Skip navigation

 

 

 

 

Μια παθιασμένη, ολοσύγκορμη αγκαλιά στο ίδιο εγκαταλελειμμένο υπόστεγο. Είχαν προσαπορροφηθεί τόσον πολύ μεταξύ τους σε κάθε δριμύτητα, όσον ρημάζανε μαζί τα απομεινάρια ενός παγκόσμιου χρόνου προς όφελος ενός ιδιωτικού ρίγους που τους συνήρπαζε μέχρι τις  εσχατιές της πιο ηδονικής σκοτοδίνης.

Στην μεγάλη εξωτερική επικράτεια απλώνοταν μονίμως ένα χλωμό σκότος – ο ήλιος δεν ανέτειλε πλέον στον ορίζοντα, αλλά μόνον μέσα στους ανθρώπους,

των όσων πλέον, των σίγουρα όχι πολλών, μπορούσε το εσώτερο και διαρκέστερο είναι τους να τον αντέξει.

Μόλις έξω από το υπόστεγο,-το οποίο, παραδόξως, ενέμενε αρκετά φωτισμένο-  από την μια πλευρά, φαινόταν ένας βρώμικος, πλήρως παρατημένος τόπος, και από την άλλη, σκορπισμένα εδώ κι εκεί σκέλεθρα γραπτού λόγου, παρατημένα και αυτά στο μηδέν του ανθρώπου. Ενίοτε, κάποιες σκιές προσπαθούσαν να τα μετακινήσουν, άγνωστο προς τα πού, όμως μετά από λίγο εγκατέλειπαν την απόπειρά τους και αφήναν τα σκέλεθρα στην θέση τους.

‘Αλλοτε ακούγονταν κάτι σαν σποραδικοί ψίθυροι τραγουδιών που σπάζανε προοδευτικώς σε ρυάκια αγάπης, και τελικώς, όχι σπάνια, προέβαλε ξανά στην μεγάλη ερημιά η Πρώτη Φωτιά του κόσμου, απομεμακρυσμένη όμως σε κάθε ορατότητα,  απ’ όποιο σημείο και αν επέλεγες για να την δεις. Σαν ένας ακόμη ήλιος που παραμόνευε κρυμμένος για να αλλάξει κάποια στιγμή την όψη της γης.

Σπάνια όμως έβγαιναν από το υπόστεγο.

Υπήρξαν οι δυο τους εραστές, προφανώς, σε μιαν ηλίθια εποχή.

Όμως ο κόσμος, ολοένα ερημώνοντας, δεν θα υπήρχε λόγος να μην ερημώνει όμορφα.

 

 

 

Advertisements