Skip navigation

Category Archives: Confessions of an Iconoclast

 

 

 

 

 

ΣΕΝΤΕΡ ΧΙΣΤΑΛΣΕΛΟΥΤ

 

Τυφλή ηχώ στον κόσμο οι Στυμφαλίδες Όρνιθες, το πλέον κρημνώδες άρπαγμα θανάτου στα άδεια αυτιά του ανυπόπτου πλήθους που φέρεται χωρίς κατ’ ανάγκην να άγεται ,

μια σάρκινη μαριονέττα που την διεκδικούν οι θεοί και, δικαιωματικότερα, ο Νους από την άλλη , – τυφλή ηχώ  στά εγκεφαλικά σπήλαια του Ηρακλέους,

μέσα στον οποίον ηχούν, ακόμα, τα “χάλκεα κρόταλα” της εξολόθρευσης των επικινδύνων πτηνών, κάθε που ανοίγει ξανά το Μεγάλο Χάσμα για να καταπιεί και να καταπιεί, εν ονόματι  του “γυρισμού” στο Τίποτα.

 

 

Seder hishtalshelut  , η αλυσιδωτή εξέλιξη, διαδικασία ανάπτυξης των κόσμων στην εβραϊκή Kabbalah, και το Μεγάλο Ayin, το Τίποτα, καιροφυλακτεί να συντρίψει την Aνθρώπινη Eπανάσταση.

Πανδημία “ιδεών” σε κατακόρυφη μαύρη μαγεία, ο οπλισμός των επικινδύνων πτηνών που καταστρέφουν μυαλά και μυαλά.

Δράκων ελικτός, όμως, ορίζεται ο Ηρακλής σε έναν Ορφικό Ύμνο, – κάτι που  σπάνια πια θυμούνται. Τίποτε πια, έτσι κι αλλιώς δεν θυμούνται. Τα έχουν ξεχάσει, σχεδόν, όλα.

 

 

Υπάρχει μια μαύρη λίμνη στην άκρη του μυαλού που προσπαθεί να σε επαναπορροφήσει. Και υπάρχει ένα αρχαίο όρος ανάμεσα στα μάτια, από το οποίο,

οφείλεις να προβάλλεις ζωντανός,

απέναντι στο νεφέλωμα των φερομένων ως γεγονότων, εκεί έξω.

 

 

Μην ψάχνεις κατ’ ανάγκην μέσα σου, αυτό που μπορείς να ζήσεις έξω σου.

Πάση θυσία, μπροστά, προς το μέλλον του ανθρώπου, με οποιοδήποτε κόστος, με οποιοδήποτε τίμημα.

Η Ζωή, εξ άλλου δεν θα ήταν τόσον επίμονα και ζηλόφθονα στο στόχαστρο του Απείρου, αν πραγματικά δεν είχε κάτι παραπάνω απ’ αυτό να πει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ, ΤΟ ΚΑΤΙ ΚΑΙ Η ΠΡΩΙΑ

 

On n’est pas libre tant qu’on désire, qu’on veut, qu’on craint peut-être tant qu’on vit.”

Marguerite Yourcenar, “L’ Œuvre au noir” (1968)

 

Μπορεί και να είναι έτσι, όπως το γράφει η Γιουρσενάρ, μπορεί, δηλαδή, ελευθερία πραγματική να προκύπτει ή να ορίζεται μόνον όταν δεν επιθυμείς, δεν θέλεις τίποτα, δεν φοβάσαι, και ίσως (σίγουρα, μάλλον) όταν καν δεν ζεις.

Καίτοι, ωστόσο, είναι μια ελευθερία πλήρως αναμενόμενη με αυτούς τους όρους, δεν παύει όμως να πρόκειται για ελευθερία που εν απειρότητι ταυτίζεται με την απόλυτη σκλαβιά. Δεν υπάρχει δηλαδή “εκεί” κανείς για να την διαπιστώνει. Ελευθερία, χωρίς συνείδηση, χωρίς υποκείμενο, χωρίς εγώ, φαντάζει μια φάρσα. Επιδίδεται εν τέλει, όμως επιδίδεται σε κανέναν, και ως εκ τούτου φαντάζει περισσότερον ως μια “παγίδα ελευθερίας”, και όχι ακριβώς ως ελευθερία.

Κάτι παρόμοιο, άλλωστε, δεν διεκήρυττε και ο Βούδδας αιώνες πριν; Τουτέστιν, να πεθάνει, ή τουλάχιστον να αποδυναμωθεί, πλήρως η επιθυμία στον άνθρωπο ώστε να ελευθερωθεί από τον  τροχό των γεννήσεων, των θανάτων, και των αναγεννήσεων  (Saṃsāra –  संसार ).

Για τον Βούδδα, η επιθυμία είναι ο λόγος που ερχόμαστε σε ύπαρξη, και ως προς αυτό, σίγουρα έχει δίκιο. Όμως η επιθυμία επιφέρει και την συνείδηση της επιθυμίας, τουτέστιν την αυτοσυνείδηση της ίδιας της ύπαρξης.

 

 

Γενικώτερα, και προσωπικά μιλώντας από μια καθαρά φιλοσοφική άποψη, συμφωνώ με τον Βουδδισμό (ιδίως με τον κατοπινότερο, λόγιο Βουδδισμό της Mahayana) σε πολλά, και ακριβώς γι’ αυτό δεν υπάρχει κοσμοφιλοσοφικό σύστημα που να εκτιμώ περισσότερον.  Διαφωνώ ωστόσο πλήρως, ή για να το πω ακριβέστερα,  είμαι εκ διαμέτρου αντίθετος,  με τον “σκοπό” του.

Δεν επιθυμώ να απωλέσω την (αυτο)συνείδησή μου και να χαθώ στα πρωταρχικά πεδία της Βουδδότητας ή της Παρινιρβάνα, αλλά το ακριβώς αντίθετο: επιθυμώ να υποκειμενοποιούμαι και να εξατομικεύομαι ολοένα και περισσότερον.

Επιθυμώ το κάτι έναντι του πανίσχυρου τίποτα. “Επιθυμώ”, είπα, άλλωστε, μόλις. H λέξη-κλειδί που έφερε και μένα, όπως και όλους τους ανθρώπους, στην γη.

Η Ζωή μου αρέσει, και βρίσκω νόημα σε αυτήν, παρόλο που συνιστά, πράγματι, και από φιλοσοφική-ρεαλιστική άποψη, μια ψευδαίσθηση. Ο κόσμος δεν είναι “πραγματικός”, τίποτα δεν είναι πραγματικό (μόνον η αγάπη!) , όμως έχει ενδιαφέρον να ζεις. Τίποτα δεν συγκρίνεται με την Ομορφιά της Περιπέτειας στην Γη. Υπάρχει κόστος γι’ αυτό, σίγουρα. Πληρώνουμε, και πληρώνουμε πάντα σε “μετρητά”. Σύμφωνοι. Υπάρχει όμως και Μέγα Ιωβηλαίο στην Ύπαρξη κάποια στιγμή.

