Skip navigation

 

 

 

 

 

 

Ο ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΜΕΝΟΣ ΘΕΟΣ

 

Μέρος Α’

 

Δεν είναι ακριβώς αυτό που φαντάζεσαι, Ιτχ,”

γύρισε και του είπε ο γηραιός ωρολογοποιός-φιλόσοφος, έχοντας μόλις κατεβάσει μια γουλιά από το αργόρευστο, βραδέως σαν από αιώνες σηπόμενο, μπράντυ του.

“Δεν είναι, ακόμα, ούτε ό,τι θα μπορούσες να φανταστείς ή να βάλεις με το μυαλό σου. Είναι το αδιανόητο. Είναι το αφάνταστο. Μιλάμε για το πραγματικό”,

κατέληξε και σηκώθηκε αργά αργά, βραχώδης και απόκρημνος, γερμένος πλέον επικίνδυνα από τα 82 χρόνια του προς την σιωπηλή αυλαία του θανάτου και κινώντας προς ένα ράφι που έμοιαζε σαν να εκπνέει βίαια κονισαλέους καπνούς προς όλο το δώμα.  Μερικές φορές η υγρασία ήταν πράγματι ανυπόφορη στο σπίτι του κυρίου Έλπκεκορτ, ο οποίος, κατά τα άλλα, περηφανευότανε πως ήταν ο μοναδικός φιλόσοφος μετά τον παπουτσή Μπαίμε που είχε κατανοήσει πληρέστερα από  τον καθένα, πως τα ρολόγια δεν ήταν τίποτε περισσότερον από ένα ακόμα όνομα για τα υποδήματα.

Άλλωστε, τα παπούτσια τα φοράς για να βγεις έξω στον δρόμο. Το ρολόγι το φοράς για να βγεις έξω στον Χρόνο. Και ο Χρόνος είναι δρόμος, σίγουρα.

Δηλαδή, είναι ο μοναδικός δρόμος που ανέκαθεν φαινόταν ανοιχτός προς την ανθρωπότητα, παρά την κυκλοφοριακή συμφόρηση που παρουσίαζε συνήθως.

 

 

Έξω στον δρόμο, ωστόσο, και κάτω από έναν ιώδη ουρανό, βαθειά αυλακωμένο από σύννεφα σκληρά, ανέκφραστα τόσον, που θα ‘λεγες πως από στιγμή σε στιγμή  θα ομιλούσαν με δίχως φωνή και παρ’ όλ’ αυτά με ανθρώπινες λέξεις, οι περαστικοί  ολοένα παραμέριζαν σε λεπτές φέτες πλήθους για να περάσει μια φρικιαστική παρέλαση από ομάδες αιρετικών με κόκκινα μάτια και φλογώδεις εγκεφάλους, αλλά και με εξαιρετικά βίαιη απεύθυνση και συμπεριφορά, έστω εικονική, σίγουρα θεατρική, σε κάθε περίπτωση όμως όχι με πραγματική πρόθεση εφόρμησης κατά των περαστικών.

“‘Ελπκεκορτ”, είπε για μια στιγμή ο Ιτχ στον γηραιό ωρολογοποιό,

“Τι νόημα θα είχε μια αίρεση σήμερα; Μα πραγματικά, δεν το βρίσκεις λίγο γελοίο; Δες αυτά τα φευγαλέα σαρκία στο δρόμο, υποτίθεται πως σχηματίζουν την αίρεση των φυγοδίκων του Πεπρωμένου , όμως, μόνον και μόνον που προσδένονται σε μιαν ομάδα, σε μιαν οργάνωση, σε μιαν αίρεση, είναι σαν να καλούν το πεπρωμένο να έλθει να τους κόψει μερίδες κονσερβαρισμένης ζωής αν όχι να πετσοκόψει τον καθένα ξεχωριστά και με ανελέητη ευχαρίστηση!”.

“Το Πεπρωμένο”, είπε ο Έλπκεκορτ τότε, κοιτώντας με τα βαθουλωτά σχεδόν σβησμένα από τη  κούραση μάτια του λίγο πάνω από το κεφάλι του συνομιλητή του, “δεν αντιμετωπίζεται με τέτοια, γραφικά και αστεία, πράγματα πια. Δεν ζούμε άλλωστε στους πρώτους αιώνες μετά Χριστόν. Θυμάσαι τους Αλβιγηνούς στην Γαλλία κατά τον 13ο αιώνα, έτσι δεν είναι; Τι νόημα είχε μια ακόμα επανεμφάνιση των Καθαρών, εκτός από τους να πετσοκόψει ο Πάπας, ως άλλος χασάπης του θεού; Προφανώς, οι Αλβιγηνοί δεν ήξεραν τι τους γινόταν. Ο Πάπας, επίσης και χειρότερα, δεν ήξερε τι του γινόταν. Οι δυο πλευρές κατασφάχτηκαν μεταξύ τους, όντας τυφλές, μάλλον, θεό-τυφλες. Αυτή είναι η ανθρώπινη Ιστορία “, είπε,

