Skip navigation

 

 

trademark-opposition-procedure-in-italy

 

Τι εννοούμε ακριβώς όταν λέμε “αντίθετα με φιλοσοφική σημασία”; (τουλάχιστον εγώ χρησιμοποιώ αν όχι συχνά, τότε όχι σπάνια, αυτό το διαγνωστικό σχήμα στον λόγο μου).

Συνοπτικά αυτό διελευκάνεται ως εξής: η δι-πολικότητα καταστάσεων, πραγμάτων, εννοιών, σημασιών κλπ. δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην αντιπαλότητα.

Η αντίθεση συνεπώς δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην εναντίωση. Κατά συγκυρίαν ναι.

Προπάντων, αν θα θέλαμε να μιλήσουμε ειλικρινώς ως ανθρωπότητα επί του γνωσιολογικού επιπέδου μας,  πρόκειται μόνον για αντίθεση στους όρους και όχι για αντίθεση στην εικαζομένη “πραγματικότητα”. Αυτό ίσως είναι λιγότερο σοκαριστικό απ’ όσον ακούγεται, αν σκεφθεί κανείς, πολύ απλά, πως είναι συνήθως η ειδική κατηγοριοποίηση (στην οποία προβαίνει το ανθρώπινο μυαλό) που προσδίδει “αντιθέσεις” στα φαινόμενα.

 

qwd51ljct7-1920x1080

 

Για παράδειγμα: θεωρούμε την ανατολή και την δύση του ηλίου ως “αντίθετες” παραστάσεις, ενώ στην πραγματικότητα η  αισθητηριακή λήψη της αντίθεσης οφείλεται σε μια καθαρά τοπική σχετικότητα. Στις πρωτογονικές φυλές δεν υπάρχει μια τέτοια κατηγοριοποίηση, αλλά μια μάλλον μυθική-αρχέγονη-αρχέτυπη σύλληψη της αντίθεσης.  Όταν δύει ο ήλιος, αυτό γίνεται ώστε να καθίσταται δυνατόν να φωτίζεται και το βασίλειο του κάτω κόσμου, εκτός από εκείνο του πάνω κόσμου. Για τους Μαορί ο κάτω κόσμος, ο Άδης, δεν μπορεί να πει κάποιος πως είναι ακριβώς το “αντίθετο” του πάνω κόσμου, αλλά μάλλον μια  “υπαρξιακή” συνέχειά του γεμάτη από περιπέτειες σε μιαν άλλην “διάσταση”.  Όμως αυτό είναι μια πεποίθηση πολύ διαδεδομένη στις πρωτογονικές φυλές (ιδίως, ακόμα, στην Αφρική) και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αυτό ακριβώς το θέμα μας εδώ.

Σημασία έχει το εξής: ο φιλοσοφικός νους ή ο νους που κατανοεί  καταλλήλως  την διαφορά εν προκειμένω, αναγκαστικώς ταυτίζει εν είδει “σύμβασης” την ορολογική αντίθεση στην γλώσσα με το εικαζόμενο ή φερόμενο ως πραγματικό, αν θα ήθελε βέβαια να συμμετέχει σε οποιουδήποτε είδους εκφορά της γλώσσας σε μια κοινωνία. Αυτό όμως δεν σημαίνει, το ξανατονίζω εδώ, πως η  αντίθεση είναι και “πραγματική”. Δεν ξέρουμε τι είναι το “πραγματικό” έτσι κι αλλιώς, και οι αισθήσεις μας δεν είναι και οι πλέον αξιόπιστοι μάρτυρες.

 

 

Μα ούτε και η έννοια του “νόμου” είναι ασφαλής. Ο Hume κατέδειξε (A Treatise of Human Nature,  1739)  πως δεν είναι τίποτε άλλο  παρά μια επανάληψη αιτιότητας σε τέτοια συχνότητα ώστε να  μπορεί να την “εμπιστεύεται” κανείς πως θα συνεχίσει να επαναλαμβάνεται, έστω και αν τίποτε ΛΟΓΙΚΑ δεν εγγυάται την επανάληψη αυτή στο διηνεκές!  Βλέπουμε, δηλαδή, πως ακόμα και οι φυσικοί νόμοι, ως διαπίστωση, δεν είναι τίποτε περισσότερο από το αποτέλεσμα μιας προσλαμβανούσης σύμβασης εν όροις, με δεδομένο πως, καίτοι χωρίς λογική εγγύηση ότι κάτι τέτοιο θα ξανασυμβεί, δεν πρέπει να θεωρείται για παράδειγμα απίθανον ότι ο ήλιος θα συνεχίσει να ανατέλλει και την επόμενη ημέρα.

