Skip navigation

 

 

 

 

 

 

(ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ) ΕΛΕΓΕΙΑ ΘΕΡΙΝΟΥ ΗΜΑΤΟΣ

 

Το έτος 1909, ο Αμερικανός επιχειρηματίας και παθιασμένος οραματιστής-φίλος του ατίθασου αμερικανικού μηχανοκίνητου αθλητισμού που τότε ευρισκόταν εν τη γενέσει του ( και “ατίθασου”, έτσι όπως εξελίχθηκε και τον γνωρίσαμε αργότερα), Carl Graham Fisher (1874–1938), είδε το έργο της ζωής του αποπερατωμένο.

Το Indianapolis Motor Speedway, ένα από τα πλέον θρυλικά oval circuits στην Ιστορία, ήταν ήδη εκεί, για να υποδεχθεί  τους πρώτους αγώνες ταχύτητας,  από εκείνους που έμελε να μείνουν ανεπανάληπτοι στον 20ό αιώνα.

 

 

Έκτοτε το συγκεκριμένο οβάλ γνώρισε πολλές οικοδομικές ανακατατάξεις, επεκτάσεις, ανακαινίσεις, κλπ., ενώ ο θρυλικός αγώνας του Indianapolis 500 (miles),  έμεινε στην Ιστορία ως ένα από τα τρία κορυφαία γεγονότα του παγκοσμίου racing , με τα άλλα δύο, φυσικά, να εμμένουν σε πλήρη λάμψη, ήτοι, ο 24ωρος αγώνας του  Le Mans στην Γαλλία κοντά στις όχθες του ποταμού Sarthe, και το πλέον γνωστό και πολυδιαφημισμένο Grand Prix του Monaco, το οποίον περισσότερον ακτινοβόλησε ως μια μυθική/ αυτομυθολογουμένη τουριστική αττρακσιόν, μιας και το track ήταν και παραμένει πάντα πολύ στενό και δεν προσφέρεται για προσπεράσματα και έντονο ανταγωνισμό.

 

 

Σήμερα, το οβάλ στο Indianapolis έχει μήκος περίπου τέσσερα χιλιόμετρα και μπορεί να υποδεχθεί 400.000 θεατές.

Τα μονοθέσια, εκεί, μπορούν στην κυριολεξία να φτάσουν σε προ-απογειωτική κατάσταση, αγγίζοντας ταχύτητες, πολλές φορές και σε κάποιες στιγμές, πάνω από τα 360 χιλιόμετρα την ώρα. Το ρεκόρ ταχύτητας του circuit το έχει ο Arie Luyendyk (ο “ιπτάμενος Ολλανδός”) του οποίου το μονοθέσιο, το έτος 1996, ανέπτυξε κάποια στιγμή την ταχύτητα των 383 χιλιομέτρων την ώρα!

Λίγο ακόμα και θα πετούσε, πραγματικά.

 

 

Θα πετούσε.

Όμως, “ποιος” θα ήταν εκεί πάνω τότε ;

Κυρίως, για ποιο λόγο ανέφερα όλα τα προηγούμενα;

Ας εκδηλώσω, λοιπόν, τις προθέσεις του κειμένου.

 

 

Υπάρχει, που λέτε, μια ακόμα σανσκριτική ρήση η οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, και με στακάτη αμεσότητα, λέγει το εξής:

“Όποιος γνώρισε το υψηλότερο, δεν κατέρχεται ποτέ ξανά”

( यो वेद परमं स न पुनस् तरति –  yo veda paramaṃ sa na punaravatarati )

 

 

Το Υψηλό, ωστόσο, είναι κάτι πολύ “σχετικό”. Έχει, σίγουρα, μια φιλοσοφική/στοχαστική σημασία, η οποία σπάνια έχει αλλάξει κατά την διαδρομή και παρέλευση των αιώνων. Άλλοτε μπορεί να αποκτά μια πλήρως ηθική έννοια, κάποτε μια καθαρά γνωσιολογική υπόσταση , ενώ, φυσικά, δεν λείπει και ο χλευασμός αυτού του όρου από την οιονεί απελπισία του κυνισμού και της ανεξέλικτης προσωπικότητας.

Όμως, και εν παράλλήλω, θα μπορούσε να προσθέσει κανείς ακόμα πως το Υψηλό έχει πραγματική λειτουργικότητα μόνον αν ανακλάται επιτυχώς και αναμορφούται καταλλήλως  από τους ίδιους τους “πρόποδές” του.

 

 

Υπάρχει ένας  Πάνω Κόσμος και ένας Κάτω Κόσμος. Πείτε τον πρώτο “ουρανό” , “παράδεισο”, “πεδίο της πρωταρχικής μακαριότητας”, δεν έχει σημασία το ποια ορολογία θα προτιμήσετε να ακολουθήσετε εν προκειμένω.

Πείτε, κατόπιν, τον δεύτερο κόσμο,  “Γαία” και θα είστε “μέσα”.

Σκοπός, ωστόσο, πιστεύω, δεν θα έπρεπε να ήταν (κατ’ ανάγκην) η αντιπαλότητα ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους, αλλά η καταστάλαξή τους στους συγκεκριμένους ρόλους τους.

Ο Πάνω Κόσμος είναι πάνω μεν, αλλά με “Κανέναν” εκεί . Μονάχα ως λιμάνι “περι-συλλογής” θα μπορούσα να τον δώ, όχι ως μόνιμη διαμονή.

