Skip navigation

 

 

 

(εκ νέου ανάρτηση για ειδικούς λόγους, ενός σχετικώς παλαιοτέρου κειμένου, 5/9/2016)

 

mailam_fig5

 

PRALAYA, “ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΣ” ΛΟΓΟΣ, ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ

 

Ενδεχομένως, το όλο φαινόμενο μιας κοινωνικής-πολιτισμικής παρακμής να συνιστά ουσιαστικά  ό,τι η ινδική-ινδουιστική κοσμομυθοφιλοσοφία ορίζει ως “pralaya” (διάλυση, μη ύπαρξη σε κοσμολογικό επίπεδο). Ή μάλλον, και στο βαθμό που μια τέτοια γκροτέσκα εννοιολογική παραμόρφωση θα μπορούσε να λάβει υπόσταση κάτω από πλήρως ιδιότροπες συνθήκες (όπως για παράδειγμα στην χώρα μας), συνιστά πιθανώς και μια παρωδία της pralaya

Pralaya, τουτέστιν, παύση της δραστηριότητας, διάλυση, χαοτική συγχώνευση.

 

0_edinburgh_transport_steam_passenger_transport_new_favorite

 

Τι είναι περίοδος ακμής, και μάλιστα στο πεδίο της σκέψης και της τέχνης;

Αν θα θέλαμε να δώσουμε απάντηση σε μιαν όσον το δυνατόν περισσότερον ακριβή γενίκευση, τότε κάλλιστα θα μπορούσε να λεχθεί πως ακμή σημαίνει ολοένα και περισσότερη εξατομίκευση,  διάκριση των μορφών μεταξύ τουςκατεργασία και ανάπτυξη των μορφών προς όφελος ενός “συγκεκριμένου” που τείνει, ανά περιπτώσεις και κατ’ αναγκαιότητα, να γενικεύεται ολοένα μέσα από κατάλληλες αφαιρέσεις. Αυτές οι αφαιρέσεις είναι τόσον πιο επιτυχείς όσον λιγότερο είναι το έλλειμμα ή το κενό πιθανοτήτων που αφήνουν κατά την διατύπωσή τους.

Για να γίνει περισσότερον κατανοητό αυτό: είναι γνωστό γνώρισμα μιας διανοητικής παρακμής η αδυναμία γενίκευσης και η αντικατάστασή της από μιαν εκλεκτική, άνευ αρχών παραδειγματολογία ή την περιπλάνηση σε μιαν εμπειριολογικής πρόθεσης φαινομενολογία. Η έννοια σε αυτήν την περίπτωση καθίσταται το παραπροϊόν της  εμπειρίας (της φερομένης ως τέτοιας) και όχι ο αναμορφωτής-καθοδηγητής της σε μια νέα πράξη ή μια καινοτομία θεωρίας και ζωής  .

Οι άνθρωποι τότε αυτοσχεδιάζουν παρεννοιολογικώς με χοντροκομμένο τρόπο.  Δεν ενδιαφέρονται πλέον για την αλήθεια, αλλά για την αγόρευση ενώπιον ενός πλήθους που ολοένα στερείται των προϋποθέσεων για μιαν έστω στοιχειώδη σκέψη, στο βαθμό που βομβαρδίζεται από αποσπασματικό, τυχαίο, ασυναφή λόγο,  και από ένα σημείο και μετά προσπαθούν να μιμηθούν αυτό που τους φαντάζει ως γενικώτερη τάση, ένεκα ενός καθαρά ανυπόστατου,  πλασματικού φόβου “αποβολής από το κοπάδι”. Μάταιος, ανόητος φόβος, ιδιαίτερα στην σημερινή εποχή!

Bytes don’t bite, εξ άλλου.

Μάλλον εξυπνότερο μου φαίνεται να σκοτώνεις τις χίμαιρες αντί να τις φοβάσαι και τελικώς  να σε καταπίνουν.

 

 

Επιπλέον: η φαντασιωτική δίκη προθέσεων τείνει να αντικαταστήσει το επιχείρημα και την ανάλυση, η όποια αναμενόμενη διεξοδικότητα του λόγου εκλείπει με ή χωρίς δικαιολογίες (λιτά συνθήματα ή ψευδοαμπελοαφορισμοί, κατάλληλοι προς γρήγορη αφομοίωση και σκόπιμη παραπλάνηση), κυρίως όμως,  τα είδη του λόγου τείνουν να συγχωνεύονται μεταξύ τους.

