικές “στήλες” σε εξέλιξη, όχι μία, και καθ’ όλην την διάρκεια του βίντεο). Προτιμήστε firefox για την συγκεκριμένη περίπτωση.

 

 

 

 

Advertisements

 

 

 

 

 

Η Γνώση προϋπάρχει και υπερέχει της Πίστης.

Δεν υπάρχει Πίστη προ της Γνώσης, ή παρά αυτήν, πρόκειται γι’ αυταπάτη, μάλλον εξ ανθρωπολογικής ανάγκης. Ως προς  ένα ποσοστό, ό,τι ήδη το Ασυνείδητο ΓΝΩΡΙΖΕΙ από μόνο του, καλείται κάποτε “πίστη”, και ό,τι το Ασυνείδητο ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΝΕΙ σε βαθμό μη αναγνωρίσιμο (το πλέον σύνηθες), αποβαίνει  κάποια στιγμή, και αναπόφευκτα, “ψευδής πίστη”.

Από μιαν άλλην άποψη, προ-πιστεύεις κάτι, επειδή ανταποκρίνεται περισσότερον στο ζητούμενο αίσθημα ασφαλείας ή παρηγορίας απέναντι σε κάποιες γνωστές φοβικές παραμέτρους της ανθρώπινης ύπαρξης,  σε σχέση, βέβαια, με τον απειλητικό περίγυρό της (που κυμαίνεται από έναν εσωτερικό χώρο ή μια περιοχή έως ολόκληρο το σύμπαν).

Με λίγα λόγια, η Πίστη είτε είναι ασυνείδητη Γνώση (ή από-γνωση) είτε συνειδητή ελπίδα (ή ιδιοτελής πρό-θεση και διάθεση) προς κάτι.

 

 

Η πίστη εκ προαισθήσεως (ή διαισθήσεως) που ως προαίσθηση γίνεται, βέβαια, συνειδητά αντιληπτή (και, συνήθως, αποβαίνει αρκετά ισχυρή) και αυτή, ακόμα, προκύπτει από Γνώση που μαίνεται ήδη υποσυνείδητα, δίχως το υποκείμενο να αντιλαμβάνεται τίποτα εξ αυτής της διαδικασίας.

Το λεγόμενο “προαίσθημα”, δεν θα ήταν άστοχον αν λέγαμε, πως δεν είναι τίποτε άλλο από μη συνειδητή, “παρασκηνιακώς” ορθολογική επεξεργασία δεδομένων!

Εν κατακλείδι, η  Πίστη δεν μπορεί να αντικαταστήσει την Γνώση ή να υπερέχει με οποιονδήποτε τρόπον αυτής.

Όμως, η μεγάλη δοκιμασία για τον άνθρωπο, ήταν ανέκαθεν άλλη.

 

 

Να πιστεύσει τελικά, πλήρως, αυτό που ήδη γνωρίζει καλώς, ακόμα κι εκείνο που βλέπει ήδη μπροστά του! Φαντάζει αυτονόητο, αλλά είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο. Να πιστεύσεις αυτό που ξέρεις.

Μια τέτοια πίστη, πραγματικά, θα μπορούσε να μετακινήσει βουνά, σε τέτοιον βαθμό, μάλιστα, που όχι μόνο δεν θα χρειαζόταν να πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, αλλά ούτε καν θα χρειαζόταν να πάει το βουνό στον Μωάμεθ, κατανοώντας, κάποτε, και εν τέλει, ότι ο Μωάμεθ είναι το ίδιο το βουνό και το βουνό ο Μωάμεθ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Δήμος είναι ο κατ’ εξοχήν πρωτογονισμός του ανθρώπου, το αρχαίον asylum του θανάτου, όχι μόνον η πλήρης απόδειξη της διαρκούσης Μεγάλης Νύχτας του Ασυνειδήτου, αλλά, κυρίως, ο επίμονος και επιθετικότατος μηχανισμός αυτής, τα δεσμά που φοράει το Αίνιγμα στην ανθρωπότητα, ούτως ώστε να μην αυτονομηθεί ποτέ από αυτό.

Ο σκληρός πυρήνας του Δήμου, άλλωστε, είναι ο Δείμος, σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, ώστε κάλλιστα αυτές οι δύο έννοιες συμπίπτουν σε πληρεστάτη αλληλεφαρμογή και ανάπτυξη παραπλανητικών διχτυών στο βουλητικό μέρος και το ένστικτο αυτοσυντήρησης/ αυτοπροστασίας του ανθρώπου.

Δήμος, σημαίνει στην ουσία και χωρίς αυταπάτες:  να σκοτώνεις κάθε μέρα την ζωή σου για να είσαι αρεστός και αποδεκτός, να μην το πετυχαίνεις φυσικά -στον βαθμό που και οι υπόλοιποι δεν επιδιώκουν κάτι άλλο, και έτσι επιτυγχάνεται το τέλειο πλέγμα αλληλοαποκλειομένων ονείρων-,  και, στο τέλος, να αποβαίνεις ένα ηλίθιο πλάσμα που θα υπερασπίζεται από το πρωί ως το βράδυ τον εαυτό του, έναντι της απλής φυσικής τάσης του ανθρώπου (προς το παρόν) να κατασπαράζει σαν λύκος με δικαιολογίες, τον διπλανό του.

 

 

Δεν υπάρχει οραματισμός ενός μέλλοντος,  στοιχειωδώς σοβαρός, ο οποίος να μην προϋποθέτει την οριστική εξαφάνιση αυτού του Κήτους που καταπίνει και καταπίνει ζωές για να τις γυρίσει στο Μεγάλο Τίποτα ( η αλληλεγγύη και η συνεργασία είναι τελείως διαφορετικά πράγματα, και δεν μπορούν και αυτά να υπάρξουν πραγματικά χωρίς την εξαφάνιση του Δήμου).

Δεν υπάρχει, εξ άλλου, έννοια του “Δημοσίου” που να μην παύει αυτόματα να υφίσταται σε μια προμηθεϊκή εποχή με νέα ανθρωπολογικά δεδομένα πλέον.

 

 

Η απάντηση στον αργά ή γρήγορα μελλούμενο θάνατο του Δημοσίου δεν είναι το Ιδιωτικό, αλλά το Νοητικό. Και αυτό είναι κάτι τελείως διαφορετικό και αναπάντεχο, όσον προβαίνει και φανερώνεται αυτόματα, κάθε φορά που ο Δήμος υποχωρεί προς όφελος δυνατοτήτων, οι οποίες έως σήμερα αχνολάμπουν καταχωνιασμένες στους περιορισμούς αυτής της εποχής. Μια εποχή που φθίνει αργά μεν , αλλά περισσότερον αναπόφευκτα απ’ όσον δείχνει ή φαντάζει .

