Skip navigation

 

 

 

 

 

Αν θα θέλαμε κάποτε να εννοήσουμε πλήρως την παράξενη εκείνη δισημία που κάνει ένα πεπρωμένο να είναι πεπρωμένο και όχι δυνατότητα ή ενδεχομενικότητα, πιθανολογουμένη ή διαπιστωμένη εκ των υστέρων, δεν έχουμε τότε πάρα να σκεφτούμε τον Μαξ Μπροντ όταν έσωζε τα χειρόγραφα του Κάφκα από βέβαιη καταστροφή.

Το ερώτημα θα ήταν το εξής, λοιπόν:

ήταν “θέληση” του πεπρωμένου να σωθούν ή να καούν τα χειρόγραφα του Κάφκα!;

Η απάντηση δεν είναι προφανής. Και όποιος σπεύσει να απαντήσει αυθορμήτως, το πιο πιθανόν είναι ότι πάσχει  από κατακλυσμό “ετοίμων εικόνων” περισσότερον από εκείνον που θα μπορούσε να αντέξει και υπερβεί ένας πιο καθαρός νους καθώς κρίνει κατ’ έννοιαν και όχι κατά πρόληψιν.

Ο Μαξ Μπροντ, κάλλιστα μπορεί να έδρασε “υπέρ” ή “εναντίον” του πεπρωμένου,  χωρίς φυσικά και στις δυο περιπτώσεις να το γνωρίζει ο ίδιος.

 

 

Πεπρωμένο, είναι ακριβώς αυτό: μια “δύναμη” (λίγο του συρμού ο όρος αυτός για την συγκεκριμένη περίσταση), μια “παγίδα”,  που αφήνει τα πράγματα να εκτυλίσσονται μονάχα όταν εξυπηρετούν με αυτόν τον τρόπο  έναν προκαθορισμένο σκοπό. “Αυτό που πρέπει να γίνει”.

Το αντικείμενο όμως του Πεπρωμένου, ο άνθρωπος, που εν ταυτώ είναι το υποκείμενο της δικής του δράσης, δεν έχει γνώση εκ των προτέρων εκείνου που “πέπρωται”. Κατά συνέπειαν, εκών-άκων δεν ορίζει παρά μια μαριονέτα στα χέρια δυνάμεων που δεν κατανοεί, και κάτι τέτοιο, -όπως είναι κατ’ ελπίδα αντιληπτό-,  στο βαθμό που είναι συνειδητό πλάσμα και όχι απλό πλαστικό στρατιωτάκι, δεν είναι επιτρεπτό. Δεν είναι επιτρεπτό, ούτε από μιαν άποψη κοσμολογικής, ούτε από άποψη ηθικής τάξεως, σίγουρα.

Συμβαίνει όμως.

 

 

Η “ελεύθερη βούληση” δεν είναι καθόλου ασύμβατη με την ιδέα του Πεπρωμένου, αρκεί να ληφθεί από την άποψη μιας δυναμικής ενότητας αντιθέτων. Αν ο νους είναι εθισμένος στην λογική των ασυμφιλιώτων αντιθέσεων δεν βλέπει τίποτε, γενικώς, είναι χειρότερος από τυφλός: υπάρχει μόνον “είτε-είτε”, την στιγμή που στον κόσμο, την ζωή,  υπάρχουν “και αυτό-και εκείνο”, “το άσπρο και το μαύρο μαζί”.

Στο βαθμό, λοιπόν, που η βούληση επιλέγει συνειδητώς μια κίνηση α από τις κινήσεις α’, α”,α”’….κλπ. (το κοινό γράμμα α, ως το κοινό στοιχείο της πρόθεσης επί συγκεκριμένου αντικειμένου επιλογής) , αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως αυτή κίνηση δεν είχε “προεπιλεγεί” από μιαν άγνωστη δύναμη (συλλογικού ασυνειδήτου, του θεού, της Σουνγιάτα, κλπ.), εφ’ όσον ό,τι επισυμβαίνει σε μια στιγμή, δεν σημαίνει επίσης απαραίτητα πως δεν είχε ήδη επισυμβεί ως προ-επιλογή σε χρόνο άχρονο!

 

 

Θα έλεγαν, για παράδειγμα, οι παλιοί καλοί Λατίνοι σχολαστικοί συγγραφείς του μεσαίωνα: “ο θεός δημιούργησε τον κόσμο  αιωνίως (sub specie aeternitatis), όχι σε χρόνο δοσμένο” .

Bεβαίως, ολόσωστο, ως σκέψη, εφ’ όσον δημιουργούμενο κάτι από την άποψη της αιωνιότητας, σημαίνει πως εμπεριέχει χρόνο “προκαθορισμένο”,  δηλαδή Πεπρωμένο.

