Skip navigation

 

 

 

 

Αν δεχθούμε (και σίγουρα βάσιμα) πως από πολλές απόψεις ο άνθρωπος δεν ανήκει στον εαυτό του (οποιαδήποτε ύπαρξη Μυστηρίου στον κόσμο δεν μπορεί να είναι προς όφελος του μη κατανοούντος, ιδιαίτερα δε όταν η χρονική διαδρομή της Ιστορίας δεν συνηγορεί σε κάτι τέτοιο ·  έλεγχος και χειρισμός του υποσυνειδήτου μέσω χιλίων δυο υποβολών, κάτι που μπορεί πανεύκολα να γίνει, έτσι κι αλλιώς, και γίνεται κάθε μέρα στην ζωή του),

αν το δεχθούμε, λοιπόν, αυτό, τότε ο άνθρωπος  συνιστά κατά κάποιον τρόπον,  ως προς το μέγιστο μέρος της ύπαρξής του τουλάχιστον, ένα είδος “τηλεκατευθυνόμενου”  φαντάσματος (“τήλε-” σε επίπεδο, πρωτίστως, του “μη αντιληπτού” και όχι τόσον της “απόστασης”). Ένα φάντασμα, ωστόσο, που αξίζει να πάρει κάποια στιγμή το “χειριστήριο” του πλήρους εαυτού του στα χέρια του.

Αυτό το χειριστήριο δεν βρίσκεται πουθενά αλλού παρά μέσα στον νου του. Σε κάτι, δηλαδή, που έως  άρτι δεν μπορεί να “βρεθεί” πουθενά!  Η εγκεφαλική δραστηριότητα σχετίζεται μεν, αλλά δεν ταυτίζεται με αυτό που αποκαλούμε “Νους” ως ολότητα. Περισσότερον μπορεί να εκληφθεί ακόμα και η ίδια ως “αποτέλεσμα”, όπως ακριβώς όταν σκέπτεται κάποιος να ανοίξει μιαν πόρτα, και στην επόμενη κίνηση, απλά ανοίγει την πόρτα. Η διάνοιξη της πόρτας δεν διαφέρει εδώ από την σχετική εγκεφαλική δραστηριότητα, έστω και αν η δεύτερη προηγείται χρονικώς, ακόμα και σε ελάχιστα κλάσματα δευτερολέπτου.

Δεν είναι γνωστό ΠΟΥ ακριβώς βρίσκεται αυτό το μαγικό πράγμα, ο “νους”.  Δηλαδή, δεν είναι ακόμα γνωστό.

 

 

Ο Descartes στην προσπάθειά του να τον “εντοπίσει”, έσπασε τα μούτρα του, ομολογουμένως, αφήνοντας ωστόσο οπίσω του  μια φιλοσοφική πεζογραφία σε τάση εκδήλωσης μεγαλοφυίας, η οποία, αξίζει να λεχθεί ακόμη, εξελήφθη συχνώς  έως σήμερα ως “μηχανιστική” . Κάτι που ασφαλώς τον δικαίωσε εμμέσως και ερήμην του ως προς το αναπάντεχο αποτέλεσμα:  πολλοί θεωρούν το μυαλό περιττό, γι’ αυτό και δεν έχουν αγαθές σχέσεις με αυτό, ενώ στην πραγματικότητα το μυαλό είναι, απλά, “δυσεύρετο”.

Ο Leibniz, από την άλλη, το έρριξε στο φιλοσοφικό fiction, σε μια προσπάθεια  να αποφύγει εν προκειμένω το αδιανόητο της θεοδικίας την οποία και εξήντλησε, έτσι κι αλλιώς, σε άλλους χρόνους, με εξαιρετικά ευσυνείδητο και ευλαβικό τρόπο. Φυσικά, οι “Μονάδες” του  είναι μια σκέτη πυρκαγιά μέσα στην ύπαρξη του ανθρώπου, αν αληθεύουν, πράγμα που ως ερώτημα ίσως δεν έχει και τόσην σημασία, επειδή, τελικώς, ισχύει μία πρωταρχικότερη αλήθεια, εξαιρετικά επικίνδυνη για τον αμέριμνο άνθρωπο:

ο,τιδήποτε ελλοχεύει ως δυνατότητα, μέλλεται αργά ή γρήγορα να εμφανιστεί, ιδιαίτερα δε αν έχει γίνει ήδη αντιληπτό ως “δυνατότητα”.

