Skip navigation

 

 

 

4481735958_1ed56b6a7e_o

 

 

Όσον περισσότερον καταβαρύνεται και βυθίζεται μια εποχή στο πέλαγος του εσχάτου, καθορισμένου χρόνου της, άλλο τόσον οι σκέψεις της γίνονται ελαφρές. Πολύ ελαφρές.

Καίτοι τόσον ελαφρές, ωστόσο, δεν κατορθώνουν να καθίστανται γι’ αυτό κάποτε και πτητικές . Η σκέψη μιας τέτοιας εποχής σπάνια ξεφεύγει από τον υπό-νομο της βαρύτητας.

Ό,τι μπορεί να επιφέρει μέλλον,  είναι μια πρωτοφανής ασυμμετρία προς κάθε παρελθόν. Αυτό, πιο απλά, σημαίνει μείξη, αλχημεία, υπέρβαση.

Ό,τι καθυστερεί ή εμποδίζει ένα μέλλον από την άλλη, δεν είναι τίποτε περισσότερον από παρασιτισμός στην σκέψη. Με λίγα λόγια, οι άνθρωποι δεν επιθυμούν τόσον να ανοίξουν δρόμους, όσον το να επαναλαμβάνουν “πιστεύω” και ξόρκια. Πολύ απλά, το αίσθημα προσωπικής ασφάλειας προς  μιαν “έτοιμη” εικόνα του κόσμου κατ’ αυτές τις πάμπολλες περιπτώσεις, διεκδικεί το αξιόσημο ενός συλλογικοτέρου credo, είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα.

Πάντοτε, όμως, υπάρχει κάτι μέσα στον άνθρωπο που τον σκοτώνει και κάτι που τον ωθεί να υπερβεί τα όριά του.

Το πρώτο, διαμορφώνεται και διαφαίνεται κάποτε ως μελβίλλειο Κήτος του “προ-ετοιμασμένου” που τελικώς επιτυγχάνει να το φονεύσει ο Περσεύς.

Το δεύτερο,  λαμπρύνεται ως η οροσειρά του Καυκάσου στις απάτητες βουνοκορφές των εννοιών.

Ο κόσμος είναι πάντοτε δίλημμα και αντίφαση. Οι άνθρωποι, όμως, είναι (ή οφείλουν να είναι), ακόμη, κάτι  :

το περισσότερον, το μη ορατόν ακόμα, το περαιτέρω, κατά πολύ περαιτέρω, κάθε εξαντλημένου αποθέματος της Ιστορίας.

 

 

 

 

Advertisements