Skip navigation

 

 

 

4481836316_3fc90045a2_z

 

 

Θα μπορούσαμε ίσως να υποθέσουμε ή να οραματιστούμε μιαν “ανθρώπινη κατάσταση”,  η οποία δεν πρόκειται να τελειώνει οριστικά σε μια βαθεία νύχτα του χρόνου ή σε μιαν ινδική “pralaya”·  εννοώ, ασφαλώς, ότι μια “μεγάλη διάλυση” δεν πρέπει να θεωρείται κατ’ ανάγκην ως το έσχατο όριο του φαίνεσθαι σε αυτόν τον κόσμο.

Πάντα γάρ τό πῦρ ἐπελθόν, κρινεῖ καί καταλήψεται“, έλεγε ο σκοτεινός-φωταυγής Ηράκλειτος. Σημασία όμως έχει το ποιος αποπειράται να ανάψει ένα τέτοιο πυρ. Η τύχη, οι άνθρωποι, η Ιστορία (ως ασυνειδήτως εκλαμβανομένη τοτεμική θεότητα από την εμμένουσα σε πρωτογονικότητα “δυτική αντίληψη”), ο θεός, το κενό, ή άλλο .

Διότι εκ του αποτελέσματος η πρόθεση, πάντα. Και η πρόθεση, όταν εκδηλώνεται εμπραγμάτως, είναι αδύνατον να λαμβάνεται ξεχωριστά από το πρόσωπο που την διενεργεί ή την υπόσταση μέσω της οποίας διενεργείται.

 

 

Αυτός ο πολιτισμός, ό,τι δηλαδή ονομάζουμε με μια πολύ σχετική (αν)ακρίβεια “δυτικός πολιτισμός”, προέβη κάποτε σε μια τρομαχτικά εξωστρεφή κίνηση για να βαδίσει “οπλισμένος” μέσα στην ζούγκλα του Αγνώστου. Δεν θέλησε απλώς να κατοικήσει πλέον  μέσα στην “απειλή”, αλλά να την “κατακτήσει”, να της αλλάξει το πρόσωπο. Ως προς αυτήν την άποψη, έχασε, σίγουρα, την αρχεγονική αντίληψη των πραγμάτων και διεκόπη από τις πλέον βαθείες ανθρώπινες αντιληπτικές ικανότητες που παρουσίαζαν οι άνθρωποι κατά την πρώτη αυγή του κόσμου.

Ο τυπικός νους του απλοϊκού υλισμού θεωρεί το όλο οντολογικό-πνευματικό περιβάλλον του πρωτογονικού ανθρώπου ως μια “φαντασία” (και για την ισοπεδωμένη-αποβλακωμένη αντίληψη η φαντασία ταυτίζεται με το “ανύπαρκτο” έτσι κι αλλιώς), έναν κόσμο απειλητικών σκιών, ο οποίος  δεν τελείται και δεν διενεργείται σε καμμία απολύτως ανταπόκριση με κάτι “πραγματικό”.  Και όμως, από αυτή την -δήθεν- “ανυπαρκτότητα”, επεχείρησε  να διαφύγει κάποτε ο προ των θυρών του ιστορικού εδάφους άνθρωπος, και ακόμα περισσότερον, επεχείρησε πανικόβλητος την έξοδό του σε αυτήν την Ιστορία, όπου τον ανέμενε, βέβαια, μια άλλη “απειλή”. Όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Ή, μάλλον, είναι η μία Ιστορία.

 

building-spiral-turbines-2-e1370379599423

 

Δεν περνάει από το μυαλό του τυπικώς σκεπτομένου ότι μπορεί ο ίδιος -σε σχέση με τον πρωτογονικό άνθρωπο- να έρπει σε μια “ψευδαίσθηση”, μα ακόμα  περισσότερον, και ειδικώτερα, θα μπορούσε να πει κανείς  πως τον αφήνει απλοϊκά ανυποψίαστο το γεγονός ότι οι ανθρώπινες γλώσσες ελάχιστη εξέλιξη έχουν γνωρίσει από τους αρχαϊκούς χρόνους έως σήμερα. Αν, βεβαίως, και συγκριτικώς, δεν βρίσκονται σε ένα στάδιο εκφυλισμού-παρακμής σε σχέση με εκείνους τους καιρούς. Μια πλήρης ή ανεπτυγμένη γλώσσα όμως που δεν έχει “βελτιωθεί” ιδιαιτέρως μέχρι σήμερα από τότε, τουλάχιστον στις πλέον κεντρικές και κρίσιμες εννοιολογικές εστίες της, δεν θα υπήρχε έτσι όπως υπήρξε αν δεν προέβαλε απαιτητικώς μέσα από μιαν ισχυρή αντίληψη και διαπροβολή σκέψης.

