Skip navigation

Category Archives: Confessions of an Iconoclast

 

 

 

 

 

 

MY “DATTER” VISION. A SYNOPSIS.

 

Τι είναι “ύλη”;

Κάτι που ως ανθρωπότητα δεν γνωρίζουμε έως σήμερα, δεν έχουμε ιδέα καν για ποιον λόγο χρησιμοποιούμε αυτήν την λέξη, και όμως, είναι ο πλέον βασικός σπονδυλικός άξονας στον κόσμο και την ζωή.

Τα πάντα είναι χτισμένα γύρω μας, από μιαν έννοια-“φάντασμα”.

Φάντασμα και η ζωή αυτή, βασικά. Αλλά, ζωή.

 

 

Παρεκτός, αν η ύλη – matter καταστεί ύλη- datter (διαλέγω επίτηδες την νορβηγοδανέζικη λέξη datter -“κόρη”, λόγω της ετεροπαρηχούμενης συνάφειάς της προς το αγγλικό, και εν πολλοίς “μητρικό”, matter, και σε αντιπαράθεση με αυτό).

Πώς θα είναι η ύλη, όταν από matter γίνει datter ;

Πώς είναι ένα Φάντασμα όταν αρχίζει να γίνεται πιο “έγχρωμο” και πιο πραγματικό;

 

 

Πώς, πάνω απ’ όλα, είναι ένας κόσμος που το κάθε matter-γεγονός του, προκύπτει, πλέον, όχι από κάποιο αφανές και εξουσιαστικό Πεπρωμένο έξω από τον άνθρωπο, αλλά από μια συνειδητή, κάθε φορά, νοητική “απεύθυνση” προς την datter-ύλη, την Κόρη- Ύλη; Θυμίζει, λίγο, ή και εξ ολοκλήρου, μαγεία. Έτσι κι αλλιώς ο κόσμος είναι ένα “μαγικό” φαινόμενο. Εξ ορισμού,  και όπως κατ’ ελπίδα γίνεται αντιληπτό, η πράξη Δημιουργίας είναι Μαγεία, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει Αιτιότητα έξω από τον Χρόνο . Ένα σημείο Μη-Χρόνου, όμως, γέννησε τον Χρόνο. Μια Μη-Αιτιότητα, παρήγαγε Αιτιότητα, όταν, ακόμα, δεν υπήρχε Χρόνος: Μαγεία, πλήρως, δεν υπάρχει άλλη λέξη.

 

 

Η Επιθυμία γέννησε αυτόν τον κόσμο, (όμορφος κόσμος έστω και αν προς το παρόν τελεί στα μαύρα χάλια του).

Η Επιθυμία, πάλι, θα τον επιφέρει σε αυτό που του αξίζει “πραγματικά” να είναι.

 

 

 

 

 

Advertisements

 

 

 

 

 

Τα πράσινα, ολοσμάραγδα μάτια σου, μωρό μου, πάνω από τις δύο οπώρες του θεαματικού σου μπούστου, είναι μια γλυκυτάτη υπενθύμιση ότι δεν φάγαμε τσάμπα την μηλόπιττα στην Εδέμ.

Μηλόπιττα, βεβαίως, και όχι απλά, ή σκέτο, μήλο.

Το μήλο (εκτός των άλλων) είναι το Αρχέτυπον της Καύλας —

η μηλόπιττα, όμως, είναι το εμπράγματο και αποτέλεσμα της Καύλας, δίκην γηίνου δικαίου, εκεί που δεν παίρνει στους θεούς να επέμβουν, έτσι κι αλλιώς.

Θέλω, να πω με άλλα λόγια, πως αυτός ο κόσμος προέκυψε ως ερωτικός σπασμός, στην  σφοδρή προ-αρχέτυπη επιθυμία για το συγκεκριμένο, το φανερωμένο. 

Η αγάπη, τουτέστιν,  έχει νόημα όταν ομοιούται με το όνομά σου και όχι με την λέξη “αγάπη”.

 

 

 

 

 

 

 

 

Επανάσταση, εξέλιξη, προώθηση, σήμερα πια, μπορεί να σημαίνει, απλά, ή και μόνον, το να ερμηνεύουμε τον Κόσμο και το Αίνιγμά του, καθαρά μέσα από τις διαδικασίες και λειτουργίες του Νου ως Αρχέτυπον και ως πρώτη δρώσα ισχύς.

Φαίνεται πως ο κόσμος αυτός δομείται πάνω σε ένα “automate incorporel” (ο συγκεκριμένος όρος που χρησιμοποίησε  ο Leibniz  για τις “Μονάδες” του, παραμένει απαράμιλλος και, σίγουρα, χρηστικός και γι’ αυτήν την περίπτωση), και ακριβώς γι’ αυτό , διενεργείται και τελείται σε “πεπρωμένα” (ατομικά, αλλά και συλλογικά), ή αλλιώς, μερίδια ρόλων, τα οποία, τα “ανδρείκελα” και “γυνείκελα” κατά μίαν έννοια, δηλαδή οι άνθρωποι μέχρι σήμερα, φέρουν εις πέρας, πιστεύοντας, φυσικά, πως οι ίδιοι δημιουργούν την ζωή τους (μόνον ως ένα μικρό, σχετικά, βαθμό, προς το παρόν,  είναι εφικτό αυτό, και μετά απο σκληρή πάλη). Αν δεν είχαν αυτή την ψευδαίσθηση, άλλωστε, δεν θα είχαν όρεξη να συμμετέχουν στο Amphitheatrum που είναι αυτός ο κόσμος.

 

 

Πραγματικά προμηθεϊκή εποχή, αρχίζει, όταν 1) αναγνωρίζεται και κατανοείται το μόλις άνω προλεχθέν και όταν 2) οι σάρκινες μαριονέττες αυτονομούνται από τα σενάρια που τους έχει προ-πλέξει αυτό το automate incorporel, που είτε το αποκαλέσει κανείς “θεό”, είτε  “δαίμονες” ή  “κενότητα”, κλπ., δεν έχει τόσον μεγάλη σημασία.

Φανταστείτε έναν Κύκλο που κάποια στιγμή περιπίπτει στην σχηματική έλλειψη και την ωοειδή μορφή,  και αρχίζει σιγά σιγά να ραγίζει σε ακανόνιστα σχήματα (όπως ένα αυγό), δημιουργώντας θραύσματα στην επιφάνειά του, πλήρως άνισα μεταξύ τους.

Αυτή, λοιπόν, η θραυσμένη επιφάνεια, είναι ακριβώς η Έκρηξη του Υποκειμένου και της Ανισομορφίας. Όμως, το Υποκείμενο  βρίσκεται ήδη εγκλωβισμένο στα δίχτυα των “προκαθορισμένων ρόλων”.  Και αυτό δεν είναι κάτι άλλο παρά η αρχή της ανθρώπινης Ιστορίας, ως χρόνος προ-“ετοιμασμένος”.

Σκοπός, όμως, είναι,  αυτά τα ανισομερή τμήματα να γίνουν το καθένα τους ένας πλήρης κύκλος από και για τον εαυτό του,

και όχι να καταρρεύσουν όλα μαζί στην διάλυση ενός θραυσμένου ωού.

 

 

Υπάρχει πάντα μια Δύναμη που καλεί σε διάλυση, και μια Δύναμη που καλεί σε προώθηση. Αυτή η Πρωταρχική Σχιζοφρένεια του Σύμπαντος, βρίσκεται ακόμα και μέσα σε κάθε άνθρωπο ξεχωριστά.

Και εδώ, άλλωστε, εντοπίζεται το δίλημμα, κάθε δίλημμα, κυρίως, το αρχετυπικό δίλημμα του ανθρώπου, εκείνο το παμφάγο “είτε-είτε”, που δεν είναι κάτι άλλο παρά συμπαράγωγο αυτού του Κουκλόκοσμου.

(σημείωση: επί τη ευκαιρία, ακούστε τον θαυμάσιο “Κουκλόκοσμο” του μεγάλου Έλληνα συνθέτη της αβάν-γκαρντ και ηλεκτρονικής μουσικής, Στέφανου Βασιλειάδη, μόλις κάτω στο βίντεο που παρατίθεται).

 

 

Η Πρώτη Αυτοσυνείδηση και Εξυποκειμενικοποίηση έχει ως “τίμημα”, λοιπόν,  τον εγκλωβισμό στο Πεπρωμένο.

