Skip navigation

 

 

 

 

 

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΣΤΗΝ HUDSON STREET

 

μνήμη George Henry Mackenzie (1837 – 1891)

 

Δεν είναι λογικό αγαπητέ μου Τζωρτζ
Ο άνθρωπος να μην μπορεί ακόμα να

διακρίνει

την φαντασία από την

τρομερή νύχτα μπροστά του,

Και εις μάτην να αναζητεί το σημείο
Συμφωνίας ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο;

Έλεγε εκείνο το βροχερό απόγευμα
Ο Μόρφυ στον Μακ Κένζι, κοιτώντας

Τα ρυάκια των λασπόνερων να διαρρέουν
Γοργά σαν ένα ανάγλυφο δίχτυ αρπαγής

Προς τις πιο αφανείς εκβολές του είδους
Των ανθρώπων, σε μια γεωμορφία της

υδατόφρακτης συλλογικής ψυχής

του κόσμου

που

Ακόμα ουδείς μπορούσε να γνωρίζει ει μη
Με την μορφή των θαλασσών, των λιμνών

και των ποταμών,

Και τι θαρρείς, συνέχισε να λέει ο Μόρφυ,
Μην και η φαντασία του καθενός επί των

λιγοστών

ποθουμένων του

Των τόσο ξεφτισμένων από την φθορά
Του χρόνου και της ονειροπόλησης, δεν

είναι

το όριο που βάζει η μοίρα

ανάμεσα

Σε αυτό που αναζητείται και σ’ αυτό που
Θα πρέπει να γίνει; μα δες ολόγυρά σου

Τα εκατομμύρια των ανθρώπων που σα
Ζαλισμένα από τον ήλιο της επιθυμίας

έντομα

Αναπτερούνται και καταλιμνάζουν ως εάν
Επί χάνδακος λυμάτων και ριμμάτων μίας

ζωής

ανώφελης

Και ξοδεμένης στην αναμονή του ονείρου
Και εκεί, θα παραμείνουν κρεμασμένα σαν

από αόρατες αέρινες κλωστές

για πάντα

Μέχρι ο θάνατος να τους οδηγήσει βίαια
Έξω από κάθε ψευδαίσθηση της ζωής, και

Είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος πεθαίνει
Πολύ πιο γρήγορα ακόμα κι από μία λέξη·

Είπε ο Μόρφυ κι ευθύς κοίταξε την είσοδο
Του καταστήματος, μπροστά στην οποία

Στεκόταν με τον Μακ Κένζι· ήταν μισάνοιχτη
Τόσο ακριβώς όσο δεν θα μπορούσε άνθρωπος

Να χωρέσει και να διαβεί στο εσωτερικό του,
Θα πρέπει πάντα να σπρώχνουμε την πόρτα,

είπε κάπως εύθυμα

στον συνοδοιπόρο του

Ο οποίος φαινότανε πως τονε λαθράκουγε
Μάλλον βαριεστημένα όλη εκείνη την ώρα,

Ζωή είναι η τέχνη να κλωτσάς μισόκλειστες
Πόρτες, ξεκαθάρισε ο Μόρφυ και έρριξε ένα

ισχυρό λάκτισμα

στην πόρτα

Τόσον όσον να γκρεμιστεί το παρακείμενο
Ράφι, ο δε καταστηματάρχης έξαλλος, του

ζητούσε

τον λόγο,

Γιατί την γκρεμίσατε την πόρτα κύριε, τον
Ρώτησε ενώ έξω οι δρόμοι της Νέας Υόρκης

Είχαν αρχίσει ήδη να βυθίζονται στο φυσικό
Πένθος μιας σκοτεινής εσπέρας που ως εάν