Στον αντίποδα του Leibniz που πίστευε ότι ο κόσμος αυτός είναι ο καλύτερος από όλους τους δυνατούς κόσμους, βρίσκεται η Mary Shelley, η οποία στον “Φρανκενστάιν” της απομυθοποίησε πλήρως την δημιουργία του κόσμου, με έναν τρόπο που την φέρνει πολύ κοντά στους Γνωστικούς των πρώτων μεταχριστιανικών χρόνων.

Πιθανώς, έχουν δίκιο και οι δύο, ο Leibniz και η Shelley,  σε μιαν ασύλληπτη εν προκειμένω ενότητα αντιθέτων.

Όπως και να έχει όμως, δεν είναι γνωστό το ΠΟΥ ακριβώς βρίσκεται ο “νους”.

 

 

Βέβαια, μια τέτοια διαπίστωση-διερώτηση φαντάζει άνευ νοήματος σε μιαν εποχή που δείχνει να μην τα έχει και τόσο καλά με τον νου. “Στο μυαλό είναι ο στόχος”, έγραφε μια φορά κι έναν καιρό με ιδιαίτερη ευαισθησία και σπαρακτική αμεσότητα η ποιήτρια Κατερίνα Γώγου. Σε εποχές διάλυσης και αποσύνθεσης το πρώτο πράγμα που βάλλεται είναι ο νους.

Επιχείρηση διανοητικού εγκλήματος, σε μιαν εποχή που αργοπεθαίνει, όμως, είναι σίγουρα μια απελπισμένη κίνηση χωρίς σημαντικές πιθανότητες  επιτυχίας.

Γιατί κακά τα ψέμματα, δεν μπορείς να σκοτώσεις κάτι, του οποίου η ύπαρξη είναι απαραίτητη για να το σκοτώσεις. Αυτό δεν συνιστά ακριβώς “αντίφαση εν όροις”, αλλά μάλλον αντίφαση στην βλακεία.

 

 

Και ούτε, φυσικά, η διαπίστωση, ότι στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε καν πού βρίσκεται το μυαλό, σημαίνει γι’ αυτό πως η χαζομάρα της εποχής θα έπρεπε να το δηλώνει τόσον σπαραξικάρδια στο “γραφείο απολεσθέντων αντικειμένων”, τουτέστιν, ένα μεγάλο ποσοστό της κουλτούρας και υποκουλτούρας που συγγράφεται σήμερα, το οποίο, αντικειμενικά, και ερήμην της συνείδησης των (μη) γραφόντων, δεν λειτουργεί παρά ως τέτοιο “γραφείο”.

Ο Νους είναι τα πάντα, δεν είναι “κάτι”. Ακριβώς γι’ αυτό, δεν μπορείς να τον βάλεις στο “μικροσκόπιο”. Η εξακρίβωσή του δεν είναι θέμα βιοχημείας, αλλά φιλοσοφίας και στοχασμού.

Αν δεν “υπάρχει”, όπως κι ο άνθρωπος δεν υπάρχει πραγματικά παρά μόνον ως φάσμα δυνατότητας, αυτό δεν σημαίνει σε καμμία περίπτωση, πως δεν πρέπει κάποτε να “υπάρξει” (σε αντιληπτό επίπεδο) στην πλήρη και ζωντανή ολότητά του.

Σε μια ταυτοχρονία έτσι κι αλλιώς εμφάνισης με την εμφάνιση του πρώτου “πραγματικού” ανθρώπου στην διαδρομή της ανθρώπινης Ιστορίας .

 

 

 

Advertisements