Απλά, το πρωτογονικό-αρχαϊκό μυαλό ήτανε “αλλού” για να το πούμε κάπως συνοπτικά.  Και “κυμαίνεται” ποικιλοτρόπως και αναπαντέχως  το πραγματικότερο ή ψευδαισθησιακότερο αυτού του “αλλού”, όχι όμως συμφώνως προς το “αναπαυτικό κάθισμα” που παρέχει στην  κεφαλή του, και την σκέψη που εμπεριέχεται σε αυτήν την κεφαλή, ο καθείς.

Ο μέσος, τυπικώς σκεπτόμενος νους απλά “εξορκίζει” με τον ίδιο τρόπο που το έκανε ο αρχαϊκός πρόγονός του. Όμως, εν προκειμένω, εξορκίζει αυτόν ακριβώς τον πρόγονό του. Τον θεωρεί ακατανόητο, καταθλιπτικό, επιβιωτικώς δυστυχή, έρμαιο σκιών. Τίποτε, όμως, πιο μακριά από την αλήθεια. Όπως συνήθως γίνεται σε αυτές τις καταστάσεις, όταν χαρακτηρίζεις κάποιον άλλον, ερριμμένος ο ίδιος σε ένα βάλτο “έτοιμων εικόνων” για τα πάντα, απλά “αυτοπροβάλλεσαι”. Ο τυπικός νους απλά συνειδητοποιεί το αδιέξοδο του εαυτού του μέσα από ένα υποθετικό φάντασμα, και όχι μέσα από τον αληθινό πρωτογονικό νου, έτσι όπως υπήρξε, ή έτσι όπως δικαιούμαστε να υποθέσουμε πως υπήρξε.

 

557fe0cdf7e22c4d15b517ff1a5f564f_phixr2

 

Μέχρι σήμερα, αρκετοί ανθρωπολόγοι εκπλήσσονται ή παραξενεύονται από τις πίστεις, ιδέες, “προλήψεις” των πρωτογονικών λαών και σε κάθε περίπτωση θα αδυνατούσαν να πιστεύσουν στα σοβαρά ότι ένας Yaqui στο Μεξικό, ή στην άλλη άκρη του κόσμου, στο Singbhum του οροπεδίου του Chota Nagpur στην Ινδία, ένας Kharrià μάγος  θα μπορούσε να γίνει “αόρατος” ή να επιτεθεί με μη άμεσα αντιληπτό τρόπο σε άλλους ανθρώπους.  Άλλοι,  φυσικά, ενσκήπτουν με περισσότερη δεκτικότητα σε έναν άγνωστο κόσμο πέρα από την ταξινόμησή του. Όμως δεν είναι το θέμα (μόνο) εκεί.

Αποκλείεται, σου λένε οι μεν, να συμβαίνει έτσι. Βέβαια, το “αποκλείεται” είναι, ομολογουμένως, μια μεγάλη κουβέντα, που υπαγορεύεται όμως από ένα μικρό αντιληπτικό πεδίο, όσον και αυτό το πεδίο, κατά τα άλλα, μπορεί να εκτείνεται σε μια πολύ μεγάλη ορολογική-ταξινομητική επικράτεια του επίστασθαι.

Η διαπίστωση, εκτίμηση, γνώση της ορατότερης αιτιότητας υπήρξε το παν γι’ αυτόν τον λεγόμενο “δυτικό” πολιτισμό. Όπως, άλλωστε,  έγραφε και ο Βιργίλιος στα “Γεωργικά” του: “felix qui potuit rerum cognoscere causas” – “ευτυχής όποιος μπορεί να γνωρίζει τις αιτίες των πραγμάτων”.

 

edge7

 

Στην ουσία, όμως, και αν θα θέλαμε να είμαστε ακριβείς, σε κάθε περίπτωση πολιτισμικώς σοκαριστικοί, αυτός ο πολιτισμός,  χτίστηκε και αναπτύχθηκε από μία άποψη μεν, αλλά σίγουρα πολύ κρίσιμη άποψη, πάνω σε μια “πλάνη”. Αυτή η πλάνη, παραδόξως, αντιφατικώς, απροσμένως, πείτε το όπως θέλετε, αποδείχτηκε από την άλλη πλευρά κάτι περισσότερον από “δικαιωμένη” στο μέτρο που της αναλογεί μια τέτοια εκτίμηση, επειδή μπόρεσε και “τράβηξε” τον άνθρωπο από μιαν  “ανενεργή” διαμονή μέσα σε μιαν πρωταρχική αλήθεια.