 

 

 

 

 

 

 

 

Μπορούμε, κάλλιστα, να δούμε την σημερινή παρακμή, ιδιαίτερα στην χώρα μας, όταν παίρνει μορφές σαφώς πιο έντονες και ανορθολογικές απ’ οπουδήποτε αλλού, μέσα από ένα αρχετυπικό, ιδιοφανές πρίσμα, ήτοι την “Mεγάλη Aπορρόφηση” του όντος πίσω στο Τίποτα. Έχουμε αναφερθεί, έτσι κι αλλιώς, συχνά,  μέσα από κείμενα του παρόντος ιστολογίου.

Αν το σκεφθεί κάποιος βαθύτερα, μια τέτοια διαδικασία πισωγυρίσματος, είναι αδύνατον να συμβεί, χωρίς να επιχειρείται να “ξηλώνεται” ό,τιδήποτε είναι θεμελιακό στην ανθρώπινη ποιότητα, την ανθρώπινη εξέλιξη και το διαρκώς αναπτυσσόμενο σύνολο αξιών.

Η μορφοποίηση κατά την διαδικασία της Δημιουργίας συνοδεύεται, από αυτά τα πράγματα, κατ’ ανάγκην και οριακώς κάθε φορά. Η διαδικασία της διάλυσης συνοδεύεται από το αντίστροφο: τον χλευασμό και την απόπειρα ισοπέδωσής τους.

 

 

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που ο λόγος της παρακμής, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ως λόγος με την πλήρη έννοιά του, αλλά συνίσταται συχνά σε ένα ιδιοπαθές κατασκεύασμα τυφλής άρνησης, φανατικής αυθαιρεσίας και κωμικής μικρεξουσιαστικότητας, αλλά, επίσης,  και ενός ελλοχεύοντος,  ή περισσότερον φανερού, μίσους για την έννοια της “αξίας”.

Είναι πανεύκολο σε εποχές όπου κατακλυσμιαίες δυνάμεις “απορρόφησης” δρουν μέσα από το συλλογικό αλλά και από το ατομικό ασυνείδητο των  νοητικώς πιο ευπαθών, ασταθών ή φοβουμένων τους πάντες και τα πάντα, να κάτσει κάποιος σε μια γωνιά και να εξαπολύει μύδρους, τρέλλες ή νοσηρές φαντασίες. Φυσικά, για όλα υπάρχουν χοντροκομμένες δικαιολογίες και αιτιάσεις.

Όμως το “σύνδρομο της Πνύκας” είναι ορατό. Το αρχέτυπο επανεμφανίζεται. Και το αρχέτυπο για να αντιμετωπιστεί, πρέπει πρώτα να αναγνωριστεί και να σημαίνεται διαρκώς με τις ακριβείς διαγνώσεις: όλα, σύμφωνα με αυτό, πρέπει να διαλυθούν σε έναν βόρβορο ψευδοαμεσοδημοκρατίας, επειδή ο Χρόνος αρχίζει να λειτουργεί “αντίστροφα”. Η υποκειμενικοποίηση, η αξία, η εξέλιξη κηρύσσονται τότε, και  με έναν εξαιρετικά παράλογο τρόπο, “ανεπιθύμητα” πράγματα, και οποιοδήποτε κεφάλι ξεχωρίζει, πρέπει να κόβεται, επειδή, απλά ξεχωρίζει.

 

 

Ο Εβραίος καββαλιστής στοχαστής του 14ου αιώνα David ben Abraham ha-Laban, έγραψε κάποτε τα εξής:

“Το Τίποτα (δηλαδή, το ayin –  אין ) είναι περισσότερον υπαρκτόν από όλα τα πράγματα του κόσμου. Όμως, εφ’ όσον είναι υπέρτατα απλό, και όλα τα απλά πράγματα συγκρινόμενα με την  απλότητά του είναι πολύπλοκα, καλείται γι’ αυτό,  Αyin (Τίποτα)”.

Πολύ σωστά. Και πράγμα, που σημαίνει εξ άλλου, πως δεν είναι ένα κυριολεκτικό “τίποτα”, αλλά η υπέρτατη άρνηση της πολυπλοκότητας των υπαρκτών  πραγμάτων  αυτού του κόσμου, και κατά κάποιον τρόπο μια ΑΙΩΝΙΑ ΑΝΤΙ-ΠΑΡΑΘΕΣΗ προς την συνθετότητά τους. Από αυτήν την άποψη η απλότητά του είναι ΑΠΕΙΡΗ και τείνει προς την έννοια του “τίποτα”.

Το Τίποτα, αυτό όμως, όπως διαβεβαιώνει και ο  David ben Abraham ha-Laban,  είναι περισσότερον “υπαρκτόν” από κάθε τι άλλο.

Για να είμαστε και περισσότερον ακριβείς, είναι η Απόλυτη Αλήθεια έναντι της ψευδαίσθησης αυτού του κόσμου. Μόνο, που σε αυτήν την απόλυτη αλήθεια, δεν “υπάρχεις” πλέον.

 

 

Προσέξτε κάτι τώρα (ιδιαίτερα για όσους γνωρίζουν στον έναν ή τον άλλον βαθμό την εβραϊκή γλώσσα). Με έναν απλό αναγραμματισμό της λέξεως  ayin – אין έχετε αμέσως αμέσως την λέξη   אני , τουτέστιν , “ανί” που σημαίνει “εγώ” !

Το Τίποτα προβαίνει σε Εγώ και Εξυποκειμενικοποίηση, λοιπόν, κατά μίαν έννοια χρονορυθμιζόμενο. Κάποια στιγμή, ο χρόνος τελειώνει, και το Εγώ καλείται να επιστρέψει στο Τίποτα.

Ακριβώς, γι αυτόν τον λόγο, τόσοι και τόσοι άνθρωποι σήμερα, χωρίς απολύτως καμμία συνείδηση ή υποψία των δυνάμεων που δρουν μέσα τους και ενεργούν πολύ επικίνδυνα μέσα από αυτούς, χρησιμοποιώντάς τους, δεν αντέχουν ό,τι συνιστά την ουσία της ζωής: το Εγώ και την αναπτυξιακή δράση του Υποκειμένου, και εκφέρουν γι’ αυτό χίλιες δυο δικαιολογίες, λαϊκιστικές και μη.

Δεν καταλαβαίνουν πως σε ό,τι λένε, σε ό,τι κάνουν, είναι ασυνείδητες μαριονέττες στα χέρια μιας Δύναμης συντριπτικής και πολύ σκοτεινής, στην οποία, εξ άλλου, οφείλει αυτός ο Κόσμος την γέννησή του.

 

 

Όμως, το ερώτημα που τίθεται είναι απλό. Στο βαθμό που το Ayin (το Τίποτα) προσπαθεί να πισωγυρίσει το Εγώ (και κατ’ επέκτασιν την πλήρη ανθρώπινη ύπαρξη) στους κόλπους του, αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς την ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου, αλλιώς, μιλάμε, για ένα είδος μεταφυσικής “δικτατορίας”, η οποία μπροστά στα κέφια ή την αναγκαιότητά της, δεν καταλαβαίνει τίποτα άλλο.

