Skip navigation

 

 

 

Στον γραπτό λόγο σημασία έχει πάνω απ’ όλα το ΤΙ λες. Όταν, πράγματι, έχεις να πεις κάτι άξιο λόγου, τότε το “πώς” αναφύεται ΑΝΑΛΟΓΙΚΑ προς το “τι”, ως προς δύο επίπεδα:

σε πρώτο επίπεδο, το “περιεχόμενο” ζητεί και αποκτά την μορφή του ( οι “τεχνικές” επιμέρους επεξεργασίες είναι τελείως άλλο θέμα) με την οποία ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ σχεδόν ΜΑΖΙ ΤΗΣ,

(έχετε συναντήσει ποτέ κανέναν να σκέφτεται …μόνον περιεχόμενα χωρίς μορφές, ή να τα γράφει έτσι; – για να καταλάβετε δηλαδή, πως όσον πιο διαδεδομένο ανά περιόδους είναι ένα “μύθευμα”, τόσον πιο παράλογο προκύπτει αλλά, συνήθως, κατόπιν εορτής),

και σε δεύτερο επίπεδο,  η προσωπική-στυλιστική ιδιοσυστασία/ιδιομορφία/ιδιοτροπία ενός συγγραφέα. Αυτό το δεύτερο επίπεδο δεν είναι παρά η λογοτεχνική γραφή ως “εξατομίκευση” (με μιαν οντολογική έννοια) έτσι κι αλλιώς.  Το πρώτο επίπεδο όμως είναι σε κάθε περίπτωση κυριαρχικό, δεν υπάρχει κανένας δυισμός μορφής-περιεχομένου στον λογοτεχνικό (ή και τον φιλοσοφικό θα προσέθετα ακόμα) γραπτό λόγο.

Αυτή, άλλωστε, είναι και η αιτία που εδώ και πολλά χρόνια η -υποτίθεται- (ψευδο)μοντερνιστική αποθέωση του “πώς”,  μας γέμισε, (όχι) παραδόξως, με μη στυλίστες μιας ισοπεδωμένης εκφραστικής και συνανάλογης γλωσσικής εκφοράς. Αν σε αυτή την ισοπεδωμένη-τυποποιημένη εκφραστική προστεθεί και η λεξοφοβία-εννοιοφοβία όσων δεν μπορούν να καταλάβουν την τεράστια παραγωγική-συνθετική δύναμη της ελληνικής για παράδειγμα, και επιθυμούν να την καταστρέψουν καταρρακώνοντάς την σε ένα μόρφωμα των 5000-8000 λέξεων, τότε δεν είναι απορίας άξια τα κουρέλια σκέψης και ΑΥΘΑΙΡΕΣΙΑΣ (αλλά και “δημαγωγικής” απάτης) που συναντάει κανείς συχνά στις μέρες μας.

Έχει σημασία, λοιπόν, να έχεις όντως να πεις κάτι, και αυτό το κάτι πρέπει να προβάλλει κάθε φορά ως προϊόν συστηματικής στοχαστικής δουλειάς χρόνων και χρόνων και να μην καταντάς τυχαίος και αυτοσχέδιος παραφαινομενολόγος ούτε καν μιας λογοτεχνικής θεώρησης αλλά των παθών και των συμπλεγμάτων σου,

μπερδεύοντας επιπλέον ανόμοια πράγματα (παρερμηνεύοντας σκόπιμα ή όχι δεν έχει σημασία, γιατί η βλακεία παραμένει ίδια), και εν τέλει …μπατάροντας απότομα την βάρκα, γιατί τα έχεις “κάνει θάλασσα” ήδη  με τις αυθαιρεσίες και τις βλακείες που λες.

Παρεννοιολογήσεις, σπαράγματα, ανολοκληρότητες, θυμοτρόπες εξαπατήσεις, δημαγωγίες, εγκεφαλικά επεισόδια, όλα μαζί. Και στο τέλος πανικός και σάλτο γρήγορα γρήγορα έξω.

Τι στο καλό, την έκατσες που την έκατσες την βάρκα, αν μη τι άλλο, πηδώντας απότομα στα νερά δεν γίνεσαι καλύτερο ψάρι απ’ ό,τι ήδη είσαι.

 

 

 

Advertisements