Skip navigation

 

1080x1920-hd-wallpapers-samsung-htc-android-smartphone-3044f0iay_phixr1

 

Πίνοντας τον καφέ μου κατά την διάρκεια του λυκόφωτος ενός σχετικώς προσφάτου απογεύματος, μαζί με τον φίλο ποιητή Ιωάννη ΜακΓηη, την αναρχοβουδδίστρια μάγισσα Ιλιέρκνουτ και την τραπεζική υπάλληλο Πέπκια (δεν παρατίθενται εδώ τα πραγματικά ονόματά τους, αλλά μόνον τα αφηγηματικά), και επιπροσθέτως, περίμενοντας την γυναίκα μου να έλθει καθυστερημένη, πιάσαμε μιαν, ως είθισται σε αυτές τις περιπτώσεις, γενική κουβέντα επί πάντων ορατών τε αοράτων σε αυτόν τον χαοτικό πλην ενδιαφέροντα κόσμο στον οποίον και ζούμε.

Ο Ιωάννης ΜακΓηη, σε αυτή την περίοδο παρακμής θυμήθηκε να ασχοληθεί με σοβαρές οβιδιακές έρευνες, σε μια περίοδο δηλαδή στην οποία μόνον τα γαυγίσματα και τα ρεψίματα κουλτούρας έχουν αν όχι πέραση, τότε σίγουρα το δικό τους απομονωμένο μερίδιο πέρασης (και αυτοεξάλειψης), η δε Ιλιέρκνουτ,  έπρεπε κάποτε ασφαλώς να ανακηρυχθεί ως η πλέον απρόβλεπτη συμπεριφορικώς γυναίκα στον κόσμο, με, σίγουρα ακόμα, μιαν από τις  πιο ωραίες “ελιές” στο πρόσωπο που θα μπορούσε να εντοπίσει κανείς (κάτω από το ένα μάτι της και κοντά στην μύτη), ενώ η Πέπκια είναι ιδιάζουσα περίπτωση ζωηρής και καίριας ευφυίας.

 

rogers_ground_view

 

“Τι  απομένει”, μου είπε ξαφνικά ο ΜακΓηη, “αν όχι μια ιεροτελεστία του ατομικού χρόνου σε αυτό το βάραθρο που καταπίνει την χώρα”. “Σωστό” του λέω, “από άποψη εξωτερικής τριβής, το πλέον κατάλληλο”. Κοίταξα τότε τον ουρανό που ολοένα και περισσότερον βάθυνε την ύπαρξή του στα σκοτεινά χρώματα της δύσεως έως ολοκληρωτικής κατένδυσής του στις σιαγόνες της επικείμενης νύχτας. Σίγουρα, επρόκειτο για τον ίδιο ουρανό της προϊστορίας. Πόσες λεγόμενες “άγριες” (ούτως καλούμενες) φυλές δεν έβλεπαν στον ουρανό της ηλιακής δύσεως το αυτόματο πέρασμα στον κόσμο των σκιών και των φαντασμάτων;

Ήλθε τότε στο μυαλό μου ένα (να το πούμε έτσι) ποίημα της φυλής Dinga στο Σουδάν. Ποίημα που έχει να κάνει με τον δημιουργό-θεό, τον Dendid:

“On the day when Dendid made all things,
He made the sun;
And the sun comes forth, goes down, and comes again
He made the moon;
And the moon comes forth, goes down, and comes again
He made the stars;
And the stars come forth, go down, and come again
He made man;
And man comes forth, goes down into the ground, and comes no more;”

Δεν το βρίσκετε υπέροχο;

Κάλλιστα θα μπορούσε να ανήκει σε μια πρόσφατη περίοδο του πολιτισμού μας. Ή αν θέλουμε να είμαστε πιο ακριβείς, το συγκεκριμένο ποίημα προκύπτει σαφώς  ανώτερο από όλα τα “παραπονιάρικα” μοτίβα εκείνου του είδους της σύγχρονης “αγχώδους” ποίησης που θρηνεί το πέρασμα του χρόνου, καταβάλλεται από τον φόβο του θανάτου κλπ.

 

26cd6f75af02e4214e8571f44ab62794

 

Το ποίημα των Dinga, παρουσιάζει, θα έλεγε κανείς, μια τέτοια ουδετεροποιημένη εποπτεία και αξιοπρέπεια, ώστε πραγματικά δεν θα ήταν άστοχο να έλεγε ακόμα πως ενέχει μια υποδορίως κυμαινόμενη σκωπτική διάθεση έναντι ολοκλήρου του σύμπαντος, χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει στο ελαχιστο πως δεν διεμφορείται από ειλικρινή σεβασμό προς το πρόσωπο του Dendid του δημιουργού-θεού.

“Οι Γνωστικοί” μου είπε ξαφνικά ο ΜακΓηη “θα αρέσκονταν στο άκουσμα αυτού του ποιήματος, αν και οι ίδιοι συχνά και ανά περιστάσεις, παρουσιάζονται βέβηλοι ή θρασείς ενώπιον μιας τέτοιας ιδέας, εννοώ την ιδέα ενός θεού-δημιουργού”.

