Skip navigation

 

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΗ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΝΤΑ

 

Και ολοένα απομακρυνόμενοι από την
Λάμψη της αιώνιας πυράς διεκδίκησαν

από τον ουρανό

το άστρο της θνητότητας

και

Την μεγίστη ισχύν που ήγειραν επί της
Σιωπηλής γης· υπάρχουμε ξανά, είπαν,

και

Θα είμαστ’ εδώ για μιαν αιωνιότητα
Πυκνότερης ύλης στους διαδρόμους

του

Εκπεσόντος ηλίου, εκείνου του ιδίου,
Που για να φαίνει όμως τώρα πια, θα

πρέπει να υπάρχει

σε απτή και όχι πνευματική θέα

και επιτελώντας

Μια χαοτική βασιλεία στην κόλαση του
Αστραίου ονείρου· και μπορούμε ακόμα,

τόνιζαν,

μόνοι μας

Να άρχουμε στον τόπο αυτόν και έναν
Οίκο νέο για τους πλήρεις πληθυσμούς

Των ασώτων ψυχών να παραδώσουμε
Στις γενεές που είναι να έλθουν· κανείς

Δεν θα είναι ο μεσάζων πλέον μεθ’ ημών
Και των απεριορίστων ονειρικών εαυτών

μας

που πλέουν

στην θάλασσα του κόσμου,

Σε μιαν ύπαρξη παντοτινή να ανέρχεται
Ως η αυγή από το θολό ύδωρ του Νόμου

Και

Λελυμένη σφόδρα σ’ όλους τους γόνους
Του Αδάμ, την ωριαία καθημερινότητα,

και λέγουμε ακόμα,

πως η σκιά της

Ας είναι προσωρινή μόνον και ας φυλάττει
Τον ερχομό μιας νέας γενεάς γενναίας που

μέλλει να δημιουργήσει

εκ νέου κι αυτό το άπειρο

των μορφών·

Μηδείς ο επιβλέπων πλέον, παρεκτός αυτής
Της φθαρτής σαρκός μας και των μοναχικών

οφθαλμών

που αγρυπνούν σε αιώνιο σκοτάδι,

Και ουδείς ακόμα ο

Λαμβάνων την συγκομιδή της γης πλην
Του Χρόνου· στη τρανή οπτασία αυτού

Ας αναπαυόμαστε και την θλίψη του ζην
Ας αποδιώξουμε στα φώτα μιας λαμπρής

υδρογειακής εσχάρας

Αυτοκρατοριών

πάνω σε Αυτοκρατορίες·

Ιδού έρχεται η Ημέρα των Ζωντανών, και
Εμείς ας είμαστ’ οι μη ορατοί τελεστές της,

Οι επιτάσσοντες πάσαν την γη και εν αυτή
Πάντα μ’ ένα νεύμα απαλό της χειρός πίσω

απ’ ένα διαφανές Παραπέτασμα·

Έλεγαν με τα βλέμματα δαιμονικά που σαν
Φίδια τινάσονταν γύρ’ απ’ τις στήλες πυρός

Μιας

Εστίας του Χρόνου, αιωνίως αναμμένης
Στο μεμακρυσμένο από τους όχλους του

κόσμου

άδειο Μέγαρό τους

Στ’ οπού δη φάνταζαν να ‘ρχοντ’ οι φωνές
Τους, μόνον μέσα από τοίχους κραταιούς

και πίσω απ’ άλλους τοίχους

χωρίς πουθενά να γίνεται ορατή

η ανθρώπινη παρουσία·

Αυτό το παραπέτασμα, ενθύμιζαν, ας είναι
Και ο παρθενικός υμένας της Ιστορίας, ότι

το

Τόσον αίμα χυμένο στις γωνίες των αιώνων,
Η αιέν ακμάζουσα πρωία στα μηνίγγια των

ιερέων του μέλλοντος,

Οι φωτεινές προσόψεις των επαναστάσεων
Και η λήθη της ευημερίας, ας είν΄η υψίστη

κληρονομιά

Μιας

Νυκτός που πρόκειται ν’ αποκαταστήσει
Τον κόσμο σε γαλαξιακότερη προοπτική,

Ότι ελλιπείς στην

Καχυποψία και ενθουσιώδεις προς πάσαν
Απτότητα οι θνητοί γνωρίζουν να βλέπουν

μόνον όσα βλέπουν

και όχι όσα δεν βλέπουν·

έλεγαν

Και παρακινούσαν τα πλήθη να ζήσουν εν
Ειρήνη και εν πολέμω, εν σκοτία και ημέρα,

Εν χαρά και λύπη, εν θεοίς και ανθρώποις,
Να αυξάνονται και να πληθύνονται και να

Κατακυριεύουνε τους υπολογισμένους από
Πριν αριθμούς· το θείο δράμα και την θεία

κωμωδία

Στον

Αργαλειό των γεγονότων απεργαζόμενοι
Ενώ στους δρόμους και τις πλατείες κατά

την διάρκεια των αιώνων

επικρατούσε

μεγάλη αναποφασιστικότητα,

Κανένας δεν εγνώριζε με σαφήνεια σε ποιον
Να προσευχηθεί και τι να περιμένει από τους

δαίμονες και τους αγγέλους,

Και από όχι και τόσο μακριά στο στερέωμα,
Το ακύμαντο, σταθερό στην λάμψη του φως

θεού ανοίκειου

μέσα στην τόση φήμη του

παρακολουθούσε·

Όχι ευοίωνα, δυσοίωνα ούτε,
Αποστασιοποιημένο σίγουρα

αν και

Με ακόμα

Όχι επιβεβαιωμένη αδιαφορία·

 

 

(Το παρόν ποίημα έχει αναρτηθεί κατά το παρελθόν σε δύο εκδοχές στο THE RETURN blog. Εδώ αναρτάται σε μία τρίτη, κατ’ ελπίδα τελική, εκδοχή,  με καινούργιο τίτλο: “Κεφαλή του Δράκοντα”, έναντι του παλαιού “Imperium”.).

 

 

 

Advertisements