και αμέσως κατέβασε το δικό του κεφάλι σαν να τον πήρε ξαφνικά ένας απότομος και σίγουρα βαθύτερος βιολογικός ύπνος στις φυτείες του εσώτερου χρόνου του. Το πρόσωπό του ήταν τρομαχτικά σκαμμένο σαν έρημο καμμένο μεσημέρι στην πόλη,  αδικαιολόγητα σκαμμένο,  ακόμα και για την πολύ προχωρημένη ηλικία των 82 χρόνων του, ενώ έτσι όπως είχε γείρει για να κοιμηθεί, φάνταζε πως αυτό το γηραιό, καταρρακωμένο κεφάλι ζυγιζόταν σε αόρατη ζυγαριά ανάμεσα στους ώμους του, τόσον, ώστε να ζυγίζει τελικώς μερικές αναβράζουσες λέξεις, διαλυμένες σε πολύ αρχαίο ωκεανό, τότε που οι πρωτο-ζωικές μορφές δεν είχανε καλά καλά ακόμα ξεχωρίσει από το οργιαστικό περιβάλλον τους και τα πάντα έδιναν την εντύπωση μιας πελώριας συμπαντικής τοιχογραφίας που μόλις είχε καταρρεύσει από τους τοίχους του Παραδείσου.

Ο Έλπκεκορτ, ξάφνου αναπήδησε στο κάθισμά του σαν τιναγμένος από αόρατο σήμα κάποιου μακρινού κόσμου, και ξύπνησε.

“Ονειρεύτηκα πως ήμουν ο σωσίας μου”, είπε και χασμουρήθηκε ελαφρά, “σε αυτήν την περίπτωση, δεν θα είχε καν νόημα να μου συστηθώ στο όνειρό μου”,

 

 

Ο Ιτχ ήταν όμως ήδη στον δρόμο, κυνηγημένος. Δεν ήταν, άλλωστε, η πρώτη φορά που βρισκόταν σε ένα τρελλό παγνίδι καταδίωξης με εκείνον τον Δαίμονα, του οποίου το όνομα δεν εγνώριζε και, ακόμα, η υποψία περί της υποστάσεώς του τον έκανε να αναρριγεί από φρίκη για το ανηλεές της ενότητας των αντιθέτων που μπορούσε να εμφανίζει το μυστήριο του κόσμου. Η επίθεση κάθε φορά, ήταν απίστευτης σφοδρότητας , αλύπητη, χυδαία θανάσιμη,  σκόπευε να τον εκμηδενίσει με κάθε τρόπο.

Το μικρό πέτρινο δρομάκι που βρισκόταν μπροστά του, σκοτείνιασε ξαφνικά, σαν κάποιος να κατέβασε το διακόπτη του σύμπαντος, ενώ ένα περαστικό ζευγάρι πλανοδίων μουσικών φάνηκε σαν να χάθηκε αυτοστιγμεί μπροστά στα μάτια του, γκρεμισμένο προς μιαν άλλη φλοίδα της υπερωκεάνειας θέας των οριζόντων. Το σημείο κατασκευής του Ιτχ είχε μετατοπισθεί σημαντικά, δηλαδή, πάντα μετατοπιζόταν σε μια τέτοια επίθεση, ενώ οι εξαιρετικά σφύζοντες από νοητική δραστηριότητα φλοιοί του εγκεφάλου του, εδέχοντο ήδη μια δριμεία καταδρομή από θανατηφόρες λέξεις. Λέξεις τόσον ακονισμένες  από τους πιο βάρβαρους τροχούς μιας κόλασης ανήκουστης και πρωτοφανούς στην  έκλαμψη της συνείδησης, ώστε ήταν αδύνατον για το ανθρώπινο μυαλό να τις ανθέξει ηχητικώς, αν δεν είχε φροντίσει ήδη να εφεύρει διάφορες  τεχνικές που θα δεικνύονταν επαρκέστατες στην αντιμετώπιση αυτής της εξωφρενικής λεττριστικής επιθεσης, η οποία, ομολογουμένως, ήταν χειρότερη και από χτύπημα ηλεκτρικού ρεύματος αν, βέβαια,  την άφηνε κάποιος με παθητικό τρόπο να εκδηλώνεται δίχως να αντιδράσει.

Όμως πραγματικά, δεν είναι και τόσον εύκολο να αποκρούσει κάποιος μια μαύρη θεότητα , όταν γυρνάει πεινασμένη στα ονειρικά σοκάκια της ανθρωπότητας ψάχνοντας εύκαιρα θύματα για να καταπιεί.

