Skip navigation

 

001_a

 

Τι είναι ελληνικό;

να μια ερώτηση που θα μπορούσε να διατυπώσει κανείς προς τον εαυτό του (και φυσικά προς άλλους) και να αποπειραθεί μιαν απάντηση. Βέβαια, οι απαντήσεις που συνήθως δίδονται στο συγκεκριμένο ερώτημα, προϋποθέτουν μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, η οποία υπαγορεύεται λιγότερο ή περισσότερο από τις ατομικές, φαντασιωτικές και ιδεολογικές προκαταλήψεις του καθένα.

Για έναν εθνικιστή ή έναν φασίστα (και αυτοί οι δύο όροι στους σημερινούς κρίσιμους και πανικόβλητους καιρούς μην νομίζετε ότι μπορεί να διατηρούν για πολύ την πολυτέλεια μιας σχετικής αυτονόμησης μεταξύ τους), “ελληνικό” είναι συλλήβδην ό,τι με μη νοησιαρχικό τρόπο μαζεύει η γκλάβα του από το χύμα τσουβάλι της ιστορίας ενός πολύ συγκεκριμένου “τόπου”.

“Ελληνικό” σε αυτή την περίπτωση μπορεί να είναι η αρχαία Σπάρτη, η αρχαία Αθήνα, ο Αλέξανδρος, ο …πολυπολιτισμικός βυζαντινός μεσαίωνας, ο χριστιανός γιόγκι Γρηγόριος Παλαμάς στην σύγκρουσή του με τον “οξαποδώ” Βαρλαάμ, ο μύθος του κρυφού σχολειού, ο μασώνος Γέρος του Μωρηά, ο Ίων Δραγούμης, τα πασχαλινά αρνιά (καίτοι, ασφαλώς, ιουδαϊκό έθιμο),  αλλά πιθανώς και όλως …λαθραίως οι συνεργάτες των … Γερμανών ναζί που γλύτωσαν την “πατρίς” από τον “εβραιομπολσεβικισμό” κλπ. κλπ.

Όλα μαζί μια τόσον ετερόκλητη σαλάτα, και πιθανώς όχι τόσον εύγευστη από μιαν εποπτική της νόησης άποψη.

Γενικώτερα, το “ελληνικό” για τον εθνικιστή και τον φασίστα ας εκληφθεί κατά προτίμησιν ως ένα κατάμαυρο Τοτέμ στον μέσον μιας εθνικής ερήμου γεμάτης από γαλανόλευκα σημαιάκια και νεκροκεφαλές.

 

02429634b9ab1f7dc0a00b599564ad6b

 

Για έναν συμβατικό ή λιγότερο συμβατικό αριστερόφρονα από την άλλη, “ελληνικό” μπορεί να  είναι -για παράδειγμα-  ο Σολωμός, ο Βάρναλης, η αγαθή και συγκινητική ρωμιοσύνη του Ρίτσου ή κάθε εκδοχή “ρωμιοσύνης” που αναγεννάται μέσα από τις στάχτες της, “η πάλη και οι καημοί του λαού μας ενάντια στους κακούς ξένους” (άνευ των οποίων φυσικά δεν θα υπήρχε ελληνικό κράτος, έτσι όπως τελικώς υπήρξε και “προχώρησε” στον χρόνο, προκαλώντας τον εμετό τόσον του Σολωμού όσον και του Κάλβου),  η πάλη κατά του “ντόπιου και ξένου κεφαλαίου”,  και γενικώτερα ό, τι έχει προκρίνει η αριστερή μυθογραφία σε καθαρά λαϊκιστική ή σοβαρότερη εποπτική βάση.

Λέξεις ή έννοιες-σλόγκαν όμως, τόσον στην μια όσον και στην άλλη περίπτωση, και όσον κι αν μπορεί να διαγνώσει κανείς ένα ορισμένο συναισθηματικό-αναμνησιολογικό (και πολύ σχετικό φυσικά) δίκιο στους αριστερούς έναντι της τοτεμικής τερατολογίας των ακροδεξιών, εν τούτοις, το αποτέλεσμα δεν διαφέρει σημαντικά.