Εκλήθη από δύναμη αναπάντεχη και ρίγος
Επικειμένου θανάτου ανάμεσα στο κόσμο

Ανασφράγιζε το μυστήριο στη πόλη με μια
Κοκκινωπή ανταύγεια να περιφράσσει την

Ουράνια επικράτεια του διαβόλου από την
Χώρα των ανθρώπων με τα ονειρικά μάτια

τα σπαταλημένα

σε άκαιρα δάνεια ζωής,

Η πόρτα παρ’όλ’αυτά είναι στη θέση της,
Είπε ο Μόρφυ στον καταστηματάρχη και

Του έκανε φανερό, πως αδίκως θόλωσε
Από τον πανικό του και μόνον, ζήτησε

μάλιστα

Να αγοράσει και ένα παλιό τεύχος του
American Chess Magazine, το έδειχνε με

Χαρά στον Μακ Κένζι· ο παλιός μου φίλος
Στάνλεϋ, αφού συνομίλησε με τα βουνά,

Απεφάσισε να απαρνηθεί ακόμα και τους
Λόφους, του είπε και ξέσπασε αμέσως σε

τρανταχτά

γέλια,

Είσαι τρελλός Πωλ, του απάντησε τότε ο
Μακ Κένζι, τόσον τρελλός όσον και ένας

Κουλός Μογγόλος βιολιστής καταμεσής
Της Μάντισον Σκουέρ που θρηνεί τον

Θάνατο της αγαπημένης του πάπιας στο
Ουλάν Μπατόρ, για σένα ο κόσμος είναι

Μια σπασμένη υδρορροή οράματος επί
Των κλονισμένων πόθων των ανθρώπων

Και ένας μυστηριώδης μηνίσκος φωτιάς
Στα κλειδωμένα γόνατά τους που χωρίς

καθόλου να λυγίζουν

Καταρρέουν

Από την προσμονή του θαύματος σε ένα
Σύμπαν που ‘χει αποφασίσει για τα καλά

να γεράσει

Σ’ ένα άσυλο φθαρμένων εννοιών και των
Ασταθών εφαρμογών των λέξεων επί της

σκυθρωπής

πραγματικότητας

Μα μήπως μπορείς και να ξεχωρίσεις τους
Ανθρώπους από πεσσούς, Πωλ, εγώ λέω

πως

ούτε

Καν απ’ τα τετράγωνα της σκακιέρας δεν
Είναι εύκολο να διακρίνονται, κοίτα ψηλά

στο τοίχο του θεού

Αυτόν τον κόκκινο ήλιο

της Νέας Υόρκης

Πόσο αργά καταβαίνει επί των άδειων
Καθισμάτων της ζωής, κάθε άνθρωπος

Είναι η κενή θέση του εαυτού του, απών
Γεννήθηκε, απών του μέλλεται να μην

πεθάνει

ποτέ

ζωντανός

Θνησίμαχος και επίορκος των νοσταλγιών
Είναι καταδικασμένος να σέρνεται από τη

μία έλλειψη νοήματος

στην άλλη πλήρωση

της αρρώστειας του μέλλοντός του,

Είπε ο Μακ Κένζι και κοιτούσε γύρω του
Σαν αγριεμένος αετός λίγο πριν αρπάξει

τη λεία του

από τους αχανείς λειμώνες

της ύπαρξης,

Είμαι περαστικός, Τζωρτζ, του είπε τότε
Ο Μόρφυ, δεν έχω μεγάλη σχέση μ’ αυτόν

τον

πρόωρα γερασμένο

κόσμο

Όσον οι άνθρωποι προσπαθούν να επιζήσουν
Της απωλείας της στιγμής τόσον χάνονται σε

Κατακόμβες νενεκρωμένου χρόνου, όλη η
Παρουσία δεν είναι άλλο από ένας σωρός

φυγής

από την ισχύ

της ζωής,

Σαν τα κύματα της θάλασσας που βαρειά
Ανασηκώνονται και πέφτουν στον ίδιο χώρο

Έτσι και ο πολτός της ανθρωπότητας τόσο
Αφημένος στην παθητικότητα του ονείρου

Ανασυσσωρεύεται και σωριάζεται με πάταγο
Στις άδειες πλατείες των μοναχικών πόλεων