Ακόμα περισσότερον προβληματική (για το ανύποπτο μυαλό) παρουσιάζεται η έννοια της “αντίφασης”. Παλαιά, κυρίως για την προ-καρτεσιανή φιλοσοφία, η αντίφαση ήταν κάτι πλήρως “εξορκιστέο”. In terminis εξορκιζόταν εκείνο που δεν θα έπρεπε να υπάρχει in vivo, αν θα ήθελα να το πω κάπως αιφνιδιαστικά, πλην όμως με ακρίβεια.

Οι ακατέργαστοι ή χονδροειδείς άνθρωποι θεωρούν εξ ορισμού την “αντίφαση” (ό,τι πιο ζωντανό/όμορφο/γοητευτικό στον κόσμο έτσι κι αλλιώς) σαν κάτι “αρνητικό”, χωρίς να καταλαβαίνουν καν τι σημαίνει “αντίφαση”!

 

 

Είναι αλήθεια πως ο Hegel ανήγαγε την “αντίφαση” σε ένα υψηλότερο και πολύ πιο λειτουργικό επίπεδο από το απλό “contradictio”. Για τον Hegel η αντίφαση δεν είναι αλληλεξουδετέρωση αλλά “ενότητα” αντιθέτων, και αυτό, είναι περισσότερον σημαντικό απ’ όσον φαίνεται, γιατί εισβάλλει στην μακαρίως παγιωμένη αριστοτελικότητα εν προκειμένω η έννοια του “χρόνου”. Αν ένα “αντίθετο” είναι μια στιγμή του “άλλου” του, και όχι κάτι απόλυτο ενώπιον του, τότε πολύ απλά, αυτό σημαίνει, και για να το πω κάπως βαρβαρικά, πως ο κόσμος είναι μια σούπα στην οποία πλέει εντός της μια …μύγα (δηλαδή, πολλές μύγες).

Θέλω να πω, με άλλα λόγια, πως σε όλες αυτές τις διερωτήσεις-εξακριβώσεις κλπ. δεν είναι τόσον ο κόσμος που φαίνεται όσον ο ίδιος ο άνθρωπος(-μύγα).

 

maxresdefault_phixr

 

Μύγες που πλέουμε σε μιαν σούπα κινώντας τα πόδια μας προς εκ των προτέρων άγνωστη διαπίστωση, είμαστε.

Και αν θα θέλαμε, ως ανθρωπότητα συνολικώς, να είμαστε εξοργιστικά ειλικρινείς, τότε θα  λέγαμε πως δεν ξέρουμε τι ακριβώς μας γίνεται, σίγουρα, ξέρουμε όμως πως κάτι τέλος πάντων γίνεται εκεί “έξω” και η νόησή μας έναντι αυτού προκύπτει ως ό,τι πιο θανατηφόρο για μας αλλά και ό,τι πιο ελπιδοφόρο!

Αυτό φυσικά είναι αντίφαση: είτε δεχόμαστε σαν ηλίθιοι αυτό που είναι εκεί έξω και ξοδεύουμε την ζωή μας σε ένα συμβατικό πλην στοργικό ψέμα, είτε πολύ απλά εκκινείται το μονοπάτι του Ποιητή, του Μύστη, του Φιλοσόφου,του Τυχοδιώκτη, εκείνου που δεν χάνει τον χρόνο του σε ανουσιότητες και κλινικές βλακείες, αλλά τον επενδύει σε μια “περιπέτεια”.  Και αυτές είναι ιδιότητες που μπορεί να τις έχει κάθε άνθρωπος αρκεί να πάρει την απόφαση να κόψει από τον “εθισμό” στον καθημερινό λόγο και τον συμπεριφορικό ανορθολογισμό.

Αυτό που μας παρουσιάζεται ως κόσμος, δεν είναι σίγουρον ότι θα μας καταπιεί τελικώς, αρκεί βεβαίως να υπάρχει και μια ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ, τέτοια που να υπόσχεται την επιστροφή στην Ιθάκη των σοβαρών βεβαιοτήτων και όχι των βεβαιοτήτων ένεκα φόβου, άκριτης ακολουθίας ή διανοητικής οκνηρίας.

 

 

Advertisements