Skip navigation

 

090713-F-1405A-132

 

Το ερώτημα για το αν η κλίση και η ανάγκη “γεννούν” έναν ποιητή ή μια “συγκεκριμένη γλωσσική μορφή έκφρασης” είναι τελικώς εκείνη που εντοπίζεται σε αυτόν τον ρόλο, τούτο δεν επιδέχεται κατά την γνώμη μου μιαν απόλυτη απάντηση, αλλά σίγουρα όμως μιαν ισχύουσα τέτοια, κατά πλειοψηφία περιπτώσεων διαπιστωμένων ή/και πιθανολογουμένων. Στην επιστολή του προς το παρόν ιστολόγιο (που αναρτήθηκε πριν από λίγες ημέρες), ο Γιάννης Πατίλης με εκείνη την διακριτική χρήση κάθε σχετικότητας στους όρους που μπορεί να ανιχνεύσει κανείς σε λογοτέχνες μιας άλλης πολύ πιο σοβαρής και ποιοτικής  εποχής, τείνει προς μιαν αποδοχή της μη κατ’ ανάγκην γέννησης ενός ποιητή από μια συγκεκριμένη γλωσσική μορφή. Η υπόθεση του Ελύτη, αλλά και παραπλήσιες με αυτήν είναι ιδιάζουσα και θα την δούμε πιο κάτω.

Ο ποιητής είναι “περιπέτεια εκ γενετής”, θα δηλώσει σε ανύποπτο-ύποπτο χρόνο ο Νίκος Καρούζος. Ό,τι στη σημερινή άθλια (και) από λογοτεχνική άποψη εποχή θα φάνταζε ως “προτροπή μύθου”, όπως η παραπάνω δήλωση του Καρούζου, εν τούτοις δεν συνιστά τίποτε περισσότερο από ευφυή απόδοση μιας πιο “ξεκάθαρης” πραγματικότητας έναντι κάθε λαϊκού λογοτεχνικού μύθου όπως μπορεί να ευδοκιμεί στις μέρες μας. Και η γραμματολογία επειδή απλώς είναι γραμματολογία δεν στερείται προσαρμοσμένων (ή μη) στην φύση της λαϊκισμών, λουμπενισμών και γελοιοτήτων, ιδιαίτερα στην χαμένη χώρα που ονομάζεται Ελλάδα.

 

Wilshire_and_Western_1933

 

Κατά συνέπεια,  συνυπολογίζοντας μιαν αποδοχή και αναμέτρηση πεπρωμένου που προοιωνίζει η καρουζική διαπίστωση, δεν μπορεί παρά να κλίνουμε με σαφήνεια προς την εξακρίβωση εκείνη που μας λέει ότι τον ποιητή δεν τον “γεννά” η γλώσσα -έστω και αν είναι το πλέον αναπόσπαστο με αυτόν όχημα της καλλιτεχνικής έκφρασής του- αλλά μια μοίρα ιδιαίτερη, τέτοια, που μόνον μετά από μακρόχρονη άσκηση της ποίησης μπορεί κάποτε ο ίδιος να αρχίσει να υποψιάζεται σε όλες τις συνισταμένες και διεκτάσεις της .

Η γλώσσα, λοιπόν, να το πούμε άλλη μια φορά, δεν μπορεί να “γεννήσει” έναν ποιητή. Το πολύ, -και ίσως το σημαντικότερο- μπορεί να τον “ανδρώσει”. Ο γλωσσοκεντρισμός, επομένως, ως ποιητική ιδεολογία μπορεί να είναι ξόρκι, να ενέχει λατρεία, να συνιστά  καλόπιασμα μιας δύναμης συντελειακής όπως η γλώσσα, δεν απορρέει όμως από την ουσία της.