Αυτό ακριβώς το τίμημα πρέπει να αρθεί. Και αυτό, μπορεί να γίνει,  όχι μόνον όταν φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς τίμημα πια (χωρίς διλήμματα και είτε-είτε, επίσης) , αλλά πρωτίστως, κατανοήσουμε το ΠΩΣ μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Ότι μπορεί να γίνει, είναι σίγουρον, δεν υπάρχει αμφιβολία. Δεν θα σκεφτόμασταν καν αυτές τις λέξεις και έννοιες, αν δεν περίμενε ήδη στην γωνία αυτός ο “νέος κόσμος”.

Ασφαλώς και υπάρχει συγκεκριμένος “μηχανισμός” (όχι νόμος ακριβώς) που προκαλεί αυτόματα αυτόν τον εγκλωβισμό και την τέλεση του Πεπρωμένου. Ο Νους, μπορεί, κάλλιστα, να τον συλλάβει, να τον τροποποιήσει, να τον άρει, να τον κάνει ό,τι θέλει, με λίγα λόγια.

Αυτή είναι όλη κι όλη η ιστορία σε μια (κοσμολογική) Ιστορία που λογικά δεν έχει Τέλος, αλλά, σίγουρα, πάντοτε Αρχή.

 

 

 

 

 

 

 

ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ

 

Αν δεχθούμε (το “αν”, καθαρά εισαγωγικό, γιατί εγώ το δέχομαι πλήρως) πως αυτός ο κόσμος συνιστά το έκτυπο ή το παράτυπο μιας απόλυτης πραγματικότητας, μη άμεσα αντιληπτής πλέον στις αισθήσεις μας, εξ αιτίας μιας διαδικασίας οντολογικής φούγκας που διαρκώς μας απομακρύνει από αυτήν (μιαν απόλυτη πραγματικότητα που δεν έχει σημασία αν θα την αποκαλέσουμε “Παράδεισο”, “Πεδίο της πρωταρχικής Βουδδότητας”,  “Σουνγυάτα”, “Γκουενβέντ”- κατά τους Γαλάτες, ” Όλυμπον”,  Άσγκαρ”, κλπ), τότε, εξ ορισμού και τρόπου καταβολής, ο κόσμος αυτός δεν μπορεί παρά να συνιστά, επίσης, έναν “κάτω κόσμο”.

 

 

Αν δεχθούμε, ακόμα, πως ο κόσμος αυτός υπάρχει για να διαλυθεί και να επιστρέψει στην απόλυτη πραγματικότητα, με ωρολογιακή ακρίβεια εκδίπλωσης-απορρόφησης, τότε, ο ίδιος καθίσταται ακόμα δώρον άδωρον, στο βαθμό που κάθε κύκλος, δεν μπορεί παρά είναι φαύλος κύκλος, αν δεν προμηνύει σαφώς και αποφασιστικώς την ρήξη του με τον εαυτό του κάποια στιγμή.

Σε αυτή την περίπτωση, ο μεν κύκλος εν πρώτοις αναγκαίος, η δε λύση του ακόμα πιο αναγκαία.

Όπου υπάρχει το Έν, αυτό δημιουργεί και την Επιθυμία για το Δύο. Και, ορθώς, συμβαίνει έτσι.

 

 

Όταν ο κόσμος, λοιπόν,  γίνει το Μέσον Ξενοδοχείον (και όχι η Κάτω Αθλιότητα) έναντι του Πάνω Κόσμου που θα έχει καταστεί το Άνω Ξενοδοχείον και θα είναι πανεύκολο το “πήγαινέλα” ανάμεσα στα δυο ξενοδοχεία, χωρίς να χρειάζεται καν να μεσολαβεί ο θάνατος ή οποιαδήποτε ντεμοντέ αγιότητα, τότε, μπορούμε να ομιλούμε για μια λύση τόσον στο ανθρώπινο όσον και στο θεϊκό αδιέξοδον.

Ο δε Νους είναι ειδικά κατασκευασμένος, και ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ, για τον στοχασμό και την ανασκευή αυτών των θεμάτων.

 

 

Η παλαιά προκατάληψη που διαγιγνώσκει φάλτσα, πως “το μυαλό του ανθρώπου δεν μπορεί να φτάσει τέτοια ζητήματα”, όχι μόνον αντικρούεται ακόμα και από τα πλέον βασικά κείμενα των θρησκειών, στον βαθμό που αναγνωρίσουμε μια κάποια περαιτέρω αρμοδιότητά τους περί αυτών των θεμάτων και επί της μέσης συνείδησης,
(επί παραδείγμασι: το ευαγγελικό παρά Ιησού: “Γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς“, δεν θα μπορούσε να προτείνεται αυτό, αν ο άνθρωπος δεν ήταν εξ ορισμού ικανός να γνωρίσει την Αλήθεια, – ο Βούδδας που δεν κήρυξε και τίποτε άλλο, κλπ. κλπ.),
αλλά αντικρούεται, επίσης και από την πλέον κοινή λογική.

Ο Νους δεν μπορεί να θέσει με σαφή τρόπο συγκεκριμένα ερωτήματα, αν δυνητικώς δεν ενέχει την απάντηση/λύση τους σε κάποια άκρη του.

Με τον ίδιο τρόπο που δεν θα μπορούσε να υπάρξει η λέξη “καράβι”,  αν το αντικείμενο δεν είχε προσχηματιστεί ήδη σε αισθητηριακή εμπειρία στην φερομένη ως “έξω πραγματικότητα”. Δεν υπάρχει καμμία διαφορά, έτσι κι αλλιώς, η γνώση είναι ανάμνηση (ισχύει πάντα η πλατωνική διαπίστωση εν προκειμένω), με τον ίδιο τρόπο που η ανάμνηση της αισθητηριακής εμπειρίας μας οδηγεί σε έναν συγκεκριμένο λεκτικό όρο.

 

 

Το Χερουβίμ που φυλάττει με φλόγινη ρομφαία την Πύλη της Εδέμ και το Δέντρο της Ζωής, δεν αποκλείεται να καταλάβουμε κάποτε, πως, κυρίως, είμαστε εμείς οι ίδιοι όταν φοβόμαστε.

 

 

 

 

 

 

 

 

Το θέμα δεν είναι κατά πόσον μπορεί να βρεθεί μια ικανή “λύση” στην ανθρώπινη κατάσταση, με όλα τα (φαινομενικά, κυρίως) αδιέξοδά της -αυτό, παραδόξως, ίσως αποδειχθεί σε κάποια, όσα,  χρόνια το ευκολότερο-, αλλά το κατά πόσον ο ανθρώπινος νους, βομβαρδιζόμενος επί αιώνες από ηττοπαθείς προπαγάνδες (για παράδειγμα: “είσαι ένα τίποτα μπροστά στο σύμπαν”, “ζούμε, και κάποτε ‘πρέπει’ να πεθάνουμε, επειδή έτσι βλέπουμε, και έτσι μάθαμε να αναμένουμε “), θα μπορέσει να ξεκολλήσει από πλήρως (αυτο)καταστροφικές μεθόδους του σκέπτεσθαι.

 

 

Το Πεπρωμένο είναι Εχθρός.  Ακόμα και αν τυγχάνει ο “κλήρος” να προκύπτει ευνοϊκός για έναν άνθρωπο, τούτο επισυμβαίνει ερήμην της συνείδησης και θέλησής του,  ερήμην, με δυο λόγια, της αξιοπρέπειας της αυθυποστασίας του, πράγμα που σημαίνει ότι ο άνθρωπος χρησιμοποιείται ο ίδιος ως η μαριονέτα του ιδίου του θανάτου του, και τίποτε περισσότερον. Κάτι τον θρέφει, τον αναλώνει, τον αποσύρει, αδιαφορώντας πλήρως για την δική του ύπαρξη, τις επιθυμίες του, τις επιδιώξεις του. Αυτό το “κάτι”, είναι ομιχλώδες, σκοτεινό, σχεδόν σατανικό, ένας μηχανισμός με τυφλά μάτια που δεν ακούει τίποτε από οποιανδήποτε παράκληση η ανθρώπινη ικεσία. Καταπίνει και εκβάλλει. Εκβάλλει και καταπίνει. Ως προς αυτό, φαίνεται πως δεν σταματάει ποτέ, μέχρι, φυσικά, μια σπάθη, ως εάν εκείνη που κατείχε ο Περσεύς, καταπέσει με δύναμη πάνω του και το εξολοθρεύσει. Βέβαια, δεν ομιλούμε εδώ περί υλικής σπάθης. Κυρίως, μάλιστα, θα μπορούσε κάποιος να επιπροσθέσει και τούτο στις προλεχθείσες σκέψεις:

όσον περισσότερον δυσκατόρθωτο φαντάζει κάποτε ένα πράγμα, τόσον παραδόξως, αναπαντέχως, απιστεύτως, πιο εύκολα λύεται. Σαν με μια απλή “ρύθμιση” σε ένα μηχάνημα.