Όμως, στον βαθμό, ακόμα, που το Εγώ προκύπτει σε αυτόν τον ψευδαισθητικό -πλην, όμως, ζώντα- κόσμο ως μονάδα αυτοσυνείδησης και ελεύθερης κρίσης, τότε όλα τείνουν να μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα πως το Θεϊκό Τίποτα αυτοδιχάζεται σε μιαν υπαρκτική σχιζοφρένεια και πως η διαδικασία απορρόφησης πίσω στο “τίποτα”, δεν είναι ούτε μονόδρομος ούτε και αναγκαία, αλλά το ένα “σκέλος” αυτής της σχιζοφρένειας, επειδή ακριβώς αυτό το “Εγώ” συνιστά, ταυτόχρονα μιαν ανάγκη και επιθυμία αυτού του θεϊκού να “ζήσει”, να “δει” τον εαυτό του, να περάσει, με άλλα λόγια, σε απόλαυση του εαυτού του.

 

 

Το “Είτε- Είτε” στην παρακμιακή εποχή μας επανεμφανίζεται, λοιπόν, όπως και το “σύνδρομο της Πνύκας”: στην πιο άγρια ή αυθαίρετη μορφή του.

Η απάντηση, φυσικά, δεν μπορεί να είναι άλλη: Προς το Μέλλον!, – με κάθε κόστος και με κάθε τίμημα.

Κάθε τι άλλο,  είναι φενάκη και, κυρίως, παγίδα.  Ο κόσμος αυτός είναι μια “παγίδα” εξ άλλου, και πρέπει να κινηθούμε πολύ προσεχτικά και με ακρίβεια, σαν σε ναρκοπέδιο εννοιών, αν σκοπεύουμε κάποτε να απελευθερωθούμε. Στον βαθμό, κιόλας, που κατανοεί κανείς ακόμα, πως τίποτα δεν έχει νόημα, αν δεν μπορεί  ο ίδιος να το ορίζει  εξ ολοκλήρου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

της Χαριτίνης Ξύδη

 

Προσπάθησα να επιστρέψω
σε μια ηλικία
όπου οι αποστάσεις φαίνονταν
μικρότερες των αποφάσεων
να τις διανύσεις.
Σε μια συνέπεια
που παρείχα στον εαυτό μου
απόκρημνη αλλά
σχεδόν σωματική.

Είναι πάντα το ίδιο δύσκολο
να επιστρατεύω το οξυγόνο
– που άλλοι έχουν στο τσεπάκι τους –
για να μην αποπνιγώ.

 

 

Το οξυγόνο μου υπερασπίζεται
ένα μοντέλο μεταμόρφωσης και τόλμης.

Μετά, ίσως παρακμάζει.

Μα, δείχνει σαν
το δικό μου οξυγόνο
να είναι απαραίτητο
για τη δική σας ζωή.

 

 

Οι άνθρωποι, όμως, ξέρετε
αλλάζουν.

 

{Εγκόλπιον Αϋπνίας,  Μεταμόρφωση}

 

 

 

 

 

 

 

 

Αυτό που, σίγουρα, θα άξιζε να σκεφθούμε περαιτέρω επί της gamelan μουσικής, και πρωτίστως επί των  gamelan χορών του Μπαλί στην Ινδονησία, είναι το εξής:

οι μορφές των χορευτριών (συνήθως, ή κατά πλειοψηφίαν εμφάνισης) και χορευτών, παρουσιάζονται εν προόδω χορού  σε μιαν απροσδόκητη “σπαστική” κινησιολογία, έντονη και υποβλητική τόσον, ωσεί, πραγματικά, εν είδει μαριονεττών που αυτοσαγηνευόμενες, οι ίδιες σαγηνεύουν με την σειρά τους.

Κάτι αλύγιστο, ακλόνητο και ανηλεές, σίγουρα αόρατον, φαντάζει πως “ρυθμίζει” τους χορευτικούς βηματισμούς τους, ενώ ταυτόχρονα οι μορφές των χορευτριών “λάμπουν” καταλλήλως, ώστε να επιδίδουν την εντύπωση πως έχουν υπερβεί το ανθρώπινο στάδιο ή μέτρο επικοινωνίας, και αποπειρώνται να επικοινωνήσουν διανθρωπίνως και διακοινωνικώς με άλλον τρόπον.

Λάμπουν, με άλλα λόγια, σαν θεότητες κατ’ εκείνη την στιγμή, ως εάν απεκάλυπταν τα εσώτερα μυστικά του κόσμου, ενώ λίγο πιο κει, η πολύ ιδιαίτερη -και με, μάλλον, πλήρως ξενίζοντα ή εξωφρενικό για τα αυτιά ενός δυτικού ανθρώπου, εξοπλισμό οργάνων- gamelan ορχήστρα , επιδίδεται σε ακραίες, (ημι)αυτοσχεδιαζόμενες ηχητικές υπερβασίες επί της πεντατονικής κλίμακας, και σε μιαν πολυρυθμική βάση τέτοια, η οποία, αλήθεια, έκανε κάποτε τον Claude Debussy να αναρωτηθεί στα σοβαρά, επί του κατά πόσον “ρυθμικώς πτωχή” μπορεί να φαντάζει η Δύση, έναντι αυτής της πολύτροπης ρυθμογόνου πανδαισίας που εμφανίζει μια gamelan ορχήστρα.

 

 

Όμως το θέμα μας εδώ, δεν είναι ακριβώς η μουσική του Μπαλί, αλλά οι χοροί του, και αυτοί ιδωμένοι κάτω από ένα συγκεκριμένο πρίσμα.

Μια μαριονέτα είναι και η θεότητα, και όχι μόνον ο άνθρωπος, αν δούμε με ακρίβεια το τι παρουσιάζουν αυτοί οι χοροί.

Αυτό είναι όλο κι όλο το εσώτερο νόημά τους.

Καλά την ανθρώπινη, αλλά ποιος κινεί την θεϊκή μαριονέττα τότε, θα μπορούσε, ευλόγως να ρωτήσει κάποιος.

Αυτοκινούμενη, θα (έπρεπε να) ήταν, φυσικά, η απάντηση.

 

 

Ο νους του ανθρώπου τρέμει ακόμα στην ιδέα μιας θεϊκής αυτοκίνησης ή ενός θεϊκού μηχανισμού, γιατί πιστεύει ότι κάτι τέτοιο αποβαίνει περισσότερον εις βάρος του. Έχει πάντοτε την τάση να φαντασιώνει κάποια “προσωπική θεότητα” που σκύβει κάθε φορά να ακούσει το πρόβλημα ή το παράπονό του.

