Skip navigation

 

timthumb

 

Δεν είναι εύκολη υπόθεση η καταδίωξη και ο φόνος της Χίμαιρας. Εννοώ, δεν είναι εύκολα αντιμετωπίσιμες οι “παρενέργειες” που μπορεί να διαδεχθούν τον φόνο της.

Κάτι άλλο, ασφαλώς, πρέπει να ξεπηδήσει στην θέση της, αν δεχθούμε βέβαια ως σωστή εκείνη την παλαιά διαπίστωση ότι η  φύση απεχθάνεται το “κενό”.

Τι άλλο όμως; Μια νέα χίμαιρα; Και αν όχι, τι ακριβώς θα μπορούσε να συστήσει μια εννοιολογική οντότητα τέτοια, που έστω και αν δεν ετεροκαθορίζεται εν αντιθέτω μιας χίμαιρας, δεν θα παύει ωστόσο για αυτόν τον λόγο να την αποκλείει σταθερά  από την ουσία της.

Ο Βελλεροφόντης κατά τους μυθικούς χρόνους ρίσκαρε σε μεγάλο βαθμό ως πιθανό αποτέλεσμα του φόνου της Χίμαιρας,  ένα “horror vacui” που θα εξαπλωνόταν στις επικράτειες των ως επί το πλείστον  “σιωπηλών” μυθολογικών πληθυσμών…  Ο φόνος της Χίμαιρας, επιπροσθέτως, οδήγησε τον ήρωα σε “ανεξέλεγκτες καταστάσεις”, κατά τις οποίες μάλιστα συγκρούστηκε με τους θεούς και περιπλανήθηκε επί μακρόν σε μια σοφή μοναξιά όπου προέκυψαν διάφορα ζητήματα αθανασίας-θνητότητας, δικαιωματικής κυριαρχίας, κλπ.

Το Αληίον Πεδίον υπήρξε όχι το θέατρον των επιχειρήσεων, αλλά πιθανώς το αρχετυπικό “παρασκήνιο” των επιχειρήσεων που έμελαν να εμφανιστούν στον ιστορικό χρόνο που διαδέχθηκε τον μυθικό χρόνο.

 

art_html_239280fb

 

Πάνω απ’ όλα ο Βελλεροφόντης υπήρξε, με μίαν ευρεία πλην ακριβή έννοια, φιλόσοφος-πολεμιστής. Στην καλύτερη μάλιστα εκδοχή του όρου, μιας και αδιαφορούσε για κάθε έπαινο στην αγορά, κάθε “δόξα παρ’ ανθρώποις” του ήταν απελπιστικά αδιάφορη (προσοχή: αδιάφορη, όχι άμεσα και υποκριτικά αποκρούσιμη, ή ακόμα και μη χρησιμοποιήσιμη κάποτε προς διευκόλυνση των σκοπών του…),  όσον αδιάφορα μπορεί  να είναι τα ύπουλα σουρσίματα των φιδιών προς την μακρόθεν αιώνια αταραξία ενός αστερισμού…

Πολεμούσε, όχι για να κάνει τον καραγκιόζη στους συμπατριώτες του, ή να τον κάνουν κοινοτάρχη ανάμεσα τους, αλλά για να βρει μιαν “άκρη”. Μιαν άκρη στην ζωή ενός περιπλανωμένου ήρωα, μιαν άκρη στο μυαλό του, στον κόσμο, στο σύμπαν.  Ήταν “φιλόσοφος” κατά μίαν έννοια χειριζόμενος άμεσα το σπαθί του, το οποίο και ύψωνε πρωτίστως κατ’  αυτού του μαύρου κήτους του Μυστηρίου που ανά πάσα στιγμή απειλούσε να τον καταβροχθίσει. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν εξολόθρευε και κανένα παρατυχόν αλητοειδές αν προέκυπτε στον δρόμο του με …μαγκιόρικες προθέσεις. Εδώ δεν δίστασε να αντιμετωπίσει ολόκληρους λαούς (τους Σόλυμους για παράδειγμα) και αυτό έχει την δική του, ιδιαίτερη “πνευματική” σημασία.