Μένουν, ωστόσο, από την άλλη, επικές μάχες της ανθρωπότητας να τελεσθούν ώσπου να επισυμβεί κάτι τέτοιο, για τον απλό λόγο ότι οι προπαγάνδες αιώνων δεν ξερριζώνονται εύκολα από τον νου. Θέλω να πω, ότι το να κάνει κάποιος μια “ρύθμιση”, αυτό, από μόνο του, δεν είναι τίποτα. Ώσπου να πάει να κάνει όμως αυτήν την απλούστατη κίνηση, θα πρέπει πρώτα να αναμετρηθεί με τρόμους, ανασφάλειες, και υποσυνείδητα ταμπού αιώνων και αιώνων.

 

 

Ο ανθρώπινος νους είναι τρομαχτικά επιρρεπής σε κάθε ανορθολογική (αυθ)υποβολή. Δεν λειτουργεί,- καίτοι έχει σαφώς αυτήν την δυνατότητα-, τόσον με όρους της Ratio, όσον με καθαρά φοβικούς όρους αυτοσυντήρησης απέναντι στο Άγνωστο που το τρέμει σαν τρελλός, είτε το ομολογεί είτε όχι. Και το Άγνωστο επιφέρεται στην τρομοκρατική ισχυοφάνειά του πάντα με πληθυντική δύναμη. Με άλλα λόγια ο Νους, τελεί ακόμα σε εκείνη την κατάσταση που προσωπικά εγώ θα αποκαλούσα “όρος του Δήμου” και συνεπώς όρος, ακόμα, του “δείμου”.
Ο θάνατος, όμως,  δεν πρόκειται να πάψει να υφίσταται στην ανθρωπότητα, αν δεν πεθάνει πρώτα ο Δήμος (ως έννοια, ως βίωμα, πολιτικό και κοινωνικό,  ως γενικώτερος τρόπος του διακοινωνείσθαι).

Κατά μίαν έννοια, και όχι απολύτως, ο Δήμος είναι το Κήτος του Πεπρωμένου που σκότωσε ο Περσεύς (βέβαια, το Κήτος είναι και άλλα πράγματα).
Κυρίως, όμως, Δήμος-Δείμος είναι από μόνος του μια υπενθύμιση-απειλή , ότι ο κόσμος κάποια στιγμή θα πρέπει να πάψει να υπάρχει και να διαλυθεί πίσω στο “πλήθος” του Τίποτα. Αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να είναι ή να μην είναι αποδεκτό από την ανθρώπινη συνείδηση. Προσωπικά, προκρίνω την δεύτερη απόφαση.

Ο άνθρωπος από την στιγμή που γεννιέται, δεν μπορεί να δραστηριοποιηθεί και να λειτουργήσει μέσα στην Ελευθερία, επειδή  φοβάται αυτό  που παραμονεύει εκεί έξω. Η όλη του προσπάθεια δεν κυμαίνεται, παρά μόνο στο πώς θα “κερδίσει” αυτό το Κήτος που πρόκειται τελικά να τον σκοτώσει (εν είδει “πεπρωμένου”).  Πώς θα κερδίσει τον έπαινο ή την ανοχή του δήμου, φοβούμενος και αυτοτροποποιούμενος γι’ αυτό τον λόγο, συνεχώς. Συνήθως παλεύει για να αποκτήσει την “ανοχή” του Κήτους, να μην τον πειράξει, δηλαδή, ή να μην τον σκοτώσει, τουλάχιστον, “πριν της ώρας του”.

Όμως, δεν υπάρχει περίπτωση ο κόσμος να περάσει από την Αναγκαιότητα στην Ελευθερία, αν η έννοια του “δήμου” δεν πεθάνει μια για πάντα. Όρος εκ των ουκ άνευ.

 

 

Κατά μίαν έννοια, ο δείμος απέναντι στον δήμο, βάζει σε κίνηση και λειτουργία (εν μέρει ) τον μηχανισμό του Πεπρωμένου, αλλά αυτό, θα είναι ίσως το θέμα ενός ξεχωριστού δοκιμιακού κειμένου.

Μιλώντας για πεπρωμένο, ωστόσο, αξίζει να αναφερθούμε σε μερικά παραδείγματα, για να το δούμε στην πιο ωμή και αδυσώπητη επιφάνεια της φονικής ενόρμησής του.

Ένας μακρινός συγγενής μου πριν από αρκετά χρόνια, πήγε να ψωνίσει μαζί με την γυναίκα του σε ανθοπωλείο, παρακειμένως της εθνικής οδού. Πολύ κοντά στο μαγαζί, και σε υπερυψωμένο επίπεδο, βρισκόταν μια οδική γέφυρα, που εννοείται, ήταν πλήρης κινήσεως κατ’ εκείνην την στιγμή. Καθώς, λοιπόν, κοιτούσε ο συγγενής μου τα λουλούδια, ένα διερχόμενο από την γέφυρα όχημα που είχε αναπτύξει πολύ μεγάλη ταχύτητα, εξετράπη της πορείας του, έσπασε το προστατευτικό κιγκλίδωμα και -στην κυριολεξία- ιπτάμενο,  προσγειώθηκε εφορμώντας μέσα στο ανθοπωλείο, όπου και χτύπησε με τρομαχτική σφοδρότητα τον άνθρωπο. Η γυναίκα του, δίπλα του, δεν έπαθε απολύτως τίποτα.

Πραγματικά, ήταν σαν ο θάνατος να τον κυνηγούσε κατ’ εκείνη την στιγμή. Σαν κάτι, τόσον προγραμματισμένο και, σίγουρα, όχι συχνό στην λογική των πιθανοτήτων, να ώρμησε ΕΙΔΙΚΑ για να τον εντοπίσει και σκοτώσει. Αμέριμνος καθώς χάζευε τα λουλούδια, απογειώθηκε στην κυριολεξία ένα αυτοκίνητο από την διπλανή γέφυρα, εισέβαλε στο κατάστημα και, κατά μίαν εξαιρετικά συντομοχρονική έννοια, έψαχνε να τον βρει ώσπου να τον σκοτώσει.

Αυτό είναι το Πεπρωμένο. Ένα σύνολο “ρυθμίσεων”, πάντοτε, που στοχεύει,  α’) στην πάση θυσία απόσυρση της ανθρώπινης κούκλας από την ζωή και β’) στην ανακατομή του διαθέσιμου και περιορισμένου πλούτου της σύνολης ύπαρξης ανάμεσα στις ανθρώπινες κούκλες με στόχο την κάποια στιγμή μεγάλη pralaya, τουτέστιν, την διάλυση και απόρροφηση του σύμπαντος και της ζωής πίσω στις σκοτεινές καταβολές του μεγάλου, μυστηριακού και παντοδύναμου Τίποτα.

 

 

Ο Greg Moore υπήρξε ένας εξαιρετικά ταλαντούχος οδηγός αγώνων ταχύτητας  κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’90, ο οποίος είχε ήδη διακριθεί στο φημισμένο αμερικανικό πρωτάθλημα του CART (Championship Auto-Racing Teams, ο θρυλικότερος θεσμός αγώνων ταχύτητας στον κόσμο, όταν υπήρχε, – τα γνωστά “champcars”, ή αλλιώς, η αμερικανική -και κατά πολύ πιο συναρπαστική από την F1-  φόρμουλα, που συνέχισε να υπάρχει αργότερα κάτω από το θεσμό του Indy Racing League).

Ο νεαρός τότε Greg Moore (γεν. το 1975), λοιπόν, υπήρξε τόσον ταχύς και δεξιοτέχνης, ώστε θεωρείτο, πραγματικά, ως το μέλλον των αγώνων ταχύτητας μονοθεσίων. Πολλά από τα προσπεράσματά του υπήρξαν τόσον θεαματικά, ώστε έγραψαν από μόνα τους ιστορία.

Στον τελευταίο αγώνα του πρωταθλήματος του έτους 1999, στην οβάλ πίστα της Φοντάνα στην Καλιφόρνια, ο Moore παρ’ ολίγον να σκοτωθεί σε ένα τρομαχτικό ατύχημα κατά τα δοκιμαστικά, στουκάροντας σφοδρότατα στο περιτοίχιο με εξαιρετικά μεγάλη ταχύτητα.

Παρ’όλ’ αυτά την γλύτωσε. Ή, ακριβέστερα, φάνηκε πως την γλύτωσε κατ’ εκείνη την στιγμή. Ακριβώς την επομένη, όμως, κατά την διάρκεια του αγώνα, είχε άλλο ατύχημα, απίστευτα φρικιαστικό, που σήμανε και το τέλος της ζωής του.