Για κάποιους άλλους φυσικά το “ελληνικό” έχει να κάνει με μιαν λιγότερο ή περισσότερο ιμπρεσσιονιστική πρόσληψη του τοπίου της χώρας και του αναμενομένου ή πιθανοτέρου βιώματος που το συνοδεύει: ελληνικό σε αυτή την περίπτωση, για παράδειγμα, είναι ο χρυσαφένιος μεσημβρινός  ήλιος στα ακρογιάλια του Αιγαίου, μια καλή παρέα σε ένα γραφικό μαγαζάκι κατά το δείλι κοντά στην θάλασσα, η μεσογειακή διατροφή, ένα λιτό ορθόδοξο εκκλησάκι κλπ. κλπ. Όλα αυτά μπορούν να συνδυάζονται με διάφορες μορφές της εθνολαογραφίας και να συσσωματώνονται εκλεκτικώς και πολιτισμικώς με την αρχαιότητα ή όχι, με το Βυζάντιο ή όχι κλπ. κλπ.

Όσον, ωστόσο, και αν η τελευταία “πρόσληψη” του ελληνικού μπορεί ασφαλώς να διατηρεί περισσότερον την συμπάθειά μου από τις προηγούμενες δύο “πολιτικο-ιμπρεσσιονιστικές”, εν τούτοις και αυτή ,σε καμμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε, για την δική μου προσωπική γνώμη, να χωρέσει έστω και κατ’ ελάχιστον το “ελληνικό”.

Αυτών των ειδών το “ελληνικό”, σε όλες τις άνω περιπτώσεις, “μυθογραφείται” κατά την επιταγή μιας ισχυούσης-έμμονης ιδέας ή ενός τυπικού, συνήθους βιώματος. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο.

 

theseusmino_phixr

 

Στο ερώτημα “τι είναι ελληνικό”, προσωπικά μπορώ να απαντήσω μόνον για λογαριασμό του εαυτού μου, μην επιθυμώντας κάτι τέτοιο να είναι “δόγμα” ή “επιταγή” για άλλους. Είναι, δηλαδή, μια απάντηση που προορίζεται πρωτίστως για ατομική χρήση και όχι για να πείσει οποιονδήποτε ή να τον “στρατολογήσει” σε μιαν ιδέα.

Σε αυτό το τελευταίο εξ άλλου, βρίσκεται και ένας από τους λόγους της κακοδαιμονίας του σύγχρονου νεοελληνικού κράτους. Ο νεογραικός είναι γεννημένος προπαγανδιστής, παραμορφωτής και λασπάς. Ψοφάει για αγόρευση καφενείου και περισυλλογή οπαδών απ’όπου δη. Ψοφάει ακόμα για την κακοπαρουσίαση των πάντων, όχι μόνον των εχθρών του.

Δεν υπάρχει ίσως άλλος κύριος  λόγος που σήμερα ξόφλησε το ελληνικό κράτος που προέκυψε το 1830. Μόνον και μόνον η μικροδημαγωγική έξη του γραικού φθάνει. Αρκεί για να μπατάρει το καράβι μια και καλή. Εξ άλλου, αν όπως λέει η παροιμία, όπου λαλούν πολλοί κοκκόροι αργεί να ξημερώσει, τότε μπορείτε κάλλιστα να φανταστείτε τι συμβαίνει όταν έχουμε κάτι χειρότερο:

όταν λαλούν μαζί πολλοί γραικοί.

“Γραίκος θνητοίσιν όνειδος μέγα” (ο Γραίκος μέγιστη συμφορά για τους θνητούς), έλεγε ο Ησίοδος στις “Ηοίες” του για τον μυθικό βασιλιά Γραίκο, τον οποίον σε καμμία περίπτωση δεν συγχέει με τον μυθικό Έλληνα, γιο του Δευκαλίωνα και γενάρχη των Ελλήνων.

Άλλος ο ένας, άλλος ο άλλος, και το βλέπουμε ίσως σήμερα καθαρότατα.

 

 

Το ελληνικό για μένα είναι βαθειά ατομικό ή ατομιστικό (και όχι εγωτικό ή εγωκεντρικό όπως είναι το γραικικό) και γι’ αυτό ακριβώς παγκόσμιο. Με μία κουβέντα, πραγματικά ή ασύγκριτα Ελληνικό, κατά την γνώμη μου είναι η Μυθολογία των Ελλήνων.

Και όπως προείπα, αυτό με καθαρά προσωπικά κριτήρια, μην επιθυμώντας στο παραμικρό να επιβάλλω ή να προπαγανδίσω  σε κάποιον άλλον αυτή την προτίμησή μου. “Ασύγκριτα ελληνικό”, με την έννοια, πως αν ποτέ υποχρεωνόμουν ή επέλεγα να ζήσω μόνιμα πλέον σε μιαν άλλην χώρα, η Μυθολογία θα ήταν όλο κι όλο ό,τι θα έπαιρνα από εδώ μαζί μου.

