Skip navigation

 

 

 

1909-latham-over-chanbel

 

 

ΥΠΕΡΙΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣ

 

Η ανθρωπότητα είναι μια συνάθροιση
Ληθαργικού φωτός σε αρχαίο σκοτάδι

Και ολόγυρά της χαίνουν πάντοτε οι
Δαμόκλειες στιγμές της Ιστορίας, τα

Πρωθύστερα πάθη του ομιλείν και μια
Φωτιά που ανασείει το μέλλον μέσ’ στο

παρόν

Γνωρίζοντας σ’ έναν Μύθο που κείται
Ανάμεσα στην θνητή ορατότητα και

την θεία ανάμνηση·

Προχωρώντας μπροστά στο χρόνο δεν
Βρίσκει κανείς παρά την μία χυτευμένη

Νύχτα

Στα πρόσωπα όλων των συγκεντρωμένων
Καταμεσής της μεγάλης αγοράς και εντός

του τιτανικού συνωστισμού

των απλών ανθρωπίνων σκέψεων·

Νύχτα, εκ της οποίας

Το φως χρυσούν διαπιστούται πάντοτε απ’
Τα ίχνη που αφήνει ο νους στην άμμο της

απέραντης ερήμου

Που νέμεται την ακόπαστη ακολουθία
Των γεγονότων, υπάρχουν, έλεγαν, οι

Άνθρωποι, υπάρχουν και οι θεοί, και το
Δίχως άλλο, συμπλήρωναν, υπάρχει ο

ήλιος ένας

Που φαίνει ανάμεσα στο ευαγές Κάτι
Και το οδοντωτό Μηδέν· προς τα κει

και ας

πορευθούμε,

Ακούγονταν οι φωνές μέσα στον ύπνο
Τον συλλογικό ενώ τα λυτά πτηνά των

εννοιών

Διασχίζαν την επικράτεια του φωταυγούς
Ονείρου, του χτισμένου από μάσκα και το

αίμα

Κρώζοντας την φωτοσκίαση του θεού·
Ας κινηθούμε προς τα κει, ξαναλέγανε

Ήρεμα ενώ από δεξιά και αριστερά οι
Μορφές αυξομειώνονταν σε ύψος και

έκταση

Ωσεί εντός σπηλαίου παραμορφωτικών
Κατόπτρων·

Κάποτε,

είπαν,

Άνοιξε την πόρτα του κόσμου ένας
Σκιώδης διαβάτης που ‘χε ξυπνήσει

Και εφάνη σα να βγήκε στο αστρικό

χάος

με δυο δρασκελιές των λέξεων·

Οι υπόλοιποι, ελέχθη ακόμα και αυτό,
Δεν τον περίμεναν, καθώς αμέριμνοι

Προσπαθούσαν ακόμα να ζυγιάσουν
Τις κατοπτρικές παραμορφώσεις του

ολοζώντανου ενυπνίου τους,

Βλέπεις κάποιο όνειρο εκεί που είσαι;
Τον ρωτούσαν κάποτε, όμως εκείνος

δεν απαντούσε ποτέ,

απλά αιωρείτο στο αχανές·

Τον είδαν μια νύχτα όλοι μαζί σ’ ένα
Παγκόσμιο όνειρο να τους  ομιλεί σε

γλώσσα άγνωστη,

Τι θέλεις ακριβώς να μας πεις, τονε
Ρωτήσαν γι’ άλλη μια φορά, και εκεί

Ο κόσμος έλαμψε σαν να ετοιμαζόταν

να αναληφθεί,

Την Νύχτα

Ωστόσο αφήνοντας σχεδόν και όχι
Ολότελα οπίσω του, διστακτικά με

Κάτι ανάμεσα ανεμελιά και τρόμο
Στην αφύπνισή του,

Μην στέργοντας να την εξαφανίσει
Όλως·

Την

Πελώρια σκιά της που ήδη διέρεε στο
Ουράνιο στερέωμα,

Διακριτικά προσπερνώντας στον
Δρόμο προς το ακόμα αχνόφωτο

κι από μακριά

αμέτοχο

νέο βασίλειο·

 

 

(πρωτοαναρτήθηκε στο THE RETURN blog και αναρτάται εδώ εκ νέου με μικρές -ανά τόπους- τροποποιήσεις)

 

 

 

 

Advertisements