Πιστεύει ότι η θεότητα δεν μπορεί να είναι ένα είδος “μηχανής”.  Μάλλον, δεν μπορεί καν να το φανταστεί, του προκαλεί φρίκη ή τρόμο μια τέτοια σκέψη, και ίσως όχι αδικαιολόγητα. Προβάλλει στον “θεό” την εικόνα του παππού του, την εικόνα του Στάλιν ή του Τσώρτσιλ, την εικόνα, εν πάση περιπτώσει, κάποιας φίγουρας η οποία δεν έχει άλλη δουλειά να κάνει, από το να τον ακούει και να τον συμβουλεύει, όντας στο υπερεπέκεινα πόδι, επί 24ώρου βάσεως.

Προβαίνοντας σε μια τέτοια φαντασίωση ο μέσος άνθρωπος (όχι, κατ’ ανάγκην, όμως,  ο ιδιαίτερα μορφωμένος ακόλουθος ή πιστός μιας θρησκείας), πάλι μια μηχανή σκέπτεται ή επιθυμεί. Αλλά, για να λέμε την αλήθεια, κατά πολύ χειρότερη από μιαν απρόσωπη θεϊκή μηχανή. Αν η ιδέα της μηχανής του φαντάζει ασεβής, δεν θα είχε λόγο ωστόσο να μην λογίσει την ιδέα ενός κατά παραγγελίαν θεού-μπάτλερ, ασεβέστερη.

Όμως, στο κάτω-κάτω, η Αλήθεια είναι προτιμώτερη από οποιοδήποτε αίσθημα ευσεβείας ή ασεβείας. Η πρώτη είναι για πάντα, το δεύτερο είναι πολύ σχετικό, ανάλογα με την εποχή, τις συγκεκριμένες κοινωνίες και την μαύρη τύφλα που δέρνει το ανθρώπινο μυαλό ακόμα.

Έχω γράψει αλλού, πως αυτός ο κόσμος δεν προϋποθέτει απαραίτητα έναν Deus ex Machina, σίγουρα, όμως, ο ίδιος, δεν είναι παρά μια Machina ex Deo.

Αυτή η Machina (από μίαν άποψη ιδωμένη και στην πιο “σκοτεινή” μορφή της) είναι το Πεπρωμένο που ρυθμίζεται τόσον συνολικώς, όσον και άπαξ για κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, και αυτή η κίνηση είναι Μία και ενοποιημένη, όσον και αν δεν φαίνεται τέτοια στην ανθρώπινη αντίληψη και εμπειρία!

 

 

Και εδώ, αναπόφευκτα, εγείρεται το θέμα της “συγχρονίας”.

Θέμα τεράστιο, πολύμορφο, τρομακτικό κάποτε, όμως δεν υπάρχει περίπτωση ως ανθρωπότητα να ξεκολλήσουμε έστω και ένα εκατοστό από το έλος της σύμβασης, της χιλιοτετριμμένης κοινοτοπίας, της ελεεινής άγνοιας και του μεταφυσικού τρόμου, αν δεν δούμε αυτό το θέμα στην πιο πλήρη διέκτασή του.

Άλλωστε, και οι Μπαλινέζες χορεύτριες τελούν πάντοτε, ή σχεδόν πάντοτε, σε μια πλήρη συγχρονία κατά τους “σπαστικούς”, μιας ιδιαίτερης ομορφιάς, αυτοματικούς χορούς τους.

Μια συγχρονία που, εν μέρει, θυμίζει την, τόσον, σε σχεδόν εγκληματικό βαθμό, αγνοημένη Μοναδολογία του Leibniz, όταν ο Γερμανός φιλόσοφος ψαύοντας ή ανιχνεύοντας αυτό το θέμα, θεώρησε πως οι μη υλικές “μονάδες”, άπειρα απλές, είναι η δομή της …ύλης (πρωτοποριακό, σχεδόν σοκαριστικό για εκείνα τα χρόνια, αν κάνανε τον κόπο περισσότεροι να αντιληφθούν το τι πραγματικά ΕΝΝΟΟΥΣΕ ο Γερμανός φιλόσοφος) και πως αυτές οι “μονάδες” δεν τελούν σε ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΚΑΜΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑΣ η μία με την άλλη, αλλά σε μια καθαρή σχέση συγχρονίας!

 

 

Δυόμιση αιώνες πριν ο Jung  αναφερθεί στην “συγχρονικότητα” (παρουσιάζοντάς την απλώς, και μηδόλως ερμηνεύοντάς την, καίτοι σαφώς δίδει την εντύπωση κάποτε , πως ο ίδιος είχε αναπτύξει την προσωπική ερμηνεία του, αποφασίζοντας ωστόσο για άγνωστον λόγον να μην την εκθέσει στο κοινό), ο Leibniz παρουσιάζει ένα πρότυπο “συγχρονίας”, που όσον στοιχειώδες ή ελλιπές και αν μπορεί να φανεί στα μάτια μας σήμερα, δεν παύει, ωστόσο, να είναι το πρώτο που εμφανίστηκε, με τόσην κατηγορηματικότητα μάλιστα, στην δυτική σκέψη.

Η συγχρονικότητα δεν συνιστά κατ’ ανάγκην κάτι “ανώτερο” από την αιτιότητα. Αυτή, τουλάχιστον, είναι η δική μου γνώμη. Το όλο θέμα εμμένει για άλλην μια φορά στην πλευρά του “συνειδητού”.

 

 

Με άλλα λόγια, μια ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΗ συγχρονικότητα πρέπει να θεωρηθεί κατώτερη από μια ΣΥΝΕΙΔΗΤΗ αιτιότητα.

Δεν παρουσιάζει κατ’ ανάγκην μια χρηστική/γνωσιολογική/λειτουργική αξία, να περπατάς, (αναφέρω ένα παράδειγμα), στο δρόμο και να βλέπεις τα νερά του βρόχινου ρυακιού να σχηματίζουν το σχήμα ενός σπαθιού, να επιστρέφεις μετά στο σπίτι σου και ρίχνοντας το μπουφάν σου πάνω στη κρεμάστρα, να σχηματίζεται στον τοίχο η σκιά ενός σπαθιού, να ανοίγεις την τηλεόραση και να φαίνεται μια κινηματογραφική ταινία στην οποία πολεμιστές ορμούν με σπαθιά, και να ανοίγεις αμέσως το ραδιόφωνο και να ακούς κατ’ εκείνη ακριβώς την στιγμή να αναγγέλλεται ο “χορός των σπαθιών ” !

 

 

Φυσικά, εδώ μιλάμε για “νοήμονα σύμπτωση”, όχι για απλή σύμπτωση, όπως θα έλεγε ο Jung, τουτέστιν, “κάτι” ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΑ και εν πλήρει νοήσει, σου παρουσιάζεται, τινάζοντας στον αέρα όλους τους νόμους της θεωρίας των πιθανοτήτων και επιθυμεί να “συνομιλήσει” μαζί σου μέσα από την γλώσσα των συμβόλων.
Ο Jung είχε αναφέρει σχετική εμπειρία του με το σύμβολο του “ιχθύος” και τις απανωτές νοήμονες σύμπτωσεις που του είχαν επισυμβεί μέσα σε μια μέρα.

