Skip navigation

 

 

Κάποιες φορές είναι να κλαίει κανείς από τα γέλια (πέρα, φυσικά, από τις σοβαρές παραμέτρους τέτοιων υποθέσεων). Τουλάχιστον αν είχαμε και κάποιο …”παράδειγμα” από τις ανοησίες για να …γελάσει και το παρδαλό κατσίκι, όπως λέει η λαϊκή  έκφραση, καλό θα ήταν.

Όμως θα έλεγα τούτο, πέρα από τις φαιδρότητες:

η παρακμή αν μη τι άλλο, έχει ένα καλό.  Φανερώνει τους ανθρώπους όπως πραγματικά είναι.  Επειδή από την φύση μιας τέτοιας  εποχής, είναι το “κατώτερο” στοιχείο μέσα στον άνθρωπο που πιέζει να εμφανιστεί. Το πλέον μοχθηρό, το πλέον συμπλεγματικό, το πιο άξεστο και αυθαίρετο.  Και είναι που σε μια τέτοια κατάσταση ο άνθρωπος καλείται εσωτερικώς να ΜΗΝ επιτρέψει σε αυτό το πολύμορφο στοιχείο (αν δεν έχει φροντίσει να ξεμπερδέψει μαζί του από νωρίς στον χρόνο …) να παρουσιάζεται . Σε μια τέτοια κλιμάκωση,  λοιπόν, οι κατώτεροι γίνονται νομοτελειακά χειρότεροι, και όσοι αξίζουν, στο ένα ή το άλλο επίπεδο, καταλαβαίνουν πως ο Χρόνος σε αυτές τις περιπτώσεις είναι κάτι που ως προς ένα βαθμό “αφήνεται ως έχει” (προσοχή: ως προς ένα βαθμό, απλά η “εξωτερική” επέμβαση αποβαίνει εκ των πραγμάτων “περιορισμένη”).

Πρέπει, κατά  μίαν έννοια, η “διάλυση”, άλλως, η  pralaya (αν μιλήσουμε με τηρούμενη κάθε αναλογία σε ινδουιστικούς όρους), να κάνει την “δουλειά” της. Βέβαια, διαλύονται πλήρως και σύνολοι ψυχικοί κόσμοι πολλές φορές, στο βαθμό που τρομάζει κανείς να διαγνώσει πλέον κάτι “στέρεο” σε μια γενικευμένη λουμπεναρία που άγεται και φέρεται από το θυμικό και τα πάθη της μόνον και τίποτε άλλο.

 

scan0013

 

Προσωπικά,  αν θα έδινα έναν ακόμη ορισμό για την παρακμή (επιπρόσθετο και συμπαράπλευρο ασφαλώς, γιατί κανένας ορισμός από μόνος του δεν μπορεί ποτέ να πιάσει την ολότητα ενός πράγματος), τότε θα ήταν ο εξής:

παρακμή σημαίνει μη συνειδητή και βαθμιαία αυτοεξολόθρευση.

Και εξ αυτής της απόψεως, οι καλοί γίνονται καλύτεροι (αλλά σε “απόσταση”) και οι κακοί χειρότεροι. Αυτοεξολοθρεύονται οι δεύτεροι, αλλά σπάνια ο εγωισμός του ανθρώπου τον αφήνει να δει καθαρά κάτι τέτοιο, όταν συμβαίνει. Επειδή σε αυτήν την κατάσταση οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν καμμία άλλη γλώσσα παρά εκείνη του πληγωμένου αισθήματος μικροεξουσίας,  ή γενικώτερα του εξουσιαστικού απωθημένου, του “προαγωγού”κουλτουρίτσας που ατύχησε και δεν του έδωσε …προαγωγή το πεπρωμένο, ή εν πάση περιπτώσει τα πράγματα δεν ήλθαν όπως τα περίμενε στις κουλτουρικές “business” του κλπ. 

Μην νομίζετε πως υπάρχουν πολλοί σε αυτήν την δουλειά (την γραφή) μόνον για την απόλαυσή της και για να επικοινωνούν με κάποιο σοβαρό άνθρωπο επί τούτου και αδιαφορώντας για το (σώνει και καλά) “φαίνεσθαι”.  Οι περισσότεροι, ιδιαίτερα σήμερα, έρχονται για να …κατακτήσουν το facebook. Τελικώς, κάθονται για χρόνια και …χρόνια με τα δέκα, είκοσι, σαράντα λάικ τους, και …αράζουν εκεί.

Δεν κυβερνήσαν τον (κάποιον) “κόσμο” τελικώς.  Εφ’ όσον ήταν και τόσον βλάκες ώστε να το επιθυμήσουν…

Υπάρχει όμως ένα ακόμα είδος, ασφαλώς συνάλληλο με τα παραπάνω. Διακρίνεται μόνον ως προς την μορφή, και όχι ως προς τα υπόλοιπα:

είναι οι “ανούσιοι”.

 

 

Αυτοί σε καιρούς παρακμής κατρακυλούν συνήθως στην ψύχωση ή προσκολλώνται σε μια συμμορία (σε εποχές παρακμής οι “συμμορίες” είναι ασφαλώς περισσότερες) για να φροντίσει τα γεράματά τους.