“Το ξέρεις ότι ο Σίμων ο Μάγος είχε παρουσιάσει κάποτε την ερωμένη του, ως προσωποποίηση της ‘θεϊκής διάνοιας’, όχι με την έννοια φυσικά ότι η ίδια ήταν υπερανθρώπινα έξυπνη, αλλά, μάλλον, συνολικώς ως μια παρουσία-μορφή που εκπροσωπούσε την θεική διάνοια  επί γης”, του απάντησα τότε ρωτώντας τον.

“Κάτι σαν την ινδουιστική Lakshmi, αν και όχι ακριβώς, διαφέρει κάπως. Μάλλον διαφέρει σημαντικά.”, παρενέβη η Ιλιέρκνουτ.

“Ή σαν μια ανθρωπομορφική προσωποποίηση της εβραιοκαββαλιστικής Σεχινά, ίσως αυτό προσεγγίζει περισσότερον την όμορφη μαιτρέσσα του Σίμωνος μια φορά και έναν καιρό”, προσέθεσα κι εγώ.

“Τρέλλα που την είχε και αυτός”, είπε ο ΜακΓηη, “ο Γνωστικισμός δεν ήταν του κόσμου τούτου σίγουρα, δεν θα υπήρχε περίπτωση να γίνει ποτέ εκκοσμικευμένη θρησκεία και εξουσία”.

 

 

“Μα δεν το επεδίωκαν και οι ίδιοι”, προσέτεινα τότε, “ήταν συνειδητά εκτός του κόσμου τούτου, και από αυτήν τουλάχιστον την άποψη, πραγματικοί εκφραστές του πνεύματος του Υιού του Ανθρώπου – ‘ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου· ‘ “.

“Παρ’ όλ’ αυτά ο Σίμων είχε μια γκομενάρα εκ του κόσμου τούτου”, ανταπάντησε σαρκαστικά ο Ιωάννης ΜακΓηη.

“Φυσικά”, του είπα, “τι ήθελες να κάνει ο άνθρωπος; εξ άλλου, αυτό νομίζω ήταν το ακραία ενδιαφέρον με τους Γνωστικούς: απέρριπταν αυτόν τον κόσμο, και παρ’όλ’ αυτά συμμετείχαν σε κάθε απόλαυσή του! Εκτός φυσικά από τους μεταγενέστερους “Καθαρούς”, αλλά και κάποιες λίγες ομάδες της εποχής του Σίμωνος.  Μια τέτοια διάθεση -δεν είμαι εκ του κόσμου τούτου, αλλά δεν τον παρακάμπτω- , δεν ενέχει ασφαλώς ίχνος υποκρισίας, αλλά εγείρεται ως απολύτως φιλοσοφημένη και με όλα τα υπαρκτικά δίκια της”.

“Με άλλα λόγια” του λέω, “ακόμα και αν ο κόσμος αυτός είναι για πέταμα, αυτό δεν σημαίνει πως …δεν υπάρχεις σε αυτόν.Ο μοναχισμός εξ άλλου ήταν καθαρά μέρος μιας εξουσιαστικής θρησκείας, μην το ξεχνάς αυτό. Οι Γνωστικοί δεν διεκδίκησαν ποτέ τέτοια πράγματα”.

 

13274346-the-hall-of-ancient-christian-temple-geghard-with-a-dom_phixr1

 

“Το’ χεις διαβάσει το βιβλίο του Λακαρριέρ για τους Γνωστικούς;” με ρώτησε τότε ο ΜακΓηη.

“Πριν καμμιά εικοσαριά χρόνια το είχα διαβάσει. Θυσίασα ένα ολόκληρο καλοκαίρι, όταν ήμουν 30 χρονών, για να διαβάσω όλους τους Πατέρες της Εκκλησίας, ανατολικής και δυτικής, αλλά και τους Γνωστικούς.  Θυμάμαι ότι βρήκα τότε πολύ ενδιαφέρον το βιβλίο του Λακαρριέρ, αν και κάποτε παρερμήνευε σοβαρά μερικά πράγματα, ή άλλες φορές εκτροχιαζόταν σε άστοχες σκέψεις. Σε γενικές γραμμές όμως ήταν καλό ή τουλάχιστον αξιοπρόσεκτο”, είπα τότε.

“Παιδιά, έρχομαι σε λίγο” είπε αίφνης και εμβολίμως κατ’ εκείνη την στιγμή η Πέπκια.

“Όλα σε αυτόν τον κόσμο έρχονται σε λίγο”, ανακοίνωσα στον ΜακΓηη.

 

catalina_pier

 

“Τι σημαίνει αυτό;” ρώτησε κάπως έκπληκτος ο ΜακΓηη.

“Σημαίνει πως ζούμε πάντα σε μια αμεσοπρόθεσμη προοπτική του χρόνου, και χωρίς αυτό να έχει  στο ελάχιστο σχέση με τα μακροπρόθεσμα όνειρα ή σχέδια που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος,

όλα τα πράγματα είναι ζήτημα ενός “εγγύτερου” χρόνου. Ο άνθρωπος είναι μια περιορισμένη ακτίνα δράσεως στον χρόνο”.