 

_45653823_crowd

 

Η έννοια της χίμαιρας, συνεπώς, όπως και κάθε τι αν ιδώνεται από βαθύτερη-φιλοσοφική πλευρά και μακριά από τις χοντροκομμένες απλοποιήσεις του καθημερινού λόγου, δεν είναι και τόσον προφανής όσον φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Τις περισσότερες φορές οι άνθρωποι, με την συμπεριφορική ευκολία αναπροσαρμογής των εννοιών που τους διακρίνει, όταν ψέγουν σε άλλους κάτι -κατά την γνώμη τους- “χιμαιρικό”, αγνοούν συνήθως κατ’ εκείνη την στιγμή πως οι ίδιοι δεν αντιπροτείνουν τίποτε περισσότερο από χειρότερες χίμαιρες.

Ο ψυχολογικός μηχανισμός εξορκισμού-απώθησης είναι μάλλον απλός: “αν κάνω στα δικά μου μάτια να φαντάζουν οι δικές σου προσδοκίες ως χίμαιρες, τότε αυτόματα οι δικές μου χίμαιρες αποκτούν ένα βάρος πραγματικότητας παραπάνω”.

Τόσον όμως βάρος τέτοιο, που συνήθως επιταχύνει ακαριαία την κρημνώδη πτώση των δήθεν πιο “πραγματικών πραγματικοτήτων τους, σκανδαλωδέστατα μάλιστα, άμα μόλις τη προφορά εξορκισμού κατά των άλλων χιμαιρών.

 

 

Φανταστείτε ένα σκηνικό στην Ιστορία, ας πούμε στον ελληνικό εμφύλιο του 1946-1949. Οι άνθρωποι που πήραν τα όπλα κατά ενός άθλιου και ελεεινού μεταπολεμικού καθεστώτος, είχαν αν μη τι άλλο, ένα “δίκιο επιβίωσης”! Στις πόλεις και τα χωριά τους μακέλευαν αγρίως και απανθρώπως, παρά τις κωμικοτραγικές συμφωνίες του ΚΚΕ. Και οι ίδιοι, παρά τον ελεεινό τυχοδιωκτισμό (με την κακίστη έννοια του όρου) του Ζαχαριάδη, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να “βγουν στο βουνό”, αν θα ήθελαν να περισώσουν οποιαδήποτε έννοια αξιοπρέπειας, ατομικής, της οικογενείας τους, των φίλων τους κλπ.

Βγήκαν στο βουνό.

Ή αλλιώς:

από την Σκύλλα στην Χάρυβδη.

 

The perilous trip of the ship of Ulysses between Scylla and Charybdis.

 

Θέλω να πω ότι πολλές φορές είναι, ή φαντάζει έτσι, η μοίρα του ανθρώπου να πέφτει σε μια πιθανώς πιο επικίνδυνη χίμαιρα στην προσπάθειά του να γλυτώσει από τα φρικαλέα σαγόνια εκείνης της χίμαιρας που θέλει να αποφύγει. Και λέω εξ ίσου χίμαιρα, γιατί αν δεχθούμε δικαιολογημένα πως ο σταλινότροπος κομμουνισμός του ΚΚΕ κατ΄εκείνη την περίοδο ήταν “καμμένη” υπόθεση, αυτό δεν σημαίνει πως το καθεστώς που διαχειρίστηκε σφετεριστικά τις τύχες του μεταπολεμικού νεοελληνικού κράτους, βασιζόμενο στην εδώ και κάποιους αιώνες άθλια (παρ)εθνική ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ που μαστίζει τον τόπο, δεν ήταν εξ ίσου “καμμένο”.

Όμως η Ιστορία μάζεψε αργότερα τις στάχτες τόσον της Σκύλλας όσον και της Χαρύβδεως:

ο μεν σταλινικός κομμουνισμός κατέρρευσε κάποια στιγμή τόσον απότομα και ραγδαία ως εάν ήταν η πρόσοψη ενός κτίσματος που είχε καταφαγωθεί εσωτερικώς και επί μακρόν από αποτρόπαια ερπετά και τρωκτικά,

ενώ η Ελλάδα, κατέρρευσε για τον ίδιον ακριβώς λόγο! (τηρουμένων φυσικά των διαφορετικών ιστορικών σεναρίων που επιτελέσθησαν ξεχωριστά στην μία και την άλλη περίπτωση).

