Skip navigation

 

Ester, Alaska, 1917

 

Αν θέλουμε να στοχαστούμε σε ένα επόμενο και πιο διαυγές επίπεδο τις συγκρούσεις των ηρώων της Μυθολογίας των Ελλήνων με οιανδήποτε προφάνεια της παρακμής έτσι όπως αυτή διαπιστώνεται στο πρόσωπο κάποιου κακοποιού, παλιανθρώπου, απατεώνα κλπ., τότε  αναπόφευκτα οδηγούμαστε στο συμπέρασμα, πως δεν πρόκειται μόνον, ή απλά, ή κατ’ αποκλειστικότητα, για μια σύγκρουση του καλού “πρωταγωνιστή” με τον κακό αντίποδα  ή “σκιά” του,  ή για  μια εξιδανικευμένη σύγκρουση Καλού- Κακού, αλλά, κυρίως για μια βαθύτερη συνείδηση της έννοιας του “αποτελέσματος” προς όφελος ενός συνονθυλεύματος σκοπιμοτήτων του Χρόνου που ξεφεύγει κατά πολύ από την μέση αντίληψη. Ως προς αυτόν τον σκοπό, και ακριβώς εξ αιτίας αυτού του σκοπού, οι κινήσεις του ήρωα είναι συντριπτικές.

Όταν, για παράδειγμα. ο Περσεύς δείχνει το κομμένο κεφάλι της Γοργούς σε διάφορα ρεμάλια και τα εξοντώνει με αυτόν τον τρόπο, αυτό είναι μια ωμή κίνηση απενεργοποίησης του ανθρωπίνου λόγου που έχει μάθει κατά κανόνα να επιβιώνει μόνον μέσα από φοβισμένες βεβαιότητες.

Ο αντίπαλος του ήρωα πεθαίνει από το βλέμμα της Γοργούς έτσι όπως το φέρει εν είδει ασπίδος ο Περσεύς, παραδόξως, επειδή δεν μπορεί να ξεκολλήσει τα μάτια του από εκεί. Δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει, είναι πολύ αδύναμος ή ανεπαρκής γι’ αυτό, δεν μπορεί όμως και να τιθασεύσει την μοιραία έλξη αυτοκαταστροφής και θανάτου που του ασκεί αυτό το βλέμμα.

Είναι καταδικασμένος να μην ξεκολλάει το βλέμμα του από εκεί και να πεθαίνει γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.

 

800px-West_Side_Highway_N_near_Canal

 

Από την ωμή Σφύρα του Αινίγματος, από κάτι τόσον απόλυτο που διαλύει κάθε κατεργαριά , δύσκολα μπορεί να γλυτώσει κανείς. Ο κακοποιός της ελληνικής μυθολογίας, άλλωστε, σκέπτεται με εξαιρετικά απλοποιημένους ή χοντροκομμένους όρους παραμορφωμένης αιτιότητας.

Όταν είναι μόνος του, νοιώθει πως η “braggadocio” συμπεριφορά ενός εξαθλιωμένου νταή των μυθικών χρόνων είναι αρκετή.

Ο Ανταίος, υπήρξε ο πρώτος bully στην ιστορία της ανθρωπότητας με όρους των μυθικών χρόνων. Παραφυλούσε σε μια γωνιά και χλεύαζε, συκοφαντούσε, προκαλούσε χυδαία τους περαστικούς. Όταν ο Ηρακλής τον σήκωσε ψηλά στον αέρα , έμοιαζε πλέον με αδύναμη μύγα που κλωτσούσε τα ποδαράκια της στον αέρα.

Δεν μπορούσε να αντέξει ένα “υψηλότερο” επίπεδο, ήταν καταδικασμένος μόνο να συνεχίζει τις ανειρμικές χυδαιολογίες ή βλακείες του. Όταν μάλιστα επιχειρούσε να μιμηθεί ένα “επίπεδο”, το αποτέλεσμα ήταν κάτι περισσότερο από κωμικοτραγικό.

Από την άλλη, όταν ο κακοποιός προσβλέπει στην συνδρομή ενός πλήθους, τότε πιστεύει, -όπως είναι φυσικό έτσι κι αλλιώς για μια περιορισμένη ή χαζή αντίληψη-, πως αν διαστρέφει λεκτικά τις αλυσίδες αιτίας-αποτελέσματος, εξαπατά, δημαγωγεί και παραπλανά ένα σύνολο ανθρώπων που περιπίπτει στην αντίληψή του εκείνη την στιγμή ή είναι κοντά του, ότι μπορεί να έχει αποτέλεσμα.

 

November 1935. Auto junkyard near Easton, Pennsylvania

 

Είναι συνεπώς αναγκασμένος να ζει σε έναν μόνιμο πανικό μήπως οι διπλανοί του αντιληφθούν την αγυρτεία του, και μονίμως σπαταλάει την ζωή του, απολογούμενος, δικαιολογούμενος, ψευδόμενος προς αυτούς και παραπλανώντας-εκλιπαρώντας τους να τον συνδράμουν εναντίον ενός ακατανόητου ήρωα που τον νοιώθει ως απειλή.

