Skip navigation

 

 

 

08-cir

 

Παρακμή στην ποίηση δεν ήταν πάντοτε τίποτε άλλο παρά η χοντροκομμένη “μεταφορά” της  ζωής στον γραπτό, στιχικό λόγο. Με άλλη συμπαραδηλούμενη έννοια, η έλλειψη ενός ισχυρού (και μεταβλητού) “σημείου” σιωπής – ομιλίας της ζωής προς όφελος μιας “εμμεσότητας” που θα έπρεπε να καταλάβει γρήγορα και από νωρίς την θέση της στον γραπτό λόγο.

Φυσικά, -και για να μην υπάρξει παρερμηνεία-, μια τέτοια διαπίστωση δεν έχει να κάνει τίποτα με τους πιο “αμεσοβιωματικούς” ποιητές, που ορίζουν ένα είδος διακεκριμένο στην ποίηση και συνήθως συγγενεύουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπον με την τραγουδοποιία χωρίς, ασφαλώς, η συγγραφική δραστηριότητά τους να συγχωνεύεται τελικώς με αυτήν. Δεν ομιλούμε συνεπώς γι’ αυτούς, αλλά για το είδος εκείνο των γραφόντων που καταρρέει στην ατεχνία ή την ναίφ διάθεση, λόγω μιας ασύμμετρης επιθυμίας συγχώνευσης της “ζωής” με την “τέχνη”.

Θα έπρεπε ίσως να λέγεται συχνά το εξής: για όσα η ζωή επαρκεί, δεν έχει νόημα η τέχνη να τα αναπαράγει.

Εκτός, φυσικά, αν προτίθεται η δεύτερη να σκοτώσει ή αποδυναμώσει τόσον τον εαυτό της, όσον, και κατ’ επέκτασιν, την ζωή. Επειδή, όταν κάποιος στριμώχνει λιμασμένα την ζωή να υπάρξει πρωτογενώς στον γραπτό λόγο, καραδοκούν πάντοτε η ατεχνία, η ασημία και ο μακαρίως ή φιλοτίμως αυτοστραπατσαριζόμενος λόγος. Και έτσι στερείται αργότερα και η ίδια η ζωή της ευκαιρίας να διδαχθεί από το (κατά μία πολύ ειδική έννοια) φιλοσοφικό αντίθετό της, την τέχνη, ώστε να κατορθώσει να εμπλουτίσει με την σειρά της το δικό της πεδίο εφαρμογών και δραστηριοτήτων της.

Βέβαια, αυτό από την άλλη  δεν σημαίνει πως “τέχνη” και “ζωή” τελούν σε απόλυτη διάκριση μεταξύ τους. Υφίσταται σαφώς η ενότητα μέσα στην διάκριση, αλλά υπάρχει, όπως και να έχει, η διάκριση, αλλιώς  δεν μπορούμε να μιλάμε ούτε για “ζωή” ούτε για “τέχνη”, παρά μόνον για μια αφηρημένη διάλυση της μιας  μέσα στην άλλη με αναπόφευκτο αποτέλεσμα την αλληλεξουδετέρωσή τους.

Σαφώς ο υπερρεαλισμός και οι πρότερες αυτού πρωτοπορίες του πρώτου ημίσεος του 20ού αιώνα έθεσαν το ζήτημα της πλήρους ενότητας ζωής και τέχνης, αλλά σε καθολικό επίπεδο (και ως πιθανολογούμενο αίτημα της ανθρωπότητας ή της Ιστορίας) και όχι φυσικά στο ατομικό επίπεδο του εκάστοτε ποιητή. Όμως, σήμερα, δεν είναι αυτό το  συλλογικότερο “αίτημα” που θα μας επέτρεπε να εκτιμήσουμε ξεχωριστά στην ιδιαίτερη περίπτωσή του έναν υπερρεαλιστή ποιητή ή υπερρεαλιστή ζωγράφο, παρά μόνον η  επιτευχθείσα ή όχι αισθητική/αυτονοηματοδουμένη αρτιότητά του συμφώνως με τους διαιώνιους (και πολύ δυσδιάκριτους έτσι κι αλλιώς) νόμους της τέχνης.

Για να το πούμε όσον το δυνατόν απλούστερα ή επιγραμματικότερα: υπάρχουν πράγματα για την τέλεση των οποίων προσφέρεται η ζωή και άλλα για τα οποία προσφέρεται η τέχνη. Αν κάποιος μπερδεύει αυτά τα δύο, τότε το πιο πιθανόν είναι πως δεν θα κάνει  ούτε τα μεν ούτε τα δε. Από κει και πέρα, εναπόκειται ασφαλώς στην αυθυποβολή του ή τον παιδιάστικο εγωισμό του να διαπιστώνει οποιαδήποτε “καλλιτεχνική ταυτότητα” στον εαυτό του.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που θα ήταν αναμενόμενο ή δικαιολογημένο  σε έναν 15χρονο στον οποίον μόλις αφυπνίζεται η ποιητική συνείδησή του, είναι ασυγχώρητο σε έναν ενήλικο ποιητή.  Όμως σπάνια ο ενήλικος παρακμίας προδιαθέτει την ωριμότητα ακόμα και ενός 15χρόνου. Σε μια τέτοια κατάσταση, η αποτυχημένη αντικατάσταση της εμμεσότητας του γραπτού λόγου από μιαν απελπισμένη επαιτεία και “αμεσότητα” ζωής, δεν είναι η μόνη αντιστροφή που επισυμβαίνει, με φυσικά καθόλου τελευταία την αντιστροφή ακόμα και αυτής της απλής λογικής κατά το δόγμα “αποφασίζουμε και διατάσσουμε ό,τι μας υπαγορεύει καθ’ εκάστην στιγμήν η πείνα μας”.

Η παρακμή πάντοτε θα μπερδεύει τις έννοιες “ζωή” και “τέχνη” (και ειδικώτερα, την “ποίηση”), επειδή δεν βρίσκει ή δεν εκδηλώνει την πρόθεση να βρει ζωή εκεί που πραγματικά θα έπρεπε να την συναντήσει και όχι αλλού.

Θέλει πραγματικά μεγάλη στραβομάρα ή ενθουσιώδη ηλιθιότητα για να μην βλέπει ή μην καταλαβαίνει κάποιος ότι έτσι κι αλλιώς η λέξη “ζωή”  δεν ζει. Όμως, από την άλλη, αυτό δεν σημαίνει πως η λέξη δεν υπάρχει. Δεν σημαίνει ακόμα πως η λέξη δεν έχει να αντιπαλέψει μόνον την σιωπή και έναντι αυτής να δικαιολογήσει-δικαιώσει την ύπαρξή της και όχι έναντι της ζωής. Κυρίως, δεν θα σήμαινε ποτέ πως από μόνη της η ζωή, κατά τα άλλα, δεν θα έπρεπε να αφεθεί απερίσπαστη στην πραγματική της υπόσταση και λειτουργία.

 

 

 

Advertisements