Skip navigation

 

picture_redrocks_1930s_3

 

Η ποίηση, τουλάχιστον για τους πιο συνειδητοποιημένους ποιητές, είναι κάτι σαν τα δέρματα του φιδιού. Τα “πουκάμισα” μένουν βέβαια πίσω, αλλά ο αρχαίος όφις έχει ήδη φύγει μακριά. Είναι (στις καλύτερες περιπτώσεις) μια προσωπική μύηση ή ένας δρόμος προς αυτήν και εξ αυτής της πολύ “έμμεσης” απόψεως μπορεί να έχει νόημα θετικής επίδρασης σε άλλους ανθρώπους , όπως αναγνώστες, συστηματικούς μελετητές, κριτικούς κλπ. Τα αποτέλεσματα της ούσης ποιήσεως είναι πάντοτε μακροπρόθεσμα. Και ευτυχώς.

Γράφεις, όχι γιατί είσαι τόσο κορόιδο ώστε να μην καταλαβαίνεις ότι κάθε ματαιοδοξία απορρίπτεται, εννοώ απορρίπτεται ουσιαστικά-πραγματιστικά και όχι από ηθική (και υποκριτική συνήθως) άποψη,

ούτε επειδή θέλεις να φτιάξεις ένα φαν κλαμπ από είκοσι άτομα όπως οι περισσότεροι. Δεν γράφεις ακόμα για να εκφράσεις τους καημούς του βουνού και του λόγγου της πατρίδας σου και για να γίνεις γραφικώς αγαπητός. Επιπλέον, κάθε παρωδία καρριέρας σου είναι αποκρουστική. Ευχαρίστως μπορείς να κατανοήσεις  ένα στέλεχος επιχειρήσεως που επιθυμεί να ανέλθει σε μια παραπάνω θέση, και κάτι τέτοιο δεν έχει σχετικώς τίποτε το μεμπτό, αλλά η θέα ενός γραφιά που ψοφάει σαν τρελλός για όποια, ό,τι να’ ναι, όπως δη απήχηση είναι όπως και να το κάνουμε, αν όχι αηδιαστική, τραγελαφική ή σίγουρα κωμωδιακής συστάσεως.

Τα κουκιά μετρημένα και συνήθως δηλητηριώδη. Όμως ο κάθε γραφιάς  ζει στον κόσμο του. Σου λέει, υπάρχει θάνατος, άρα κάτσε να προσπαθήσουμε να γίνουμε γνωστοί σε πενήντα άτομα για να έχουμε προκαταβολικώς μια παρηγοριά.

Λες και ο Σολωμός, η Ντίκινσον, ο Πεσσόα, ο Κάφκα και τόσοι άλλοι θα έδιναν ποτέ μια δεκάρα γι ‘ αυτό. Δεν νοιάζονταν για την κοινοποίηση αλλά μόνον ή κατά κύριον λόγον για την ποίηση. Από τους προαναφερόμενους, μονάχα ο Πεσσόα, αν θυμάμαι καλά, εξέδωσε ένα όλο κι όλο βιβλίο από το πολύ μεγάλο σε όγκο έργο του, όσον ζούσε. Οι υπόλοιποι ούτε αυτό.

 

 

Πόθος για μικροδόξα έναντι θανάτου λοιπόν. Πολύ απλοϊκή σκέψη. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μη σκέψη, άναρχο φόβο απέναντι στο μυστήριο της ζωής. Δεν πρόκειται καν για δημιουργική παραφροσύνη.

Έγραψε βεβαίως και ο Εμπεδοκλής στίχους, αλλά τον ένοιαζαν πολύ πιο σοβαρά θέματα, όχι σαχλαμάρες. Έβλεπε την ποίηση, όπως κάθε σοβαρός ποιητής, ως μια προσωπική μύηση. Και πολύ καλά έκανε.

Ειρήσθω εν παρόδω, μάλιστα, πρέπει να θεωρείται σίγουρο πως “σκηνοθέτησε” ο ίδιος τον δήθεν θάνατό του στην Αίτνα, για να γλυτώσει από το πογκρόμ (αν μπορούμε να το πούμε έτσι, κατά ενός ατόμου) που εξαπέλυσαν εναντίον του κάτι ζωντανά της εποχής. Ο Χαίλντερλιν στον “Θάνατο του Εμπεδοκλή” φαίνεται να έχει πιστέψει όλη αυτήν την “αυτοσκηνοθεσία” της Αίτνας. Περαιτέρω, και ίσως ακριβώς γι’ αυτό, παρουσιάζει στο πραγματικά υπέροχο έργο του μια σε πολλά μάλλον λανθασμένη εικόνα του Εμπεδοκλή. Βέβαια, αυτό δεν μειώνει την αξία του συγκεκριμένου δράματος. Η ποίηση, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι κατ’ ανάγκην ή και καθόλου πραγματικότητα,  αλλά μύθος που κατορθώνει ωστόσο να εμφανίζει μια πιο “πραγματική” πραγματικότητα σε σχέση με την “δεδομένη” τέτοια.