Στον βαθμό που ΔΕΝ θυμάσαι να τα έχεις προκαλέσει όλα αυτά εσύ συνειδητά, και στον βαθμό ακόμα που δεν γνωρίζεις το ΠΩΣ έγινε αυτό, μια τέτοια ασυνείδητη συγχρονικότητα δεν σε “προάγει”, αλλά μάλλον σε επιστρέφει πίσω στην πρωτογονική κατάσταση, όσον  δεν μπορείς να επεξεργαστείς και διακρίνεις, σε έναν όποιον βαθμό, τον μηχανισμό προκλήσεως των γεγονότων.

Αναγκάζεσαι, συνεπώς, για να προστατέψεις τον εαυτό σου, να αναπτύξεις ένα ιδιαίτερο, τελετουργικό, είδος επικοινωνίας με το Άγνωστο, όπως έκανε ακριβώς ο πρωτογονικός άνθρωπος.

 

 

Το ζητούμενο, όμως, είναι η ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ του μηχανισμού, και αυτό είναι κάτι τελείως διαφορετικό (και, φυσικά, το ανώτερο), επειδή εδώ, ακριβώς, εντοπίζεται το μυστικό της πιο αρχέτυπης-αρχέγονης Μαγείας (λευκής και μαύρης),  αλλά και της πλέον υπερσύγχρονης Φυσικής των επιταχυντών των υποατομικών σωματιδίων.

(όμως, εδώ κάνω μια παύση, ή βάζω μιαν άνω τελεία, και θα συνεχίσω, αν συνεχίσω,  επί του θέματος σε άλλο κείμενο).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το θέμα δεν είναι κατά πόσον μπορεί να βρεθεί μια ικανή “λύση” στην ανθρώπινη κατάσταση, με όλα τα (φαινομενικά, κυρίως) αδιέξοδά της -αυτό, παραδόξως, ίσως αποδειχθεί σε κάποια, όσα,  χρόνια το ευκολότερο-, αλλά το κατά πόσον ο ανθρώπινος νους, βομβαρδιζόμενος επί αιώνες από ηττοπαθείς προπαγάνδες (για παράδειγμα: “είσαι ένα τίποτα μπροστά στο σύμπαν”, “ζούμε, και κάποτε ‘πρέπει’ να πεθάνουμε, επειδή έτσι βλέπουμε, και έτσι μάθαμε να αναμένουμε “), θα μπορέσει να ξεκολλήσει από πλήρως (αυτο)καταστροφικές μεθόδους του σκέπτεσθαι.

 

 

Το Πεπρωμένο είναι Εχθρός.  Ακόμα και αν τυγχάνει ο “κλήρος” να προκύπτει ευνοϊκός για έναν άνθρωπο, τούτο επισυμβαίνει ερήμην της συνείδησης και θέλησής του,  ερήμην, με δυο λόγια, της αξιοπρέπειας της αυθυποστασίας του, πράγμα που σημαίνει ότι ο άνθρωπος χρησιμοποιείται ο ίδιος ως η μαριονέτα του ιδίου του θανάτου του, και τίποτε περισσότερον. Κάτι τον θρέφει, τον αναλώνει, τον αποσύρει, αδιαφορώντας πλήρως για την δική του ύπαρξη, τις επιθυμίες του, τις επιδιώξεις του. Αυτό το “κάτι”, είναι ομιχλώδες, σκοτεινό, σχεδόν σατανικό, ένας μηχανισμός με τυφλά μάτια που δεν ακούει τίποτε από οποιανδήποτε παράκληση η ανθρώπινη ικεσία. Καταπίνει και εκβάλλει. Εκβάλλει και καταπίνει. Ως προς αυτό, φαίνεται πως δεν σταματάει ποτέ, μέχρι, φυσικά, μια σπάθη, ως εάν εκείνη που κατείχε ο Περσεύς, καταπέσει με δύναμη πάνω του και το εξολοθρεύσει. Βέβαια, δεν ομιλούμε εδώ περί υλικής σπάθης. Κυρίως, μάλιστα, θα μπορούσε κάποιος να επιπροσθέσει και τούτο στις προλεχθείσες σκέψεις:

όσον περισσότερον δυσκατόρθωτο φαντάζει κάποτε ένα πράγμα, τόσον παραδόξως, αναπαντέχως, απιστεύτως, πιο εύκολα λύεται. Σαν με μια απλή “ρύθμιση” σε ένα μηχάνημα.

Μένουν, ωστόσο, από την άλλη, επικές μάχες της ανθρωπότητας να τελεσθούν ώσπου να επισυμβεί κάτι τέτοιο, για τον απλό λόγο ότι οι προπαγάνδες αιώνων δεν ξερριζώνονται εύκολα από τον νου. Θέλω να πω, ότι το να κάνει κάποιος μια “ρύθμιση”, αυτό, από μόνο του, δεν είναι τίποτα. Ώσπου να πάει να κάνει όμως αυτήν την απλούστατη κίνηση, θα πρέπει πρώτα να αναμετρηθεί με τρόμους, ανασφάλειες, και υποσυνείδητα ταμπού αιώνων και αιώνων.

 

 

Ο ανθρώπινος νους είναι τρομαχτικά επιρρεπής σε κάθε ανορθολογική (αυθ)υποβολή. Δεν λειτουργεί,- καίτοι έχει σαφώς αυτήν την δυνατότητα-, τόσον με όρους της Ratio, όσον με καθαρά φοβικούς όρους αυτοσυντήρησης απέναντι στο Άγνωστο που το τρέμει σαν τρελλός, είτε το ομολογεί είτε όχι. Και το Άγνωστο επιφέρεται στην τρομοκρατική ισχυοφάνειά του πάντα με πληθυντική δύναμη. Με άλλα λόγια ο Νους, τελεί ακόμα σε εκείνη την κατάσταση που προσωπικά εγώ θα αποκαλούσα “όρος του Δήμου” και συνεπώς όρος, ακόμα, του “δείμου”.
Ο θάνατος, όμως,  δεν πρόκειται να πάψει να υφίσταται στην ανθρωπότητα, αν δεν πεθάνει πρώτα ο Δήμος (ως έννοια, ως βίωμα, πολιτικό και κοινωνικό,  ως γενικώτερος τρόπος του διακοινωνείσθαι).

Κατά μίαν έννοια, και όχι απολύτως, ο Δήμος είναι το Κήτος του Πεπρωμένου που σκότωσε ο Περσεύς (βέβαια, το Κήτος είναι και άλλα πράγματα).
Κυρίως, όμως, Δήμος-Δείμος είναι από μόνος του μια υπενθύμιση-απειλή , ότι ο κόσμος κάποια στιγμή θα πρέπει να πάψει να υπάρχει και να διαλυθεί πίσω στο “πλήθος” του Τίποτα. Αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να είναι ή να μην είναι αποδεκτό από την ανθρώπινη συνείδηση. Προσωπικά, προκρίνω την δεύτερη απόφαση.