Αλήθεια μεν, σίγουρα, αλλά μπροστά σε αυτή την αλήθεια υπήρξε πολύ αδύναμος ο άνθρωπος. Δεν μπορούσε να επέμβει για να την αλλάξει. Ακόμα και ο πρωτογονικός μάγος που εντοπίζεται σε ένα πολύ πιο πάνω επίπεδο από τους υπόλοιπους της φυλής, είναι “δεμένος” σε μια τρομαχτική σχέση υποτέλειας με εξαιρετικά μη αιτιατές διακυμάνσεις της θέλησης των θεών. Ή αλλιώς, όπου η μη αιτιότητα κάποτε, πραγματικά δεν υποφέρεται μέσα σε όλην αυτή  την  “κυκλοθυμικότητα” του παραπλεύρως κειμένου “θεϊκού κόσμου” που απειλεί, πολλές φορές σαν από απλό βίτσιο και μόνον, να καταπιεί και να διαλύσει τα πάντα.

Ωθούμενη, λοιπόν,  από μιαν ασύλληπτα αρχετυπική δυνάμη εξόδου και εφόδου, αναγκάστηκε η ιστορική πλέον ανθρωπότητα να δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση για να μπορέσει να την “αλλάξει”.  Γιατί μονάχα, όταν αλλάζεις κάτι, ζεις πραγματικά.

 

 

Χάνοντας  την πρωταρχική “αντιληπτική” μαγεία του κόσμου, σίγουρα χάνεις μια δυνατότητα που δεν την συναντάς κάθε μέρα παρά μετά από αιώνες πάλι και αν, όμως  αναπληρώνεται από κάτι αν όχι εξ ίσου πολύτιμο, τότε σίγουρα “αναγκαίο” έτσι όπως κρίνεται εκ των υστέρων. Η αιτιότητα είναι -από μία άποψη- μια ψευδαίσθηση γνώσης, αν θα θέλαμε να είμαστε ειλικρινείς, όμως αυτή ακριβώς η ψευδαίσθηση εκδιώκει το μαύρο σύννεφο του Αγνώστου μακριά από τις εύφορες πεδιάδες του ζην και του ομιλείν.

Αν είναι μια ψευδαίσθηση, αυτό σίγουρα δεν σημαίνει πως είναι λιγότερο “αληθινή”. Επειδή, ακριβώς επιτρέπει την διέκταση της απόλαυσης του κόσμου, σε ένα επίπεδο πολύ πιο πάνω από την απλή “παρακολούθησή” του, αλλά και την επιβιωτική αναγκαιότητα μέσα σε χίλιους κινδύνους. Κινδύνους όχι τόσον υλικούς, όσον εύκολα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς σε αυτήν την περίπτωση, αλλά πρωτίστως ψυχικούς. Ο πρωτογονικός άνθρωπος κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή, και κάτω από ποικιλόμορφες απειλητικές περιστάσεις,  να χάσει, πάνω’ απ’ όλα, την “ψυχή” του.

Όπως και να έχει όμως, οξύμωρον ή όχι, το αποτέλεσμα εμμένει. Για να προσεγγίσεις κάτι, πρέπει να απομακρυνθείς από αυτό. Και η ιστορία του δυτικού πολιτισμού, δεν είναι τίποτε περισσότερον από αυτό ακριβώς το πράγμα.

 

 

Ειρήσθω εν παρόδω, εκείνο το πολύ ιδιαίτερο είδος “αγίων-ποιητών” που μπορεί να συναντήσει κανείς μέχρι τις μέρες μας στο Tamil Nadu, -εννοώ βέβαια τους  alvars-,  προβαίνει κάποτε σε έναν εξαιρετικά ακριβή διαχωρισμό της γνώσης της “αιτιότητας του εξωτερικού κόσμου” που εκλαμβάνεται από αυτούς ως ούτως ή άλλως η πλέον “εξωτερική”, και μιας “ουσιαστικότερης” γνώσης του ιδίου κόσμου. Ο άνθρωπος, κατά την γνώμη των alvars έχει “διπλή” αντιληπτική ικανότητα.

Μόνο που συνήθως, θα έλεγε κανείς, έχει ξεχάσει την μία από τις δύο και μετέρχεται αποκλειστικώς ή κατά κύριον λόγον, την πλέον αιτιοκρατούμενη και αιτιοκρατική.

Γιατί είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι για να μπορέσουν να “oμιλήσουν” διεξοδικώς σε μιαν ακραία ιστορικοποιημένη διακοινωνική κατάσταση, πρέπει πρώτα να ξεχάσουν.

Και ίσως,

λέω, ό,τι ξέχασαν,  ό,τι αφήσαν πίσω στην συνείδηση και αντίληψή τους, είναι εκείνο ακριβώς που επανεμφανίζεται στο τέλος ενός ιστορικού κύκλου, σε μια “pralaya” και στην μεγάλη διάλυση που συνεπιφέρει, 

απειλώντας θυμωμένο ούτε λίγο ούτε πολύ, και απλά, να τους καταπιεί.

 

 

 

Advertisements