 

 

Το ζήτημα όπως το θέτουν ο Βούδδας και η Γιουρσενάρ, πάσχει σε ένα κεντρικό σημείο διάγνωσης.

Πονάει χέρι, δεν κόβει ωστόσο χέρι γι’ αυτό.

Πραγματική ελευθερία (ό,τι και αν σημαίνει αυτό) μπορεί να υπάρξει μόνον στην Ζωή, γιατί μονάχα υπ’ αυτόν τον όρο, υπάρχει επίσης κάποιος να την συνειδητοποιεί.

Και ό,τι δεν συνειδητοποιείται, δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει από μόνο του.

Ο,τιδήποτε  μπορεί να “υπάρχει” μονάχα όταν υφίσταται κάποιος να το συνειδητοποιεί. Όπως ακριβώς στους επιταχυντές των υποατομικών σωματιδίων. Ένα γεγονός στον υποατομικό μικρόκοσμο δεν υφίσταται χωρίς τον παρατηρητή του. Συμβαίνει “κάτι” εκεί, μόνον επειδή βρίσκεσαι ΕΣΥ για να το παρατηρήσεις!

 

 

Το ίδιο και στον πιανιστικό “Μικρόκοσμο” του Béla Bartók (Mikrokozmosz, έργο των ετών 1926 -1939) στον οποίον η κλιμάκωση των κομματιών από το απλούστερο στο πλέον πολύπλοκο  (όπως ακριβώς και στην Ζωή), δεν μπορεί να επισυμβεί χωρίς την  υψηλότερη ανθρώπινη/καλλιτεχνική αυτοσυνείδηση και συνειδητοποίηση της ίδιας της Ζωής ως Τέχνη.

Μπορεί, πιθανώς, ο “Μακρόκοσμος”,  ή μεγάκοσμος, το πεδίο της υψηλότερης “βουδδότητας” κατά τον Σιντάρτα Γκωτάμα, να είναι χωρίς συνείδηση και αυτοσυνείδηση, σύμφωνοι. Όμως ο Μικρόκοσμος (αν θα μπορούσαμε να τον πούμε πολύ αμφίβολα, έτσι) της Γης, αν μη τι άλλο,  προσφέρει και τα δύο, και από αυτήν την άποψη το “μέγα” του  Μεγακόσμου είναι πολύ σχετικό. Ίσως εδώ η προβληματική μπορεί να συμπεριλάβει την σεφιροτική διαλεκτική ανάμεσα “μεγαπρόσωπο” (Αρίχ Ανπίν –  אריך אנפין )και “μικροπρόσωπο”  θεό (Ζέιρ Ανπίν –  זעיר אנפין) στην εβραϊκή Kabbalah, όμως, σε κάθε περίπτωση, ο μεγάκοσμος και ο μικρόκοσμος είναι θέμα “οπτικής γωνίας”.

Και ο Μικρόκοσμος της Γαίας  από μίαν ή περισσότερες απόψεις, είναι πιο σημαντικός από τον συμβατικώς ή κατ’ έθος λογιζόμενον ως “Μεγάκοσμο”, και καθίσταται ούτως ουσιαστικότερος, ή o έχων νόημα , Μέγας Κόσμος.

 

 

Όπως παρατηρείς από μακριά μια Μεγάλη Πόλη, μιαν απέραντη Βαβυλώνα του ονείδους, σίγουρα, αλλά μαζί της χαράς  και της αξιοπρέπειας, εφ’ όσον αναλάβεις την ευθύνη να παλέψεις γι’ αυτά, και  βλέπεις αρχικώς αυτήν την πόλη σαν μια κουκίδα στον ορίζοντα. Από κοντά, μέσα στους δρόμους της πόλης, δεν αποκλείεται να περάσουν αιώνες, ώσπου να καταλάβεις ότι ποτέ δεν έφυγες από το ίδιο “σημείο”.

Μόνον, που η διαφορά του να επιθυμείς “κάτι”, απέβη περισσότερον από σημαντική, μοιραία ίσως, κόλαση πιθανώς, αλλά το μόνον, ωστόσο, που υπόσχεται κάποια στιγμή την Ελευθερία.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο έρωτας είναι πρωτίστως κοσμολογική “ανάμνηση”, -και σωστά-, είναι όμως και η υπόσχεση μιας νέας ανθρωπότητας, λυμένης από τα δεσμά της πρωτοκαθεδρίας του ονείρου του κόσμου έναντι του “εσώτερου” ονείρου (μέσα σε όνειρο) που περιέχει, τουτέστιν, του ονείρου της ανθρωπότητας.

Ο άνθρωπος έως τώρα ονειρεύεται, κινούμενος μέσα στο όνειρό του, χωρίς να το καταλαβαίνει. Εκλαμβάνει ό,τι βλέπει γύρω του, στην καθημερινή ζωή του, τα πάντα, ως “πραγματικά”. Πιστεύει στα σοβαρά, πως ο κόσμος υπάρχει.

Η λύση φυσικά δεν είναι “να ξυπνήσει” από αυτό το όνειρο, αλλά να το τροποποιήσει και να το αλλάξει, ώστε να περνάει καλά ΕΝΤΟΣ αυτού!

Κυρίως, να αντιλαμβάνεται συνειδητά ότι “ζει” μέσα σε όνειρο, χωρίς γι’ αυτό να νιώθει την επιθυμία να ξυπνήσει. Στην ουσία πάλι “ξυπνάει”, αλλά αλλιώς. Μια τέτοιου ειδους “αφύπνιση”, όμως, που κατορθώνει και διατηρεί το όνειρο του κόσμου και δεν το απολύει, είναι το ζητούμενο, τουλάχιστον για όποιον το επιθυμεί.

 

 

Ο έρωτας δεν υπάρχει για να θυμηθούμε τον “τόπο” απ’ όπου προ-ήλθαμε (συμβαίνει και αυτό), αλλά για να διαφύγουμε πλήρως από αυτόν.