Ο άνθρωπος από την στιγμή που γεννιέται, δεν μπορεί να δραστηριοποιηθεί και να λειτουργήσει μέσα στην Ελευθερία, επειδή  φοβάται αυτό  που παραμονεύει εκεί έξω. Η όλη του προσπάθεια δεν κυμαίνεται, παρά μόνο στο πώς θα “κερδίσει” αυτό το Κήτος που πρόκειται τελικά να τον σκοτώσει (εν είδει “πεπρωμένου”).  Πώς θα κερδίσει τον έπαινο ή την ανοχή του δήμου, φοβούμενος και αυτοτροποποιούμενος γι’ αυτό τον λόγο, συνεχώς. Συνήθως παλεύει για να αποκτήσει την “ανοχή” του Κήτους, να μην τον πειράξει, δηλαδή, ή να μην τον σκοτώσει, τουλάχιστον, “πριν της ώρας του”.

Όμως, δεν υπάρχει περίπτωση ο κόσμος να περάσει από την Αναγκαιότητα στην Ελευθερία, αν η έννοια του “δήμου” δεν πεθάνει μια για πάντα. Όρος εκ των ουκ άνευ.

 

 

Κατά μίαν έννοια, ο δείμος απέναντι στον δήμο, βάζει σε κίνηση και λειτουργία (εν μέρει ) τον μηχανισμό του Πεπρωμένου, αλλά αυτό, θα είναι ίσως το θέμα ενός ξεχωριστού δοκιμιακού κειμένου.

Μιλώντας για πεπρωμένο, ωστόσο, αξίζει να αναφερθούμε σε μερικά παραδείγματα, για να το δούμε στην πιο ωμή και αδυσώπητη επιφάνεια της φονικής ενόρμησής του.

Ένας μακρινός συγγενής μου πριν από αρκετά χρόνια, πήγε να ψωνίσει μαζί με την γυναίκα του σε ανθοπωλείο, παρακειμένως της εθνικής οδού. Πολύ κοντά στο μαγαζί, και σε υπερυψωμένο επίπεδο, βρισκόταν μια οδική γέφυρα, που εννοείται, ήταν πλήρης κινήσεως κατ’ εκείνην την στιγμή. Καθώς, λοιπόν, κοιτούσε ο συγγενής μου τα λουλούδια, ένα διερχόμενο από την γέφυρα όχημα που είχε αναπτύξει πολύ μεγάλη ταχύτητα, εξετράπη της πορείας του, έσπασε το προστατευτικό κιγκλίδωμα και -στην κυριολεξία- ιπτάμενο,  προσγειώθηκε εφορμώντας μέσα στο ανθοπωλείο, όπου και χτύπησε με τρομαχτική σφοδρότητα τον άνθρωπο. Η γυναίκα του, δίπλα του, δεν έπαθε απολύτως τίποτα.

Πραγματικά, ήταν σαν ο θάνατος να τον κυνηγούσε κατ’ εκείνη την στιγμή. Σαν κάτι, τόσον προγραμματισμένο και, σίγουρα, όχι συχνό στην λογική των πιθανοτήτων, να ώρμησε ΕΙΔΙΚΑ για να τον εντοπίσει και σκοτώσει. Αμέριμνος καθώς χάζευε τα λουλούδια, απογειώθηκε στην κυριολεξία ένα αυτοκίνητο από την διπλανή γέφυρα, εισέβαλε στο κατάστημα και, κατά μίαν εξαιρετικά συντομοχρονική έννοια, έψαχνε να τον βρει ώσπου να τον σκοτώσει.

Αυτό είναι το Πεπρωμένο. Ένα σύνολο “ρυθμίσεων”, πάντοτε, που στοχεύει,  α’) στην πάση θυσία απόσυρση της ανθρώπινης κούκλας από την ζωή και β’) στην ανακατομή του διαθέσιμου και περιορισμένου πλούτου της σύνολης ύπαρξης ανάμεσα στις ανθρώπινες κούκλες με στόχο την κάποια στιγμή μεγάλη pralaya, τουτέστιν, την διάλυση και απόρροφηση του σύμπαντος και της ζωής πίσω στις σκοτεινές καταβολές του μεγάλου, μυστηριακού και παντοδύναμου Τίποτα.

 

 

Ο Greg Moore υπήρξε ένας εξαιρετικά ταλαντούχος οδηγός αγώνων ταχύτητας  κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’90, ο οποίος είχε ήδη διακριθεί στο φημισμένο αμερικανικό πρωτάθλημα του CART (Championship Auto-Racing Teams, ο θρυλικότερος θεσμός αγώνων ταχύτητας στον κόσμο, όταν υπήρχε, – τα γνωστά “champcars”, ή αλλιώς, η αμερικανική -και κατά πολύ πιο συναρπαστική από την F1-  φόρμουλα, που συνέχισε να υπάρχει αργότερα κάτω από το θεσμό του Indy Racing League).

Ο νεαρός τότε Greg Moore (γεν. το 1975), λοιπόν, υπήρξε τόσον ταχύς και δεξιοτέχνης, ώστε θεωρείτο, πραγματικά, ως το μέλλον των αγώνων ταχύτητας μονοθεσίων. Πολλά από τα προσπεράσματά του υπήρξαν τόσον θεαματικά, ώστε έγραψαν από μόνα τους ιστορία.

Στον τελευταίο αγώνα του πρωταθλήματος του έτους 1999, στην οβάλ πίστα της Φοντάνα στην Καλιφόρνια, ο Moore παρ’ ολίγον να σκοτωθεί σε ένα τρομαχτικό ατύχημα κατά τα δοκιμαστικά, στουκάροντας σφοδρότατα στο περιτοίχιο με εξαιρετικά μεγάλη ταχύτητα.

Παρ’όλ’ αυτά την γλύτωσε. Ή, ακριβέστερα, φάνηκε πως την γλύτωσε κατ’ εκείνη την στιγμή. Ακριβώς την επομένη, όμως, κατά την διάρκεια του αγώνα, είχε άλλο ατύχημα, απίστευτα φρικιαστικό, που σήμανε και το τέλος της ζωής του.

 

 

Δεν υπήρξε άνθρωπος που να είδε και τα δύο ατυχήματα και να μην είπε ότι “κάτι” ήθελε να σκοτώσει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ τον νεαρό οδηγό. Μα ούτε ένας. Όλοι σκέφτηκαν το ίδιο πράγμα.
Κάτι εξώκοσμο, αλλόκοτο, πειναλέο, αδυσώπητο ήθελε να τον αποσύρει από την ζωή, κοιτώντας στα σκοτεινά κιτάπια της Μοίρας και υπολογίζοντας μέσα από αυτά. Επιτέθηκε δυο φορές συνεχόμενες. Την πρώτη αστόχησε, την αμέσως επομένη, όμως, δεν αστόχησε.

