Skip navigation

 

 

 

 

71cd127426b1da8971b070f8b75cb32e-copy

 

 

Κατά την πλήρως αιματώδη εσπέρα του κόσμου δεν είχε απομείνει στην οπτική του βλέμματός του τίποτε περισσότερον από ένα εγκαταλελειμμένο υπερεθνικό υπόστεγο που άλλοτε έβριθε από φωνές ανθρώπων, ζωηρότητες παντός είδους και προκλήσεις στην ύπαρξη,

με μίαν όμως γυναικεία μορφή να περιμένει ακόμα στην είσοδό του.

Τα μάτια της, δύο φωτεινοί προβολείς στον Χρόνο που φανέρωναν κάθε τι σε φωσφορίζοντες κρημνούς καρδίας και ιδρωύαλον επιθυμίας. Ερωτευτήκαν τρελλά μεταξύ τους με μιαν αγάπη προσφυγική της ύπαρξης στους καταυλισμούς της ποίησης.

“Εδώ είμαι”, του είπε, “δεν αντέχω αυτή την σκιά που έρπει απειλητικά πάνω στο τείχος του χρόνου και καταπίνει τα πάντα σαν λαίμαργος οισοφάγος κάποιου εκκεντρικού θεού, δεν συμμερίζομαι άλλο την τρέλλα και την υποκρισία όσων δεν γεννήθηκαν ακόμα, και όσων έχουν πεθάνει προ πολλού ζωντανοί,

αυτό το υπόστεγο,

αυτό το υπόστεγο έχει γίνει πλέον τόσον έρημον, ερημικότατον, ως παράδεισος, και φτιαγμένο στην πραγματικότητα για κανέναν άλλον πέρα από μιαν αγάπη αφημένη στα σαρκώδη άνθη της νύχτας”, του είπε.

Αγκαλιαστήκαν τρελλά, φιλιόνταν και χαϊδεύονταν συμπαραφόρως και πυρετωδώς. Όσον το πέος του ολοένα και σκλήρυνε από πόθο στην θερμή αγκαλιά της, άλλο τόσον η καρδιά του μαλάκωνε μαζί της.

Ο ίδιος συχνά, και γενικώτερα στην ζωή του, παρουσίαζε σκληρότητα στον χαρακτήρα του, ανηλεότητα, προσέκρουε καθέτως επί της πραγματικότητας.

Προς στιγμήν, είχαν αφεθεί κατά μέρος αυτά,

δεν είχε μείνει άλλο από μια τρελλά ρυθμική ανάσα απέναντι σε μιαν άλλη ρυθμική ανάσα στο σκοτάδι , και ολόγυρα , μια ασταμάτητα καρδιοκτυπούσα σιωπή.

 

 

 

 

 

Advertisements