Έως  τώρα η ανθρώπινη πρωταρχική “φυγή” από το μυστικό κέντρο και άξονα- axis mundi, είναι toccata (toccare-αγγίζω) και fuga-“φυγή” από την αρχέτυπη κατάσταση της μη -συνειδητότητας ενός παντοδύναμου “τίποτα” (ο όρος “κενό”, είναι πιο ακριβής ίσως, από ορισμένες απόψεις, τουλάχιστον). Αυτή είναι η Πρώτη Επανάσταση. Η κατ’ εξοχήν τέτοια και “πρότυπη” για κάθε άλλη επανάσταση, ανεξαρτήτως προθέσεων και επιδιώξεων που ακολούθησε εν χρόνω!

Μέλλεται, ακόμα, μια Δεύτερη Επανάσταση, κατ’ αντίστροφην σειρά, τουτέστιν, fuga (συνεχιζόμενη) και, κυρίως, νέο toccare- άγγιγμα ενός πλήρως “νέου κόσμου”,

ενός “ελεγχόμενου”- κατά  βούλησιν “ρυθμιζομένου” ονείρου,

και “δομικώς”, αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ό,τι πραγματικά αξίζει στην ανθρώπινη ύπαρξη, αν επιθυμεί να είναι όντως ανθρώπινη και όχι ανακλαστικό μιας άλλης βούλησης “φυτό”, ή μια πρωτύτερη αναίσθητη μακαριότητα.

 

 

 

 

 

 

Τι είναι μια επανάσταση;

Μια επανάσταση δεν είναι μόνον “ιστορικό” φαινόμενο, αλλά, πάνω απ’ όλα, αναπαραγωγή της ίδιας της ουσίας της ζωής. Η ζωή δεν έχει  άλλον τρόπον του υφίστασθαι απαρχής της έως τώρα, από το να αναπαράγει το ίδιο το αρχέτυπο της μαζικής εξέγερσης και απόδρασης από μιαν πρωταρχική κατάσταση μακαριότητας και ασυνειδητότητας στους “ουρανούς”.

Ένα ελικόπτερο προσγειώθηκε στην απέραντη, άπειρη ταράτσα του ουρανού και μας φυγάδευσε στην γη. Το υλικό, υπαρκτό ελικόπτερο θα εμφανιστεί πολύ αργότερα ως φόρος τιμής σ’ εκείνην την εξέγερση.

Επανάσταση είναι όταν το υποκείμενο διαφεύγει από τον κόσμο των αντικειμένων (ιστορικώς) ή των μη κειμένων (πρωταρχικώς-αχρονικώς).

Σε κάθε επανάσταση γιορτάζει ο Χρόνος τα γενέθλιά του.

 

 

 

 

 

 

 

Αν θα ήθελα να συνοψίσω την όλη μου σκέψη επί του “Μυστηρίου”, από μίαν άποψη και από μίαν οπτική τουλάχιστον, τότε θα προέκυπταν τα κάτωθι εν είδει συμπερασματικής-καταληκτικής υπογράμμισης:

Το Μυστήριο πάντοτε θα προσπαθεί να “καταπιεί” τον άνθρωπο, ο δε άνθρωπος, συνήθως φοβισμένος , πάντοτε θα εκλιπαρεί το Μυστήριο να μην τον σκοτώσει, ή θα το καλοπιάνει, θα ζητάει το ένα και το άλλο κλπ.

Δεν υπάρχει τίποτε περισσότερον στον κόσμο, μέχρι στιγμής, από την πιο αδυσώπητη πάλη ζωής και θανάτου ανάμεσα στον άνθρωπο και κάτι που (ακόμα) δεν κατανοεί.

Όλα τα άλλα, πάντα τα  δευτερεπιγενόμενα φαινόμενα επ’ αυτής της σχέσης σχέσεων καλούνται απλά “Ιστορία της ανθρωπότητας”.

 

 

Σε αυτήν την θανάσιμη πάλη δεν υπάρχει συμβιβασμός. Είτε το Μυστήριο θα καταπιεί πλήρως τον άνθρωπο, αφού θα τον έχει μεταχειριστεί πρώτα σαν κούκλα θανάτου για τους σκοπούς του (ανάπτυξη και διάλυση του κόσμου εν είδει “παιγνίου”), είτε ο άνθρωπος, τελικώς, θα ασκήσει με την σειρά του καθυποταγή και εξουσία στο Μυστήριο και θα χρησιμοποιήσει τον κόσμον προς δικό του όφελος, προς δική του χαρά, ηδονή και δημιουργικότητα.

Σε κάθε περίπτωση, η Λερναία- [LearnΑία] Ύδρα, εξολοθρεύεται μόνον με την καύση της “κεντρικής κεφαλής’ της.

Όλα τα άλλα κεφάλια που ξεφυτρώνουν δεν είναι παρά φυτεία ενός αιεί παρακμάζοντος χρόνου, γιατί ο Χρόνος από την φύση του είναι “φωτεινή” καταρροή ρήξης και εξέγερσης, αλλά και παρακμής που συναρτάται σχεδόν σε κάθε βήμα αυτής της “καταρροής”.

Μια Εναντιοδρομία, λοιπόν.

Το Μυστήριο πάντοτε επιθυμεί κάποια στιγμή να “επαναρροφήσει” πίσω τα πράγματα και να τα διαλύσει σε μια παραδείσια κόλαση “μη υποκειμενικότητας” και αφηρημένης “αγάπης” στους ουρανούς.  Αν δεν είσαι ζωντανός, αναγκαστικά “αγαπάς” μόνον (με αυτόν τον τρόπο: διάλυση υποκειμένου), τουτέστιν, “πονάει χέρι, κόβει χέρι”. Καμμία σχέση, φυσικά, με την ερωτική αγάπη των ανθρώπων. Εδώ πρόκειται για μια θανάσιμη “αγάπη”. Είναι η αγάπη της μη-ζωής και της …ησυχίας στην μακαριότητα.

Μια σατανική ουράνια παραπλάνηση και απάτη (υποτίθεται για καλούς σκοπούς), έναντι της οποίας εμμένει το Έπος της Φυγής μιας ανθρωπότητας που μακελεύεται μέσα στον Χρόνο για να “πληρώσει τας γραφάς”.

Να τις “πληρώσει” δηλαδή και με τις δύο έννοιες.

