Skip navigation

aa9367105e0fabc8437f356b69ce7863

 

Ο κόσμος είναι μια διαφανής τροχαλία που βρίσκεται παραπλεύρως ενός αρχαιοτάτου γκρεμού, γεμάτου από φώτα.

Ψίθυροι και σάπιες λέξεις καταρρέουν από το χείλος αυτού του γκρεμού.

Ό,τι μεταφέρει η τροχαλία δεν είναι -και ας φαίνεται έτσι- η Ιστορία, δεν είναι η ποικίλη ανθρώπινη εμπειρία, δεν είναι ασφαλώς η εξουσία ή ο πόθος γι’ αυτήν και ούτε βέβαια θα μπορούσε να είναι η γνήσια ανθρώπινη τρέλλα μπροστά σε ένα μυστήριο που δεν κατανοείται. Αργά κι οδυνηρά καθίσταται αναπόσπαστο μέρος της συνείδησης πως ο θάνατος, ως ο μαυροκόκκινος πυρήνας του μυστηρίου, είναι κάτι περισσότερον τρομερό απ’ όσον συνήθως εικάζεται,

τουτέστιν,

πάνω απ’ όλα μια ωμή ανατροπή κάθε ματαιοδοξίας και ονειροποιίας προς όφελος μιας γαλαξιακής μηχανουργίας που φαίνεται από μακριά αδυσώπητη ενώπιον κάθε ανθρώπινης παράκλησης, κάθε ανθρώπινου ονείρου και κάθε κατ’ ευχήν μελλούσης προοπτικής.

 

plane

 

Ό,τι, λοιπόν, μεταφέρεται από την Μεγάλη Τροχαλία δεν είναι ορατό και καθίσταται τέτοιο εν μέρει και πολύ αργά σε μια πρόοδο του χρόνου που φαντάζει κάθε άλλο παρά ευθύγραμμη:

η “πραγματικότητα” κινείται μέσω αλλεπαλλήλων ζιγκ-ζαγκ όσον οι άνθρωποι κινούνται ανύποπτοι σε μια χλωμή ευθεία αναπαραγωγής ως πρόβατα επι σφαγήν, ενώ  πολύ ολίγοι, ολιγότεροι απ’ όσον θα μπορούσε να ελπίσει κανείς,  είναι πράγματι τόσον “ευκίνητοι”  για να ξεφεύγουν από τα θηριώδη σαγόνια του σύμπαντος.

Σε αυτόν τον κόσμο αν δεν είσαι γρήγορος τυχοδιώκτης, πεθαίνεις γρήγορα και το καταλαβαίνεις αργά ότι πέθανες γρήγορα.

 

bc57b5aedb2ec2d2493c8ee884538abf

 

Ζούμε διαρκώς σε μιαν άλλοτε ακαθόριστη και άλλοτε περισσότερον ευκρινή  απειλή που μας κυκλώνει από παντού, και αυτή η θρυλική πραγματικότητα άλλους τους κάνει  απαισιόδοξους/αισιόδοξους (πρόκειται φυσικά για το ίδιο πράγμα, είναι ως επί το πλείστον το  ίδιο ξόρκι) και πανικόβλητους επιστροφείς στην ασφάλεια μιας “μήτρας” πριν καν πεθάνουν (μικρόκοσμος, μικροκαθημερινότητα, μικροπαρέες, μικροασχολίες, απόκτηση καθημερινών “εχθρών” για να νοστιμίζονται τα αδιέξοδα της ματαιοδοξίας, ψευδολεόντειος ανθρωπακισμός κλπ.)

και άλλους τους κάνει τυχοδιώκτες στην έρημο. Αυτοί οι τελευταίοι έχουν πάντα νόημα. Τα άλλα, όπως έλεγε ο Επίχαρμος, “τυφλά και κωφά”.

Η ζωή, ο χρόνος της ζωής δεν είναι για χόρταση, αρκεί όμως και με το παραπάνω για να καταλάβεις κάποια στιγμή τι είναι ουσιώδες και τι όχι, τι παγίδα και παραπλάνηση σε αυτόν τον κόσμο και τι δίοδος φυγής από την θανατηφόρο μέση συνείδηση.

Και η ποίηση, ασφαλώς, δεν ξεφεύγει από αυτήν την διαπίστωση.

Ίσα ίσα, ο μέσος ποιητής που δεν είναι ούτε ιδιαίτερα έξυπνος ούτε κατανοεί σε βάθος ότι ο κόσμος της κουλτούρας αξίζει μονάχα για ό,τι βρίσκεται πέρα από αυτόν (για ό,τι “δεικνύει” μεν, αλλά όχι κατ’ ανάγκην για ό,τι “περιέχει”),  φαντάζει κάποτε χειρότερος από τον μέσο άνθρωπο που δεν ασχολείται “με αυτά”.