Ό,τιδήποτε άλλο  έχει την αναφορά του σε αυτή την χώρα, μπορεί να μου είναι από αρεστό/σημαντικό (στα πλαίσια ενός δεδομένου καιρού) μέχρι αδιάφορο έως (το πλέον σύνηθες) ενοχλητικό.

Η Μυθολογία των Ελλήνων είναι κατά την γνώμη μου -και αν την δει κανείς από μία ορισμένη αλλά πολύ σημαντική άποψη-  ό,τι προσεγγίζει περισσότερον έναν κόσμο δίχως σύνορα, δίχως κράτη, δίχως πατρίδες, όπως  άλλωστε επιφαίνεται και η ίδια: πλήρως άπατρις. Πρόκειται στην ουσία για Παγκόσμια Μυθολογία.

Τα πάντα σε αυτήν τελούνται σε πολλούς και διάφορους τόπους της μέχρι τότε γνωστής Γαίας, από το νότιο άκρο της Βαλκανικής μέχρι τον Καύκασο, από την Αίγυπτο μέχρι το Γιβραλτάρ (Ηράκλειες Στήλες), από την χώρα των Κιμμερίων (πιθανότατα η σημερινή Σκανδιναβία) μέχρι την Φοινίκη.

Δεν υπάρχουν τοπολογικά δεσμά στην Μυθολογία των Ελλήνων, και όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό, είναι καταδικασμένος να έχει στο μυαλό του μόνο το “γραικικό”, αλλ’ όχι το ελληνικό.

 

Hercules_img1

 

Υπάρχει, ακόμα και εξ ίσου, κάτι το παγκόσμιο (και όχι “κοσμοπολίτικο”)  στην πρόθεση και το πεπρωμένο κάθε πρωταγωνιστικής φιγούρας της Μυθολογίας , κάτι που ορίζει την σύμπασα κουλτούρα ενός μυθικού χρόνου όχι από τοπικούς περιορισμούς αλλά από την όποια τυχοδιωκτική αναζήτηση ενός ήρωα επί της Γαίας.

Θυμηθείτε το ταξίδι του Ιάσονα στην Κολχίδα, τις περιπέτειες του Οδυσσέα, τις αναζητήσεις του Ηρακλή σε ολόκληρη σχεδόν την υδρόγειο, τις πολύ ριψοκίνδυνες  αποστολές του Περσέως, τα πάθη του “ήρωος ανάμεσα στους θεούς, και θεού ανάμεσα στους ήρωες” όπως αποκάλεσε ο Karl Kerényi τον θεό Διόνυσο, κλπ. κλπ.

Επιπλέον, οι Ήρωες της Ελληνικής Μυθολογίας δεν διστάζουν να συγκρουστούν ακόμα και με τους θεούς. Σπάνια θα το δείτε αυτό σε άλλη μυθολογία. Θυμηθείτε τον Ηρακλή τι τράβηξε από την Ήρα, τον Βελλεροφόντη που μια συμμαχούσε με τους θεούς και μια τους πολεμούσε, τον Οδυσσέα που δεν τον άφηνε σε ησυχία ο κακόβουλος Ποσειδών,

ακόμα, τον Προμηθέα που στην ουσία ηγείτο μιας κατά κάποιο τρόπο “εξέγερσης” ενάντια στους θεούς, και άλλους και άλλους.

 

 

Γιατί τα λέω όλα αυτά;

Επειδή, ειλικρινά έχω βαρεθεί με την στενόμυαλη τοπολατρεία και τον χρόνιο (και όχι πάντοτε συνειδητό) “εθνικισμό”, δεξιό, κεντρώο και αριστερό. Ό,τι πιο ανόητο και ρηχό. Ακόμα, ό,τι περικλείει με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια το “σπέρμα του Κακού”.

Κανείς δεν έχει στην πραγματικότητα λόγο να επαίρεται για τον τόπο της υλικής καταγωγής του και δεν υπάρχει τόπος καταγωγής που να μην είναι για γέλια, αν το δει κανείς από μια μακροπρόθεσμη φαρσοθυμική προοπτική της Ιστορίας.