Μονάχα όταν το ποιητικό φαινόμενο τροφοδοτείται -όσον συνειδητά τόσον καλύτερα- από τις μη γλωσσικές πηγές του, μπορεί να έχουμε γλώσσα πλούσια, εύστροφη και διεξοδική. Η αυτοαναφορικότητα της γλώσσας οδηγεί σε πτώχεια ή και πλήρη ανοησία.

Το ποιητικό μυστήριο, το οποίο έτσι κι αλλιώς συνδέεται με το Μυστήριο του όντος, είναι πάνω απ’ όλα υπαρξιακό μυστήριο.  Αν θα ταύτιζε κανείς  από καλλιτεχνική άποψη πλήρως την γλώσσα με το ποιητικό φαινόμενο και δεν εξελάμβανε πως απλά αυτά τα δύο συμπίπτουν λειτουργικά, τότε η ποίηση θα είχε αποβεί άσκηση κλινικής ηλιθιότητας για μπαμπουίνους.

Πάρτε για παράδειγμα την περίπτωση του Σολωμού, ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές της ελληνικής γλώσσας. Δεν ήξερε ελληνικά.

Ο Σολωμός σκεφτόταν στα ιταλικά και με κόπο προσπαθούσε να μάθει/ξαναμάθει/θυμηθεί κάποια από, τα ελληνικά (του). Και όμως η ποίησή του είναι ένα επίτευγμα που ξεπερνάει κατά πολύ αυτό το “αναπάντεχο”.

 

 

Βέβαια, δεν θα είχαν όλοι οι ποιητές εν προκειμένω την “ευχέρεια” του Σολωμού. Πρέπει να σημειωθεί πως ο Σολωμός ήταν τρομαχτικά καλλιεργημένος από φιλοσοφική άποψη  και σε βαθμό ασυνήθιστο για Έλληνα ποιητή. Επρόκειτο για ένα εξαιρετικά έξυπνο άτομο με πολύ οξυμένη αντίληψη και βαθειά αίσθηση κάθε εννοιολογίας.

Σε κάθε περίπτωση όμως είναι ακριβώς το “πέραν” της γλώσσας που μπορεί να δώσει δύναμη και ακτινοβολία στην ποιητική γλώσσα, αλλιώς δεν μένει παρά ένα μονοσήμαντο πράγμα, το οποίο στο βαθμό που ταυτίζει γλώσσα και ποιητικό φαινόμενο δεν μπορεί παρά να προβεί και στο δεύτερο απονενοημένο διάβημά του, να ταυτίσει δηλαδή γραφή και υποκείμενο με αποτέλεσμα να παράγεται αφειδώς στις μέρες μας ένα αμήχανο, είτε ντροπαλά υμνητικό είτε -υποτίθεται- αυτοβιογραφικό κατασκεύασμα που αδυνατεί να εκτυλίσσεται πέραν της αναμνησιολογίας (αληθινής ή όχι δεν έχει σημασία) και των τεσσάρων τοίχων του εαυτού.

Αυτό είναι παρακμή, τίποτε λιγότερο τίποτε περισσότερο. Αποσύνθεση είναι και αυτό φυσικά, όμως και άλλα χειρότερα.

Ο Πατίλης, λοιπόν, πολύ σωστά επισημαίνει ως προς το θέμα μας την περίπτωση του Ελύτη. Δεν θα μπορούσε παρά να συμφωνήσει κανείς στο ότι όντως ο Ελύτης είναι ειλικρινής όταν συνδέει “εκ θεμελίων”  την μοίρα της ποιητικής γραφής του “μόνον” με την ελληνική γλώσσα. Πράγμα λογικό άλλωστε: είναι τόσον ελληνοκεντρικός με την καλύτερη σημασία της λέξης, ώστε πραγματικά θα εξεπλήσσετο κανείς αν δεν προέβαινε σε μια τέτοια παραδοχή. Η ομολογία του Ελύτη δεν είναι άλλη μια κούφια επίδειξη λατρείας και καλόπιασμα προς την ελληνική γλώσσα, αλλά, όπως υποψιάστηκε  ο Πατίλης, ειλικρινής. Θα προσέθετα, “αναπόφευκτα” ειλικρινής με βάση τα προλεχθέντα.

