Skip navigation

 

 

 

pgc-pensacolabaybridge

 

Σ’ έναν κόσμο όπου η παρακμή αλλιώνει τα πάντα, έως το έσχατο στάδιο ενός κακής ποιότητας θεατρινισμού και μιας άτσαλης υποκρισίας προς χάριν του δημαγωγικώς θεαθήναι σε μιαν “αγορά”, που ωστόσο δεν υπάρχει πραγματικά, παρά μόνον υποσχετικά για όσα ενδιαφερόμενα μη αυθυπόστατα μυαλά,

θα επιζήσουν στο μέλλον μονάχα εκείνοι που είναι όχι μόνον αυθεντικοί μέχρι το μεδούλι,- έχουν, δηλαδή, συνείδηση και πιστεύουν ειλικρινώς σε ό,τι γράφουν-, αλλά, κυρίως, εκείνοι των οποίων αυτό ακριβώς το μεδούλι μπορεί και καθίσταται ως ο σπονδυλικός άξονας ενός καινούργιου “χρόνου”.

 

 

Υπάρχουν οι άνθρωποι του -κατά φαντασίαν- πλήθους, πολυπληθέστατοι οι ίδιοι σήμερα σαν μυρμήγκια μέσα σε μυρμήγκια, -στην ουσία “κρύβονται” μέσα στα πλήθη-, και οι άνθρωποι της αλήθειας.

Λέξεις-πτώματα απέναντι σε λέξεις-φυγάδες.

Λέξεις που  γεννήθηκαν νεκρές από μιαν ήδη νεκρή πρόθεση (επειδή δεν είναι ούτε η αμορφωσιά, ούτε η περιορισμένη σκέψη και έκφραση -ή ακόμα και ή έπαρση της άνοιας- απλώς, αλλά πρώτα απ’ όλα  η “πρόθεση” που υπονομεύει το αποτέλεσμα),

 

lantern

 

και λέξεις που διαφεύγουν συνεχώς από τον θάνατο μιας ολόκληρης εποχής προς το “άλλο” της. Εκείνο που προ-βιώνεται, όταν από την άλλη μιζερολογείται ή αδιεξοδολογείται κατά κόρον οποιοδήποτε  μέλλον.

Αυτό, όμως,  το “άλλο” το αναπαράγει στην καλύτερη μορφή του και σε ιδιωτικό επίπεδο ο έρωτας.

Επειδή ο έρωτας είναι ο πιο ΕΓΚΑΙΡΟΣ αναχρονισμός.

 

 

Επαναφέρει το ζήτημα της δημιουργίας του κόσμου από την αρχή, ζήτημα αντανακλώμενο εμμέσως και τροποποιημένως φυσικά σε προσωπικό επίπεδο,

κυρίως όμως, μεταφερόμενο σε ένα καθολικότερο  αίτημα τέτοιο, που ακόμα και αν μια ολόκληρη εποχή αδυνατεί να το παρακολουθήσει, αυτό δεν σημαίνει πως ο μικρόκοσμος των ερωτευμένων δεν έχει ήδη υπονομεύσει ολόκληρον τον περαιτέρω κόσμο “εν κυττάρω” σε μιαν “ανεπαίσθητη” ανατροπή.

 

aefb78d3caf07b1926d2b1d9a1d60d80

 

Εξ άλλου, ό,τι είναι ανεπαίσθητο στο σκοτάδι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά το μετρήσιμο όριο αυτού ακριβώς του σκοταδιού.

Και τα σκοτάδια δεν χρειάζονται ιδιαιτέρως κάποιο φως για να διαλυθούν. Είναι, έτσι κι αλλιώς, και θα έμμενουν πάντοτε τα ίδια, ως τα παραπροϊόντα της δικής τους αδυναμίας να γίνουν κάτι περισσότερον από μιαν αυτοδιάλυση, να γίνουν, δηλαδή,

ως σκοτάδια,

συγκεκριμένως και ορατώς αισθητά,

μπροστά σ’ εκείνο το “ανεπαίσθητο” που, πάντοτε, δεν θα μπορούσε να λογιστεί ως τέτοιο αν δεν εξεφέρετο ήδη θριαμβικώς σε ύπαρξη και στην χαρά της.

 

 

 

 

Advertisements