 

 

Είναι αυτό που λένε, “στοίχισε ο κούκος αηδόνι” (άλλως, το “κάρμα”), όμως ακόμα και η ύπαρξη των φυσικών αηδονιών στον κόσμο δεν είναι, έτσι κι αλλιώς, παρά σημάδι της αποτυχίας κάθε τάσης που σκοπεύει να φονεύσει οποιοδήποτε μέλλον και όχι να το δημιουργήσει. Μεμερισμένως δε, κάθε ανέραστου και ψυχοπαθητικού κύκλωπα-κούκου της παρακμής όταν εμμένει ως όργανο δυνάμεων που δεν κατανοεί και χρησιμοποιείται εξαντλητικώς έως τέλους με αντίτιμο τον ίδιον τον θάνατόν του,–

[εν είδει υποκειμενικοποιημένου, περιττού ίσως, επιμέτρου]

— και  ο οποίος, αμήχανος, δεν μπορεί παρά να ακούγεται μηχανικά στα άδεια εγκεφαλικά σπήλαια των άλλων, εξ ίσου νενεκρωμένων κούκων σε μιαν εποχή, στην οποία σπάνια υπάρχει πλέον “αναγνωστικό υποκείμενο” ,

ψυχορραγώντας δε στην κόψη του χρόνου και φοβούμενος σαν τρελλός το ήδη χιλιάκις τετελεσμένο (και εδώ ας μας συγχωρηθούν τα γέλια).

 

 

 

 

 

 

 

 

Αν δεχθούμε (και σίγουρα βάσιμα) πως από πολλές απόψεις ο άνθρωπος δεν ανήκει στον εαυτό του (οποιαδήποτε ύπαρξη Μυστηρίου στον κόσμο δεν μπορεί να είναι προς όφελος του μη κατανοούντος, ιδιαίτερα δε όταν η χρονική διαδρομή της Ιστορίας δεν συνηγορεί σε κάτι τέτοιο ·  έλεγχος και χειρισμός του υποσυνειδήτου μέσω χιλίων δυο υποβολών, κάτι που μπορεί πανεύκολα να γίνει, έτσι κι αλλιώς, και γίνεται κάθε μέρα στην ζωή του),

αν το δεχθούμε, λοιπόν, αυτό, τότε ο άνθρωπος  συνιστά κατά κάποιον τρόπον,  ως προς το μέγιστο μέρος της ύπαρξής του τουλάχιστον, ένα είδος “τηλεκατευθυνόμενου”  φαντάσματος (“τήλε-” σε επίπεδο, πρωτίστως, του “μη αντιληπτού” και όχι τόσον της “απόστασης”). Ένα φάντασμα, ωστόσο, που αξίζει να πάρει κάποια στιγμή το “χειριστήριο” του πλήρους εαυτού του στα χέρια του.

Αυτό το χειριστήριο δεν βρίσκεται πουθενά αλλού παρά μέσα στον νου του. Σε κάτι, δηλαδή, που έως  άρτι δεν μπορεί να “βρεθεί” πουθενά!  Η εγκεφαλική δραστηριότητα σχετίζεται μεν, αλλά δεν ταυτίζεται με αυτό που αποκαλούμε “Νους” ως ολότητα. Περισσότερον μπορεί να εκληφθεί ακόμα και η ίδια ως “αποτέλεσμα”, όπως ακριβώς όταν σκέπτεται κάποιος να ανοίξει μιαν πόρτα, και στην επόμενη κίνηση, απλά ανοίγει την πόρτα. Η διάνοιξη της πόρτας δεν διαφέρει εδώ από την σχετική εγκεφαλική δραστηριότητα, έστω και αν η δεύτερη προηγείται χρονικώς, ακόμα και σε ελάχιστα κλάσματα δευτερολέπτου.

Δεν είναι γνωστό ΠΟΥ ακριβώς βρίσκεται αυτό το μαγικό πράγμα, ο “νους”.  Δηλαδή, δεν είναι ακόμα γνωστό.

 

 

Ο Descartes στην προσπάθειά του να τον “εντοπίσει”, έσπασε τα μούτρα του, ομολογουμένως, αφήνοντας ωστόσο οπίσω του  μια φιλοσοφική πεζογραφία σε τάση εκδήλωσης μεγαλοφυίας, η οποία, αξίζει να λεχθεί ακόμη, εξελήφθη συχνώς  έως σήμερα ως “μηχανιστική” . Κάτι που ασφαλώς τον δικαίωσε εμμέσως και ερήμην του ως προς το αναπάντεχο αποτέλεσμα:  πολλοί θεωρούν το μυαλό περιττό, γι’ αυτό και δεν έχουν αγαθές σχέσεις με αυτό, ενώ στην πραγματικότητα το μυαλό είναι, απλά, “δυσεύρετο”.

Ο Leibniz, από την άλλη, το έρριξε στο φιλοσοφικό fiction, σε μια προσπάθεια  να αποφύγει εν προκειμένω το αδιανόητο της θεοδικίας την οποία και εξήντλησε, έτσι κι αλλιώς, σε άλλους χρόνους, με εξαιρετικά ευσυνείδητο και ευλαβικό τρόπο. Φυσικά, οι “Μονάδες” του  είναι μια σκέτη πυρκαγιά μέσα στην ύπαρξη του ανθρώπου, αν αληθεύουν, πράγμα που ως ερώτημα ίσως δεν έχει και τόσην σημασία, επειδή, τελικώς, ισχύει μία πρωταρχικότερη αλήθεια, εξαιρετικά επικίνδυνη για τον αμέριμνο άνθρωπο:

ο,τιδήποτε ελλοχεύει ως δυνατότητα, μέλλεται αργά ή γρήγορα να εμφανιστεί, ιδιαίτερα δε αν έχει γίνει ήδη αντιληπτό ως “δυνατότητα”.

Στον αντίποδα του Leibniz που πίστευε ότι ο κόσμος αυτός είναι ο καλύτερος από όλους τους δυνατούς κόσμους, βρίσκεται η Mary Shelley, η οποία στον “Φρανκενστάιν” της απομυθοποίησε πλήρως την δημιουργία του κόσμου, με έναν τρόπο που την φέρνει πολύ κοντά στους Γνωστικούς των πρώτων μεταχριστιανικών χρόνων.

Πιθανώς, έχουν δίκιο και οι δύο, ο Leibniz και η Shelley,  σε μιαν ασύλληπτη εν προκειμένω ενότητα αντιθέτων.

Όπως και να έχει όμως, δεν είναι γνωστό το ΠΟΥ ακριβώς βρίσκεται ο “νους”.

 

 

Βέβαια, μια τέτοια διαπίστωση-διερώτηση φαντάζει άνευ νοήματος σε μιαν εποχή που δείχνει να μην τα έχει και τόσο καλά με τον νου. “Στο μυαλό είναι ο στόχος”, έγραφε μια φορά κι έναν καιρό με ιδιαίτερη ευαισθησία και σπαρακτική αμεσότητα η ποιήτρια Κατερίνα Γώγου. Σε εποχές διάλυσης και αποσύνθεσης το πρώτο πράγμα που βάλλεται είναι ο νους.