Ξεχνώντας ένα ελεεινό σχισμένο ρούχο οργής
Πάνω στον εξ ίσου άδειο πάγκο της επιθυμίας

Και μια σπασμένη υδρία σιγής στα χώματα
Της νέας γης των γεγονότων· είναι η νύχτα

Και άλλο δεν μπορεί ο άνθρωπος ει μη να την
Ανθέξει· είναι η ημέρα και μηδέ του μέλλεται

Ει μη να την προσπεράσει· και είναι στο τέλος
Των αναβολών και των δισταγμών που θα

Θριαμβεύσει ξανά μια άγνωστη δύναμη που
Επιμερίζει τα πεπρωμένα του ανθρώπου σε

Γλώσσες φωτιάς πάνω απ’ την κεφαλή του
Να αιωρούνται σαν μάτια αρπαγής κάθε

Αυταπάτης αυτοτέλειας και να εγκαθιστούν
Το τελειωτικό μυστήριο μέχρι εκεί που μπορούν

Νους και όραση θνητού να φτάσουν· μα ένα
Τεράστιο δίχτυ αρπάζει τη ζωή, Τζωρτζ, και

Σε κάθε νήμα του αγκιστρώνεται και από μια
Ψυχή με ένα πυρρό μάτι ζόφου στο κέντρο της

Ωσεί οκτάποδος, και στο κάθε αγκίστρωμά της
Θυμορροεί και ένας άγνωστος εαυτός ο που

Κανείς δεν γνώρισε ποτέ ει μη η ρίψη αυτού
Του κόσμου σε αθανασία ενώπιον των ερειπίων

του χρόνου,

Τζωρτζ,

Ότι στο τέλος κερδίζει κάποιος θεός αυτή την
Παρτίδα, ο που μοναχιασμένος και μανικός,

Ωσάν ουρανοξύστης φάντασμα στο μέσον
Της Άμπινγκτον Σκουέρ φωταγωγείται απ’

Τις προσευχές και τις τσακισμένες επιθυμίες
Πληθυσμών και πληθυσμών στον χρόνο· και

Όσο και αν οι περαστικοί φωνάζουν, αυτός
Δεν μπορεί να φύγει από εκεί, και όσον και

Αν τα πρωινά περιστέρια τον διασχίζουν ως
Εάν ήταν φτιαγμένος από τον αέρα και μόνο

Εν τούτοις οι άνθρωποι απαρχής της ιστορίας
Ακόμα, Τζωρτζ, μα ακόμα, διαμένουνε σ’ αυτόν

τον

πύργο,

Η Βαβέλ υπήρξε ανέκαθεν η ευλογία μας και
Η σιωπηλή κατάρα μας στον καιρό μας, ιδού,

λέγω,

Ποιήσαμε πύργους σε πύργους και γέφυρες
Πάνω σε άλλες γέφυρες, ωστόσο ωραία και

δυνατή

η ψυχή

του ρωμαλέου ανθρώπου

Κερδίζει πάντα στην σκακιέρα ενώπιον
Της κοσμοσυρροής πάνω στα μέλλοντα

τα τόσο

απαιτητικά

τα τόσο λειψά

Γιατί το κάθε μέλλον φίλε μου, δεν είναι
Παρά το στραβά τοποθετημένο ποτήρι

του παρόντος

σ’ ένα άψογο τραπέζι

Όλοι είναι ευχαριστημένοι εκτός απ’ τον
Οικοδεσπότη που μονίμως κοιτάει αυτό

το

ποτήρι

Και δεν μπορεί να καταλάβει τι δεν πάει
Καλά στη τόση τελειότητα, κάποια στιγμή

το υψώνει

και πίνει από αυτό

Όμως είναι πάντα άδειο, Τζωρτζ, όσες φορές
Και αν το γέμισαν οι υπηρέτες είναι μονίμως