 

 

Δεν υπήρξε άνθρωπος που να είδε και τα δύο ατυχήματα και να μην είπε ότι “κάτι” ήθελε να σκοτώσει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ τον νεαρό οδηγό. Μα ούτε ένας. Όλοι σκέφτηκαν το ίδιο πράγμα.
Κάτι εξώκοσμο, αλλόκοτο, πειναλέο, αδυσώπητο ήθελε να τον αποσύρει από την ζωή, κοιτώντας στα σκοτεινά κιτάπια της Μοίρας και υπολογίζοντας μέσα από αυτά. Επιτέθηκε δυο φορές συνεχόμενες. Την πρώτη αστόχησε, την αμέσως επομένη, όμως, δεν αστόχησε.

Όπως και να έχει όμως, την πρώτη φορά δεν τα κατάφερε, πράγμα που σημαίνει πως το Πεπρωμένο δεν είναι παντοδύναμο. Μπορεί να ηττηθεί. Για να ηττηθεί όμως πρέπει πρώτα να “αναγνωριστεί”. Είναι αδύνατον να νικήσεις κάτι που αγνοείς, από καθαρή αμέλεια ή εθελοτυφλώντας στην ύπαρξή του. Κυρίως, είναι αδύνατον να νικήσεις κάτι, αν δεν καταλάβεις τον μηχανισμό λειτουργίας του, ώστε να αναπτύξεις έναν ισχυρότερο μηχανισμό αντιμετώπισής του.

 

 

Στα Νησιά των Τόνγκα στον Ειρηνικό Ωκεανό, υπήρχε μέχρι , τουλάχιστον, μισόν αιώνα πριν, ένα παράξενο ταμπού που υποχρέωνε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τον υποπέσαντα σε ένα βαρύ αμάρτημα , όταν τρώει, να μην χρησιμοποιεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τα χέρια του.  Με λίγα λόγια ο taboo’ed προσέκυπτε στο χώμα και έτρωγε την τροφή του σαν σκύλος (το συνηθέστερο, εκτός αν βρισκόταν κάποιος να τον βοηθήσει σε αυτό).

Αυτή, έως σήμερα, είναι σε γενικές γραμμές  η ιστορία της ανθρωπότητας έως σήμερα. Ένας Tonga, taboo’ed.

Τα χέρια της είναι “δεμένα”, και σαν τα σκυλιά οι άνθρωποι μασουλάνε από το χώμα τα κόκκαλα που τους ρίχνει ένα υπεριστορικό σχέδιο ξεδίπλωσης-επαναπορρόφησης του σύμπαντος, προκειμένου να τους κρατάει στοιχειωδώς ζωντανούς για την εξυπηρέτηση των δικών του επιδιώξεων και μόνον.

Όμως, αυτό το πράγμα δεν συνάδει με καμμία έννοια δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας. Κυρίως, όμως, δεν θα υπήρχε περίπτωση ο άνθρωπος να συλλάβει την έννοια της Ελευθερίας, αν κάτι τέτοιο δεν προϋπήρχε πρώτα εν είδει ΑΥΤΟΥΠΟΝΟΜΕΥΣΕΩΣ μέσα στον μυστικό, σκληρό πυρήνα της δημιουργίας αυτού του κόσμου ωσεί θεάτρου μαριονετών.

Μια μαριονέτα, όμως, αν είναι σάρκινη και τυγχάνει να έχει (αυτο)συνείδηση, όταν “ξυπνήσει”, θα βρεθεί ενώπιον ενός διλήμματος. Είτε θα απορρίψει πλήρως αυτόν τον κόσμο και θα επαναπορροφηθεί στο Μεγάλο Τίποτα, είτε θα κερδίσει την Ελευθερία της, κρίνοντας, ότι αυτός ο κόσμος αξίζει να υπάρχει και να βιώνεται.

Αρκεί, φυσικά, να έχει κανείς το “ελεύθερο” να καθορίζει μόνος του την μοίρα του, βγαίνοντας για πρώτη φορά από τρελλή, απίστευτη ως προς αυτό το θέμα άγνοια αιώνων.

 

 

 

 

 

 

 

 

[THOMAS EDISON: Historic American Steam Trains (Films 1897-1906)] ——

——ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ, σκέψεις με αφορμή.

 

Ένα ιστορικό φιλμ αρχείου του Thomas Edison, πάνω στις αμερικανικές ατμοκίνητες σιδηροδρομικές αμαξοστοιχίες των ετών 1897-1906, όπως μπορείτε να το δείτε μόλις άνω στο προπαρατιθέμενο βίντεο.

Σκέφτομαι, ωστόσο, μερικές φορές, πως η γοητεία αυτών των αρχέγονων φιλμς αρχείου έγκειται, όχι τόσον στο ότι μας καθιστούν με ένα σχεδόν υπνωτιστικό τρόπο μετόχους και παρατηρητές ενός ωμού, αμέσου και μη διαμεσολαβημένου από την αφήγηση παρελθόντος, αλλά, κυρίως, στο ότι κατανοούμε βαθύτερα μέσα από το μυστήριο του κινηματογράφου το μυστήριο του χρόνου.

 

 

Κατά μία πρωτεύουσα έννοια, ο χρόνος που εγκλείεται στο φιλμ, και αντίθετα με ό,τι θα εκτιμούσε μια ορισμένη συμβατική λογική, δεν είναι πλέον ιστορικός χρόνος, αλλά μυθικός χρόνος.

Το δε γεγονός πως ανά πάσα στιγμή μπορούμε να φέρουμε περασμένες στιγμές του παρελθόντος της ανθρωπότητας στην εποπτεία μας, αυτό δεν είναι παρά ένα είδος μαγικού αποτελέσματος, και δεν αναφέρομαι στην τεχνολογία, αλλά στην αποκατάσταση ενός δίκην υπερβατισμού πανοράματος, μέσα από το βλέμμα επί του κάθε φορά πεπερασμένου και χρονικώς εντοπιζομένου στο φιλμ.

 

 

Ο Χρόνος που μεταμορφώνεται σε Μύθο, η Ιστορία η ίδια σε τελική ανάλυση που μεταβαίνει από την ακολουθία των γεγονότων στην ουσία της, ήτοι τον άχρονο πυρήνα που εγκλείει μέσα της και σε κάθε στάδιο της, πράγμα, βέβαια, που το κάνει ορατό ο κινηματογράφος με τον δικό του τρόπο, όλα αυτά θα μπορούσαν να συνιστούν και την φυσική νομοτέλεια κάθε δημιουργίας, με την έννοια της εγελιανής “επιστροφής”·  το Πνεύμα που ξαναβρίσκει μέσα από την Ιστορία τον εαυτό του.

 

 

Όπου το μάτι του κινηματογράφου αναπόφευκτα συναντά την εγελιανή αντίληψη περί “σύνθεσης” και μιας τρόπον τινά επιστροφής των πραγμάτων στην πρωταρχή τους μέσα από την ιστορική εμπειρία, αλλά σε ένα ανώτερο επίπεδο.

Και αυτό το επίπεδο στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι η κινηματογραφική-κινηματοσκοπική εποπτεία.

Ο θεατής στην ουσία αισθάνεται σαν να παρακολουθεί όχι κάτι που συνέβη κάποτε, αλλά κάτι που συνέβη από πάντοτε.

 

 

Πρόκειται, ασφαλώς, για το νόημα μιας βαθύτερης μυσταγωγίας της θέασης του φιλμικού αρχείου.

Το όλως μυστηριακό πέπλο του κόσμου που δραπετεύει απαλά από την υφή των πραγμάτων και γίνεται το πανί μιας, σε τελική ανάλυση déjà vu, “κινηματογραφικής” ανάμνησης, αν θα έπρεπε να μιλήσουμε σχεδόν μεταφορικά.

Προβολή-ανάμνηση στην οποία αναμφίβολα εντοπίζεται η γοητεία, και μάλιστα η πλέον συναρπάζουσα γοητεία της Αλήθειας:

είναι σαν να θυμάται, όχι ακριβώς ο εαυτός μας, αλλά το Πνεύμα μας.

 

(το κείμενο αυτό είχε πρωτοαναρτηθεί στο Century Camera II κατά τον Μάρτιο του 2012)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Άνθρωπος είναι η “τεχνητή νοημοσύνη” (artificial intelligence) των θεών.

