Skip navigation

 

 

 

 

Στο Indianapolis 500, και κατά τους τελευταίους τριάντα γύρους της διεξαγωγής του, είθισται ένα τρελλό “speed up” από τα περισσότερα μονοθέσια, ιδιαίτερα από εκείνα τα οποία παλεύουν για τις πρώτες θέσεις.

Μπορεί τότε να δει κανείς, ξαφνικά, σαν από το πουθενά, να “ξετυλίγονται” πέντε και έξι μονοθέσια κατά πλάτος του track, μέχρι φυσικά να επισυμβούν τα προσπεράσματα (ή όχι) και να ελαττωθεί ξανά και προς στιγμήν ο αριθμός τους, κ.ο.κ.

Side by side, λοιπόν, σε μια τρελλή πολυ-οχηματική ακροβασία και σε ταχύτητες που φτάνουν, και ξεπερνούν ακόμα, τα 360 χλμ. την ώρα, το θέαμα δεν είναι απλά συναρπαστικό, αλλά στην κυριολεξία, σου κόβει την ανάσα.

 

 

Αυτό ακριβώς είναι και ο Νους στις καλύτερες στιγμές του. Επειδή, έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε ένα “μονοθέσιο” κάθε φορά. Σε αυτή την περίπτωση, μία κεντρική έννοια αναφοράς ή ένα συμβάν, και μονάχα μία κύρια αλυσίδα αιτιότητας που συναρμόζει αυτήν την κεντρική ή υπό εξέταση έννοια σε άλλες, ορισμένες και διακριτές, παράπλευρες έννοιες (άλλα μονοθέσια).

Με λίγα λόγια, σκεπτόμαστε ένα πράγμα (μία εξέλιξη)  κάθε φορά, σε μια δεδομένη στιγμή, ό,τι και αν σημαίνει εμπειρικά/πρακτικά αυτό.

Ο Νους τελείται εν πολλοίς και, προσωρινώς,  μέσα από  ένα μονοθέσιο, αλλά το “πλάτος” του παίρνει σίγουρα περισσότερα του ενός “μονοθέσια” σε τρελλή ταχύτητα, πράγμα που σημαίνει, ότι θα φτάσει η εποχή που θα μπορούμε να σκεφτόμαστε περισσότερα του ενός, και διαφορετικά πράγματα, μαζί.

 

 

Ο όρος Alcheringa είναι καθοριστικής σημασίας για τους Aboriginals  κάποιων περιοχών της Αυστραλίας.  Κατά λέξιν σημαίνει “ονειροχρόνος” ή “χρόνος της εποχής του ονείρου”. Σχεδόν παραπλήσιος όρος με εκείνον της “αιωνιότητας”, μιας και η δυτική λέξη περιγράφει ιδιότητα, ενώ η aboriginal λέξη είναι σύνθετο ουσιαστικό, και ως εκ τούτου πιο εύγλωττη. Όμως, κάλλιστα θα μπορούσε να πει κανείς πως ο  Alcheringa, και κατά μίαν έννοια, είναι και τώρα, δεν υπήρχε μόνον “τότε”, όπως πιστεύουν οι Αυστραλοί ιθαγενείς.

Ζούμε σε έναν ονειροχρόνο, απλά ο νους όταν λειτουργεί “μονοδιάστατα” δεν το αντιλαμβάνεται. Έχει συνηθίσει στις έννοιες “φαντασία”, “πραγματικότητα” κλπ. Τα απολυτοποιεί όλα αυτά, και τα ξεχωρίζει πλήρως μεταξύ τους. Του είναι, ακόμα, δύσκολο να συλλάβει το φαινόμενο της Ζωής ως, καθαρά, μια ψευδαίσθηση ή μεταίσθηση, και χωρίς να σημαίνει πως γι’ αυτό  χάνει το ίδιο το φαινόμενο της Ζωής την αξία του! Ίσα-ίσα η Ζωή αποκτά, εν πρώτοις, αξία επειδή είναι ένα ανυπόστατο φαινόμενο έως σήμερα στην προ-ιστορία και Ιστορία του κόσμου!  Και θα αποκτήσει  περισσότερη αξία, κατά παράδοξον όσον και αντίστροφο τρόπο, όταν από ένα σημείο και μετά (η λύση της Αναγκαιότητας και των περιορισμών), γίνει “πραγματικότερη”, όταν θα ενέχει μια μεγαλύτερη ή υπαρκτότερη υπόσταση, με λίγα λόγια όταν ο Νους θα αρχίσει να λειτουργεί πολυδιάστατα με πολλά “μονοθέσια” ξεδιπλωμένα κατά πλάτος του εγκεφαλικού track.

Εξ άλλου, ακούγοντας κανείς το  didgeridoo,  αυτό το θαυμαστό aboriginal πνευστό, νομίζει κανείς πως ακούει ένα όργανο από πολύ μακρινό μέλλον. Η αρχαϊκότητα του ήχου του είναι τόσον σκοτεινή, που καθίσταται απόλυτα μελλοντική, λες και φθάνει πραγματικά στην άλλη άκρη του Χρόνου… (κάποτε, θυμίζει και κάπως τα vocoders της δεκαετίας του 70, ειρήσθω εν παρόδω).

 

 

Ζούμε, όπως φαίνεται,  ακόμα σε έναν “μονοδιάστατο” κόσμο σκιών.

Ο πρώτος έγχρωμος κόσμος όμως, θα προκύψει όχι από έξω , αλλά από “μέσα ” .

 

 

 

 

Advertisements