Στον βαθμό, λοιπόν, που συμβαίνει αυτό, ο μύθος της “ελεύθερης βούλησης” δεν είναι παρά “στάχτη στα μάτια”, αν θα θέλαμε να είμαστε συλλογιστικώς ειλικρινείς αλλά και συμπερασματικώς αμείλικτοι.  Φαίνεται έτσι πως η λεγομένη “ελεύθερη βούληση” δεν είναι τίποτε περισσότερον από μια σκιώδης υποψία ελευθερίας σε ένα σύμπαν που ακόμα στενάζει κάτω από την Ανάγκη και την Γραφειοκρατία του “σκοπού”.

Κάτι σε “πείθει” πως λειτουργείς για σένα τον ίδιο, ενώ στη  ουσία εξυπηρετείς τα “σχέδιά” του, χωρίς, φυσικά, να το καταλαβαίνεις.

 

 

Ο κόσμος όσον δεν είναι όντως πραγματικός, αλλά παραμένει μια “σκιά” ή ένα “φάντασμα”, δεν είναι παρά μια μηχανή πεπρωμένου και θανάτου. Στο βαθμό που υποκειμενικοποιείται, ατομικοποιείται και λαμβάνει έκφραση μέσα από τον Άνθρωπο, τότε ελλοχεύει και μια προμηθεϊκή ελπίδα απαλλαγής από κάθε πεπρωμένο, αλλά και μια ελπίδα να καταστεί ο κόσμος αυτός, αυτή η σκιά θεάτρου, περισσότερον “πραγματικός”.

Λένε οι ινδουιστές περί Κάρμα κλπ,, και έχουν δίκιο. Το Κάρμα είναι υπαρκτός νόμος , όμως το ζήτημα δεν είναι αυτό, όσον το ότι είναι ένας απαράδεκτoς νόμος, τουλάχιστον ως προς μία, “μεταθανάτια” όψη του, σίγουρα. Ένας άνθρωπος που “ξαναγεννιέται” με νέα μορφή, έχει “κενή”, “λευκή” συνείδηση, είναι στην ουσία ένας άλλος άνθρωπος και δεν “οφείλει” στην πραγματικότητα τίποτα.

 

 

Υπάρχει μια ιστορία στην Μαορί Μυθολογία, για έναν άνθρωπο που περπατάει συνεχώς σε μια λίμνη κοιμώμενος. Περίπου, σαν να υπνοβατεί. Το κεφάλι του είναι μόλις έξω από τα νερά. Δεν κάνει τίποτε άλλο, από το να πηγαίνει από την μιαν άκρη της λίμνης στην άλλην και τούμπαλιν.

Αυτός είναι ο (φερόμενος ως) ζωντανός άνθρωπος, ο χρονικός άνθρωπος  στην ουσία, έτσι όπως θα μπορούσε να το αποδώσει πολύ παραστατικά και με ημισυνειδητό-ημιμαγικό τρόπο η ευφυής κουλτούρα ενός πρωτογονικού λαού. 

Αν μπορούσε , λοιπόν, να ξυπνήσει, αυτός ο άνθρωπος, θα ήθελε πιθανώς να βγει έξω στην στεριά.

Όμως η στεριά ποικίλλει ως “ερμηνεία”.

Έχει σημασία, δηλαδή, να του “αρέσει” κιόλας.  Μπορεί, φυσικά, να είναι ό,τι λογίζεται από τις θρησκείες του κόσμου ως “παράδεισος”, αλλά μπορεί και ένας Νέος Κόσμος. Ας μην βιαστεί, όμως, κανείς να απαντήσει τι θα προτιμούσε.

 

 

Γιατί σε αυτόν τον κόσμο, δεν είναι η αποκάλυψη πάνω από το βίωμα και την, έστω, φθαρτή, ζωή, και εδώ εντοπίζεται πάντοτε το δίλημμα του σοφού, του μάγου, του συνειδητού ποιητή, κάθε ανθρώπου, όσον έχει να κάνει με την σωστή απάντηση σε αυτό το ερώτημα: κατά πόσον, δηλαδή, μπορεί η Ζωή, καίτοι καθαρά φαινομενική, και εν είδει σκιάς στην παρούσα φάση της ανθρωπότητας, να είναι πιο πολύτιμη από το “πισωγύρισμα”  σε μιαν “απόλυτη αλήθεια”.

Όχι εύκολο δίλημμα και αυτό.

Όμως, τουλάχιστον, όσον ζει κανείς, μπορεί να έχει μια ελπίδα να “μοιράσει” με μεγαλύτερη ψυχραιμία τις σκέψεις του και να απαντήσει με ισορροπία σε αυτό το δίλημμα. Επειδή, αν μη τι άλλο, είναι ίδιον της ζωής η ελπίδα και όχι μια “τελική” κατάσταση που σε προκαθορίζει μια για πάντα , μην αφήνοντάς σου περιθώρια για περαιτέρω δράση.

 

 

 

 

 

Advertisements