 

 

Ο μέσος καθημερινός άνθρωπος, ο από μίαν άποψη τόσον άδικα περιφρονημένος από την υπεροψία ανθρώπων που προσπαθούν να γεμίσουν το κεφάλι τους με συνήθως άχρηστα πράγματα τα οποία και εκλαμβάνουν ως αξιομνημόνευτα ή αξιόλεκτα, έχει τουλάχιστον συνείδηση της επιστροφής του στην “μήτρα”, όταν την τελεί έναντι του φόβου του θανάτου.

Κατά μίαν έννοια, αποφασίζει να πεθάνει, επειδή φοβάται να πεθάνει.

Η απόφασή του είναι συνειδητή.

 

 

Ζει σπρώχνοντας  με την πλάτη τον χρόνο προς ένα αόριστο “επέκεινα”. Αναβάλλει συνεχώς την “εκτέλεσή” του, ή την μετατοπίζει σε ένα πολύ μακρινό μέλλον, το οποίο, όμως, δεν απέχει παρά ελάχιστα από αυτόν. Ο θάνατος τον αγγίζει όσον περισσότερον θέλει να τον αποφύγει.

Ο τάχα μου ποιητής, δεν ξέρει δυο φορές τι του γίνεται, επειδή πιστεύει στα σοβαρά ότι δικαιούται μια “υστεροφημία” σε ένα σύμπαν βίας και θανάτου με αμέτρητα συσσωρευμένα πτώματα επί πτωμάτων ανά τους αιώνες.

 

 

Δεν είναι απλά και μόνον ένας υπαρξιακός ανθρωπακισμός, αλλά, κυρίως, μια νοητική ανεπάρκεια. Κακή νόηση, ελάχιστες στροφές στο μυαλό.

Επειδή πρέπει πραγματικά να ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΙΣ τι απερίγραπτη ανοησία είναι το παιγνίδι της μικροδόξας μπροστά σε ένα -ποσοτικά ελάχιστο συνήθως- αποχαυνωμένο πλήθος, για να μπορέσεις να το προσπεράσεις.

Κάτι τέτοιο δεν προσπερνάται ηθικά ή υποκριτικά αλλά εγκεφαλικά.

Κατά μία έννοια λοιπόν, ο μέσος ανυπόφορος ποιητής έχει πεθάνει ακαριαία πιστεύοντας πως κάποτε πήρε την απόφαση να ζήσει.

Αν ήταν έξυπνος θα χρησιμοποιούσε την ποίηση ως παλλακίδα του, δεν θα την παντρευόταν. Γιατί ό,τι τελικώς παντρεύτηκε δεν ήταν παρά ο θάνατος.

Η ποίηση ως ερωμένη είναι άλλο πράγμα και μονάχα ως τέτοια μπορεί να υπάρξει.

Είναι η κυμαινόμενη Νύχτα μπροστά στα φωτεινά μάτια μας.

“Μέσω” της ποίησης προσπαθείς να φτάσεις κάπου “αλλού”, όχι πάλι, ή συνεχώς, στην (γραπτή) ποίηση.

 

1512545_209013872616110_888056798_n

 

Προχωρώντας ανά τους αιώνες και καθώς εντός αυτών “κυνηγούμε” σαν τρελλοί διάφορα πράγματα, συχνά ξεχνούμε όχι τι θέλουμε -γιατί ανά πάσα στιγμή θέλουμε, ή νομίζουμε ότι θέλουμε, διάφορα πράγματα ταυτόχρονα-, αλλά τι μπορεί πραγματικά να έχει νόημα μέσα στους απέραντους σκουπιδότοπους της Ιστορίας.

Πολλά είναι τα πράγματα που μπορεί να θέλει και να μην θέλει καθ’ έκαστος των ανθρώπων.

Το κυριώτερο όμως που πιθανώς να αποδειχθεί κάποτε, είναι πως πάνω απ’ όλα δεν θέλησε, απέφυγε, παρέκαμψε, πείτε το όπως θέλετε, την ίδια την Θέληση (αυτά τα παρηγορητικά/βολουνταρικά “ψιχία” τα οποία και κάποτε υμνεί, απέχουν πολύ από την πραγματική Θέληση…).

Πρωτίστως την θέληση να περάσει σε ένα πιο οριακό βίωμα, πέρα από την ζωή πέρα από τον θάνατο, 

βίωμα αποκόλλησης από κάθε -κατευθυνόμενη εκ της ανοίκειας “θελήσεως” του πλήθους- προσκόλληση.

Οι περισσότεροι απλά “θέλουν”. Κατά την στιγμή μάλιστα που απλά “θέλουν” μια τεράστια σκιά με άδεια, μηχανικά  μάτια που φωσφορίζουν σαν δραπέτης στην Γη πλησιάζει για να τους καταπιεί.

Δεν έχει σημασία να το πεις “πεπρωμένο”.

Είναι πιθανώς μια αμηχανία του σύμπαντος που δεν έχει μάθει μέχρι στιγμής άλλο τρόπο να φέρεται.

 

 

Advertisements