Μνήμη και κατανόηση μιας άλλης ανθρωπολογικής εποχής, αυτό ήταν το πέρασμα εκείνου του σκοτεινού Δαίμονα, μιας εποχής όπου οι λέξεις ήταν ακόμα υλική δύναμη, και οι μάγοι με την χρήση τους μπορούσαν ανά περιστάσεις και κατά βούλησιν, και, φυσικά,  με την απαραίτητη συνοδεία των ακατανόητων τελετουργικών τους, να αλλάξουν αυτήν την ίδιαν την πραγματικότητα.

Είχαν κατανοήσει ασφαλώς, πως δεν υπάρχει καμμία πραγματικότητα εκεί έξω, παρά μόνον μια “εικόνα”. Αυτή την εικόνα, ακριβώς, οι πρωτογονικοί μάγοι την “ξαναζωγράφιζαν” πάνω στο μουσαμά της εξαιρετικά “μετακινούμενης” αντίληψής τους.

 

 

Ξάφνου μέσα από τα σπήλαια του εγκεφάλου του, εξοβελίζετο μία λέξη, η οποιαδήποτε, η οποία πριν καν προλάβει να ακουστεί, ή να τελειώσει η εκφορά της, αυτός έπρεπε ήδη να έχει σκεφθεί δυνατά μιαν άλλη λέξη, πλήρως εξισορροπητική και εν είδει απόκρουσης προς την προηγούμενη λέξη. Για παράδειγμα, ο Δαίμων προσπαθούσε να του διαλύσει το μυαλό με την λέξη “νεκρός”, η οποία μέσα στον εγκέφαλό του ηχούσε σαν το τρομαχτικότερο λάκτισμα του θανάτου, εκείνο που θα μπορούσε να εξοντώσει κάθε ζωή στην γη με μια πειθώ επιβολής του τετελεσμένου τέτοια, ώστε θα ήταν αδύνατον για έναν μέσο άνθρωπο να μην πέσει όντως νεκρός. Ο Ιτχ έπρεπε, λοιπόν, κάθε φορά και σε κλάσματα δευτερολέπτου, να προλάβει να πει μιαν άλλη λέξη, όπως “φύση” ας πούμε,  για να παραμείνει ζωντανός. Ταυτοχρόνως, έπρεπε να μετακινείται συνεχώς, γιατί αν παρέμενε ακίνητος, πραγματικά κινδύνευε.

Η δαιμονική επίθεση διαρκούσε, συνήθως, για μισή, ή λίγο παραπάνω, ώρα, αλλά στην πραγματικότητα σαν από πάντα. Ο χρόνος έπαυε να υπάρχει τότε, και ο Δαίμων σαν Μαύρο Χερουβείμ με φλόγινη ρομφαία που υπεράσπιζε ένα ανείπωτο, πλήρως σαπισμένο βασίλειο μιας μη εύκολα ορατής ιστορίας της προ-δημιουργίας του κόσμου, έδειχνε αποφασισμένος να κρατήσει ανέπαφα τα μυστικά της επικράτειας του θανάτου που φύλαττε, σκορπώντας τον θάνατο σε όποιον θα πλησίαζε προς τα εκεί.

 

 

Ό Ιτχ άρχισε τότε να τρέχει προς την μεγάλη πλατεία των νεκρών, που απείχε μόλις μιαν ανάσα ζωής. Στην βιασύνη του, σάρωσε δυο παρακειμένους πάγκους μικροπωλητών, όμως δεν γύρισε ούτε για μια στιγμή να κοιτάξει τα μικροεμπορεύματα που κατρακυλούσανε στην άσφαλτο, σαν τα τυφλά πειστήρια της καταρροής του ανθρώπου σε έναν κόσμο, που καίτοι δεν καταλάβαινε, εν τούτους, δεν θα σήμαινε γι’ αυτό πως ο κόσμος από την πλευρά του σαν μαύρη σκιά υφαρπαγής και θανάτου δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία του και δεν τον είχε καταλάβει σε μέγιστο βαθμό.

Πατώντας μάλιστα με ένα μεγάλο σάλτο προς την πλατεία, τα περιστέρια ανασηκώθηκαν έντρομα, σαν σβησμένες λέξεις προς έναν ουράνιο πίνακα, εκεί όπου πλέον η ανθρώπινη ομιλία έπαυε να έχει οποιανδήποτε ισχύ και μια απιθανολόγητη δύναμη παρουσιαζόταν ως χαοτικής προ-καταβολής, μέσα από αόρατες Ωκεανίες και σε συντριπτικό βεληνεκές απλώματος πάνω στη γη.

 

(συνεχίζεται)

 

 

 

 

 

 

Advertisements