Οι μορφωμένοι ανούσιοι είναι οι πιο τραγικές περιπτώσεις. Τους λείπει το βάθος και το ξέρουν. Μπορεί κάποιες φορές να είναι καλοί ως ελαφρείς γραφείς, χρονογράφοι, καφενειογράφοι, ανεκτοί ως αναμνησιογράφοι όταν δεν έχει να διαβάσει κανείς κάτι πιο ενδιαφέρον και πιο ουσιαστικό,  κακοί ή αδιάφοροι ως ποιητές (και αυτό είναι λογικό, σκεφθείτε λίγο το γιατί), ανύπαρκτοι ως φιλόσοφοι ή δοκιμιογράφοι στο βαθμό μάλιστα που διακρίνονται από πλήρη ανεπάρκεια προβολής σε  αφηρημένο εννοιολογικό επίπεδο και  αδυνατούν να προβούν σε γενικεύσεις  πέρα από εμπειρικές “ελαφρές” γενικεύσεις επί μιας τετριμμένης θυμοφαινομενοσχολιολογίας, -για να το πούμε κάπως συνοπτικά αν και λίγο βάρβαρα),  

μπορεί λοιπόν να είναι ή να μην είναι όλα αυτά, αλλά στο βαθμό που η φιλοδοξία τους υπήρξε κάτι περισσότερον από αυτό, το άλμα στην τρέλλα δεν είναι απίθανον. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, ιδιαίτερα όταν δεν έχει μάθει να κουμαντάρει τις φιλοδοξίες της.

 

 

Γενικώτερα, θα έλεγα πως είναι κακό πράγμα ένας άνθρωπος να έχει “φιλοδοξίες” επί της κουλτούρας, και ας λένε, και ας “εκθειάζεται” κάποτε η έννοια της φιλοδοξίας. Το καλύτερο είναι να αφήσει ελεύθερον τον εαυτό του πάνω σε ό,τι ή όσα ασχολείται και “όπου τον πάει” με την πάροδο των χρόνων. 

Πρόσεξ’ τε κάτι. Το γεγονός ότι κάποιος (συνήθως ο μοναδικός μεταξύ τους)  εντοπίζεται ως “ο μορφωμένος” σε μια συμμορία κουλτούρας (ή υποκουλτούρας), αυτό δεν τον κάνει καλύτερον από τους υπόλοιπους (οι οποίοι φυσικά τελούν σε …τραγική κατάσταση αμορφωσιάς και πατατοφρένειας,  αλλά και εκφραστικής ψυχανωμαλίας), αλλά, μάλλον, το αντίθετο.

Ίσα ίσα, είναι γι’ αυτό τον λόγο που κατά κανόνα αποδεικνύεται ο χειρότερος.  Πιο ψυχωτικός, πλέον γελοίος και χοντροκομμένος συκοφάντης, εκείνος που προσπαθεί να μειώσει τα πάντα με τον πλέον παιδαριώδη τρόπο, πρωτίστως και πρωταιτίως όμως, ο πλέον ανασφαλής και φθονερός, στο βαθμό που κατανοεί την δική του επιφανειακότητα. Ξεπερνάει τους αμόρφωτους της παρέας κατά πολύ σε όλα τα αρνητικά που παρουσιάζει μια συμμορία.

Η (όποια) μόρφωση από μόνη της, όταν δεν έχει κάποιος εντός του έναν “σπονδυλικό” άξονα να την στηρίζει, και ακόμα, αν δεν έχει διαμορφώσει με την πάροδο των χρόνων ένα ολόδικό του εννοιολογικό ή στοχαστικό concept γύρω από το οποίο η μόρφωσή του θα στραφεί και θα χρησιμοποιηθεί (κάτι δηλαδή που προκύπτει ως αποτέλεσμα των χρόνων και όχι ως  προεπιλογή), τότε καταλήγει χειρότερη από την αμάθεια της υπόλοιπης συμμορίας.

 

images

 

Η αμάθεια τουλάχιστον, φαίνεται αμέσως. Πετάει την χοντράδα της, την κοτσάνα της και ησυχάζει. Πάει …γυρεύοντας δηλαδή, και αυτοσχεδιάζοντας έτσι κι αλλιώς πάνω σε ό,τι της “γυαλίσει” κάθε φορά. Δεν έχει καμμία εσωτερική  συγκρότηση και καμμία πνευματική πυξίδα να την προσανατολίζει.

Ο επιφανειακός όμως, ο ανούσια μορφωμένος, σε αυτές τις περιπτώσεις κάνει το αντίθετο: …κρύβεται αμέσως πίσω από “ό,τι να’ ναι”.

Δεν μπορείς όμως να γράφεις μονίμως σαν σχιζοφρενής με δύο θελήσεις (η μία κακίστη) και δύο σκέψεις. Αναπόφευκτα αυτοσακατεύεσαι με αυτόν τον τρόπο και είτε γράφεις χωρίς νόημα, είτε, πολύ απλά, είναι τόση η εσωτερική  συμπλοκή που διακρίνει αυτό το κάκιστο είδος “δυισμού” που καταντάς στην κυριολεξία να μην διαβάζεσαι (και οι “φίλοι”, φυσικά, δεν θα σου το πουν ποτέ αυτό).

Όχι δεν είναι “αλληγορία”, προς θεού. Μην τα ξεφτιλίσουμε όλα πια. Η αλληγορία είναι εννοιολογικής-ποιητικής τάξεως όχι θυμικής-θυμοπαθούς-τρεχάγυρευε.

Δεν είναι όμως τέτοια, για τον ίδιο ακριβώς λόγο που η παρακμή και η τρέλλα δεν αλληγορούνται, αλλά είναι “πληρωτέαι”, αμέσως, και επί τη εμφανίσει.

Όταν έτσι κι αλλιώς, δεν έχει απομείνει και τίποτε άλλο για να εμφανιστεί.

 

 

Advertisements