Skip navigation

 

 

 

 

 

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

 

                    στην Χαριτίνη

 

Υπήρχε ένα μακρινό ακρογιάλι στην
Άκρη του κόσμου σαν από δεκαετίες

ή αιώνες ξεχασμένο

και εντελώς

Έρημο από ανθρώπους· τα πλοία δεν
Φαινόνταν ποτέ στον ορίζοντα, και οι

σπάνιοι γλάροι

Στο πέταγμά τους φαντάζανε ωσάν τα
Κυματιστά σινιάλα του ουρανού προς

την βωβή, ήρεμη θάλασσα

Η οποία στους

Αλλεπάλληλους ελαφρείς επανασυρμούς
Των κυμάτων της, ωθούσε την κρυπτική

επιφάνειά της

Εγγύτερα ολοένα της ξηράς· οι μάλιστα
Βραχύχρονοι παφλασμοί των νερών σε

ρυθμό τακτικό

Μιας

Άφιξης διακριτικής από βάθη άγνωστα
Κι από μαύρους υποβρύχιους κρημνούς

Έμοιαζαν να τραβάνε ολοένα την ξηρά
Προς τα μέσα, προς τα νερά, παρόλο δε

Που ήταν αυτοί που εξέρχονταν με την
Πρωθύστερη κίνησή τους προς τ’ άδειο

ακρογιάλι·

Υπήρχανε τα δένδρα ολιγοστά κι ακόμα
Οι σκόρπιες πέτρες υπήρχαν εδώ κι εκεί

Ως εάν τα κτερίσματα ενός παραδείσου
Και μέσα σε μια συλλογιστική ακινησία

Η οποία δεν έδειχνε να επηρεάζεται από
Τους γλυκείς απαλούς ήχους των νερών

ποτέ·

Και μια βάρκα δεμένη πρόχειρα σε έναν
Απόλυτο μετωπιαίο βράχο παραπλεύρως

Άγνωστον ποιος την είχε αφήσει και πότε,
Βάρκα τόσον ευγενική στην ανεπαίσθητη

Εναιώρησή της επί των διακριτικών κυμάτων
Καθώς και  στην λεπτή ξύλινη κατασκευή της,

που

Καίτοι περισσότερον από βέβαιο πως και
Αυτή, όπως και τα λοιπά πλεούμενα στον

κόσμο,

Αναμενόταν να διαπλεύσει τ’ αχανή ύδατα
Παρέμενε ωστόσο σταθερά στο ίδιο σημείο

Ως εάν παραδόξως

Eίχε φτιαχτεί όχι για να πλέει αλλά για να
Υποδέχεται· οι δε ολοένα καταφθάνοντες

φλοίσβοι

Τοσούτον στιγμιαίοι στην προφάνειά τους
Και την ήσυχη, άηχη απόσυρσή τους από

Το

Χείλος της βαρειάς, εκδηλωμένης στεριάς
Πίσω πάλι προς τ’ αδήλωτο της θάλασσας

Δεν έδειχναν ποτέ να αναχαιτίζονται από την
Παρουσία της βάρκας·  εξ ίσου στιγμιαία από

Κάτω της γλιστρούσαν σαν σ’ έναν χορευτικό
Αναπαλμό της, καθώς δεν έφευγε ούτε λεπτό

από τη θέση της,

Στα σύνορα ανάμεσα σε δυο κόσμους και σε
Δύο επικράτειες ήρεμα προτείνοντας ένα πιο

διηνεκές βασίλειο

της λήψης και της απόδοσης,

Κάτ’ από τον ράθυμο αιώνιο ήλιο που
Ακολουθούσε σιωπηλά, χωρίς αλήθεια

να έχει λόγο να φωτίσει

Ο ίδιος κάτι περισσότερο·

 

 

 

 

Advertisements