“Λογικό δεν είναι;”, αντερώτησε τότε ο ΜακΓηη.

“Δεν είναι εξ ίσου λογικό, να σκεφθεί κανείς πως εξ αυτού ακριβώς του γεγονότος δεν ήταν και τόσον απίθανο να εμφανιστούν κάποτε ανατρεπτικές δοξασίες όπως εκείνες των Γνωστικών, ως οι κατ’ εξοχήν διαμαρτυρίες ενάντια σε μια τόσον κοντόθωρη κοσμολογική προοπτική;” αντιπρότεινα εγώ.

“Θυμίζουν λίγο τους τροτσκιστές του 20ού αιώνα που καθάρισε ο Στάλιν. Εδώ πρόκειται φυσικά για  τα “σταλινικά” ανατολικά επισκοπάτα”, διετύπωσε τότε μια πολύ ενδιαφέρουσα πλην όμως ατυχή σκέψη ο ΜακΓηη.

“Όπως και να έχει”, του απάντησα, “το όλο θέμα είναι πάντα η φάλτσα ψευδοαντίθεση υλισμού και μεταφυσικής”.

“Ο Βουδδισμός το έχει λύσει εδώ και αιώνες αυτό!”, πετάχτηκε τότε εγκαίρως η Ιλιέρκνουτ.

“Δεν είμαι σίγουρος “, της είπα. “παρόλο που πρόκειται για ιδιοφυές κοσμοσύστημα, ιδιαίτερα ο Βόρειος Βουδδισμός της Mahayana, με όλην την μεσαιωνική σανσκριτική φιλολογία του. Ο “υλισμός” και η”μεταφυσική” ως όροι είναι καθαρά δυτικοί. Ο Βουδδισμός δεν μπορεί ή δεν έχει διάθεση να λύσει κάτι που δεν τον αφορά, αν και βεβαίως έχει να προσφέρει προς μια τέτοια κατεύθυνση”.

“Πάντως ο κόσμος θα ήταν καλύτερος αν αντί για τις μονοθεϊστικές θρησκείες είχαμε παντού Mahayana”.

“Κάτι τέτοιο -εκτός των άλλων- προτείνει και ο Huxley στο ‘Island’, αλλά μην ξεχνάς πως ήταν λίγο πριν μπει εκείνος ο ασύστατος καραβανάς και …καταπιεί την χώρα της ουτοπίας με τα τανκς”.

 

6921345-sunset-behind-clouds_phixr1

 

“Πάω να περπατήσω λίγο και έρχομαι”, είπε τότε ο ΜακΓηη καθώς σηκωνόταν από το τραπέζι, ενώ η Πέπκια επέστρεφε μιλώντας στο κινητό της.

Ο ήλιος κόντευε να δύσει πλήρως, οι κοκκινόμαυρες σκιές στον ουρανό ακτινοβολούσαν μιαν δαιμονική αθωότητα και ορμή κατάποσης του κόσμου από ένα αχανές μυστήριο που απλωνόταν στην ανθρωπότητα ως το αποτέλεσμα μιας βουβής έκρηξης στα Πεδία του Ακατονομάστου, ενώ τα λόγια και τα γελάκια της Πέπκια στο κινητό καθώς έσερνε μια καρέκλα για να ξανακαθήσει κοντά μας,  κάτω από το ουράνιο θέατρο του στερεώματος, δεν συνιστούσαν παρά το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσε να κάνει αυτόν τον κόσμο ενδιαφέροντα:

την εναντιοδρομία του ανθρωπίνου με κάτι Άγνωστο, κάτι που θα μπορούσε να είναι Κήτος μεν, αλλά διόλου απίθανον και κάτι περαιτέρω.

Μέσα σε όλα αυτά,  δηλαδή, το χαρμόσυνο κορμί μιας ελκυστικής γυναίκας, το οποίο δεν είναι παρά ένας κήπος που κάποιες στιγμές -στιγμές ίσως δύσεως μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου στην ανθρωπότητα- περισσότερον σε παραπέμπει σε κάτι “μελλοντικό” παρά στην  κεκτημένη συνήθεια της ανευρεύνησης του ιστορικού παρελθόντος έως “προ”-Ιστορία και Εδέμ και την παράβαση της σχετικής εντολής να μην γίνει λήψη εκ του Δένδρου της Γνώσεως.

Και η Ιστορία, η Ιστορία δεν είναι παρά ενδιάμεσος αναβρασμός.

Δεν είναι σίγουρο, για κανέναν, ότι μόλις ξυπνήσει αύριον θα βρει τον ίδιον κόσμον έτσι όπως τον άφησε την προηγουμένη.

Όλα, τελικώς, είναι ζήτημα οπτικής. Εξαρτάται από ΠΟΙΟ σημείο του εαυτού σου θα παρατηρήσεις τον κόσμο, ώστε να σου παράσχει και την σχετική θέα.

 

 

 

Advertisements