Skip navigation

 

mainbar

 

Η μόδα που ευδοκιμεί εδώ και αρκετά χρόνια στο διαδίκτυο, ήτοι η επίδειξη “διδακτικής” προς νέους ποιητές ή γενικώτερα σε άτομα νεαρής ηλικίας, τα οποία εικάζεται πως μπορεί να ασχοληθούν κάποια στιγμή με την ποίηση, έχει ασφαλώς -και σ’ ένα βαθμό, γιατί πέρα απ’ αυτόν, ισχύει το τετριμμένο “άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου”- μιαν εξήγησή της.

Δεν υπάρχει πιο άχαρος εξουσιαστικός ρόλος, είτε επισυμβαίνει με πλήρη συνειδητή βούληση είτε ημισυνειδήτως, από εκείνον του “λογοτέχνη”.   Οι λογοτέχνες, όπως άλλωστε έχω ξαναπεί, είναι κατά την γνώμη μου άτομα που πλην εξαιρέσεων δεν διακρίνονται για την ευφυία τους. Επιθυμούν να κυριαρχήσουν σε κάτι που δεν δύναται αντικειμενικώς να τους προσφέρει την αίσθηση του κυριαρχείν. “Εξουσία” με την πιο ρεαλιστική έννοια μπορεί να ασκήσουν ελάχιστα, ελαχιστότατα λογοτεχνικά ονόματα κάθε φορά και σε κάθε εποχή, ή οι νομπελίστες. Προς τούτο, λοιπόν, προς μια αίσθηση δηλαδή του “εξουσιάζειν”, θα ήταν σαφώς εξυπνότερο να θελήσουν να γίνουν βουλευτές ή δημοσιογράφοι.

Πέρα από αυτό, “συνταγές” στην ποίηση, απόλυτες και με καθολική αποδοχή, ευτυχώς, δεν πρόκειται να υπάρξουν ποτέ. Η επιτυχία (με την έννοια της ποιότητας του αποτελέσματος και όχι κατ’ ανάγκην της δημοσιότητας) μιας ποίησης είναι εν πολλοίς ανεξήγητο φαινόμενο, όσον κι αν μπορεί να αναλυθεί σε επιμέρους διακριτά χαρακτηριστικά της.

Η ποίηση είναι πάνω απ’ όλα ΜΑΓΕΙΑ. Και το μυστικό της είναι απλό: είτε κατέχεις από φυσικού σου αυτή την δύναμη της μαγείας είτε όχι. Τα υπόλοιπα ανάγονται σε μια δευτερεύουσα διάσταση του “χρόνου”  και σε μια καθαρά προσωπική προοπτική ανάπτυξης.

Σε αυτή την βάση άλλωστε έγκειται το καλύτερο και πιο αξιόπιστο τεστ επιτυχίας ή αποτυχίας μιας γραφής που μπορεί κάλλιστα να συνοψισθεί σε κάτι σαν κι αυτό:

αν ο αναγνώστης “αφαιρέσει” φαντασιακώς από το μυαλό του την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης γραφής της οποίας την αναγνωστική εμπειρία έχει ήδη αποκτήσει μέσα από την συνολική θέα γραφών που ευδοκιμούν σε εκδοτικό χώρο, διαδίκτυο,  ιδιωτική εμπειρία του, κλπ.,

και αναρωτηθεί κατά πόσον αυτή η αφαίρεση του δημιουργεί την αίσθηση ότι ΚΑΤΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΛΕΙΠΕΙ ΠΛΕΟΝ από την συνολικότερη θέα του, τότε ήδη έχει μια σοβαρή πυξίδα του προσανατολίζεσθαι μέσα στο χάος των εντύπων και των ηλεκτρονικών εκδόσεων και αναρτήσεων.

Αν πει με το νου του “ε δεν χάλασε ο κόσμος, κάλλιστα αυτή η γραφή θα μπορούσε να μην υπάρξει, δεν είναι κάτι καινούργιο ή κάτι που μπορεί να σου χαραχτεί στο μυαλό”, τότε η γραφή αυτή, πολύ απλά, είναι αποτυχημένη ή αν όχι αποτυχημένη, τουλάχιστον με πολύ περιορισμένο λόγο ύπαρξης.  Αν, αντιθέτως, πει: “ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙ!”, τότε κρίνεται ως επιτυχημένη πια μέσα στο μυαλό του.

Κάτι τελείως διαφορετικό, λοιπόν, που δεν έχει να κάνει με τα εμπορικά κριτήρια της αγέλης, την φτηνή, άτεχνη “πρόκληση” ,την προπαγάνδα ή την έκταση δημοσιότητας.

Από εκεί και πέρα δεν έχει κανένα νόημα να θέλεις να το “παίξεις” άρχων σ’ ένα χωριό 500 ατόμων (ειδικώτερα και όσον έχει να κάνει με την ποίηση στην Ελλάδα, δεν είναι μεγαλύτερος ο αριθμός των ανθρώπων που μπορεί να εκληφθούν ως συστηματικοί αναγνώστες της).

Εξ αυτής, συνεπώς, της απόψεως, οι γραφικές εκείνες απόπειρες “διδακτικής” προς νέους ανθρώπους, τραγικά γραφικότερες μάλιστα αν προσομοιάζουν στο στυλ “μηχανικού αυτοκινήτου” που αναλύει στα επιμέρους τον κινητήρα, για να δείξει ότι ξέρει τα “μυστικά της δουλειάς”, -λες και η ποίηση θα μπορούσε ποτέ να είναι ένα πτώμα γραφής δίχως ΜΑΓΕΙΑ πάνω της και δίχως ΝΑ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ συνεχώς τα πάντα, και κυρίως κάθε αυτοσχέδιο ή όχι “κανόνα”-,

αυτές οι απόπειρες, λοιπόν, θυμίζουν αποτυχημένο νούμερο κωμικού επί σκηνής, ο οποίος εις μάτην περιμένει να γελάσει το κοινό.

Εν τέλει ο κωμικός -και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου- πανικοβάλλεται και ασυνείδητα υψώνει και κουνάει τα χέρια του εν είδει προτροπής και καλέσματος. Σαν να τους λέει “εμπρός, σειρά σας τώρα, μα γελάστε επιτέλους!”.

Δεν έχει και μεγάλο άδικο μέσα στην αγωνία του, εδώ που τα λέμε. Έτσι κι αλλιώς, μόνο για γέλια είναι αυτές οι “συμβουλές” προς τους νέους.

 

 

Advertisements