Όμως δεν ήταν αυτό το πράγμα ο Εμπεδοκλής, έτσι όπως τον παρουσιάζει ο Γερμανός ποιητής. Αυτό, σε ένα σημαντικό βαθμό τουλάχιστον, ήταν ο ίδιος ο Χαίλντερλιν και κατά μία έννοια ταίριαζε στην  δική του μοίρα καλύτερα.

Όπως και να έχει, πογκρόμ εν μέρει ανεξήγητο ακόμα. Εννοώ πως το μίσος και η ψυχοπάθεια αυτού του ελεεινού και τρισάθλιου τσούρμου κατά του Εμπεδοκλή ξεφεύγει από κάθε λογικό όριο περιγραφής. Τον έβλεπαν σαν επικίνδυνο στοιχείο στην πόλη τους, σαν μάγο, σαν σαγηνευτή, σαν άνθρωπο με σκοτεινές δυνάμεις, σαν ύποπτο περιφερόμενο παρία, σαν παραπλανητή,  σαν εν δυνάμει άρπαγα των περιουσιών τους, τον έβλεπαν σαν ό,τι θέλετε, τον στόλισαν με ό,τι πιο παρανοϊκούς και ψυχανώμαλους χαρακτηρισμούς, αντάξιους των δικών τους υπάρξεων, μπορείτε να φανταστείτε.

Με λίγα λόγια δεν είχαν καταλάβει μία από το τι έλεγε και έκανε αυτός ο άνθρωπος. 

Ζωώδης κατάσταση πραγματικά.

 

picture_redrocks_1900s_1

 

Το πλήθος, άλλωστε είναι ο θάνατος. Πάντα ήταν. Εννοώ ο θάνατος του πιο ουσιώδους μέρους του ανθρώπου που είναι το ΜΥΑΛΟ του.

Παύει ο άνθρωπος να υπάρχει τότε. Γίνεται ένα φοβισμένο εξάρτημα μιας μάζας από την οποία διαρκώς επαιτεί την αποδοχή, την αναγνώριση, τον έπαινο κλπ. Τα έχουμε γράψει πολλές φορές εδώ  και ασφαλώς έχουν γραφεί πολλά στους αιώνες γι’ αυτό το θέμα.

Από αυτήν, λοιπόν, την αμείλικτη άποψη, ένας γραφιάς που θέλει να ξεφύγει από την έμμονη ιδέα του θανάτου καθώς τον κατατρύχει συνεχώς και ελπίζει σε μια αποδοχή από το “πλήθος”, πέφτει βλακωδώς, βλακωδέστατα, στα σαγόνια του θανάτου μια ώρα αρχίτερα.

Θέλοντας να μην πεθάνει, πεθαίνει. Αυτό συμβαίνει στην πραγματικότητα.

Ακόμα περισσότερο σήμερα, που το πλήθος δεν υπάρχει πλέον. Στην παρηκμασμένη ηλεκτρονική πραγματικότητα, υπάρχουν μόνον αυτοματικές κινήσεις (ούτε καν τελετουργικές), κάτι σαν ένα μηχανισμό που κρατά στη “ζωή” παντελώς υπνωτισμένους ανθρώπους καθώς έχουν την ψευδαίσθηση ότι “αναγνωρίζονται” από κάποιους, έστω λίγους, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις ο ένας χρησιμοποιεί άτσαλα και χυδαία τον άλλον για να διασκεδάζει την πλήξη του ή την δική του μωροδοξία.

Ακόμα περισσότερο τζάμπα ο κόπος δηλαδή.

Αν στην πρώτη περίπτωση, του υπαρκτού πλήθους, μην θέλοντας ο γραφιάς να πεθάνει, πεθαίνει, τότε στην δεύτερη περίπτωση, του “νεκρού” πλέον πλήθους, είναι ήδη νεκρός (και αυτός)  πριν εκδηλώσει καν την επιθυμία  του.

Τι μένει τότε;

 

rotterdam-postcard-panorama-1920

 

Ο δρόμος για την προσωπική μύηση είναι ο μόνος ουσιαστικός.

Ναι, αξίζει τότε η ποίηση να βιώνεται ως ένα είδος “ανώτερης” ζωής. Επειδή σε αυτή την περίπτωση δεν είναι κίνητρο το “θεαθήναι”, αλλά η ίδια η ομορφιά της ζωής και, πάνω απ’ όλα, η Ομορφιά του Νοός.

Ή αλλιώς:

Δόξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ λαμβάνω” (Ιωάν. 5:44), όπως έλεγε  κάποτε ο Υιός του Ανθρώπου.

Ακαταδεξία, “ελιτισμός”, ή μια πιο νοήμων και ρεαλιστική κατανόηση των πραγμάτων;

 

 

Advertisements