Όπως και να έχει όμως, την πρώτη φορά δεν τα κατάφερε, πράγμα που σημαίνει πως το Πεπρωμένο δεν είναι παντοδύναμο. Μπορεί να ηττηθεί. Για να ηττηθεί όμως πρέπει πρώτα να “αναγνωριστεί”. Είναι αδύνατον να νικήσεις κάτι που αγνοείς, από καθαρή αμέλεια ή εθελοτυφλώντας στην ύπαρξή του. Κυρίως, είναι αδύνατον να νικήσεις κάτι, αν δεν καταλάβεις τον μηχανισμό λειτουργίας του, ώστε να αναπτύξεις έναν ισχυρότερο μηχανισμό αντιμετώπισής του.

 

 

Στα Νησιά των Τόνγκα στον Ειρηνικό Ωκεανό, υπήρχε μέχρι , τουλάχιστον, μισόν αιώνα πριν, ένα παράξενο ταμπού που υποχρέωνε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τον υποπέσαντα σε ένα βαρύ αμάρτημα , όταν τρώει, να μην χρησιμοποιεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τα χέρια του.  Με λίγα λόγια ο taboo’ed προσέκυπτε στο χώμα και έτρωγε την τροφή του σαν σκύλος (το συνηθέστερο, εκτός αν βρισκόταν κάποιος να τον βοηθήσει σε αυτό).

Αυτή, έως σήμερα, είναι σε γενικές γραμμές  η ιστορία της ανθρωπότητας έως σήμερα. Ένας Tonga, taboo’ed.

Τα χέρια της είναι “δεμένα”, και σαν τα σκυλιά οι άνθρωποι μασουλάνε από το χώμα τα κόκκαλα που τους ρίχνει ένα υπεριστορικό σχέδιο ξεδίπλωσης-επαναπορρόφησης του σύμπαντος, προκειμένου να τους κρατάει στοιχειωδώς ζωντανούς για την εξυπηρέτηση των δικών του επιδιώξεων και μόνον.

Όμως, αυτό το πράγμα δεν συνάδει με καμμία έννοια δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας. Κυρίως, όμως, δεν θα υπήρχε περίπτωση ο άνθρωπος να συλλάβει την έννοια της Ελευθερίας, αν κάτι τέτοιο δεν προϋπήρχε πρώτα εν είδει ΑΥΤΟΥΠΟΝΟΜΕΥΣΕΩΣ μέσα στον μυστικό, σκληρό πυρήνα της δημιουργίας αυτού του κόσμου ωσεί θεάτρου μαριονετών.

Μια μαριονέτα, όμως, αν είναι σάρκινη και τυγχάνει να έχει (αυτο)συνείδηση, όταν “ξυπνήσει”, θα βρεθεί ενώπιον ενός διλήμματος. Είτε θα απορρίψει πλήρως αυτόν τον κόσμο και θα επαναπορροφηθεί στο Μεγάλο Τίποτα, είτε θα κερδίσει την Ελευθερία της, κρίνοντας, ότι αυτός ο κόσμος αξίζει να υπάρχει και να βιώνεται.

Αρκεί, φυσικά, να έχει κανείς το “ελεύθερο” να καθορίζει μόνος του την μοίρα του, βγαίνοντας για πρώτη φορά από τρελλή, απίστευτη ως προς αυτό το θέμα άγνοια αιώνων.

 

 

 

 

 

 

(εκ νέου ανάρτηση ενός παλαιοτέρου κειμένου , 27/9/2016)

 

 

prince-rupert_phixr

 

 

ΕΞΙ ΠΟΙΗΤΙΚΟ-ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

 

I. Κατά μία βαθύτερη ή πιο εξονυχιστική έννοια, η αλήθεια δεν είναι βεβαίωση, αλλά ενέργεια.
Αληθινό δεν είναι ό,τι συμφωνεί με την πραγματικότητα, αλλά ό,τι την δημιουργεί.

II. Όπως υφίσταται εν όροις το “υπερπραγματικό” (για παράδειγμα στον όρο “υπερρεαλισμός”, ή γενικώτερα ως έννοια στις μυστικές εμπειρίες), άλλο τόσο μπορεί να λογίζεται και το “υποπραγματικό” ως όρος.

Τι είναι “υποπραγματικό”;

Προσοχή: όχι ό,τι είναι κατώτερο της πραγματικότητας, αλλά ό,τι ΔΕΝ την δημιουργεί!

ΙΙΙ. Η μετριότητα ακολουθεί την πραγματικότητα. Η δημιουργική νόηση την προσπερνά. Την προσπερνά, δηλαδή, σαν σε αγώνα ταχύτητας.

IV. Κάθε εποχή παρακμής είναι εποχή του υποπραγματικού. Όμως, όπως οι άνθρωποι σε τέτοια εποχή “αδειάζονται” αθρόα και ο ένας μετά τον άλλον στους καταρράκτες του χρόνου, πιστεύοντας πως μέχρι εκείνη την στιγμή, δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να ακολουθούν το ρεύμα του ποταμού (μην κατανοώντας εγκαίρως πως το “ρεύμα του ποταμού” ΜΟΝΑΧΑ εκεί θα μπορούσε να οδηγήσει!), άλλο τόσον ο λόγος αποσυντίθεται, – η μια λέξη μετά την άλλην και η μια έννοια μετά την άλλη- όσον ο παρακμίας γραφιάς πιστεύει πως “αποτυπώνει” το “πραγματικό”. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι παρακμίες να σοκάρονται πλέον, όταν βλέπουν έντεχνο λόγο μην μπορώντας πια να ξεχωρίσουν θυμικό-προφορικό λόγο από έντεχνο γραπτό λόγο.

V. Η προφορικότητα σκοτώνει τον γραπτό λόγο. Πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικά είδη αντιμετώπισης και προσέλκυσης της πραγματικότητας. Άλλο γραφή, άλλο ζωή και προφορικότητα. Αν μεταφέρεις την καθημερινή προφορικότητα του ανθρώπου στον γραπτό λόγο, εκτός από τον τέλειο ηλίθιο, θα έχεις και τον τέλειο ζωντανό-νεκρό. Δεν μπορείς να ζεις εν γραπτώ. Η γραφή είναι το “άλλο” της ζωής , και όταν ταυτιστούν μεταξύ τους αλληλοεξουδετερώνονται.

VI. Στην (κατοπινότερη) Pahlavi γραφή της αρχαίας ιρανικής Zend-Avesta, ως γνωστόν στους ενασχολούμενους, είναι πολυπληθής η παρουσία “ετερογραμμάτων” (hozwarishn – αν και πιστεύω πως πιο ορθός όρος γι’ αυτή την περίπτωση θα ήταν τα “ετερόλεκτα”, όπως θα διαπίστωσετε παρακάτω).