Σημείον πρώτον: το αήττητο του ήρωα εξασφαλίζεται πρώτα επειδή αδιαφορεί για κάθε ποδηγεσία ενός πλήθους ή την λήψη θαυμασμού από αυτό. Δεν επιζητεί την επικρότηση από κανέναν, απλά και μόνο να συνεχίσει το “ταξίδι” του.

Όποιος αγωνίζεται να τον επικροτήσει ένα μικροπλήθος, είναι καταδικασμένος στην καταστροφή. Δεν ζει πια για τον εαυτό του, ζει μόνον προς χάριν ενός φόβου ή τρελλού πανικού. ΔΕΝ υπάρχει περίπτωση όμως, ούτε μία στο εκατομμύριο το όποιο μικρό ή μεγαλύτερο πλήθος να μην κατασπαράξει κάποια στιγμή τον ανόητο ή τον μωροφιλόδοξο, έτσι, σχεδόν αυτοματικά, χωρίς καν αφορμή. Μην ψάχνετε λογική σε αυτό και δεν αντιστρέφεται κάτι τέτοιο: 

έτσι είναι η λυκίσια φύση του (μαζ)ανθρώπου. Αυτός είναι, άλλωστε, ο βασικότερος λόγος που οι ήρωες της Μυθολογίας των Ελλήνων περιφρονούν το πλήθος (ώς έννοια και όχι ως οι ξεχωριστές ατομικότητες των ανθρώπων) και δεν κάνουν ποτέ την ανοησία να στηριχθούν σε αυτό. 

Κάτι τέτοιο φυσικά δεν σημαίνει πως δεν συνάπτουν συμμαχίες ή δεν προσπαθούν να αφυπνίσουν τα καλύτερα στοιχεία ενός μικροπλήθους και να τα διώξουν μακριά από την καταστροφή.

Σημείον δεύτερον: ο κακοποιός της μυθολογίας εκτός των άλλων, συνιστά  ένα είδος φαρσοειδούς καρικατούρας του Σισύφου. Είναι καταδικασμένος να σπρώχνει έναν βράχο προς τα πάνω και έντρομος να τον βλέπει να ξανακυλάει κάτω. Το μαρτύριό του δεν τελειώνει ποτέ, όχι μόνο επειδή προσπαθεί να τα βάλει με δυνάμεις που δεν κατανοεί, αλλά κυρίως, επειδή επιχειρεί να στηριχθεί, όπως προελέχθη, στην δημιουργία συνενόχων.

Μα δεν έχει νόημα αυτό, έτσι κι αλλιώς. Οι διπλανοί του σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχουν καμμία αυταπάτη για το ποιόν ενός κακοποιού. Ό, τι μπορεί να τους τραβήξει κοντά σε ένα ρεμάλι, δεν είναι φυσικά κάποια αίσθηση δικαίου ή  ένας ευγενής σκοπός, αλλά η πρόσκαιρη πείνα ενός ανορθολογικού μικροκοπαδιού λύκων που αν χάσει την υπομονή του ή βαρεθεί να καταδιώκει κάτι που δεν βλέπει ή δεν κατανοεί, κάλλιστα τότε θα τραφεί από τις σάρκες του κακοποιού μικρο-δημαγωγού (όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές).

Αυτός, άλλωστε,  είναι ο μεγάλος τρόμος ενός απατεώνα, και όχι αδικαιολόγητος. Δεν μπορεί να αποφύγει την ίδια την”θυσία” του κάποια στιγμή προς χάριν της αποκατάστασης της ισορροπίας των άλλων που ο ίδιος διετάραξε.

 

Dupont Car Camp

 

Η δύναμη των αντιπάλων ενός ήρωα της Μυθολογίας των Ελλήνων στηρίζεται καθαρά σε κάτι πολύ επισφαλές που μπορεί να  μεταστραφεί  εναντίον τους ανά πάσα στιγμή: την εξαπάτηση ενός πλήθους, που ως οντότητα συλλογική περιφρονείται από την ελληνική μυθολογία γιατί είναι ανώφελη και χωρίς ουσιαστική δύναμη. Μα δεν έχει νόημα να κάνεις συνενόχους πέντε-δέκα punks. Και δέκα χιλιάδες αν ήταν, δεν θα άλλαζε τίποτα, θα επρόκειτο για την ίδια “ποσότητα”, όχι παραπάνω.

Επειδή ο ήρωας είναι μονίμως “μακριά”.

Ο Πολύφημος όταν τυφλώθηκε από τον Οδυσσέα, δεν μπορούσε να εξηγήσει στους υπόλοιπους κύκλωπες το πώς ήταν δυνατόν να καταστραφεί από τον Κανένα.

Αυτό ήταν όμως και το μυστικό της αποτυχίας του κύκλωπα. Ήθελε να είναι σώνει και καλά “κάποιος”. Σε αυτή την περίπτωση μάλιστα τρώγοντας τους άλλους, αγνοώντας πως το τελευταίο γεύμα του θα ήταν ο ίδιος ο εαυτός του.

 

 

Advertisements