Μια καταδικασμένη ιδεολογία από την μια μεριά, – μια καταδικασμένη νοοτροπία από την άλλη.

 

stalin_by_darthpickle_phixr

 

Ο ηρωισμός, η αυταπάρνηση, η ιδεολογική αγνότητα των μαχητών του ΔΣΕ δεν θα μπορούσαν να κρύψουν το γεγονός ότι οι ίδιοι ήταν εγκλωβισμένοι σε μια παγίδα τέτοια, από εκείνες που η Ιστορία συνηθίζει να σκορπά ανηλεώς στο πέρασμά της.

Προσπαθώντας να γλυτώσουν από την απανθρωπιά, έγιναν σχεδόν αυτοματοποιημένα όργανα στην υπηρεσία μιας ακραία απάνθρωπης ιδεολογίας ή τουλάχιστον της αναπόφευκτης εξέλιξής της, στο βαθμό βέβαια που θα ήταν άδικο να ταυτίσουμε ό,τι αποκλήθηκε ως “λενινισμός” (και παρά τον αυταρχισμό του) με την παρωδία του, τον “σταλινισμό”, και την επαρχιώτικη μουστάκα του “πατερούλη” των λαών.

 

 

Είναι όμως μοίρα κάθε ιδέας που “κοινωνικοποιείται” αν όχι να πέφτει πάντα, τότε να ενέχει σίγουρα τον κίνδυνο της εν έργω και εν εξελίξει παρωδίας της.

Η Χίμαιρα εδώ δεν αστειεύεται όταν αστειεύεται!  Κάποτε, μπορεί να παρουσιάσει ως θέα , όχι μια κεφαλή λέοντος σε σώμα αιγός και με δρακόντεια ουρά, αλλά την θέα μιας κεφαλής κλόουν σε σώμα βοός και πτερά πουλερικού. Δεν θα πρέπει, ευλόγως, να θεωρήσουμε ότι η πρώτη εκδοχή είναι η πιο φρικαλέα, στο βαθμό που κάτι όταν παρουσιάζεται άπαξ, εν ταυτώ και κατά μίαν έννοια “αυτοπεριεχόμενο”, όσον ισχυρό και αν είναι, αντιμετωπίζεται είτε δια της υλικής είτε δια της νοητικής σπάθης.

Η κοινωνικοποιημένη αλλοτρίωση των ιδεών όμως, αντιμετωπίζεται μόνον από την Ιστορία και στους ατέρμονους κύκλους ακμής-παρακμής που επιτελεί. Ο Βελλεροφόντης, σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να εξολοθρεύει περιστασιακά τα όποια “παραπροϊόντα” μιας φαρσοειδώς κοινωνικοποιημένης χίμαιρας που τυχόν προσπέσουν στον δρόμο του. Η Ιστορία, αργά ή γρήγορα, αναλαμβάνει τα υπόλοιπα σε μαζικότερο επίπεδο.

 

 

Αυτό δεν καταλαβαίνουν, εξ άλλου, οι ημιμαθείς (ή ακόμα χειρότερα,τα παπαγαλάκια των συμμοριών της “κουλτουρίτσας”) που ψέγουν τους φιλοσόφους όταν αυτοί μετέρχονται “κοινωνικές” διαστάσεις στην σκέψη τους. Διαιωνίζουν έτσι με το χειρότερο τρόπο σε άλλο επίπεδο, και χωρίς λόγω βλακείας να το καταλαβαίνουν, την διάσταση χειρωνακτικής-πνευματικής εργασίας που τόσον πονοκεφάλιαζε τον Μαρξ.

Πρόκειται εξ άλλου για μιαν αντίφαση που δε λύεται εύκολα, στο βαθμό μάλιστα που εδώ και αρκετά χρόνια προσακτά νέες, ιδιαίτερα δραστικές μορφές (Ευρώπη ή πολιτισμένος κόσμος από την μια μεριά και το “απολίτιστο” -αν είναι δυνατόν- Ισλάμ από την άλλη, επιβιωτισμός-ανθρωπισμός, ουσία-λαϊκισμός, ανισομέρειες ανάπτυξης κλπ.)

