Skip navigation

 

a-m_00403

 

Πάνε κάποιες δεκαετίες που η Κομμουνιστική Νεολαία Ελλάδας στηλίτευε την ροκ μουσική ως “ξενόφερτη”. Για έναν σωστό Κνίτη, η ροκ μουσική δεν ήταν παρά προϊόν της διαφθοράς και της παρακμής του καπιταλιστικού συστήματος, και ο σκοπός της δεν ήταν άλλος από το να αποπροσανατολίζει τον εργαζόμενο και τον “άνθρωπο του λαού” , στρέφοντάς τους μακριά από τον στρατηγικό στόχο, ήτοι την “λαϊκή εξουσία”.

Ο Κνίτης έπρεπε να ακούει ρεμπέτικα,  δημοτικά, γενικώτερα μορφές της παραδοσιακής μουσικής της χώρας μας, επίσης κλασσική μουσική εκτελεσμένη από ορχήστρες των λαϊκών δημοκρατιών της Ανατολικής Ευρώπης κλπ.

Τηρουμένων των αναλογιών μια τέτοια αποστροφή προς το (δήθεν) “ξενόφερτο” επισυνέβαινε πάντα στην Ελλάδα όσον έχει να κάνει  με την φιλοσοφία (ό,τι πιο …ελληνικό, εκτός των άλλων θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς!).

Για παράδειγμα, ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος κατέκρινε σφόδρα την φιλοσοφική παιδεία του Σολωμού, θεωρώντας την ασύμβατη με τις απαιτήσεις της νεοελληνικής ποίησης (έτσι όπως την είχε πλάσει δηλαδή ο ίδιος στο κεφάλι του), ενώ  ανεκήρυξε τον ίδιο τον Σολωμό ως “μυστικιστή”. Ο Ζαμπέλιος δήλωσε ορθά-κοφτά πως ο “μυστικισμός του Σολωμού” (sic) είναι ασύμβατος με το Ελληνικό Πνεύμα, κατηγορώντας ταυτόχρονα τον Ιάκωβο Πολυλά, -αυτόν τον σπάνιο λόγιο του 19ου και φίλο του Σολωμού-, ως “γερμανόφιλο”.

 

 

Έκτοτε τα περιστατικά του είδους, και δοθεισών των ευκαιριών, αυξήθηκαν όπως είναι λογικό σε μια χώρα που γεννήθηκε όχι από τον θρίαμβο μιας επανάστασης αλλά παραδόξως από την αποτυχία της. Ο νεοέλληνας παραήταν απασχολημένος με το να προσπαθεί να τρυπώσει σε κάποια ντόπια “συμμορία” που θα ανελάμβανε την μητρική φροντίδα συντήρησής του σε ένα χαοτικό περιβάλλον γενικευμένης κλεφτοκοταδοκρατίας. Η “συμμορία” θα τον έπαιρνε υπό την “προστασία” της, κατ’ ακολουθίαν φυσικά αλλά και αναπλήρωσιν της μαμάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία διοικητικώς μπορεί να εξέλιπε, αλλά σε πολιτισμικό-ψυχολογικό επίπεδο κάθε άλλο παρά το ίδιο συνέβαινε.

Η φιλοσοφία ανέκαθεν δεν ήταν παρά  κάτι “αχώνευτο” για τις περισσότερες ντόπιες “συμμορίες” ή παρέες κουλτούρας (πλην αρκετών εξαιρέσεων φυσικά από ανθρώπους που την εκτίμησαν ειλικρινώς και ασχολήθηκαν μαζί της με συστηματικό τρόπο),  και παρά τις κάποτε υποκριτικές εξαγγελίες αποδοχής και θαυμασμού προς αυτήν, γιατί, βλέπετε, ο νεοέλληνας συνήθως, έχει και ένα άλλο κόμπλεξ:

θέλει  να παρουσιάζεται και ως “σχετικός” και “πληροφορημένος” πάνω σε ό,τι μισεί περισσότερο. Ένα κόμπλεξ φυσικά που οδηγεί μονάχα στην γελοιοποίηση.

Είναι αδύνατον να κατανοήσεις κάτι αν δεν το αγαπάς. Στο βαθμό που το μισείς σφόδρα, αν ανοίξεις το στόμα σου επ’αυτού, είναι κάτι περισσότερον από αναμενόμενο πως θα πεις ανοησίες.

Χάος παραλογισμού, ασφαλώς, σε μια χώρα που έμαθε να μισεί την συστηματική σκέψη, θεωρώντας την από πάνω ως “ξενόφερτη”, και την στιγμή, μάλιστα, που αυτή γεννήθηκε στην…Ελλάδα.

 

img2_1

 

Ό,τι πιο ελληνικό:  η Μυθολογία (των Ελλήνων) και η Φιλοσοφία. Σήμερα, σε συνθήκες τραγικής παρακμής του πνεύματος, είναι πιο πιθανό, και κατά μείζον ποσοστό, να βρείτε οθωμανικά ερείπια (μη) σκέψης, παρά κάτι ελληνικό.

Όμως θα ρωτούσα το εξής: αυτό, τελικώς, έχει σημασία; Η γέννηση της φιλοσοφίας στην Ελλάδα;

Ασφαλώς όχι, κατά την γνώμη μου. Προσωπικά, δεν θα με πείραζε στο ελάχιστο αν η Φιλοσοφία είχε γεννηθεί στην Ζιμπάμπουε και όχι στην Ελλάδα.

Θα μου αρκούσε, απλά, το ότι γεννήθηκε, και ακόμα, περισσότερον, ότι από την φύση της και το αντικείμενό της είναι ισοτίμως διαθέσιμη προς όλους τους λαούς του κόσμου. Η σκέψη (και μάλιστα αυτού του είδους η σκέψη), καλώς ή κακώς (κάλλιστα δηλαδή) δεν έχει εθνικότητα. 

Όμως μην ψάχνουμε λογική, σήμερα ιδιαίτερα, που οι κρεοπωλολογικές ασυναρτησίες οργιάζουν και φτάσαμε στο σημείο να ακούμε πως η φιλοσοφία, ή έστω η δοκιμιακή σκέψη, δεν πρέπει να τελείται επί …εννοιών, αλλά επί τίνος;  Πού να ξέρουν, πού να τρέχουν να ψάχνουν.  Σύμφωνα με αυτήν την “λογική”, μάλλον επί  μεζέ και ούζου πρέπει να τελείται η “φιλοσοφία”.

Όχι φυσικά σε κάποιο παραθαλάσσιο μαγαζάκι, αλλά μονίμως εν ψυχωσική καθηλώσει παρά τη οθόνη του pc, εκεί που οι άνθρωποι μπορεί πραγματικά να σαραβαλιαστούν και να καταλήξουν τα φαντάσματα των παλαιών εαυτών τους. Και, κυρίως,

εκεί που ο ιδιότροπος εθνικισμός των ιδεών και η ειδική (αλλά και γενικώτερη) αμάθεια δεν μπορεί παρά να συνενώνονται μονάχα σ’ έναν αυτοπαθή και προγλωσσικό στεναγμό στην αναπάντεχη έρημο του διαδικτυακού.

 

 

 

Advertisements