Όσον δεν επαναστατεί αυτή η νοημοσύνη προς όφελός της, τόσον το Μυστήριο, ή το θρυλικό Ding an sich -με καντιανούς όρους-, θα παραμένει an sich (καθ’ εαυτόν) και όχι für uns (για μας).

Σιγά μην είχε όρεξη ο Προμηθεύς να τρώει διαρκώς σουβλάκια, να λέει ανέκδοτα, να καφενειολογεί,  και να είναι “μαμάκιας”, – όλα τα μάλλον όχι συγγνωστά γραικικά χόμπις (ο Γραίκος, γιος του Δία και της Πανδώρας, χαρακτηρίζεται ως “όνειδος μέγα” στας “Ηοίας” του Ησιόδου. Κάτι ήξερε από τότε!).

Προτίμησε, λοιπόν, ο Προμηθεύς, και πώς αλλιώς, την απευθείας σύγκρουση με το ancien régime του σύμπαντος.

Υπάρχει μια συμπαντική αγάπη που σκοτώνει, και μια αγάπη που ελευθερώνει.

Η πρώτη αγάπη είναι ένα είδος αρχέγονης Mater confusa στην πιο σκοτεινή μορφή εμφάνισής της, η δε δεύτερη, είναι Κόρη-Bath Yisroel , ολάνθιστη ταχύτητα της ζωής.

Υπάρχει και μια απαράμιλλη ανθρώπινη δειλία, που όσον δεν καταλαβαίνει ότι φυσικό και  τεχνητό δεν είναι πράγματα απόλυτα κεχωρισμένα μεταξύ τους, και πως ό,τι είναι “φυσικό” είναι εξ ορισμού “τεχνητό”, και ό,τι είναι τεχνητό είναι απόλυτα φυσικό να τεχνουργείται,

τόσον η σου-βλακεία θα είναι πλήρης από “πατάτες” τηγανητές στην φριτέζα της εγκεφαλικής σύγχυσης και της διάλυσης του κόσμου (ή μιας χώρας ) με δικαιολογίες  ή χωρίς.

 

 

 

 

 

 

 

SÆCULUM NOVUM

Η Πνύκα, η Άβυσσος, ο Διόνυσος Ελευθερεύς,
και το γέλιο του Ισαάκ στους διαδρόμους του Νέου Αιώνος

 

 

Η εκκλησία του δήμου στην Πνύκα, η πολυδιαφημισμένη από τους ανιστόρητους και τους αφελείς, ήταν μια φορά κι έναν καιρό το ψευδώνυμο του θανάτου όταν δεν ήταν χαζός να υπογράφει με το όνομά του, με τον ίδιο τρόπο που ένας υπέρτατα αιρετικός κάλλιστα θα μπορούσε να σκεφθεί (από φαινομενική και μόνον άποψη “βλάσφημα”, μιας και εδώ δεν ομιλούμε για έναν άνθρωπο, αλλά περί του εσωτερικού σχίσματος σε ένα καθολικό πνεύμα), ότι ο Σατανάς είναι το ψευδώνυμο του Θεού, όταν ο ίδιος δεν θέλει ή δεν μπορεί να υπογράψει με το όνομά του. Εκεί που ο Θεός, άλλωστε, κτίζει, δουλειά του Σατανά είναι να καταστρέφει.

Φυσικά, ο θάνατος αφθονούσε ανέκαθεν στην υδρόγειο. Όμως, αυτού του είδους η “δημοκρατία” δεν μπορούσε να περιμένει τους κάποτε αργούς ρυθμούς του. Εξ αυτού, άλλωστε, το κώνειο κατέστη κάποια στιγμή το αγαπημένο ντρινκ “εις υγείαν του λαού” φυσικά, που όπως πάντοτε, του αρκούσε μια δημαγωγική συμμορία για να τον αποβλακώσει και να ζητεί τις κεφαλές των φιλοσόφων.
Δυόμιση αιώνες, περίπου, όλους κι όλους κατάφερε να επιζήσει η εκκλησία του δήμου, για να καταλήξει όχι αργά σε ένα σφαγείο και κρεοπωλείο δημαγωγίας, ψευδούς ρητορικότητας και ανεξέλεγκτης συκοφαντίας.

 

 

Η εμφάνιση συμμοριών σε τέτοιες συνθήκες (συνθήκες, δηλαδή, μιας ψευδούς ισότητας που αιτείται, τις περισσότερες φορές ασυνειδήτως πλην εμφανέστατα, την επιστροφή σε μιαν πλήρως αδιαφοροποίητη massa confusa και την άρση του υποκειμένου) είναι ένα γεγονός που ενέχει και την υπαρξιακή, και, σίγουρα, συνολικότερη, εξήγησή του, εκτός, φυσικά, όλων των άλλων εξηγήσεων, των πλέον μεμερισμένων και εξειδικευμένων.

Μια τυφλή τάση ή επιθυμία άρσης κάθε διαφοροποίησης και υποκειμενικοποίησης, όπως εν προκειμένω, δεν παύει ωστόσο να τελείται σε έδαφος γήινο που προκαλεί συνεχώς την εμφάνιση εκείνων των πραγμάτων των οποίων ακριβώς η άρση επιζητείται.
Τοιουτοτρόπως, το υποκείμενο και η εμφάνισή του, και ως προς τις πολιτικές παραμέτρους ανάδειξής τους, δεν παύουν (δεν μπορούν να παύσουν) στην εκκλησία του δήμου, αλλά συνήθως αναφύονται με μάλλον εγκληματικό, βάρβαρο τρόπο.

Η Πνυξ που πνίγει.

Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς παρά να “πνίγει”, γιατί Πνυξ και Ζωή, αν το δούμε κατ’ ουσίαν και όχι κατ’ επίφασιν πολιτικού και δημόσιου βίου, είναι δυο πράγματα πλήρως ασύμβατα μεταξύ τους. Οποιοδήποτε κεφάλι ξεχωρίζει πρέπει να κόβεται, σχεδόν αυτόματα.

Και, όπως εύκολα μπορεί να καταλάβει κάποιος, αν δεν ξεχωρίζουν και δεν πρόκειται να ξεχωρίζουν κεφάλια ποτέ, δεν υπάρχει ζωή.

 

 

Βέβαια, υπάρχει και ο “χρυσούς αιών” της αθηναϊκής δημοκρατίας, μόνο που θα πρέπει να διαπιστώσουμε σε αυτόν, την ευφυία και την οργανωτική δύναμη ξεχωριστών προσωπικοτήτων περισσότερον, παρά την αποτελεσματικότητα της εκκλησίας του δήμου.
Προ πάντων, ο “χρυσούς αιών” ώρισε και επέβαλε μια δεσποτική ηγεμονία των Αθηνών σε μέγα μέρος του ελλαδικού χώρου, τέτοια που κάλλιστα θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για πρωτο-“ιμπεριαλιστική” (ο όρος με την πλατύτερη και εν ολίγοις αυθαίρετη έννοιά του) φάση επεκτατικής τυρρανίας που προήρχετο από μια πόλη που έβγαινε νικηφόρος από τους Περσικούς Πολέμους.

Τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο ισχύει για τα γράμματα και την φιλοσοφία. Οι αττικοί τραγωδοί παρουσίαζαν συχνά φιλοαριστοκρατικές απόψεις, ενώ ο Σωκράτης, από ένα σημείο και μετά, δεν υπήρξε τίποτε άλλο από μια ζωντανή περιφερόμενη μομφή κατά της αθηναϊκής δημοκρατίας.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε το εξής: φαίνεται ότι τα γράμματα και οι προσωπικότητες, κατ’ εκείνους τους καιρούς, δεν άνθισαν τόσον χάρις στην εκκλησία του δήμου, αλλά, μάλλον, ή κυρίως, χάρις σε μιαν “αντιπαλότητα” με αυτήν.

 

 

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε που οι περισσότεροι αναρχικοί θεωρητικοί και ακτιβιστές του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνων (όταν, δηλαδή, υπήρξε μια φορά κι έναν καιρό σοβαρό αναρχικό κίνημα στον κόσμο) δεν εμπνεύσθηκαν καθόλου από την Πνύκα, ακριβώς επειδή διέγνωσαν τον κρυμμένο τυρρανικό χαρακτήρα της και το όργιο θανάτου που θα μπορούσε να επιφέρει στο όνομα μιας ψευδούς “ισότητας”.
Οι οποιεσδήποτε συνδέσεις και εκλεκτικές συμπροσθέσεις ή συμπάθειες ανάμεσα Αναρχία και “άμεση δημοκρατία” (όρος που δεν πρέπει να ταυτίζεται εξ ολοκλήρου με την εκκλησία του δήμου στην Πνύκα), υπήρξαν κατοπινότερα επιγενόμενα, στην πλειοψηφία τους τουλάχιστον, αν εξαιρέσει κανείς μερικές πρώιμες απόπειρες επί τούτου.