Θυμηθείτε τον Πελία, τον βασιλιά της Ιωλκού και πόσον ανατρίχιασε όταν είδε μπροστά του τον μονοσάνδαλο Ιάσονα, τον μοιραίο εκείνον άνθρωπο για τον οποίο ο χρησμός είχε προφητέψει κάποτε πως θα έφερνε την καταστροφή στο βασίλειό του.

Ο Πελίας ήταν γερά δεμένος στα χώματα της πατρίδας του, ένα ανθρωπάκι προσηλωμένο στον τόπο του και τα προσωπικά αγαθά του. Πάνω απ’ όλα ένας φοβισμένος σφετεριστής.

Ο Ιάσων το ακριβώς αντίθετο: ένας σκοτεινός, πολύ σκοτεινός τυχοδιώκτης που κανένας τόπος δεν μπορούσε να τον χωρέσει. Άλλως, ένας ήρωας από εκείνους με τους οποίους οι θεοί συνηθίζουν κάποτε να συμμαχούν για να φέρουν την τελειωτική ερήμωση και καταστροφή σε μιαν εικόνα παρακμής.

Στις περισσότερες περιπέτειες, άλλωστε, της Μυθολογίας υπάρχει μονάχα ο Ήρως και απέναντί του η Παρακμή (θυμηθείτε ακόμα τον Ηρακλή και τον Θησέα καθώς και τους κακοποιούς που αντιμετώπισαν). Το “πλήθος”, στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι σκανδαλωδώς απόν ή με καθαρά τυπική παρουσία.

Όπως και να ‘χει, αυτή η χώρα μπορεί να ναυάγησε (όχι φυσικά ότι δεν έχει να παρουσιάσει στο πέρασμα του χρόνου ωραία, όσα και αν είναι αυτά, πράγματα και κάποιους ωραίους ανθρώπους), αλλά δεν περικλείει κατ’ ανάγκην ή αποκλειστικώς ή κατά προτεραιότητα το “ελληνικό”, όπως τουλάχιστον μπορεί να το έχουμε μερικοί στο μυαλό μας ακόμα.

Επειδή, η ελληνική σκέψη, αφορά τόσον τον κάτοικο αυτής της χώρας, όσον και τον Ταϋλανδό, τον Ρώσο, τον Ινδό, τον Αυστραλό, τον Λιθουανό, τον κάτοικο των νησιών Φερόες.

Είναι πάντοτε η άγρια αίσθηση Ελευθερίας, αλλά και μιας ανώτερης παιδείας καθ’ όλην την έκταση της γαίας που συναποκομίζει στα ταξίδια του ο τυχοδιώκτης-ήρως της Μυθολογίας και το βίωμα αυτό είτε ανήκει δυνητικώς σε όλους τους ανθρώπους πέρα από τοπικούς-εθνικούς περιορισμούς είτε σε κανέναν.

 

48974424

 

Kυρίως, θα έλεγε κανείς,  είναι που σε κρίσιμες και αυτοκαταστροφικές εποχές όπως η σημερινή, καταλαβαίνουν ολοένα και περισσότεροι πως είναι ΕΓΚΛΗΜΑ να διαχωρίζεις με απόλυτο τρόπο τους ανθρώπους σε εθνότητες και κουλτούρες ερμητικά κλειστές μεταξύ τους.

Δεν είναι ζήτημα αφηρημένου “ανθρωπισμού”, δεν είναι ζήτημα αιθεροβατισμού τη στιγμή που μια ολοένα φασίζουσα-συντηρητική πραγματικότητα έξω υπαγορεύει φαινομενικώς άλλες ανάγκες (δεν υπάρχει έτσι κι αλλιώς τίποτε πιο εξωπραγματικό σε κάθε εποχή απ’ ό,τι επικαλείται έναν κακώς εννοούμενο “ρεαλισμό” και τίποτε που να ναυαγεί πιο μπροστά απ’ αυτό),

αλλά ζήτημα ενός βλέμματος με βαθύτερη προοπτική στον χρόνο.

Εκεί που ο απελευθερωμένος Προμηθεύς Πυρκαεύς καθιστά εκ των πραγμάτων, όλη την τρέχουσα σημερινή φλυαρία του φόβου και τις πλαστές προτεραιότητες που υπαγορεύει, μια χυδαία χίμαιρα της ιστορίας  και μόνον,

τέτοια σαν και αυτήν που αντιμετωπίσε ο Βελλεροφόντης, ο κατ’ εξοχήν αριστοκράτης των ηρώων, και βγήκε -όχι δίχως μεγάλο κόπο- νικητής.

 

 

 

Advertisements