Επιχείρηση διανοητικού εγκλήματος, σε μιαν εποχή που αργοπεθαίνει, όμως, είναι σίγουρα μια απελπισμένη κίνηση χωρίς σημαντικές πιθανότητες  επιτυχίας.

Γιατί κακά τα ψέμματα, δεν μπορείς να σκοτώσεις κάτι, του οποίου η ύπαρξη είναι απαραίτητη για να το σκοτώσεις. Αυτό δεν συνιστά ακριβώς “αντίφαση εν όροις”, αλλά μάλλον αντίφαση στην βλακεία.

 

 

Και ούτε, φυσικά, η διαπίστωση, ότι στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε καν πού βρίσκεται το μυαλό, σημαίνει γι’ αυτό πως η χαζομάρα της εποχής θα έπρεπε να το δηλώνει τόσον σπαραξικάρδια στο “γραφείο απολεσθέντων αντικειμένων”, τουτέστιν, ένα μεγάλο ποσοστό της κουλτούρας και υποκουλτούρας που συγγράφεται σήμερα, το οποίο, αντικειμενικά, και ερήμην της συνείδησης των (μη) γραφόντων, δεν λειτουργεί παρά ως τέτοιο “γραφείο”.

Ο Νους είναι τα πάντα, δεν είναι “κάτι”. Ακριβώς γι’ αυτό, δεν μπορείς να τον βάλεις στο “μικροσκόπιο”. Η εξακρίβωσή του δεν είναι θέμα βιοχημείας, αλλά φιλοσοφίας και στοχασμού.

Αν δεν “υπάρχει”, όπως κι ο άνθρωπος δεν υπάρχει πραγματικά παρά μόνον ως φάσμα δυνατότητας, αυτό δεν σημαίνει σε καμμία περίπτωση, πως δεν πρέπει κάποτε να “υπάρξει” (σε αντιληπτό επίπεδο) στην πλήρη και ζωντανή ολότητά του.

Σε μια ταυτοχρονία έτσι κι αλλιώς εμφάνισης με την εμφάνιση του πρώτου “πραγματικού” ανθρώπου στην διαδρομή της ανθρώπινης Ιστορίας .

 

 

 

 

 

 

 

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ LE MANS

 welcome to the human race

 

Κατά την στροφή της Dunlop  και την Tertre Rouge καθίστατο ολοένα πιο φανερό, πως η Γαία πάσα ήρχιζε προοδευτικώς να σχηματίζεται και να μορφοποιείται κατά τους ήχους των εξεγερμένων Τιτάνων που κατέπιπταν στη γη ωσεί πυρ βροντώδες, και μέσα στην λυμένη Νύχτα των επιθετικών προμορφών ενός εν δυνάμει ονειρικού γαλαξία· 

στην μάλιστα ευθεία Μυλσάν, όλες οι γνώριμες από τον έξω κόσμο πολιτείες είχανε ήδη καταλάβει την ορατότητα, και υπερέλαμπαν στο εσπερινό έρεβος με ολάνοιχτους τους προβολείς να φωτίζουνε μονάχα το

Ανθρώπινο Έπος της Λησμονιάς.

 

 

Μια λησμονιά υπερπολύφωτη τόσον, που έως σήμερα δεν ανταλλάσσεται με τίποτε άλλο, παρά μόνον με ένα Μέλλον που πραγματικά αξίζει στο τόσον χυμένο αίμα της ανθρώπινης Ιστορίας.

Δεν είναι ο κόσμος επί ματαίω, δεν είναι κάτι που προορίζεται να καταλήξει σε ένα θεϊκό κακόγουστο ή καλόγουστο αστείο και ένα πισωγύρισμα στην προ-συνειδητή κόλαση ενός “παραδείσου” για μη υποκείμενα.

Έγραφε κάποτε ο Τζόυς :

“History is a nightmare from which I am trying to awake.”

Κρίσιμη διαπίστωση, αλλά δεν μου φαίνεται πως είναι αρκετή, συμφωνώ μόνον εν μέρει. Η διαδικασία του ονειρέματος θα επαναληφθεί έτσι κι αλλιώς μετά την αφύπνιση, και έχει δικαίωμα η ανθρωπότητα να δει ένα “καλό όνειρο” αυτήν την φορά.

 

 

Όπως ακριβώς σε ένα όνειρο κατά την διάρκεια του ύπνου: δεν είναι πραγματικό, με την έννοια ότι δεν παρουσιάζει καμμίαν υπόσταση ανιχνεύσιμη (οι πρωτογονικοί λαοί, από την άλλη, έβλεπαν συνήθως ή κατά κύριον λόγον στις παρουσίες των ονείρων, τις προβολές των ψυχών άλλων ανθρώπων). Το γεγονός, όμως, ότι ένα όνειρο δεν έχει υπόσταση,  δεν σημαίνει γι’ αυτό πως δεν “βιώνεται”, δεν σημαίνει ακόμα, πως δεν θα άξιζε να βιωθεί στην καλύτερη μορφή του. Κυρίως, όμως, εκλαμβάνεται ως κάτι περισσότερον.

Όλοι, πιθανώς, έχουμε δει όνειρα στον ύπνο μας, κατά την (μερική  ή ολικότερη) διάρκεια των οποίων όχι μόνον τηρούμε πλήρως την αυτοσυνείδησή μας, αλλά ενέχουμε και μιαν σημαντική επίγνωση του ονειρικού βιώματος (” σίγουρα είναι όνειρο αυτό που βλέπω τώρα και το ξέρω!”) . Αυτή ακριβώς η αυτεπίγνωση είναι κάθε φορά και σε κάθε άνθρωπον ο εν ατομικότητι προάγγελος ενός μελλοντικού, καθολικότερου βιώματος στην ανθρώπινη κατάσταση. Αν μπορούμε κάποτε να “υπάρχουμε” συνειδητά στο ονείρεμα του κόσμου, τότε η Ελευθερία δεν είναι τίποτε άλλο εκτός απ’ αυτό ακριβώς το πράγμα.

Και σε ένα τέτοιο καθολικό “ονείρεμα” της Γαίας, ακόμα και ο θάνατος μπορεί να παύσει σε νοηματολογική εν προκειμένω εξακρίβωση και επαλήθευση των ποιητικών  διαισθήσεων του  John Donne (“Death, be not proud”, με τον καταληκτικό στίχο: “And death shall be no more; Death, thou shalt die”) και του Dylan Thomas (“And death shall have no dominion”).

Το πρωτοφανέστερο όλων των πειραμάτων, έτσι κι αλλιώς, επικυρούται πάντα από το αδιανόητο του αποτελέσματος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

LUCIFER CRUCIFIED & REVIVED

(σημειώσεις για μια μελλοντική οντολογία)

 

Ο Χρόνος. Ξανά. Αλλά όχι για πάντα.