Χάνονται τότε οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε πεζό, ποιητικό, δοκιμιακό λόγο και ολοένα το προκύπτον μόρφωμα τείνει να καταρρεύσει σε μια προφορικότητα καθημερινής ομιλίας. Προσοχή όμως:  χάνονται, επιστρέφουν στο αδιαφοροποίητο  από την άποψη της παρακμής και δεν ανα-συντίθενται σε μιαν ανωτέρου είδους ενοποίηση, όπως θα μπορούσε να προκύψει κάτι τέτοιο σε περίοδο ακμής!  Είναι άλλη, για παράδειγμα, η διάλυση και συγχώνευση των ειδών του λόγου στο   …facebook, και πλήρως άλλη (εξ αντιθέτου!)  μια ενοποίηση των τεχνών σε ένα βαγκνερικό δράμα κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, όταν η λεγόμενη αστική τάξη είχε φτάσει στο απώγειό της, επαναστατικοποιώντας με αφάνταστο μέχρι τότε τρόπο τα μέσα παραγωγής και ενοποιώντας, ουσιαστικά, την υδρόγειο από την άποψη των αγορών, της γνώσης και της πληροφορίας.

 

613px-Farmer_walking_in_dust_storm_Cimarron_County_Oklahoma2

 

Εδώ μιλάμε για το αντίθετο: μια πλήρη διάλυση  σε μια παρακμή, όχι μόνον των μορφών, αλλά κυρίως, της πρόθεσης. Η πρόθεση δεν είναι σε αυτή την περίπτωση η ανάπτυξη και η εξατομίκευση, αλλά η “επιβολή σε ένα σύνολο ανθρώπων” πάση θυσία.

Τέτοια γνωρίσματα είναι συχνότατα απαντώμενα σε περίοδους παρακμής-διάλυσης-(παρωδίας)”pralaya”, και αν ρίξει κανείς μια ματιά στον Ναό της Μεγάλης Χίμαιρας, το Facebook, θα δει κανείς όλα τα γνωρίσματα εκείνα που διαλύουν τις μορφές του λόγου μεταξύ τους, προς όφελος μιας καθημερινότροπης ασημαντολογίας ακόμα και όταν μέσω αυτής επισυμβαίνει η απόπειρα  χρήσης σημαντικών θεμάτων.

Θα έχετε ίσως παρατηρήσει, ακόμα, και ως προς το βαθμό των προτεινομένων λογοτεχνικών εκφανειών πως από αξιολογική άποψη τίποτε δεν είναι όπως πριν από είκοσι χρόνια, ας πούμε.

Αν παραμερίσουμε σημαντικές εξαιρέσεις στην σημερινή εποχή, η ποιότητα έχει πέσει δραματικά,  η αυθαιρεσία και η τυχαιογραφία αφθονούν, οι χοντροκομμένες νεκραναστάσεις  θεωρητικών κλιμάτων άλλων εποχών (σε βαθμό που να νομίζει κάποιος πως βρίσκεται σε ταξίδι στο χρόνο!)  δεν είναι σπάνιες,  ενώ τα πάντα τείνουν να γίνουν περισσότερο αποσπασματικά και να συγχωνεύονται μεταξύ τους σε ένα παρδαλό κράμα πρόφασης λογοτεχνικότητας, χαοτικής γνωμοδοτικής, δημοσίων/υποδημοσίων σχέσεων, εξουσιαστικών φαντασιώσεων κλπ.

 

 

Αν θα θέλαμε να στοχοποιήσουμε εννοιολογικώς το φαινόμενο με κατ’ ελπίδα περισσότερη ακρίβεια, τότε θα λέγαμε πως ο αφύσικα, ευδοκιμών προφορικός λόγος εν γραπτώ  ρευστοποιεί τις μορφές (fluidity, εν παράλληλω, είναι ο όρος που προτιμούσε ο Mircea Eliade, γενικώτερα,  για τις περιόδους κοσμολογικής διάλυσης-pralaya ).

Πρέπει ακόμα να επισημανθεί, πως σε τέτοιες συνθήκες δεν πρέπει να θεωρείται απίθανη και μια πλήρως φάλτσα εξιδανίκευση μιας έννοιας “άμεσης δημοκρατίας”, εφ’ όσον κάθε ηλεκτρονική χίμαιρα, μπορεί μεν να την προσφέρει ως εντύπωση δυνατότητας,  αλλά με αντάλλαγμα, μάλλον, την ίδια την ψυχή (και την ζωή) του ανύποπτου. Ο οποίος ανύποπτος προθυμοποιείται πάντοτε να τρέχει πίσω απ’ ό,τι θεωρείται (ψευδώς) “σύγχρονη” τάση,  έστω και αν αυτό τον οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στις αφόρητες μοναξιές των προϊστορικών σπηλαίων!

