Skip navigation

fnte

 

Στην πόλη αν δεν ανήκεις σε μια συμμορία, τότε όλες οι συμμορίες πέφτουν να σε φάνε. Ιδιαίτερα αν έχεις στον ενεργητικό σου το ξεκλήρισμα μιάς από αυτές. Αυτό δεν συγχωρείται, εκλαμβάνεται ως απειλή για όλους,

ακούστηκε η φωνή πίσω από τον πάγκο του καφέ-μπαρ λίγο έξω από την πόλη όπου σταμάτησε ο Αλφρέδο Άρες για να πάρει μια ανάσα.

Φωνή, ελαφρώς ενοχλητική, κάτι ανάμεσα τσακισμένη σοκολάτα και σοπράνο καρχαρίας.

Ο Αλφρέδο Άρες γύρισε και κοίταξε τον μπάρμπαμαν: η φυσιογνωμία γνωστή,  πώς ξέπεσε εδώ, σκέφτηκε.

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΤΖΩΝ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ

Συμπαθητικός μουρλοπαρλόγερος, συστηματικός, φιλόπονος βοτανοσυλλέκτης και βοτανολόγος, τιμώμενος από μύγες και κουνούπια, όμως κακοφωνίξ και ασχετίδης στα πανηγύρια των τραγουδοποιών.

 

Αυτό το τελευταίο, όπως εξηγούσε αργότερα, τον πίκραινε πολύ, γιατί τα πανηγύρια, περισσότερο και από τα βότανα, ήταν η μεγάλη αγάπη της ζωής του.

 Ο ντον Πατάτα, ως γνωστόν ήταν ηλίθιος, αποτυχημένος μικροαρχηγός, αλλά χρήσιμος ηλίθιος, δήλωσε ξαφνικά ο Τζων Κολοκοτρώνης στον Αλφρέδο Άρες. Για ποιο λόγο λοιπόν να έφτιαχνα την δική μου συμμορία αν μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει μερικούς “καμμένους” σαν κι αυτόν προκειμένου να μην καεί ο ίδιος; έτσι σκεφτόμουν πάντα σε, ας πούμε, συνεργατικό πνεύμα.

Όμως, εσένα, Αλφρέδο, πάντα σε υποψιαζόμουν ως εχθρό μου, για δύο λόγους:

ο πρώτος είναι πως δεν ανήκεις σε καμμιά συμμορία και αυτό είναι τρομερά ανησυχητικό, ο δεύτερος λόγος επειδή είμαι παρανοϊκός και πάντοτε φοβάμαι ότι θα με πυροβολήσουν, μου πήρε και τα μυαλά ο Πατάτα ότι τάχα με πυροβολούσες και σκέφτηκα μπας κι έχει δίκιο το βόδι; μπας και όντως ο Αλφρέδο Άρες με πυροβολάει;

Έρριξα βέβαια κάποιους πυροβολισμούς, αλλά πέσανε αλλού, είμαι τραγικά άστοχος σε αυτά, κάποια αδέσποτη σφαίρα μάλιστα έπεσε στην μπουγάδα μιας κυράς που με έκανε μετά τόπι στο ξύλο. Δεν πρόκειται να σου το συγχωρήσω αυτό ποτέ, Αλφρέδο Άρες,

μια άλλη φορά, είπα να το παίξω “ελεύθερος” σκοπευτής. Ανέβηκα σε έναν μιναρέ και σε περίμενα, αλλά είχα ξεχάσει το πιστόλι. Κατέβηκα λοιπόν ξανά κάτω, αλλά μόλις με είδαν κάτι σκυλιά, τρομάξαν και με πήραν στο κυνήγι. Κατόπιν τούτου, μπήκα στο μιναρέ για να γλυτώσω, αλλά τρόμαξε και ο μουεζίνης μόλις με είδε και έφαγα κάτι ψιλές και από αυτόν, με έβρισε μάλιστα στην Εσπεράντο , όχι όχι, δεν σου τα συγχωρώ όλα αυτά, Αλφρέδο Άρες.

Γαζώσαμε όλη την πόλη τόσα χρόνια για να σε ξεκάνουμε, συνέχισε αναστενάζοντας σαν καρβέλι ο μπάρμπαμαν, αλλά τρίχες. Μια χαρά σε βλέπω. Τι στο καλό πια, αν δεν μπορούμε τόσα άτομα μαζί να φάμε έναν άνθρωπο που δεν ανήκει σε συμμορία και πορεύεται στην πόλη μόνος του, τότενες, τι το θέλουμε το μαγαζί; γι’ αυτό και σιγά σιγά το διαλύουμε, Αλφρέδο Άρες. Ο ντον Πατάτα τρελλάθηκε εντελώς (λες και ήταν στα καλά του ποτέ), από το παράθυρό του παραφυλάει τους περαστικούς στο δρόμο και τους εκσφενδονίζει πατάτες, ενώ εγώ ήλθα εδώ για να αλλάξω παραστάσεις: σερβίρω καφέδες, ποτά και σαλέπι στους περαστικούς, τέτοια πράγματα μα όχι θάματα πια,

είπε ο Τζων Κολοκοτρώνης βγάζοντας ένα πιστόλι και σημαδεύοντας τον συνομιλητή του.

ΞΕΡΕΙΣ ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΡΕ; ρώτησε ξαφνικά ο τρελλόγερος με υπερτσιριχτή φωνή ενώ το χέρι του έτρεμε σε πλήρη συγχρονία με την φωνή του. Θα έλεγε μάλιστα κανείς, πως άνθρωπος και φωνή, φωνή και άνθρωπος ομού χοροπηδούσαν τήδε κακείσε σαν ελατήριο που ‘σπασε ξαφνικά από κάποιο μεγάλο πεπρωμένο κατά πάσα πιθανότητα ρέστο πλέον.

Γιατί δεν τα παρατάς, αφού είσαι τέτοιος  γκαφατζής σκοπευτής και δεν αφοσιώνεσαι αποκλειστικά στην βοτανική; του αντέτεινε τότε ο Αλφρέδο Άρες.

Επειδή, εξήγησε ο  Κολοκοτρώνης, πάντα έχω μια πέτρα κολλημένη πίσω μου, όπως άλλωστε λέει και το όνομά μου. Δεν ησυχάζω αν δεν την εκσφενδονίζω κάπου ανά κάποια διαστήματα. Πάντα κάτι με “τρώει”!

Καλώς, είπε τότε ο Αλφρέδο Άρες. Βλέπω, ωστόσο,  ότι με σημαδεύεις, προτίθεσαι μήπως να με πυροβολήσεις;

Βεβαίως, θα πατήσω και την σκανδάλη κιόλας, απάντησε ο Κολοκοτρώνης με τρεμάμενη φωνή,

Λέγεται πως εκείνο το βράδυ ο Τζων Κολοκοτρώνης έκανε το μπαρ πλήρως ρημαδιό με πάνω από τριάντα σφαίρες,  άλλ’ αντ’ άλλων.

Ο δε Αλφρέδο Άρες, ελέχθη ακόμα, δεν χρειάστηκε καν να σηκωθεί από την θέση του. Ήρεμα τελείωσε τον καφέ του, τον πλήρωσε στον Κολοκοτρώνη και έφυγε.

 

 

Advertisements