αδειασμένο

από νόημα

και προοπτική,

Όμως ο Μακ Κένζι μόλις και τον άκουγε και
Είναι πιθανό πως και ο Μόρφυ ελάχιστη πια

Έδινε προσοχή στα λεγόμενά του, και οι δυο
Άντρες παρατηρούσαν το χώρο γύρω τους

Που είχε μετατραπεί σε μια σκακιέρα μέσα
Στην πόλη, τα κτίσματα και οι δρόμοι άλλο

δεν

ήταν

πλέον

Από πεσσούς και τετράγωνα σε διαρκέστερη
Κίνηση λύσεως της ζωής σε αρχιτεκτονημένη

ελευθερία

Σαν ουράνια φώτα που περιπολούσαν στο
Αιώνιο σκοτάδι της πόλης, οι αξιωματικοί

Τα άλογα κι οι πύργοι αναπροσάρμοζαν τις
Πέντε αισθήσεις του ανθρώπου σε μία μόνον

αίσθηση

διαρκούς αχρονίας

Και πουθενά δεν ακουγόταν ήχος πόλεως
Και καθημερινότητας εκτός από ψιθύρους

παιδιών·

Κίνησαν τότε και οι δύο να βγούν από την
Hudson Street αριστερά στην Grove Street

Όμως η κατάληψη ήταν ακλόνητη, σαν ένας
Κυκλώπειος μαγνήτης του πραγματικού που

Συγκέντρωνε όλα τα ρινίσματα ζωής απ’ τα
Κιγκλιδώματα του μυαλού και τα ανύψωνε

στο επίπεδο

της αιώνιας νιότης

του κόσμου,

Προσπάθησαν τότε να βγουν κάθετα δεξιά
Στην Christopher Street όμως το όραμα δεν

άλλαζε

Παρά μονάχα η κίνηση των ιδίων· ολόκληρο
Το West Broadway είχε γίνει ένα μεγάλο ροκέ

Και η θηριώδης αίγλη της Chambers Street
Μία βασίλισσα σε θυσία κατασπαραγής των

τετραγώνων

του αντίπαλου βασιλιά,

Το Μανχάτταν πλέον δεν υπήρχε, μονάχα
Ένα παιδί-θεός που άνοιγε και έκλεινε τις

πόρτες

στα

διαμερίσματα της ψυχής·

Δεν μπορούμε πια να φύγουμε από εδώ, είπε
Τότε ο Μόρφυ στον Μακ Κένζι, και έμοιαζε η

φωνή του

σα να ερχόταν

Απ’ τα μακρινά υπερωκεάνεια της αλήθειας,
Όμως δεν θυμάμαι να ήλθαμε και ποτέ,  του

υπογράμμισε αμέσως,

Είμασταν από πάντα εδώ, είπε, και φάνηκε
Σαν αυτό το μονόγδουπο ‘εδώ’ που κάρφωσε

στο δάπεδο

της ανθρωπότητας

οριστικά

Να ‘χε ήδη ανοίξει ένα πελώριο σχίσμα στον
Σκοτεινό βροχερό ουρανό της Νέας Υόρκης

απ’ όπου

Χυμώδεις και ανυπόμονες εισέβαλαν εντός
Οι χρυσές ακτίνες ενός αγνώστου ηλίου σε

μια θάλασσα απορίας

και καθυποταγής

Χωρίς κανένα έλεος μοιράζοντας την χαρά
Χωρίς καμμιά φωτιά αναμμένη το σύμπαν

συναρπάζοντας

σε μυριάδες φλόγες

Μιας ειλημμένης απόφασης ξενυχτώντας

από ψηλά·

 

 

(από την ποιητική ενότητα “Μόρφυ”, πρωτοαναρτήθηκε στο THE RETURN blog)

 

 

 

 

 

Advertisements