Ο Χρόνος, λοιπόν, βρίσκεται ΜΟΝΟ μέσα στο μυαλό του ανθρώπου.

Εκεί έξω βρίσκονται, ασφαλώς, τα “ίχνη ” του,  τα επιτεύγματα και τα ερείπια, η ακμή και η παρακμή, το θάμβος και η φθορά, αλλά πουθενά ο ίδιος!

Δεν υπάρχει Χρόνος, “αντικειμενικά” έξω από τον άνθρωπο. Θα ήταν, περίπου, και επί παραδείγματι, σαν να επιζητούσε κανείς μιαν έννοια χωρίς λέξη να την συνοδεύει.

Φυσικά, η αίσθηση της “εξωτερικής αντικειμενικότητας” του Χρόνου , είναι μια κοινώς (λιγότερον ή περισσότερον) παραδεκτή ψευδαίσθηση .

 

 

Μια ψευδαίσθηση, πολύ ρεαλιστική ωστόσο, άνευ της οποίας δεν νοείται βιωματικώς  και εμπραγμάτως η ίδια η Ζωή, ακόμα και ανάμεσα σε αυτούς που κατανοούν ότι ο Χρόνος δεν υπάρχει αντικειμενικά.

Η ίδια η Ζωή είναι ένα αν-υπόστατο φαινόμενο (το κυνήγι της “υπόστασης” ήταν ένας διαδεδομένος θρύλος ανάμεσα στους φιλοσόφους ενός παλαιότερου καλού, -και σίγουρα πιο σοβαρού- καιρού). Ομολογουμένως, όμως, είναι πάντα προτιμότερη (η Ζωή) από κάτι που μπορεί να ενέχει υπόσταση μεν, αλλά δεν σε αφήνει, τελικώς, να “υπάρξεις”.

 

 

Δεν είναι απλά μια ψευδαίσθηση η Ζωή σε αυτόν τον κόσμο. Είναι κάτι παραπάνω, ακόμα. Η πάλη -μη συνειδητή στο μεγαλύτερο μέρος της- για μια, έστω σε έναν βαθμό, τον όποιον βαθμό, “υποστασιοποίηση” της Ζωής, να γίνει δηλαδή πραγματικότερη και να μην υπερίπταται διαιωνίως ως, απλά, μια λαμπερή σκόνη στον άνεμο.

Η πάλη για μια “καλύτερη ζωή” που διαπνέει τους σκοτεινούς διαδρόμους του ιστορικού χρόνου, συνιστά, στην  πραγματικότητα, την πάλη για μιαν οντολογικώς ούσα ζωή, μια Vita Nuova απαλλαγμένη σε σημαντικό βαθμό από  τις “μαύρες” παρενέργειες της Δημιουργίας.

 

 

Οι άνθρωποι, -οι όσοι ενδιαφερόμενοι εν πάση περιπτώσει-, παλεύουν συνεχώς να καλυτερεύσουν την ζωή τους, αλλά σπάνια τους περνάει από το μυαλό ότι αυτό για το οποίο παλεύουν είναι η απαλλαγή από το ίδιο το φάντασμα της ζωής και η αντικατάστασή του από κάτι αληθινότερο, υποκείμενο σε λιγότερες αλλαγές, εκλείψεις και συνθλίψεις .

Η ζωή, μέχρι τώρα, είναι πολύ μικρή για να την αλλάξεις. Αυτό που πάντοτε, ή συνήθως, προσπαθούσαν οι άνθρωποι, -πράγμα, άλλωστε, αρκετά λογικό- ήταν να αλλάξουν το “μέλλον”. Επένδυαν, συνεπώς,  σε μεσοπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη βάση.

 

 

Όπως και να έχει, το αναρχικό κίνημα που σάρωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνων,  φαίνεται πως ήταν ο εν γη απόγονος εκείνης της Αναρχίας που σάρωσε τις “ηνωμένες πολιτείες” (το Έν) του Ουρανού, ούτε μια φορά και ούτε έναν καιρό, γιατί χρόνος τότε δεν υπήρχε. Εξ αυτής της άχρονης ταραχής προέκυψε κατά τα (όχι και τόσον) φαινόμενα η Δημιουργία του Κόσμου.

Ο Εωσφόρος, ή Φωσφόρος, όπως ακόμα και οι μορφωμένοι θεολόγοι γνωρίζουν, δεν ταυτίζεται με τον Σατανά, αν δεν είναι και πλήρως αντίθετες οντότητες ή συνειδήσεις μεταξύ τους.

Το Πνεύμα της Γνώσης δεν ταυτίζεται με το Πνεύμα του Κακού. Μην  ξεχνάμε, άλλωστε, πως ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, σε ένα πολύ “σκοτεινό” σημείο, ορίζει τον εαυτό του ως “Εωσφόρο”, ως τον λαμπρό, πρωινό αστέρα:

“ἐγώ εἰμι ἡ ῥίζα καὶ τὸ γένος Δαυΐδ, ὁ ἀστὴρ ὁ λαμπρὸς ὁ πρωϊνός.” (Αποκάλυψη, 22, 16)

 

 

Η Ύπαρξη είναι Όνειρο. Δεν έχει υπόσταση (έχει ουσία όμως – και οι όροι “υπόσταση” και “ουσία” εδώ, λαμβάνονται με την αυστηρή φιλοσοφική έννοιά τους).

Οι Τροχοί του Ονείρου είναι οι γεννητικοί αδένες του Κόσμου.

Τίποτε δεν είναι “πραγματικό” εκεί έξω (προς το παρόν, τουλάχιστον). Αν ήταν, δεν θα υπήρχε Ζωή. Περαιτέρω, ωστόσο,  αν τολμήσει η ανθρωπότητα να το κάνει “πραγματικότερο”,  να “υποστασιοποιήσει”, δηλαδή, κάτι που από την φύση του είναι ψευδαίσθηση ή όνειρο (το φαινόμενο της Ζωής), είναι ένα ρίσκο μεγάλο, σίγουρα, αλλά αξίζει τον κόπο.

 

 

Πρόκειται για μια σχοινοβασία και από κάτω να χαίνει το Άπειρο.

Η πιο επικίνδυνη αλλά και πιο απελευθερωτική ένωση αντιθέτων που θα μπορούσε ποτέ να επιτελέσει ο άνθρωπος. Σε αυτήν την περίπτωση σίγουρα ανασύρεις απίστευτα εφιαλτικούς και φρικαλέους δαίμονες από το Φρέαρ της Αβύσσου, όμως προσελκύεις και τις πλέον Χρυσές Ακτές ενός Ονείρου “πραγματικού”, ή πιο “πραγματικού”, αυτήν την φορά.