Ο Κάτω Κόσμος είναι κάτω μεν, αλλά με το ασύγκριτο δώρο της συνείδησης και της αυτοσυνείδησης, καθιστώντας έτσι όχι μόνον δυνατή την εμφάνιση του Υποκειμένου, αλλά κυρίως, την δυνατότητά του να επέμβει καθαρά σε ένα δικό του πεδίο δράσης και αυτοεκδήλωσης δημιουργώντας την Ιστορία του και την λύση της Ιστορίας του.

 

 

Θέλω να πω, με άλλα λόγια, ότι το “Υψηλό” δεν έχει νόημα αν δεν υφίσταται ένας “κατωτέρω κόσμος” ως αναφορά, και, ακόμα περισσότερον, δεν θα είχε νόημα ως αυτοσκοπός, αν δηλαδή δεν χρησιμοποιείτο η γνώση του Υψηλού για την αναβάθμιση/επιδιόρθωση αυτού του κόσμου, του “κάτω κόσμου”.

Γιατί αυτός ο κόσμος μπορεί να είναι “κατωτέρω”, όμως, από μιαν ειδική άποψη, είναι πολύ ΠΙΟ ΠΑΝΩ από κάθε “πάνω κόσμο” στον βαθμό που μόνον αυτός προσφέρει το φαινόμενο της Ζωής!

 

 

Το οβάλ του Indianapolis, όπως κάθε οβάλ, συγκροτεί ένα σχήμα σχεδόν ωοειδές ή παρωοειδές, τουτέστιν, φαντάζει η όλη προετοιμασία για την “πτήση” του Ιπτάμενου Ολλανδού, βαγκνερικής ή ιντιαναπολικής αναφοράς (Luyendyk), ως η εκκόλαψη ενός ωού.

Όπως άλλωστε έλεγε ο μεγάλος Γερμανός μυστικός, ιερέας, ποιητής και γιατρός,  Άνγκελους Σιλέσιους (1624 -1677):

“το σώμα μου είναι ένα κέλυφος μέσα στο οποίο εκκολάπτεται ένας νεοσσός που μέλλει να γεννηθεί από το πνεύμα της αιωνιότητας”.

 

 

Κυμαίνεται η ανάγνωση αυτής της κάπως σιβυλλικής ρήσης του Σιλέσιους με την οποία, εγώ προσωπικά τουλάχιστον, συμφωνώ απόλυτα.

Εξαρτάται όμως από το πώς το βλέπει κανείς. Ο νεοσσός, έχει νόημα να υπάρξει στην Γαία, κατά την γνώμη μου. Ο νεοσσός, ο Νέος Κόσμος.

Αρκεί όμως να ξεμπερδεύουμε μια και καλή με τον “παλαιό” κόσμο.

 

 

Και ο “παλαιός” κόσμος σημαίνει δύο κατά κύριον λόγον πράγματα:

Πεπρωμένο και Αναγκαιότητα.

Είναι το πρώτο που δημιουργεί το δεύτερο, και είναι η προ-σχεδιασμένη “επιθυμία” που κρύβεται στο δεύτερο ώστε να άγει στον απόλυτο χαρακτήρα του πρώτου.

Στο αρχαίο βορειοευρωπαϊκό έπος Ragnarøk, μια μεγάλη σύγκρουση μαίνεται στο τέλος των καιρών. Η Γαία σείεται, το Δέντρο Yggdrasil ( ο άξονας του κόσμου δηλαδή), κλονίζεται, και οι παλαιοί θεοί πεθαίνουν σε ένα έσχατο λυκόφως παραδίδοντας την παλαιά γη σε έναν νέο κόσμο.

Αυτό δεν είναι δυνατόν χωρίς την κατανόηση του Πεπρωμένου και του “μηχανισμού” του, δεν είναι δυνατόν προπάντων χωρίς την άρση και τον θάνατο του Πεπρωμένου.

Λέμε τον όρο “Ασυνείδητο”. Και ξεχνούμε πολλές φορές πως αυτή η λέξη δεν λέει στην ουσία τίποτα. Πρόκειται, απλά, για έναν ουσιαστικοποιημένο επιθετικό προσδιορισμό, και ως εκ τούτου, περιγράφει συνοπτικώς μιαν ιδιότητα, όχι την ουσία.

Λέει, απλά, πως “κάτι” είναι “ασυνείδητο”, δεν λέει φυσικά το ΤΙ είναι αυτό.

 

 

Επειδή, ό,τι είναι “ασυνείδητο” για μας, δεν μπορεί παρά να είναι “συνειδητό” για κάποιον άλλον ή κάτι “άλλο”. Ό,τι δεν συνειδητοποιούμε, σημαίνει αυτόματα πως “κάτι άλλο” το συνειδητοποιεί σε σχέση πάντα με εμάς. Και αυτή, είναι σίγουρα μια σκέψη που εμφανίζεται κατά πάσα λογική ακολουθία στοχασμού (στο βαθμό που θα υπάρξει ο ίδιος), ασχέτως, βέβαια, αν προτιμούμε, συνήθως, να την εξορκίζουμε.

Όμως, εκεί ακριβώς εντοπίζεται  και η μεγάλη σύγκρουση ανάμεσα στους Δύο Κόσμους.

Και εφ’ όσον υπάρχει η Μήτρα του Κόσμου (matrix mundi), τότε υπάρχει επίσης και ο Φαλλός του Θεού , και αυτός δεν είναι άλλος από τον Νου του Ανθρώπου,

και αυτό είναι το πιο σημαντικό:

αυτός ο Νους που καλείται να αποδώσει τον πρώτο ελεύθερο κόσμο στον εαυτό του και δεν έχει λόγο να μην το επιχειρήσει, στο βαθμό που κάθε Λόγος, του είναι διαθέσιμος έτσι κι αλλιώς, απαρχής Δημιουργίας.

 

 

 

 

 

Advertisements