 

Ioulitailiopoulou4_h_645_450_phixr

 

Πέραν όλων των άλλων, η “Ελλάδα” του Ελύτη ήταν η τελευταία ευκαιρία για αυτή τη χώρα. Χάθηκε φυσικά. Είναι πολύ δύσκολο ένας ποιητής, ακόμα και αν έχει την προβολή που του παρέχει ένα Νόμπελ, να επηρεάσει ο,τιδήποτε. Η ποίηση, έτσι κι αλλιώς, το ξέρουμε καλά, δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, τουλάχιστον άμεσα (αν πάρει στα σοβαρά αυτή την ιδέα το πιο πιθανό είναι πως θα κατρακυλήσει στο λαϊκισμό ή και τον λουμπενισμό). Το πολύ πολύ να αλλάξει όσους είναι ήδη αλλαγμένοι από μόνοι τους.

Δεν θα μπορούσε, λέγαμε, η “άλλη” Ελλάδα που είχε στο νου και την καρδιά του ο Ελύτης, μια Ελλάδα αισθητικής  και νοητικής αρτίωσης αλλά και μιας βαθύτερης  υπαρκτικής ευγένειας να γίνει ποτέ πραγματικότητα. Η κατηφόρα από ένα σημείο και μετά ήταν ανεπίστρεπτη γι’ αυτή τη χώρα. Τα ακριβώς αντίθετα είδαμε. Πάνω απ’ όλα όμως, ο Ελύτης υπήρξε πραγματικός ποιητής: δεν έστεργε την αμεσότητα, ο ποιητικός λόγος γι’ αυτόν ήταν μιας άλλης εμβέλειας, μη άμεσα ορατής, μη άμεσα εφαρμόσιμης. Θα πει πριν από λίγα χρόνια η μούσα και σύντροφος των τελευταίων χρόνων της ζωής του, αξιόλογη ποιήτρια, Ιουλίτα Ηλιοπούλου τα εξής σε μια συνέντευξή της:

“Η ποίησή του δεν είναι προσδεδεµένη στο γεγονός, αποσπάται από τα συµβάντα και τα µεταπλάθει στοχεύοντας στην απώτατη ουσία των πραγµάτων”. (ΤΟ ΒΗΜΑ, 30/10/2011).

 

elytis-iliopoulou-660_phixr

 

Αυτό, ασφαλώς,  είναι ο πραγματικός δημιουργός. Αυτή η “απόσπαση”, το απομεμακρυσμένο βλέμμα που είναι όρος εκ των ουκ άνευ για την δημιουργία κάθε ουσιώδους ποίησης, δεν ειναι κάτι που μπορεί να συμβαδίσει εύκολα με τον χαρακτήρα του μέσου παρακμία ποιητή των τελευταίων χρόνων.

Ποια “απόσπαση” σήμερα; όταν πλείστοι όσοι γραφιάδες πρέπει να ταίζουν ένα συνήθως μικρό κοινό στο facebook τακτικότατα ή και καθημερινά με “στίχους” και “φρασούλες”, η “απόσπαση” είναι αδύνατη. Σε αυτή την περίπτωση, μόνο ο δρόμος της υποκουλτούρας είναι ανοιχτός, αλλά και η δημαγωγία που συνοδεύεται από το απλωμένο πιατάκι του επαίτη για λίγα ή περισσότερα λάικ. Τελικά διαπιστώνεται αναπόφευκτα η λήθη σε αυτές τις περιπτώσεις  είτε βραχυπρόθεσμα είτε αργότερα (νόμος στην λογοτεχνία),

σε μια χώρα που παραδίδεται σε κάτι χειρότερο από τη λήθη: την ωμή και χωρίς προσχήματα πλέον αποσύνθεση.

 

 

Advertisements