Εδώ που φτάσαμε, δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Ή προχωράμε αποφασιστικά καταμεσής της διάλυσης και της pralaya και ενάντια στην Τρομοκρατία του Αγνώστου, ή θα χαθούμε μέσα στην αδυναμία και τους πολύ σημαντικούς (προς το παρόν) περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης.

 

 

Δεν έχει νόημα κανένα “Βασίλειο των Ουρανών” από μόνο του ή αυτοτελώς, στον βαθμό που η ζωή δεν αποκλείεται να είναι πολυτιμότερη από μιαν αθανασία χωρίς αυτοσυνείδηση. Αν δεν καταλαβαίνεις ότι είσαι αθάνατος, τότε διόλου απίθανον η αθανασία να καθίσταται δώρον άδωρον. Αν, επιπλέον, δεν υπάρχει και κανείς για να μοιραστείς αυτό το αίσθημα (σε περίπτωση  που θα είχες αυτοσυνείδηση -που δεν θα την έχεις- και θα μπορούσες να νιώσεις αυτό το αίσθημα), τότε η αθανασία συνιστά και μια απεριόριστη φυλακή, ένα “χρυσό κλουβί”.

Φυσικά, από την άλλη, ένα μονόπλευρο “Βασίλειο της Γης”, θα ήταν ελλιπές, αν δεν ενείχε διαρκώς την αίσθηση του αντιθέτου “πόλου”.

Το Βασίλειο της Γέφυρας, έχει νόημα,συνεπώς – όχι των ουρανών, ή της μονομερούς Γης.

‘Ομως η βάση δεν παύει να είναι: Γη και Ζωή.

 

 

Σε τελική διαπίστωση, ο  Παράδεισος -καθώς θρυλείται-, μπορεί να αναμένει. Η Ζωή, όμως από την άλλη, δεν μπορεί παρά να αναμένεται (πάντα).

 

Σημείωση: το παρόν κείμενο ενδέχεται να μείνει για κάποιο καιρό και μετά να αναρτηθεί εκ νέου, προσαυξημένο με ένα (αρκετά εκτενές) τμήμα κειμένου ακόμα . Ημουν αρκετά κουρασμένος για να το πράξω τώρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

Γαλακτώδες ημίφως σε γλυπτή κάμαρα.  Aνθοφορία σ’ ένα χάσμα του Χρόνου. 

Από παντού τα δευτερόλεπτα να προκύπτουν ηλιοτρόπια που γέρνουν όμως όχι προς τον ήλιο, αλλά προς την καρδιά (ένας ακριβέστερος προσανατολισμός).

Μυσταγωγία σε έναν σκιώδη πλανήτη . Το φως των κεριών.

Το ντιβάνι γεμάτο από τον ιδρώτα των κορμών μας, δίπλα οι μισογεμάτες κούπες του καφέ,

ενώ, ολόγυρα, εδώ κι εκεί, διάσπαρτοι ανθρωπολογικοί/εθνολογικοί τόμοι, ποίηση,  cd της Τζένης Βάνου και του Μαργαρίτη, Ραχμάνινοφ και Μπαχ,  λαϊκά και μπλουζ,

που θα συσσωρεύουν μέσα στην καρδιά ένα  άγνωστο “κεφάλαιον” των  ημερών. Αυτή η ζωή,  μαζί σου.

Εκείνο το κεφάλαίον της καρδιάς, που μόνον αυτός ο έρωτας γνωρίζει πάντοτε πώς θα το  κρατάει μακριά από το “μικρογράμματον” αυτής της εποχής.

Όμορφο, τρελλό κορίτσι, σ’ αγαπώ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αν θα θέλαμε κάποτε να εννοήσουμε πλήρως την παράξενη εκείνη δισημία που κάνει ένα πεπρωμένο να είναι πεπρωμένο και όχι δυνατότητα ή ενδεχομενικότητα, πιθανολογουμένη ή διαπιστωμένη εκ των υστέρων, δεν έχουμε τότε πάρα να σκεφτούμε τον Μαξ Μπροντ όταν έσωζε τα χειρόγραφα του Κάφκα από βέβαιη καταστροφή.

Το ερώτημα θα ήταν το εξής, λοιπόν:

ήταν “θέληση” του πεπρωμένου να σωθούν ή να καούν τα χειρόγραφα του Κάφκα!;

Η απάντηση δεν είναι προφανής. Και όποιος σπεύσει να απαντήσει αυθορμήτως, το πιο πιθανόν είναι ότι πάσχει  από κατακλυσμό “ετοίμων εικόνων” περισσότερον από εκείνον που θα μπορούσε να αντέξει και υπερβεί ένας πιο καθαρός νους καθώς κρίνει κατ’ έννοιαν και όχι κατά πρόληψιν.

Ο Μαξ Μπροντ, κάλλιστα μπορεί να έδρασε “υπέρ” ή “εναντίον” του πεπρωμένου,  χωρίς φυσικά και στις δυο περιπτώσεις να το γνωρίζει ο ίδιος.

 

 

Πεπρωμένο, είναι ακριβώς αυτό: μια “δύναμη” (λίγο του συρμού ο όρος αυτός για την συγκεκριμένη περίσταση), μια “παγίδα”,  που αφήνει τα πράγματα να εκτυλίσσονται μονάχα όταν εξυπηρετούν με αυτόν τον τρόπο  έναν προκαθορισμένο σκοπό. “Αυτό που πρέπει να γίνει”.

Το αντικείμενο όμως του Πεπρωμένου, ο άνθρωπος, που εν ταυτώ είναι το υποκείμενο της δικής του δράσης, δεν έχει γνώση εκ των προτέρων εκείνου που “πέπρωται”. Κατά συνέπειαν, εκών-άκων δεν ορίζει παρά μια μαριονέτα στα χέρια δυνάμεων που δεν κατανοεί, και κάτι τέτοιο, -όπως είναι κατ’ ελπίδα αντιληπτό-,  στο βαθμό που είναι συνειδητό πλάσμα και όχι απλό πλαστικό στρατιωτάκι, δεν είναι επιτρεπτό. Δεν είναι επιτρεπτό, ούτε από μιαν άποψη κοσμολογικής, ούτε από άποψη ηθικής τάξεως, σίγουρα.

Συμβαίνει όμως.