Όλα αυτά τα πλέγματα αντιθέσεων είναι αρκετά πολύπλοκα και συνυφασμένα μεταξύ τους με τόσα “συν” και “πλην” μαζί (εν ταυτώ!), ώστε κανένα απλοϊκό σχήμα “αντιπαράθεσης”, τουτέστιν,  για παράδειγμα, καπιταλισμός-κομμουνισμός, “Ευρώπη”-αντιευρωπαϊκός προσανατολισμός, Δύση-Ανατολή, ορθολογισμός-μη ορθολογισμός κλπ. δεν θα μπορούσε να επιφέρει μια λύση.

Θέλω να πω με άλλα, ή επιπρόσθετα, λόγια, πως σήμερα όλα τα πράγματα μας παρουσιάζονται με τόσα “συν” και “πλην” μέσα τους ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ , ώστε φαντάζουν σαν να προκαλούν σχεδόν με περιπαικτικό τρόπο την πατροπαράδοτη επανάπαυση της “επιλογής στρατοπέδου” ή την τυπική διανοητική νωθρότητα του “είτε-είτε”.

Αν η Ιστορία είναι μια τραγωδία εν εξελίξει, τότε το “αστείο” που στήνει ενώπιον των ανθρωπίνων μυαλών είναι καθαρά κάτι σαν ένα είδος ΤΕΣΤ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ. Και εδώ, μόνον ως σκιέρ που ελίσσεται σε σλάλομ μπορείς να ανταπεξέλθεις και όχι σαν χοντρομπαλάς παλαιστής του σούμο.

Η αντίφαση “θετικού-αρνητικού” γίνεται ακόμα πολυπλοκότερη αν αναλογιστεί κανείς ότι αυτά τα “θετικά” και “αρνητικά” δεν είναι παγιωμένα, αλλά κάλλιστα μπορεί, σε κάθε τρέχουσα στιγμή, το συγκεκριμένο “θετικό” να μεταμορφώνεται στο “αρνητικό” του, και αντιστρόφως. Παρ’ όλ’ αυτά όμως, τίποτα δεν αποκλείει την ύπαρξη ΚΑΙ μονιμότερων ως τέτοιων “θετικών” και “αρνητικών”!

Σλάλομ μεν,  αλλά κάποτε και ελεύθερη κατάβαση-downhill. Το τραγικό ή το προαιώνιο αμάρτημα στην διαγνωστική διανόηση αυτών των πραγμάτων έγκειται  όταν επιχειρείται αδικαιολογήτως το σλάλομ με ορμή και ταχύτητα ελεύθερης κατάβασης (“είτε”-” είτε”, αδυναμία φωτισμού του επιμέρους και των μεμερισμένων μηχανισμών από την πλευρά του “όλου”),  αλλά και το αντίθετο: όταν επιχειρείται αδικαιολογήτως ελεύθερη κατάβαση με τεχνική slalom (που σημαίνει σε αυτήν την περίπτωση  αδυναμία γενικεύσεων και έλλειψη νοηματολογικού στόχου).

 

 

Το να παρουσιάζει κανείς, για παράδειγμα , τον “πολιτικό” Πλάτωνα σαν μια διασταύρωση Δον Κιχώτη και …Αβραμόπουλου, αυτό πέρα από τα κακοχωνεμένα “πασαλείμματα” (δεν είναι κακό να μην κατανοεί κανείς σε βάθος κάτι, το κακό είναι να επιμένει…), δείχνει ασφαλώς και τα “επιμέρους” αποτελέσματα μιας εθνικής νοοτροπικής Χίμαιρας που έχει ήδη καταπιεί κάθε κριτική νοητική δραστηριότητα προς όφελος ενός ανερμάτιστου και ακραία πομπώδους-δημαγωγικού λαϊκισμού. Ο οποίος λαϊκισμός γίνεται ακόμα χειρότερος όταν παρουσιάζεται με επίφαση απλοϊκής ημικουλτουρίτσας, όπως άλλωστε συμβαίνει τόσον συχνά στους παρακμιακούς καιρούς μας.

