Skip navigation

 

 

 

bas5556_heijningen40

 

 

ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

(κείμενο που δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό “Στίγμα Λόγου”,  6/10/2016 )

 

 Η συχνή κάποτε διερώτηση περί του αν πράγματι υπάρχουν “συνηθισμένες” ή “ασυνήθιστες” λέξεις για την ποίηση και, ακόμα, περί του κατά πόσον είναι “εγκεκριμένη” η χρήση των δευτέρων κατά την συγγραφή, καθίσταται αν όχι εκ των πραγμάτων “άνευ νοήματος” (πολλοί θα αναρωτιούνται διαιωνίως για τέτοια πράγματα), τότε σίγουρα, και δεδομένης της ιστορικής εμπειρίας της λογοτεχνίας, ως “περιττή” , όπως κάθε διερώτηση που έχει απαντηθεί στην ποιητική πράξη εδώ και αιώνες (πάμπολλα τα παραδείγματα μειζόνων ποιητών που χρησιμοποιούσαν στην γραφή τους ό,τι γούσταρε η ψυχή τους χωρίς να νοιάζονται για τίποτε!).

Επιπλέον, ένα τέτοιο ερώτημα είναι, αν μπορεί να το πει κανείς έτσι, “δικέφαλο”: μπορεί να τίθεται προς όφελος του ενός αλλά και του άλλου σκέλους του. Υπέρ της μη χρήσης ή της χρήσης “ασυνηθίστων” λέξεων. Θέλω να πω, δηλαδή, πως από λογική άποψη μπορεί κάποιος να απαντήσει “όχι δεν υπάρχουν συνηθισμένες και ασυνήθιστες λέξεις για την ποίηση” είτε είναι υπέρ της χρήσης των “ασυνηθίστων” είτε όχι! Στην πρώτη περίπτωση, η διαπίστωση εκφέρεται με μιαν αξιολογική-εξισωτική έννοια υπονοώντας ότι οι συνηθισμένες λέξεις κάλλιστα μπορεί να καθίστανται ασυνήθιστες στην ποίηση και ως εκ τούτου δεν υπάρχει χρεία προσφυγής σε ασυνήθιστες εκ χρηστικής απόψεως λέξεις, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, η διαπίστωση εκφέρεται με προκρινόμενο τρόπο, τουτέστιν, εννοώντας ότι οι εκ χρηστικής απόψεως “ασυνήθιστες” λέξεις, φαινομενικώς και μόνον είναι ή φαντάζουν τέτοιες, στο βαθμό που το εννοιολογικό ζεύγος “συνηθισμένο-ασυνήθιστο” δεν προσφέρεται άπαξ στην ανθρωπότητα αλλά αλλάζει ιστορικά, και, ακόμα, δεν εκλαμβάνεται ποιοτικώς με τον ίδιον τρόπο από όλους τους ανθρώπους. Κάτι που είναι ασυνήθιστο για κάποιον, κάλλιστα μπορεί να είναι συνηθισμένο για άλλον.

 

ajrnmvt

 

Αν το ερώτημα, συνεπώς, τίθεται μαζί με την a priori αποστροφή ή αποτροπή της χρήσης των -υποτίθεται- “ασυνηθίστων” λέξεων, τότε πέρα από την ιστορική εμπειρία που διαψεύδει και καταρρίπτει αυτή την αποστροφή όταν ξεφεύγει από τα όρια της προσωπικής προτίμησης και αιτιάται πρόθεση καθολικότερου “δόγματος”, υπάρχει και κάτι άλλο εξ ίσου σοβαρό ως εναντίωση και διάψευση, το οποίο, μάλιστα, μπορούμε να το εξειδικεύσουμε στην δική μας γλώσσα ως εξής:

“Ασυνήθιστες” λέξεις, σήμερα, για ποιαν ελληνική ακριβώς; μια “μέση” ελληνική των 5000-8000 λέξεων, μια διαδικτυακή-παρακμιακή των 1000-3000 λέξεων, ή τα ελληνικά ενός ανθρώπου που τύγχανει να έχει ένα πλούσιο λεξιλόγιο μέσα στο κεφάλι του;