Ο φιλοαναρχικός στοχαστής και συγγραφέας Jacques Ellul, για παράδειγμα, στράφηκε στους Κριτές του Ισραήλ όπως αναγράφονται και περιγράφονται στην Παλαιά Διαθήκη, για να ανεύρει έναν πρόδρομο της Αναρχίας, και όχι στην Πνύκα.

Όμως το ουσιαστικότερο που μένει να δούμε εδώ, είναι άλλο, επειδή δεν είναι το θέμα μας ακριβώς η αμφισβητούμενη σύνδεση μιας μορφής αναρχίας με την (φερομένη ως) άμεση δημοκρατία της Πνύκας, αλλά, πρωτίστως,  μια διερεύνηση της κρυμμένης αρχετυπίας της εκκλησίας του δήμου.

 

 

Υπάρχουν δύο δυνάμεις στον κόσμο που με λύσσα προσπαθεί η μια να εξοντώσει την άλλη. Πρόκειται για μακελειό.

Η μία δύναμη βλέπει την ανθρωπότητα ως προϊόν εξέγερσης και σφετερισμού μιας πρωταρχικής “ουράνιας” κατάστασης και επιτίθεται να ρημάξει τα πάντα, και η άλλη, η Συνείδηση του ανθρώπου, είναι το μόνο πράγμα που μετασχηματίζει υγιώς το θεϊκό στοιχείο σε σχέση “αναγνώρισης” ανάμεσα σε 2 (δύο , και ο αριθμός 2 με την καθαρά αφηρημένη-αριθμητική έννοιά του).

Υπάρχει το Άουσβιτς της ύπαρξης, υπάρχει και το (πνευματικό) Ισραήλ.

Υπάρχει μια μαύρη μαγεία που καλεί συνεχώς την συνείδηση του ανθρώπου να μιγνύεται με όλους και όλα (στο όνομα του “ενός”) και υπάρχει το Έπος του Υποκειμένου που καλεί για ελευθερία ανάμεσα σε ελεύθερες ατομικότητες και ελεύθερες υποκειμενικότητες και σε ολοένα περισσότερη διαφοροποίηση και εξατομίκευση.

 

 

Μπορούμε, ασφαλώς, να ομιλούμε για μια προ-αρχέγονη “αγάπη”, όταν δεν υπήρχε απολύτως καμμία εξατομίκευση και εξυποκειμενικοποίηση στο Όν.
Αυτή η κατάσταση, σίγουρα, είναι ένα είδος “μακαριότητας”, και, ακόμα πιο σίγουρα, ένα (απόλυτο) είδος αγάπης, το θεϊκό ως πλήρης ταύτιση με τον εαυτό του, το θεϊκό ως ο “κανένας”, ως η απόλυτη έλλειψη αυτοσυνείδησης, ως η απόλυτη εσωτερικότητα στα άδεια πεδία του τίποτα ή της κενότητας.

Όμως αυτού του είδους η αγάπη, είναι, επίσης, αδιανόητη και ανυπόφορη . Σου επιτρέπει, κατά κάποιον τρόπο να αγαπάς και να αγαπιέσαι, αρκεί να μην υπάρχεις!  Δεν διαφέρει σε πολλά, και στον βαθμό, βέβαια, που “απαγορεύει” την έξοδο στην υποκειμενικοποίηση,  από την αγάπη δεσποτικών γονιών που επιθυμούν να ελέγχουν και να χειραγωγούν τους γόνους τους ως μαριονέττες.

Με άλλα λόγια, οποιαδήποτε πρωταρχική κατάσταση μακαριότητας στα πεδία της κενότητας και της ασυνειδητότητας για να είναι πρόσφορη ή δεκτή,  δεν πρέπει να “απαγορεύει” την έξοδο στο Υποκείμενο. Αν την απαγορεύει, τότε αυτό είναι μια ατέλεια ή ελάττωμα στους “ουρανούς”  που λύεται μόνον με την εξεγερμένη δημιουργία του κόσμου και το προχώρημα, την πρόοδο του κόσμου, πάση θυσία, με κάθε κόστος και τίμημα και όπου βγάλει  -κατ’ ελπίδα στην Ελευθερία και την άρση κάθε αρχέγονης έριδος ανάμεσα σε Συνείδηση και Ασυνείδητο. Αλλά θέλει πολλή δουλειά, ώσπου να επιτευχθεί κάτι τέτοιο.

 

 

Η χώρα μας, συνολικώς, βρέθηκε στην δίνη ενός τέτοιου μαύρου αρχετύπου, που μεταφραζόμενο σε “ιστορικές συγκυρίες”,  της απαγόρευσε να ενηλικιωθεί. Η χώρα μας “παγιδεύθηκε”, δηλαδή, στο συνεχώς παραμονεύον μητρικό δόκανο αυτής της αρχετυπικής παγίδας, που φαίνεται να μην συμφιλιώνεται ποτέ με το ίδιο το φαινόμενο της ζωής.

Δεν είναι τυχαίο που η “Φόνισσα”, το μέγιστο αριστούργημα του Παπαδιαμάντη εγράφη σε αυτή την χώρα, στην οποία το υποσυνείδητο μίσος για το ίδιο το φαινόμενο της ζωής (αν το δει κάποιος βαθύτερα) και η διαμαρτυρία για την έξοδο από την μακαριότητα της απραξίας στον κόσμο, επιφέρεται συνήθως ως “μίσος για την αξία”. Οποιοσδήποτε άνθρωπος στην Ελλάδα μπορεί να μπει αυτομάτως στο “στόχαστρο” πολλών, με έναν αναπάντεχα ανορθολογικό τρόπο (και με χίλιες δυο δικαιολογίες-συκοφαντίες συνήθως), ένεκα μόνον της αξίας του, της όποιας, περισσότερης ή λιγότερης.  Και αυτό, αν θέλουμε να είμαστε δυσάρεστοι, πλην ειλικρινείς, δεν υπάρχει άνθρωπος με σώας τα φρένας του που να μην το έχει παρατηρήσει/διαπιστώσει στην Ελλάδα! Αυτό ακριβώς το “σύνδρομο της Πνύκας” (αν θα μπορούσα να το ονομάσω έτσι), ρήμαξε τελικώς την χώρα μας και επέφερε όχι “ισότητα” (που δεν μπορεί έτσι κι αλλιώς να υπάρξει στην ζωή, -ισονομία, ισοδικαιωματικότητα και ισαξιοπρέπεια ναι, αυτά είναι τα ζητούμενα), αλλά γενικευμένη δυστυχία.

Αν δεν κατανοηθεί, λοιπόν, αυτό το “μαύρο αρχέτυπο” στην λειτουργικότητά του, οποιαδήποτε εξήγηση, κοινωνικο-ιστορικό-πολιτική, και αν επιστρατεύσετε για να ερμηνεύσετε αυτό τον έξαλλο φθόνο και ζήλεια, αυτό το τυφλό μίσος και τις γελοίες βεντέττες που μαστίζουν την χώρα μας, δεν πρόκειται να αποβεί αρκετή, ή και καθόλου χρήσιμη.

Κυρίως, θα έπρεπε μάλλον να κατανοηθεί πρώτα εδώ, ότι κατά μίαν, πολύ ουσιαστική και δρώσα, έννοια, η πρωταρχική μακαριότητα της μη υποκειμενικότητας, συνιστά ένα πλήρως πρωτόγονο στάδιο σε σχέση με το ανθρώπινο!

 

 

Δεν υπάρχει, λοιπόν, εκεί “κανείς” για να συνειδητοποιήσει και να απολαύσει αυτή την μακαριότητα. Πρόκειται για ουράνια αναισθησία ή αναίσθητη παντοδυναμία, αν θα θέλαμε να το ορίσουμε με πλήρη ακρίβεια, όσον και αν ορίζει ένα είδος αμφίβολης ελευθερίας, λόγω ακριβώς του ότι είναι απόλυτη, και από αυτή την άποψη συνιστά και μιαν απόλυτη σκλαβιά.

Απόλυτη ελευθερία/σκλαβιά (συμπίπτουν τα αντίθετα εδώ πλήρως!), χωρίς “κανέναν” να υπάρχει, δεν είναι σίγουρα ό,τι προτιμώτερο, και ό,τι θα μπορούσε να αποτρέψει μια πρωτο-εξέγερση και ανάδυση υποκειμενικότητας στους ουρανούς, και, κατά συνέπεια, την δημιουργία του κόσμου και την εμφάνιση της ζωής σε αυτόν.