Αν δεν κατανοείται το ΠΙΟ ΒΑΣΙΚΟ σε αυτή την περίπτωση, ότι δηλαδή η δυστοπία της “Πολιτείας” ήταν εμμέσως και εν είδει αντίδρασης γέννημα-θρέμμα της αθλιότητας και της παρακμής της Αθηναϊκής Δημοκρατίας που οδήγησε στην αισχρή εκτέλεση του Σωκράτη, τότε είναι σαν να προσπαθεί να παίξει κάποιος χόκευ επί πάγου στο γήπεδο της Ιστορίας φορώντας παντόφλες αντί για παγοπέδιλα και κραδαίνοντας την γκλίτσα αντί του μπαστουνιού.

Περαιτέρω, ήταν ακριβώς το καλύτερο και πιστότερο “γήινο” τεκμήριο του κόσμου των ιδεών που θέλησε ο Πλάτων να εξασφαλίσει με αυτόν τον τρόπο, ο οποίος στην αφετηρία του, και εν προκειμένω έργω, δεν υπήρξε καθαρά διανοησιαρχικός (και ας φαίνεται τέτοιος) αλλά και, εξ ίσου, “ψυχικά αντιδραστικός”.

Τι στο καλό, μια “Πολιτεία” οραματίστηκε, δεν υπήρξε δήμαρχος στο Κορωπί ο άνθρωπος…

 

 

Ούτε μπάρμπας στην Κορώνη, όμως, υπήρξε ποτέ ο Πλάτων.

Πράγμα, που πολύ απλά σημαίνει πως καίτοι ο φιλόσοφος έχει κάθε δίκαιωμα επέμβασης ή πρόθεσης επέμβασης στην καθαρά κοινωνική εξέλιξη της ανθρωπότητας, όπως άλλωστε οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος, εν τούτοις η ιστορική εμπειρία μας δείχνει σαφώς πως οι φιλόσοφοι (τουλάχιστον, αρκετοί) υπήρξαν ιδιαίτερα αποστασιοποιημένοι  από  κάθε ενδεχόμενη κοινωνικοποιημένη αλλοτρίωση των θεωρημάτων τους. Φυσικά ο Marx απεφάσισε πως μέχρι τον καιρό του οι φιλόσοφοι ερμήνευσαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπον τον κόσμο, και πως μέλημα τούδε και εφεξής δεν είναι απλά η ερμηνεία του κόσμου, αλλά η αλλαγή του.

Ο ίδιος ο Marx, το επιχείρησε μεν, όπως κανένας άλλος μέχρι τότε στην ιστορία της Γερμανικής Φιλοσοφίας δεν το είχε επιχειρήσει έως τότε, όμως ο ίδιος ως κοινωνικός φιλόσοφος, πραγματικά, “κατακρεουργήθηκε” από τις μάζες που ο ίδιος επικαλέστηκε για να “αλλάξουν” τον κόσμο.

 

kapital-stamp-e1471795245901_phixr

 

Κατέληξε τόσον “αγνώριστος” στον 20ό αιώνα, ώστε όταν οι περισσότεροι θέλουν να βρίσουν τους …αστούς (“αστός” για την λούμπεν σκέψη είναι ο γείτονας που έχει ένα σπιτάκι παραπάνω), επικαλούνται τον Μαρξ, αγνοώντας φυσικά, ότι στο μέγιστο μέρος του, ο μαρξισμός δεν αποτελεί τίποτε άλλο πέρα από έναν εκτεταμένο …φόρο τιμής στον καπιταλισμό και την αστική τάξη! Ένας φόρος τιμής στο πλήρως πρωτοφανέρωτο και αναπάντεχο ανθρωπολογικό άλμα που επέφερε στην Ιστορία η “αστική τάξη”(αρκεί να σκεφθεί κανείς  μόνον την τυπογραφία…).

Όμως, λέω να σταματήσω εδώ, προς το παρόν,  και να συνεχίσω κάποια άλλη στιγμή με ένα “δεύτερο μέρος”, γιατί το θέμα δεν νομίζω να εξαντλείται σε ένα και μόνον κείμενο.

Συνεχίζεται, λοιπόν.

 

 

Advertisements