Τι είναι “ετερογράμματα” ή “ετερόλεκτα”. Πρόκειται για αυτούσιες αραμαϊκές λέξεις που χρησιμοποιούνται στην Pahlavi (της οποίας οι χαρακτήρες είναι επίσης αραμαϊκής προέλευσης), αλλά υφίστανται ΜΟΝΟΝ ΕΝ ΓΡΑΠΤΩ ως τέτοιες.

Όταν ο Πέρσης των χρόνων της Δυναστείας των Σασσανιδών ανεγίγνωσκε μιαν αραμαϊκή λέξη στο περσικό κείμενο, δεν την εκφωνούσε προφορικώς στα αραμαϊκά, αλλά στα περσικά. Για παράδειγμα, όταν ήθελε να γράψει την λέξη abarmand (κληρονομιά), έγραφε την αραμαϊκή λέξη για την “κληρονομιά” (yplmynd’), αλλά ΕΠΡΟΦΕΡΕ την περσική λέξη abarmand!

Ετερόλεκτο (με μία μεταφορική έννοια), πιστεύω πως είναι συνολικώς το ποιητικό φαινόμενο. Δεν είναι φυσικά κυριόλεκτο, και ίσως οι όροι “μονοσημία”, “αμφισημία”, “πολυσημία” κλπ. περνούν σε δεύτερη μοίρα ακριβείας και διάγνωσης επί τούτου, μιας και το “ετερόλεκτο” μου φαίνεται πιο συνοπτικό και πιο ακριβές. Όσον ο καθημερινός ή συμβατικός λόγος είναι (και οφείλει να είναι) κυριολεκτικός, ο ποιητικός λόγος ετερολεκτεί συνεχώς.

Δεν ταυτίζεται με ό,τι αποκαλούμε “μεταφορά”. Η μεταφορά στην ποίηση είναι στην ουσία μια ετερο-νοηματικότητα (θα μπορούσε να το πει κανείς και έτσι). Το συνολικότερο εγχείρημα όμως στην ποίηση, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, έγκειται στο να “πει (γράψει) κάτι άλλο” κάποιος πέραν του ήδη γεγραμμένου λόγου.

Απ’ αυτήν την άποψη, η ποίηση δεν είναι ούτε το πραγματικό, αλλά ούτε το μη-πραγματικό. Μήτε το υπερπραγματικό μήτε το υποπραγματικό,

αλλά ο μοναδικός ίσως τρόπος που διαθέτουμε έως σήμερα για να φυλαγόμαστε από κάθε ιστορική παρακμή, σε οποιανδήποτε χρονική περίοδο και υπό κάθε περίστασιν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1.  Δεν υπάρχει πραγματικότητα έξω από την γλώσσα. Κάθε αντιληπτή πραγματικότητα συνιστά κατ’ ουσίαν και φαινομενικώς μια γλωσσική πραγματικότητα.

2.  Η γλώσσα δεν απεικονίζει το πραγματικό. Δεν υφίσταται έτσι κι αλλιώς αντικειμενικά “πραγματικό”. Υπάρχει, απλά,  μια αισθητηριακή μεσολάβηση ανάμεσα σε μια μονάδα που φέρει ένα σημαντικό ποσοστό συνείδησης και αυτοσυνείδησης (άνθρωπος) και κάτι “σκοτεινό”  εκεί έξω (κόσμος, γεγονότα), το οποίο και φέρεται ότι προκαλεί αυτήν την αμφισβητούμενη αισθητηριακή εντύπωση.

Η γλώσσα, συνεπώς, δεν αναπαριστά τίποτα. Τουναντίον, προκαλεί το (φερόμενο ως) πραγματικό να εμφανιστεί!

3.  Αν γλώσσα και (υποτιθέμενη) πραγματικότητα ήταν ξεχωριστά μεταξύ τους, το σύμπαν θα ήταν δύο. Το δύο υπάρχει μεν, αλλά είναι μόνον φαινομενικό.

4.  Η παλαιά διαπίστωση του Wittgenstein που έχει λεχθεί τόσες φορές από πολλούς, και συχνά μηχανακλαστικώς ή φθηνοπαπαγαλικώς, ώστε να καταστεί ένα από τα πλέον χιλιοτετριμμένα κλισέ στην ιστορία της αναπαραγόμενης αποφθεγματολογίας,  εμμένει εν τούτοις ολόσωστη: “τα όρια της γλώσσας μου ορίζουν τα όρια του κόσμου μου”.

Άλλος κόσμος, πέραν αυτών των ορίων, δεν υπάρχει, παρά μονάχα το “κενό” (με μια φιλοσοφική έννοια, τουτέστιν, το κενό συνιστά ένα είδος “κόσμου” και αυτό).

5.  Οι μέτριοι, ή οι του σωρού, συγγραφείς προσπαθούν να αναπαράγουν έναν κόσμο. Οι ισχυροί τον δημιουργούν.

6.  Η λέξη είναι πιο αληθινή από το αντικείμενο. Το τελευταίο φθείρεται και κάποτε χάνεται. Η λέξη όμως δεν πεθαίνει.

7.  Η γλώσσα δεν υπάρχει για να περιγράψει τον κόσμο, αλλά για να τον δημιουργήσει.

 

 

 

 

 

 

 

 

Άλλο το “κρυμμένο” Μυστήριο του Κόσμου που φέρνει και κρατάει την Ζωή σε εμφάνιση, (και, σίγουρα, δεν πρέπει ποτέ να αναμένεται ως ό,τι ιδανικότερο στην θέα, μιας και ένα μυστήριο αυτού του είδους ταυτίζεται με μιαν απόλυτη φρίκη),

και άλλο, η Ζωή η ίδια.

Το να (επιχειρήσεις να) μάθεις την σκοτεινή “καταβολή” της Ζωής, είναι ένα πράγμα. Το να μάθεις μετά να “αποφεύγεις ”  αυτό που ο ίδιος έχει μάθει και ξέρεις  (το όποιον και όσον),  στον βαθμό που, εξ ορισμού, δεν μπορεί παρά να κινείται εναντίον σου (Μυστήριο και Άνθρωπος ποτέ δεν συμφιλιώνονται, αναγκαστικά το ένα θα εξουσιάσει το άλλο), είναι το σημαντικότερο, η ίδια η Τέχνη της Ζωής.

Η ωραιότερη περιπέτεια που μπορεί να κάνει πραγματικά ενδιαφέρουσα την ανθρώπινη ύπαρξη, μακριά από την βαρεμάρα της καθημερινής, συμβατικής ομιλίας και του ανθρωπακιστικώς συμπεριφέρεσθαι.

Ό,τι μπορεί να σου γεμίσει την ζωή, πανέμορφα,  με άνθη και μυδράλια.