Skip navigation

 

 

 

 

À L’ ŒUVRE ON CONNAÎT L’ ARTISAN

 

 

 

 

 un hommage à François Couperin

 

Η σάλα έγεμε από τις χαρωπές μορφές
Των κυριών της αυλής που επενίσχυαν

Την ήδη δεδομένη κυτταρική άνοιξη του
Ανθρωπίνου χρόνου στις απαλές επόψεις

Των κορμών τους, καθώς οι ήδη ήχοι του
Κλαβεσέν, σαν από ‘να ασημόφωτο λεπτό

σύρμα

Φτιαγμένοι, περιδιαχέοντο ενώπιον ενός
Ουρανού που συνέχιζε να μένει σιωπηλός

Ενώ επί της γαίας έλαμπε κουτί ανεωγμένο
Με δύο σειρές των πλήκτρων, από παλαιά

το δώρο των θεών

Προς την διαθέσιμη μνήμη του κόσμου
Εξ όπου μια εποχή τόσον θεατρική και

ευθέως χυμική

μπορούσε

Ακόμα να υπάρξει μέσ’ στους λειμώνες
Της τέχνης και της στιλβούσης σαρκός

των ανθεοτρόπων μαινάδων,

Τ’ αδιάσειστο απογευματινό

Βασίλειο της Ιστορίας

Αιτώντας από τους εξώστες της τυφλής
Αλλ’ όχι αδιάκριτης ορμής προς τη ζωή·

Η δε λεία στα αυτιά όσον και περίτεχνη
Ηχοτεκτoνική του τσεμπαλίστα επέδιδε

Την εντύπωση ενός πίδακα του χρόνου
Εξ όπου απέκλιναν ωσάν από το κέντρο

Ενός λεπτουργημένου μπαρόκ κήπου οι
Κοκκινόφωτες παγκόσμιες εσπέρες των

Βερσαλλιών,

Φρανσουά, του έλεγαν, είσαι σαν ο ήλιος
Μιας τέχνης που δύσκολα φθείρεται από

Τους ακατάλληλους·  εδώ μονάχα όποιος
Είναι μαιτρ, μπορεί να υπάρξει, ότι αυτό

Το κουτί ενέχει μια διάλεκτο καθαρά του
Φωτός, και εκείνος ο που δεν μπορεί έστω

Επ’ ολίγον ν’ αποχωριστεί τ’ ολόδικό του
Βαρετό ανθρώπινο σκοτάδι, μέλλεται να

ατυχήσει σ’ αυτό το αδυσώπητο

κυνήγι του αγνώστου,

Φρανσουά,

Όμως, τι ‘ναι αυτό αλήθεια που μπορεί να
Κάνει κάποιον ποιητή του κλαβεσέν όπως

Εσύ και όχι έναν απλό τσεμπαλίστα και
Τι ‘ναι εκείνο που όταν καταδράμει στο

Μυαλό του καλλιτέχνη ερημώνει πάντα
Τον λείο θόρυβο της ζωής προς όφελος

Μιας άλλης οράσεως, πολύ πιο διευκρινούς
Στις ανωφέρειες των εννοιών και των ήχων

Και στις απότομες πλαγιές του εσωτέρου
Ολύμπου των ανθρώπων, τι’ ναι αυτό που

κάνει κάποιον ποιητή,

Φρανσουά,

Τον ρωτούσαν, ενώ η θυμική, ζωηρότονη
Πορφυρότητα της εσπέρας δεν είχε λείψει

ακόμα από τον ορίζοντα,

Ως εάν ανέμενε και αυτή να ακούσει την
Απάντησή του για να τελέσει ήσυχα τον

ουράνιο κύκλο της εκ των υστέρων·

Η ομιλία του, είπε τελικά, και ξανάρχισε
Να παίζει,

Και είναι αλήθεια,

πως εξεπλάγησαν κατά τι

Όμως δεν το σχολίασαν περαιτέρω, καίτοι
Διατελούσαν όλως βέβαιοι ότι θα ακούγαν

Είτε την λέξη δεξιοτεχνία είτε πιθανώς την
Λέξη έμπνευση από έναν άνθρωπο που τις

Είχε και τις δύο σίγουρα σε μέγιστο βαθμό,

Η ομιλία του,

τους ξαναείπε,

Και τα χέρια του περιέδραμαν τα κλαβιέ
Ασταμάτητα ωσάν οι πτέρυγες της πλέον

Προχωρημένης ανθρώπινης νύχτας που
Εγκυμονούσε έναν ήλιο άγνωστο ακόμα

στο σκηνικό στερέωμα της δράσης,

Λέξεις- νότες, άλλοτ’ εξονυχιστικά ήρεμες
Και κάποτε ωσεί δριμείες κραυγές με τους

δυνατούς κτύπους επί των κλαβιέ

Το μέγα μυστήριο της ούσης τέχνης μην
Κάνοντας πιο προσιτό απ’ όσο εκείνο της

ζωής,

Μην ούτως ή άλλως σ’ όσους δεν θα ήταν
Εύκολον ακόμα να διακρίνουνε τον τόσον

ή όσον ήχο της ζωής

απ’ τον

ακοίμητο απόηχό της·

 

(πρωτοαναρτήθηκε στο THE RETURN blog)

 

 

 

Advertisements