Σε αυτόν τον κόσμο, άλλωστε, υπάρχει ο θεός μέσα στον άνθρωπο και υπάρχει ο θεός μέσα στον ίδιο τον Σατανά. Ο άνθρωπος, με την σειρά του,  λογίζεται ως Σατανάς από τον Σατανά-έκπτωτο θεό, αν ακολουθήσουμε μια ιουδαιοχριστιανική ορολογία ονομαστικής απόδοσης σε αυτή την μαύρη αρχετυπική δύναμη κατά της ζωής, πράγμα που δεν είναι , φυσικά, ή πάντοτε, απόλυτα αναγκαίο, μιας και έχει νόημα οι φιλοσοφικοί όροι να προτιμώνται, κατά ενδεδειγμένη συγκυρία ή επιλεκτικώς, ως αποφλοιώνοντες από ερμηνευτική γωνία πρόσληψης την όποια κατατρομοκράτηση του ανθρωπίνου υποσυνειδήτου από απλοϊκές μορφές θρησκευτικού φανατισμού (και όχι της θρησκείας, που ως τέτοια, και ως προς το αρχετυπικό-θεματολογικό-γνωσιολογικό περιεχόμενό της είναι ακόμη πολύτιμη για την ανθρωπότητα, πέρα, φυσικά, από τον συνήθη λατρευτικό/ψυχοθεραπευτικό ρόλο της για όποιον το επιθυμεί).

Οι αρχαίοι Γαλάτες Δρυίδες μάγοι, ιερείς και φιλόσοφοι είχαν επεξεργαστεί ένα σύστημα τριών κύκλων στην ύπαρξη και την μη ύπαρξη, ήτοι τον Γκουενβέντ (τον ουράνιο κύκλο της ελευθερίας), τον Ανμπρέντ (τον φυσικό κόσμο της αναγκαιότητας) και τον Αννούν (την Άβυσσο).
Αν λογίσει και σταθμίσει κανείς καταλλήλως την εποπτική-θεωρική γνώμη τους, τότε, προκύπτει ως συμπέρασμα πως ο Γκουενβέντ συνιστά ένα είδος Νήσου των Μακάρων της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, ένα πεδίο όπου η αναγκαιότητα του εδώ φυσικού κόσμου παύει να υφίσταται. Ή ένας χριστιανικός παράδεισος, ασφαλώς.

 

 

Το θέμα όμως είναι πως η “αναγκαιότητα” δεν πρέπει να θεωρείται διαιωνίως σύμφυτη με τον υλικό κόσμο, αλλά ως κάτι προσωρινό και μόνον, τουτέστιν, και ομιλώντας αντιπαραβλητικώς/μεταφορικώς ως ένα στάδιο “αιχμαλωσίας” στην Αίγυπτο και πρώιμης απόδρασης από αυτήν…
Ο Μωυσής και το πλήθος δεν έχουν διαβεί ακόμα την Ερυθρά Θάλασσα. Ο κύβος της “τύχης” και του πεπρωμένου δεν ερρίφθη ακόμα.

Και μήπως δεν είναι ο Διόνυσος Ελευθερεύς, σε τελική ανάλυση, ο κρυμμένος διάδοχος, ο μυστικώς φέρων το εβραϊκόν Τετραγράμματον, που έχει ως πρώτο γράμμα του το γιοντ (י ), ήτοι την δυνατότητα του “γίγνεσθαι”; – θεός είναι αυτός που γίνεται, εν κατακλείδι, και όχι αυτός που είναι. Και η μυθική ιστορία του Διόνυσου, σίγουρα, δεν είναι παρά ένα δριμύ γίγνεσθαι. Δεν θα βρείτε πουθενά αλλού, θεό που να είναι τόσον συμβεβλημένος ή συνυφασμένος με την έννοια του γιοντ-γίγνεσθαι. Όχι όμως διαιωνίως. Κάποτε καταλήγει σε έναν νέο “Αιώνα”.

 

 

Ο δε Ισαάκ (Γιτζχάκ – יצחק , από το εβραϊκό ρήμα  צחק  που σημαίνει “γελάω”, τουτέστιν,   ο “άνθρωπος που θα γελάει”) μέλλει τότε να παντρευτεί την Ρεβέκκα ( רבקה , από το εβραϊκό ρήμα רבק που σημαίνει “προσδένω σταθερά”, τουτέστιν, η “σιγουρεμένη”, άλλως, μια προσωποποίηση της -Νέας- Γαίας.)

Ο Ισαάκ, βεβαίως, παρ’ ολίγον να θυσιαστεί και την γλύτωσε φτηνά. Όσον, όμως, ακριβώς ακριβός θα είναι εξ αντιστρόφου ο κατ’ ελπίδα επερχόμενος νέος κόσμος του Διόνυσου Ελευθερέως (που δεν ταυτίζεται εξ ολοκλήρου, φυσικά, με τον Βάκχο, είναι άλλο πράγμα στην ουσία).

Άλλως, όπου η Ελευσίς καθίσταται αναπαντέχως και μέσα σε μια στιγμή Έλευσις, και όλα τα περιρρέοντα λύματα καθαίρονται σε μιαν αποκάλυψη ενός νέου κόσμου που μέλλει να αποδώσει στον άνθρωπο την πραγματική/δυνητική ταυτότητά του και σε κάθε γνωστή ταυτότητα την συνεχόμενη διαφοροποίησή της μέχρι τα έσχατα όρια (αν υπάρχουν όρια) κάθε μαγείας και ομορφιάς.

 

Σημείωση προς τους αναγνώστες:

Ενδέχεται, λόγω του καλοκαιριού, οι αναρτήσεις να μην είναι συχνές από εδώ και πέρα έως το φθινόπωρο. Θα προσπαθήσω, πάντως, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, να δίνω το παρών κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα.

Ευχαριστώ τους φίλους και αναγνώστες για το ενδιαφέρον και την αφοσίωσή τους στο ιστολόγιο.

Πρωτίστως θα ήθελα να ευχαριστήσω, και από εδώ,  την αγαπημένη μου, την Χαριτίνη, για τις συχνές αναδημοσιεύσεις της από αυτό το ιστολόγιο στην προσωπική σελίδα της στο facebook.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΕΝΤΕΡ ΧΙΣΤΑΛΣΕΛΟΥΤ

 

Τυφλή ηχώ στον κόσμο οι Στυμφαλίδες Όρνιθες, το πλέον κρημνώδες άρπαγμα θανάτου στα άδεια αυτιά του ανυπόπτου πλήθους που φέρεται χωρίς κατ’ ανάγκην να άγεται ,

μια σάρκινη μαριονέττα που την διεκδικούν οι θεοί και, δικαιωματικότερα, ο Νους από την άλλη , – τυφλή ηχώ  στά εγκεφαλικά σπήλαια του Ηρακλέους,

μέσα στον οποίον ηχούν, ακόμα, τα “χάλκεα κρόταλα” της εξολόθρευσης των επικινδύνων πτηνών, κάθε που ανοίγει ξανά το Μεγάλο Χάσμα για να καταπιεί και να καταπιεί, εν ονόματι  του “γυρισμού” στο Τίποτα.

 

 

Seder hishtalshelut  , η αλυσιδωτή εξέλιξη, διαδικασία ανάπτυξης των κόσμων στην εβραϊκή Kabbalah, και το Μεγάλο Ayin, το Τίποτα, καιροφυλακτεί να συντρίψει την Aνθρώπινη Eπανάσταση.

Πανδημία “ιδεών” σε κατακόρυφη μαύρη μαγεία, ο οπλισμός των επικινδύνων πτηνών που καταστρέφουν μυαλά και μυαλά.

Δράκων ελικτός, όμως, ορίζεται ο Ηρακλής σε έναν Ορφικό Ύμνο, – κάτι που  σπάνια πια θυμούνται. Τίποτε πια, έτσι κι αλλιώς δεν θυμούνται. Τα έχουν ξεχάσει, σχεδόν, όλα.

 

 

Υπάρχει μια μαύρη λίμνη στην άκρη του μυαλού που προσπαθεί να σε επαναπορροφήσει. Και υπάρχει ένα αρχαίο όρος ανάμεσα στα μάτια, από το οποίο,

οφείλεις να προβάλλεις ζωντανός,

απέναντι στο νεφέλωμα των φερομένων ως γεγονότων, εκεί έξω.

 

 

Μην ψάχνεις κατ’ ανάγκην μέσα σου, αυτό που μπορείς να ζήσεις έξω σου.