Θέλω να πω δηλαδή, το εξής απλούστερο απ’όσον φαίνεται: από πού και ως πού θα κόψουμε και θα ράψουμε μια ελληνική “κοινή” για όλους, και μάλιστα στην ποιητική επικράτεια, όπου η γλώσσα αποτελεί όχι μόνον ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗ (με κάθε έννοια) , αλλά έτσι κι αλλιώς είναι το Α και το Ω (από την άποψη κυρίως της ανάπτυξης και της «σημαντικότητας») για κάθε καλλιτεχνική του είδους δημιουργία;

Σίγουρα, αυτό που θα μπορούσε κάποιος να πει με ασφάλεια είναι ότι δεν υπάρχουν “ασυνήθιστες” και “συνηθισμένες” λέξεις στην γλώσσα. Υπάρχει όμως κάτι άλλο: “συνηθισμένη”, ανεπτυγμένη ή εξαιρετικά ανεπτυγμένη γνώση αυτής της γλώσσας από πλευράς λεξιλογίου τουλάχιστον (η σύνταξη στην ποίηση είναι άλλο θέμα και δεν είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί τους κανόνες, αλλά πρωτίστως τις προσταγές του ρυθμού, της ηχομορφικής, της εννοιολογίας ή οποιασδήποτε άλλης σκοπιμότητας κρίνει ο ποιητής ως πρωτεύουσα).

 

pont_montreal_1930

 

Περαιτέρω, αν η ποιητική έκφραση ώφειλε κατά κάποιον τρόπον να προσαρμοστεί στην μέση, «κοινή» ή διαδικτυακή ελληνική, τότε αίρεται αυτομάτως ο λόγος ύπαρξης της ίδιας της ποίησης, ο οποίος δεν εντοπίζεται πουθενά αλλού παρά στην δυνατότητα λειτουργίας της σε κάτι πολύ πέραν ή και “αντίθετο” (με την φιλοσοφική σημασία) του καθημερινού λόγου. Σε περίπτωση λοιπόν ψυχαναγκαστικής (και όχι ηθελημένης-σκόπιμης) “προσαρμογής” της σε ένα “κοινό” ή “κοινότερο” λεξιλόγιο, παύει τότε να είναι ποίηση, στο βαθμό που ταυτίζεται πλέον οριστικά με έναν καθημερινό λόγο. Όμως η ποίηση είναι διάφορη ή και πλήρως αντίθετη του καθημερινού λόγου και αυτή η ιδιότητά της είναι ουσιαστική, όχι περιστασιακή. Έχουμε επομένως σε μια τέτοια περίπτωση contradictio in terminis, και το πρωταρχικό ερώτημα (ιδωμένο από την πλευρά της “αποστροφής”) κρίνεται κατά συνέπεια άτοπον, χωρίς κανένα εννοιολογικό θεμέλιο να το υποστηρίζει.

Η δε ένσταση όσον έχει να κάνει με την πιθανολογουμένως ανεπαρκή ή ελλιπή γνώση της ελληνικής από την πλευρά του αναγνώστη, έτσι ώστε τελικώς να δυσχεραίνεται η ανάγνωση του ποιήματος, είναι τουλάχιστον υπερβολική, αν όχι ανόητη. Κανένας νόμος δεν απαγορεύει σε αναγνώστη ενός όχι και τόσον επαρκούς λεξιλογίου , να ψάχνει άγνωστες ή μη εύκολα αναγνωρίσιμες λέξεις στο λεξικό του κατά την διάρκεια μιας ανάγνωσης.

Ο όλος προβληματισμός που ενίσταται στην χρήση “ασυνηθίστων” λέξεων, θα έλεγε κανείς, πως δεν είναι τίποτε περισσότερον από λαϊκιστική ρητορική (αυθ)υποβολής, τόσον άτοπη, όσον και κυρίως, -όπως ήδη προελέχθη- απαντηθείσα κατά μείζονα λόγο από την ιστορική εμπειρία, σύμφωνα με την οποία πλήθη ποιητών αρνήθηκαν στην πράξη να συμβιβαστούν με μια δεδομένη μορφή της γλώσσας τους και έγραφαν χειριζόμενοι όποιες λέξεις ήθελαν κατά περίσταση και σκοπιμότητα.