 

 

Η “ελεύθερη βούληση” δεν είναι καθόλου ασύμβατη με την ιδέα του Πεπρωμένου, αρκεί να ληφθεί από την άποψη μιας δυναμικής ενότητας αντιθέτων. Αν ο νους είναι εθισμένος στην λογική των ασυμφιλιώτων αντιθέσεων δεν βλέπει τίποτε, γενικώς, είναι χειρότερος από τυφλός: υπάρχει μόνον “είτε-είτε”, την στιγμή που στον κόσμο, την ζωή,  υπάρχουν “και αυτό-και εκείνο”, “το άσπρο και το μαύρο μαζί”.

Στο βαθμό, λοιπόν, που η βούληση επιλέγει συνειδητώς μια κίνηση α από τις κινήσεις α’, α”,α”’….κλπ. (το κοινό γράμμα α, ως το κοινό στοιχείο της πρόθεσης επί συγκεκριμένου αντικειμένου επιλογής) , αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως αυτή κίνηση δεν είχε “προεπιλεγεί” από μιαν άγνωστη δύναμη (συλλογικού ασυνειδήτου, του θεού, της Σουνγιάτα, κλπ.), εφ’ όσον ό,τι επισυμβαίνει σε μια στιγμή, δεν σημαίνει επίσης απαραίτητα πως δεν είχε ήδη επισυμβεί ως προ-επιλογή σε χρόνο άχρονο!

 

 

Θα έλεγαν, για παράδειγμα, οι παλιοί καλοί Λατίνοι σχολαστικοί συγγραφείς του μεσαίωνα: “ο θεός δημιούργησε τον κόσμο  αιωνίως (sub specie aeternitatis), όχι σε χρόνο δοσμένο” .

Bεβαίως, ολόσωστο, ως σκέψη, εφ’ όσον δημιουργούμενο κάτι από την άποψη της αιωνιότητας, σημαίνει πως εμπεριέχει χρόνο “προκαθορισμένο”,  δηλαδή Πεπρωμένο.

Στον βαθμό, λοιπόν, που συμβαίνει αυτό, ο μύθος της “ελεύθερης βούλησης” δεν είναι παρά “στάχτη στα μάτια”, αν θα θέλαμε να είμαστε συλλογιστικώς ειλικρινείς αλλά και συμπερασματικώς αμείλικτοι.  Φαίνεται έτσι πως η λεγομένη “ελεύθερη βούληση” δεν είναι τίποτε περισσότερον από μια σκιώδης υποψία ελευθερίας σε ένα σύμπαν που ακόμα στενάζει κάτω από την Ανάγκη και την Γραφειοκρατία του “σκοπού”.

Κάτι σε “πείθει” πως λειτουργείς για σένα τον ίδιο, ενώ στη  ουσία εξυπηρετείς τα “σχέδιά” του, χωρίς, φυσικά, να το καταλαβαίνεις.

 

 

Ο κόσμος όσον δεν είναι όντως πραγματικός, αλλά παραμένει μια “σκιά” ή ένα “φάντασμα”, δεν είναι παρά μια μηχανή πεπρωμένου και θανάτου. Στο βαθμό που υποκειμενικοποιείται, ατομικοποιείται και λαμβάνει έκφραση μέσα από τον Άνθρωπο, τότε ελλοχεύει και μια προμηθεϊκή ελπίδα απαλλαγής από κάθε πεπρωμένο, αλλά και μια ελπίδα να καταστεί ο κόσμος αυτός, αυτή η σκιά θεάτρου, περισσότερον “πραγματικός”.

Λένε οι ινδουιστές περί Κάρμα κλπ,, και έχουν δίκιο. Το Κάρμα είναι υπαρκτός νόμος , όμως το ζήτημα δεν είναι αυτό, όσον το ότι είναι ένας απαράδεκτoς νόμος, τουλάχιστον ως προς μία, “μεταθανάτια” όψη του, σίγουρα. Ένας άνθρωπος που “ξαναγεννιέται” με νέα μορφή, έχει “κενή”, “λευκή” συνείδηση, είναι στην ουσία ένας άλλος άνθρωπος και δεν “οφείλει” στην πραγματικότητα τίποτα.

 

 

Υπάρχει μια ιστορία στην Μαορί Μυθολογία, για έναν άνθρωπο που περπατάει συνεχώς σε μια λίμνη κοιμώμενος. Περίπου, σαν να υπνοβατεί. Το κεφάλι του είναι μόλις έξω από τα νερά. Δεν κάνει τίποτε άλλο, από το να πηγαίνει από την μιαν άκρη της λίμνης στην άλλην και τούμπαλιν.

Αυτός είναι ο (φερόμενος ως) ζωντανός άνθρωπος, ο χρονικός άνθρωπος  στην ουσία, έτσι όπως θα μπορούσε να το αποδώσει πολύ παραστατικά και με ημισυνειδητό-ημιμαγικό τρόπο η ευφυής κουλτούρα ενός πρωτογονικού λαού. 

Αν μπορούσε , λοιπόν, να ξυπνήσει, αυτός ο άνθρωπος, θα ήθελε πιθανώς να βγει έξω στην στεριά.

Όμως η στεριά ποικίλλει ως “ερμηνεία”.

Έχει σημασία, δηλαδή, να του “αρέσει” κιόλας.  Μπορεί, φυσικά, να είναι ό,τι λογίζεται από τις θρησκείες του κόσμου ως “παράδεισος”, αλλά μπορεί και ένας Νέος Κόσμος. Ας μην βιαστεί, όμως, κανείς να απαντήσει τι θα προτιμούσε.

 

 

Γιατί σε αυτόν τον κόσμο, δεν είναι η αποκάλυψη πάνω από το βίωμα και την, έστω, φθαρτή, ζωή, και εδώ εντοπίζεται πάντοτε το δίλημμα του σοφού, του μάγου, του συνειδητού ποιητή, κάθε ανθρώπου, όσον έχει να κάνει με την σωστή απάντηση σε αυτό το ερώτημα: κατά πόσον, δηλαδή, μπορεί η Ζωή, καίτοι καθαρά φαινομενική, και εν είδει σκιάς στην παρούσα φάση της ανθρωπότητας, να είναι πιο πολύτιμη από το “πισωγύρισμα”  σε μιαν “απόλυτη αλήθεια”.

Όχι εύκολο δίλημμα και αυτό.

Όμως, τουλάχιστον, όσον ζει κανείς, μπορεί να έχει μια ελπίδα να “μοιράσει” με μεγαλύτερη ψυχραιμία τις σκέψεις του και να απαντήσει με ισορροπία σε αυτό το δίλημμα. Επειδή, αν μη τι άλλο, είναι ίδιον της ζωής η ελπίδα και όχι μια “τελική” κατάσταση που σε προκαθορίζει μια για πάντα , μην αφήνοντάς σου περιθώρια για περαιτέρω δράση.