Τι σόι “δημοκρατία”, λοιπόν,  μπορεί να νοιώσει ή επιφέρει κάποιος που είναι καταδικασμένος να πληκτρολογεί (να πληκτρολογεί, όχι να ομιλεί!) από το πρωί ως το βράδυ ανοησίες, λογύδρια, συνθήματα, κοινοτοπίες, μπινελίκια και πλάγια “μηνύματα”; κυρίως, όταν μετέχει και ο ίδιος, σαν ακολουθητικό γίδι, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα,  σε μιαν επιχείρηση “διανοητικού εγκλήματος” ρευστοποιώντας όλα τα είδη και μορφές  του γραπτού λόγου σε μια σούπα προφορικότητας; Σούπα που  σερβίρεται ούτε κρύα ούτε ζεστή αλλά καμμένη εξ αρχής (και αναπόφευκτα όταν η πρόθεση ΔΕΝ είναι η αλήθεια,  αλλά η αγόρευση και η εξαπάτηση του άλλου προς μικροεξουσιαστική χρήση του).

Αν λάβετε δε υπ’όψιν σας πως σε αυτές τις συνθήκες κάθε ανθρώπινο αίσθημα ανταγωνισμού και φθόνου οξύνεται σε τρομαχτικό βαθμό  (η ηλεκτρονική χίμαιρα πανεύκολα υποβάλλει ψευδαισθήσεις κυριαρχίας, ας είναι και επί είκοσι όλων κι όλων ατόμων), τότε κάθε ουσία της δημοκρατίας απομακρύνεται μέσα από τους αμήχανους μύλους της παρακμής για να παραμείνει μόνο η παρωδία της, τουτέστιν,

όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει “δημοκρατία” .

 

Carpenter’s Drive-in Restaurant, Sunset and Vine, Hollywood, Los Angeles. 1932

 

Δεν μπορεί όμως να υπάρξει πραγματική δημοκρατία σε μια διάλυση και ρευστοποίηση των μορφών. Η δημοκρατία χωρίς συνείδηση και ποιότητα σκέψης μπορεί να καταστεί κάτι χειρότερο από δικτατορία: οριστική παύση της ζωής προς όφελος της εντύπωσης στους άλλους. Για να γλυτώνεις το τομάρι σου θα πρέπει συνεχώς να φοράς και αλλάζεις δημαγωγικά τομάρια πάνω σου.

Σε αυτή την περίπτωση, συνεπώς,τείνουν να υπάρχουν (και στο βαθμό που η διάλυση δεν σταματήσει ΑΠ’ ΕΞΩ μέσα από συνειδητές ενάντιες θελήσεις) μόνον συμμορίες ή αγέλες ηλεκτρονικών λύκων που ορέγονται αίμα και δόξα (έστω και σε bytes) στο όνομα μιας ασαφώς ή πλήρως παραπλανητικώς εκλαμβανομένης δημοκρατίας.

Πρόκειται, δηλαδή,  για  αυθαιρεσία  και   παραπλάνηση στον ύψιστο βαθμό, εφ’ όσον ακόμα και όταν επιχειρείται δικαιολόγηση (για ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ, τουτέστιν ΣΑΦΗ, επιχειρηματολογία ούτε λόγος!), αυτό δεν διαφέρει από θέα λύκου που πάνω στην βιασύνη της πείνας του ξέχασε να φορέσει την προβιά του αμνού!

Στο κάτω κάτω αν στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις, αυτό δεν σημαίνει λιγότερο πως στην ιδιάζουσα ηλεκτρονική Ελλάδα -που τείνει να πάρει την θέση της πραγματικής  σε μιαν κατάσταση εθνικής διάλυσης-, δεν μπορείς (απλά και μόνο ) να δηλώσεις τι είναι και τι δεν είναι τα πάντα και οι πάντες.

Ολοένα και περισσότεροι νοιώθουν μέσα από υποκριτικές δηλώσεις ταπεινοφροσύνης την αίσθηση ότι είναι θεοί ή κοσμοκράτορες των είκοσι ατόμων, αλλά για να είμαστε ειλικρινείς  ούτε ως θεούς του κάτω κόσμου θα τους δέχονταν, ει μη ως δαίμονες δεύτερης διαλογής σε μιαν άνω-κάτω χώρα.

 

 

 

 

Advertisements