Skip navigation

 

 

 

 

 

Ο Παρμενίδης απογυμνώνει πλήρως το Είναι. Ο κόσμος ως πεδίο ψευδαισθητικής υποβολής εντυπώσεων αντιπαραβάλλεται απόλυτα προς τον πλέον ακίνητο πυρήνα της Αλήθειας, τον οποίον και προσομοιάζει με μιαν αυτοπεριεχόμενη σφαίρα ισοδύναμη (“ισοπαλές”) σε κάθε σημείο της (“Αὐτὰρ ἐπεὶ πεῖρας πύµατον, τετελεσµένον ἐστί πάντοθεν, εὐκύκλου σφαίρης ἐναλίγκιον ὄγκῳ, µεσσόθεν ἰσοπαλὲς πάντῃ·”).

Το Όντως Ον για τον Παρμενίδη είναι ακίνητο, αμετάβλητο, μηδέποτε γεννημένο και μηδέποτε ενυποκείμενο σε φθορά. Από την άλλη, ο Ηράκλειτος διαπιστώνει ότι τίποτα δεν μπορεί να είναι σε δυο στιγμές το ίδιο· τα πάντα αλλάζουν σε ένα κόσμο όπου δεν υπάρχει τίποτε σταθερό εκτός από την αλλαγή.

Ποιος έχει δίκιο; και υπάρχει άραγε ένας φιλοσοφικός τόπος συμβιβασμού τους; ο Πλάτων με τον (σχεδόν) αντικειμενικό ιδεαλισμό του, τους συμβιβάζει κατά κάποιο τρόπο· γι’ αυτόν ο κόσμος των Ιδεών είναι αρχέτυπος, ενώ ο φθαρτός κόσμος έκτυπος του πρώτου, όμως δεν είναι σαφές προς τι η αναγκαιότητα του δευτέρου· για ποιο λόγο δηλαδή ο κόσμος του πραγματικού νοιώθει την ανάγκη να προβάλλει-δημιουργήσει ένα “πλαστό” έκτυπό του; (αυτό ίσως το καταλάβουμε λίγο παρακάτω).

 

 

Όπως δεν είναι και σαφές στην μεγαλοφυή (δι)αίσθηση του Παρμενίδη, προς τι η αναγκαιότητα όλου αυτού του “ψευδαισθητικού” ορυμαγδού που περικυκλώνει και κατακλύζει το όντως Ον.

Από την άλλη ο Ηράκλειτος περιγράφει με θαυμαστό τρόπο όχι τον κόσμο του όντως όντος (όπως πιθανώς πίστευε ο ίδιος), αλλά της μορφής.
Υπάρχουν και άλλες θεωρήσεις, λίγο πολύ κατά την ίδια εποχή αλλά και παλαιότερα, όπως αίφνης στην Ινδική Φιλοσοφία (που δεν συνιστά στην ουσία φιλοσοφία), η οποία εκλαμβάνει τον κόσμο ως ένα “ψευδαισθητικό πέπλο”.
Όμως στους Έλληνες βρίσκουμε για πρώτη φορά την έρευνα και την σύλληψη του Όντος, μετά από ένα χρονικό σημείο , όχι μέσω μύθων αλλά μέσω καθαρά αφηρημένων εννοιών.

 

 

Η ινδική trimurti , για παράδειγμα, αναγκαστικά προκύπτει από προσωποποίηση· δεν έχουμε εδώ φιλοσοφικά universalia, αλλά -για να θυμηθούμε τον Giambattista Vico όταν μιλάει για τους μύθους- την δημιουργία ενός “universale fantastico” σχεδόν ποιητικής υφής, (κάτι που και ο Ηράκλειτος θα επισημάνει με εξαιρετικό τρόπο, όταν λέει “ἓν τὸ σοφὸν μοῦνον λέγεσθαι οὐκ ἐθέλει καὶ ἐθέλει Ζηνὸς ὄνομα”!).

Στην περίπτωση των Ινδών η μεταφυσική, ή ο στοχασμός γενικώτερα, δεν ανεξαρτητοποιείται από την θρησκευτική λατρεία και υποτάσσεται στην δεύτερη· υφίσταται δηλαδή μια μεταφυσική δεσποτεία ανάλογη με τους κοινωνικούς-βιωτικούς όρους που την παρήγαγαν. Σε αντίθεση με τους Έλληνες στους οποίους η χειραφέτησή τους από την θρησκεία, τους επέτρεψε να εξάγουν καθαρά φιλοσοφικές, αφηρημένες καθολικές έννοιες μην πληρώνοντας για την σκέψη τους οποιοδήποτε “φόρο λατρείας” σε καμμιά θεότητα, θρησκευτική ή ιερατική αρχή.

 

 

Αν θεωρήσουμε λοιπόν -επιστρέφοντας στο ζήτημα που πρωτίστως μας απασχολεί εδώ- ότι ο Παρμενίδης έχει δίκιο (προσωπικά τείνω προς την παρμενίδεια παραδοχή, αλλά με όρους), τότε ο Ηράκλειτος περιγράφει με καταπληκτική ακρίβεια ένα ψέμα.

Με μια διαφορά όμως: αυτό το ψέμα, η κίνηση, η αλλαγή, είναι η ίδια η ζωή.
Κατά συνέπεια, ο Κόσμος μας είναι ένα ψέμα μεν, που επιτρέπει την ζωή ωστόσο.
Και αν φτάνοντας στην Αλήθεια, νοιώσουμε την ανάγκη να “ζήσουμε” ξανά, δεν θα πρέπει πάλι να εμφανιστεί αυτόματα ένας φθαρτός κόσμος μπροστά μας;

Μπορεί ο άνθρωπος να γίνει αθάνατος και να “ζήσει” ταυτόχρονα;
Μπορεί το Κάλλος της Αλήθειας να υπερνικήσει την ανάγκη της περιπέτειας;
Μπορεί ο Τυχοδιώκτης να γίνει Οικοδεσπότης;

 

 

Αν η Ζωή όμως σε αυτή την περίπτωση (Αλήθεια) μπορεί να υφίσταται ως “μη ηρακλείτια” και από την άλλη να συμπίπτει πλήρως με μια μη απόλυτα “παρμενίδεια” Αλήθεια και έτσι να αίρονται τα αντίθετα χωρίς όμως να αλληλεξουδετερώνονται, τότε έχουμε την πιθανότητα ενός υπαρκτικού optimum που μπορεί να προκύψει μέσα από μια εξονυχιστική, πολύ ΛΕΠΤΗ ΕΞΙΣΟΡΡΟΠΗΣΗ των οντολογικών σταθερών. Γιατί το όλο ζήτημα έγκειται στο κατά πόσο μπορεί να νοηθεί μια μη ηρακλείτια ζωή· κατά πόσο δηλαδή οι εξακριβώσεις του Ηρακλείτου συνιστούν ή όχι το απώτατο όριο κάθε δυνατής νοουμένης ζωής.

Εδώ είναι , για μένα, το Μέγα Εκκρεμές της Ύπαρξης, και το μόνο ουσιαστικό δίλημμα για το οποίο αξίζει κανείς να καταδύεται και να αναδύεται συνεχώς μέσα στην, και από την θάλασσα των εντυπώσεων του κόσμου.

Ο,τιδήποτε άλλο δεν είναι παρά εξωραϊσμός της Νύχτας.

 

 

 

 

Advertisements