Πάση θυσία, μπροστά, προς το μέλλον του ανθρώπου, με οποιοδήποτε κόστος, με οποιοδήποτε τίμημα.

Η Ζωή, εξ άλλου δεν θα ήταν τόσον επίμονα και ζηλόφθονα στο στόχαστρο του Απείρου, αν πραγματικά δεν είχε κάτι παραπάνω απ’ αυτό να πει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ, ΤΟ ΚΑΤΙ ΚΑΙ Η ΠΡΩΙΑ

 

On n’est pas libre tant qu’on désire, qu’on veut, qu’on craint peut-être tant qu’on vit.”

Marguerite Yourcenar, “L’ Œuvre au noir” (1968)

 

Μπορεί και να είναι έτσι, όπως το γράφει η Γιουρσενάρ, μπορεί, δηλαδή, ελευθερία πραγματική να προκύπτει ή να ορίζεται μόνον όταν δεν επιθυμείς, δεν θέλεις τίποτα, δεν φοβάσαι, και ίσως (σίγουρα, μάλλον) όταν καν δεν ζεις.

Καίτοι, ωστόσο, είναι μια ελευθερία πλήρως αναμενόμενη με αυτούς τους όρους, δεν παύει όμως να πρόκειται για ελευθερία που εν απειρότητι ταυτίζεται με την απόλυτη σκλαβιά. Δεν υπάρχει δηλαδή “εκεί” κανείς για να την διαπιστώνει. Ελευθερία, χωρίς συνείδηση, χωρίς υποκείμενο, χωρίς εγώ, φαντάζει μια φάρσα. Επιδίδεται εν τέλει, όμως επιδίδεται σε κανέναν, και ως εκ τούτου φαντάζει περισσότερον ως μια “παγίδα ελευθερίας”, και όχι ακριβώς ως ελευθερία.

Κάτι παρόμοιο, άλλωστε, δεν διεκήρυττε και ο Βούδδας αιώνες πριν; Τουτέστιν, να πεθάνει, ή τουλάχιστον να αποδυναμωθεί, πλήρως η επιθυμία στον άνθρωπο ώστε να ελευθερωθεί από τον  τροχό των γεννήσεων, των θανάτων, και των αναγεννήσεων  (Saṃsāra –  संसार ).

Για τον Βούδδα, η επιθυμία είναι ο λόγος που ερχόμαστε σε ύπαρξη, και ως προς αυτό, σίγουρα έχει δίκιο. Όμως η επιθυμία επιφέρει και την συνείδηση της επιθυμίας, τουτέστιν την αυτοσυνείδηση της ίδιας της ύπαρξης.

 

 

Γενικώτερα, και προσωπικά μιλώντας από μια καθαρά φιλοσοφική άποψη, συμφωνώ με τον Βουδδισμό (ιδίως με τον κατοπινότερο, λόγιο Βουδδισμό της Mahayana) σε πολλά, και ακριβώς γι’ αυτό δεν υπάρχει κοσμοφιλοσοφικό σύστημα που να εκτιμώ περισσότερον.  Διαφωνώ ωστόσο πλήρως, ή για να το πω ακριβέστερα,  είμαι εκ διαμέτρου αντίθετος,  με τον “σκοπό” του.

Δεν επιθυμώ να απωλέσω την (αυτο)συνείδησή μου και να χαθώ στα πρωταρχικά πεδία της Βουδδότητας ή της Παρινιρβάνα, αλλά το ακριβώς αντίθετο: επιθυμώ να υποκειμενοποιούμαι και να εξατομικεύομαι ολοένα και περισσότερον.

Επιθυμώ το κάτι έναντι του πανίσχυρου τίποτα. “Επιθυμώ”, είπα, άλλωστε, μόλις. H λέξη-κλειδί που έφερε και μένα, όπως και όλους τους ανθρώπους, στην γη.

Η Ζωή μου αρέσει, και βρίσκω νόημα σε αυτήν, παρόλο που συνιστά, πράγματι, και από φιλοσοφική-ρεαλιστική άποψη, μια ψευδαίσθηση. Ο κόσμος δεν είναι “πραγματικός”, τίποτα δεν είναι πραγματικό (μόνον η αγάπη!) , όμως έχει ενδιαφέρον να ζεις. Τίποτα δεν συγκρίνεται με την Ομορφιά της Περιπέτειας στην Γη. Υπάρχει κόστος γι’ αυτό, σίγουρα. Πληρώνουμε, και πληρώνουμε πάντα σε “μετρητά”. Σύμφωνοι. Υπάρχει όμως και Μέγα Ιωβηλαίο στην Ύπαρξη κάποια στιγμή.

 

 

Το ζήτημα όπως το θέτουν ο Βούδδας και η Γιουρσενάρ, πάσχει σε ένα κεντρικό σημείο διάγνωσης.

Πονάει χέρι, δεν κόβει ωστόσο χέρι γι’ αυτό.

Πραγματική ελευθερία (ό,τι και αν σημαίνει αυτό) μπορεί να υπάρξει μόνον στην Ζωή, γιατί μονάχα υπ’ αυτόν τον όρο, υπάρχει επίσης κάποιος να την συνειδητοποιεί.

Και ό,τι δεν συνειδητοποιείται, δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει από μόνο του.

Ο,τιδήποτε  μπορεί να “υπάρχει” μονάχα όταν υφίσταται κάποιος να το συνειδητοποιεί. Όπως ακριβώς στους επιταχυντές των υποατομικών σωματιδίων. Ένα γεγονός στον υποατομικό μικρόκοσμο δεν υφίσταται χωρίς τον παρατηρητή του. Συμβαίνει “κάτι” εκεί, μόνον επειδή βρίσκεσαι ΕΣΥ για να το παρατηρήσεις!

 

 

Το ίδιο και στον πιανιστικό “Μικρόκοσμο” του Béla Bartók (Mikrokozmosz, έργο των ετών 1926 -1939) στον οποίον η κλιμάκωση των κομματιών από το απλούστερο στο πλέον πολύπλοκο  (όπως ακριβώς και στην Ζωή), δεν μπορεί να επισυμβεί χωρίς την  υψηλότερη ανθρώπινη/καλλιτεχνική αυτοσυνείδηση και συνειδητοποίηση της ίδιας της Ζωής ως Τέχνη.

Μπορεί, πιθανώς, ο “Μακρόκοσμος”,  ή μεγάκοσμος, το πεδίο της υψηλότερης “βουδδότητας” κατά τον Σιντάρτα Γκωτάμα, να είναι χωρίς συνείδηση και αυτοσυνείδηση, σύμφωνοι. Όμως ο Μικρόκοσμος (αν θα μπορούσαμε να τον πούμε πολύ αμφίβολα, έτσι) της Γης, αν μη τι άλλο,  προσφέρει και τα δύο, και από αυτήν την άποψη το “μέγα” του  Μεγακόσμου είναι πολύ σχετικό. Ίσως εδώ η προβληματική μπορεί να συμπεριλάβει την σεφιροτική διαλεκτική ανάμεσα “μεγαπρόσωπο” (Αρίχ Ανπίν –  אריך אנפין )και “μικροπρόσωπο”  θεό (Ζέιρ Ανπίν –  זעיר אנפין) στην εβραϊκή Kabbalah, όμως, σε κάθε περίπτωση, ο μεγάκοσμος και ο μικρόκοσμος είναι θέμα “οπτικής γωνίας”.

Και ο Μικρόκοσμος της Γαίας  από μίαν ή περισσότερες απόψεις, είναι πιο σημαντικός από τον συμβατικώς ή κατ’ έθος λογιζόμενον ως “Μεγάκοσμο”, και καθίσταται ούτως ουσιαστικότερος, ή o έχων νόημα , Μέγας Κόσμος.

 

 

Όπως παρατηρείς από μακριά μια Μεγάλη Πόλη, μιαν απέραντη Βαβυλώνα του ονείδους, σίγουρα, αλλά μαζί της χαράς  και της αξιοπρέπειας, εφ’ όσον αναλάβεις την ευθύνη να παλέψεις γι’ αυτά, και  βλέπεις αρχικώς αυτήν την πόλη σαν μια κουκίδα στον ορίζοντα. Από κοντά, μέσα στους δρόμους της πόλης, δεν αποκλείεται να περάσουν αιώνες, ώσπου να καταλάβεις ότι ποτέ δεν έφυγες από το ίδιο “σημείο”.

Μόνον, που η διαφορά του να επιθυμείς “κάτι”, απέβη περισσότερον από σημαντική, μοιραία ίσως, κόλαση πιθανώς, αλλά το μόνον, ωστόσο, που υπόσχεται κάποια στιγμή την Ελευθερία.