 

 

Η ποίηση εξ άλλου, δεν ακολουθεί την γλώσσα, αλλά είναι εκείνη ακριβώς που ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ, κατά μία πολύ ζωτική έννοια γραφής, την γλώσσα! Ο ποιητής που θέλει να είναι αυθεντικός, δεν προσαρμόζεται σε κανένα a priori δεδομένο ιδίωμα. Δημιουργεί ο ίδιος την ποιητική γλώσσα έκφρασής του. Μα αν κάτι θεωρείται ως “κοινό” στην χρήση σε μια ορισμένη εποχή, ένας λόγος περαιτέρω για να το υπερβεί, στον βαθμό που ο καθημερινός λόγος (και κατά μία πολύ σχετική έννοια η πεζογραφία) προσφέρεται καταλλήλως για την όποια χρήση αυτού. Η ποίηση ωστόσο διαφοροποιείται σημαντικά από την καθημερινή ομιλία και εννοιολογία ή πολλές φορές εμμένει στον αντίθετο πόλο τους.

Το ζητούμενο, συνεπώς, είναι ένα και μόνον: κατά πόσον οι όσες και όποιες -υποτίθεται- “ασυνήθιστες” λέξεις στην ποιητική ενός ποιητή, ΑΦΟΜΟΙΩΝΟΝΤΑΙ σωστά στο σύνολο corpus της γραφής του ή στο corpus ενός συγκεκριμένου ποιήματος. Όμως και αυτό ποικίλλει, γιατί δύσκολα μπορείς να γενικεύσεις αυτό το ερώτημα όταν οι σκοπιμότητες πολλές φορές ποικίλλουν και αυτές. Για παράδειγμα, κάποτε είναι επιθυμητό και ένα είδος “θεατρικής” μη-αφομοίωσης μιας λέξης μέσα σε ένα ποίημα !

Ούτε έχει νόημα να γράφει ένας ποιητής με το λεξικό ανοιχτό (χωρίς να είναι φυσικά κακό αυτό ή να το απαγορεύει κάποιος άγραφος νόμος). Είναι καλύτερον όμως να γραφεί ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ με τα όσα ελληνικά, πλούσια ή λιγότερο πλούσια, διαθέτει, γιατί το αποτέλεσμα θα είναι σαφώς επιτυχέστερο, αν δεν μεσολαβεί -τις περισσότερες φορές ακάρπως- ένας χρόνος κατεργασίας και αφομοίωσης μιας καινούργιας λέξης που εμπίπτει σε μια πρώτη γνωστική εντύπωσή του κατά την στιγμή της ποιητικής δημιουργίας, αλλά κάθε κατεργασία και αφομοίωση είναι ήδη προϋπάρχουσες στην νοητική εμπειρία του ενώπιον κάθε λέξης που χρησιμοποιεί κατά την συγγραφή.

 

big_thumb_50e05b796a695bebd254670858fec292_phixr1_phixr

 

Όπως και να έχει, δεν υπάρχουν συνηθισμένες ή ασυνήθιστες λέξεις σε μια ποίηση. Υπάρχει μόνον συνηθισμένη και ασυνήθιστη ποίηση. Ποίηση, δηλαδή, που ακολουθεί μια ήδη πεπατημένη οδό και ποίηση που χαράζει καινούργιους δρόμους, ή τουλάχιστον αποπειράται κάτι τέτοιο. Όμως αυτό, είναι κάτι που ξεπερνάει κατά πολύ το ζήτημα των λέξεων και ανάγεται στον συνολικότερο πνευματικό κόσμο ενός ποιητή.

Επειδή η ποίηση, μπορεί μεν να γράφεται με λέξεις, όμως το πολυτιμότερο μέρος της βρίσκεται έξω από τις λέξεις. Στο βαθμό, τελικώς, που το ποίημα δεν είναι τίποτε άλλο κάθε φορά, σε κάθε μέρος του, σε κάθε στίχο του, πιθανώς σε κάθε λέξη του, από μια επικίνδυνη ισορροπία με την σιωπή. Και εδώ δεν μπορεί παρά να προβάλλει μια ουσιώδης -αν όχι η πιο ουσιώδης- ιδιότητα της ποίησης.

 

 

 

 

 

Advertisements