Skip navigation

 

 

Το τι ακριβώς αναζητούσε ο νεαρός Bach όταν διένυε 400 χιλιόμετρα με τα πόδια για να φτάσει στο Marienkirche του Lübeck και να ακούσει τον μεγάλο μάιστερ Buxtehude, αυτό δεν ήταν κάτι διαφορετικό από τον σπινθήρα εκείνον, ο οποίος μπορεί να μεταμορφώσει μιαν ολόκληρη εποχή (και πέραν αυτής) σε κάτι “άλλο” που την βεβαιώνει και αρνείται ταυτόχρονα με όρους έργου της τέχνης.

Το γερμανικό μπαρόκ πάνω απ’ όλα ήταν μια υπόθεση ανάμεσα σε εξαιρετικά ταλαντούχους και ιδιοφυείς ανθρώπους που με την πρώτη ματιά ανεγνώριζαν ο ένας τον άλλον. Τέχνη πολύ πιο πάνω από την εποχή της, διέφευγε συνεχώς από το Γαιόφως της Ιστορίας προς τα πλέον απρόσιτα στην ανθρώπινη αντίληψη ουράνια βάραθρα. Όποιος καταλάβαινε, καταλάβαινε.

Ο προκάτοχος του Buxtehude στο Marienkirche, Franz Tunder, αναμφίβολα σημαντικός συνθέτης (την κόρη του οποίου, Anna Margarethe, παντρεύτηκε ο Buxtehude),  ήταν, θα μπορούσε να πει κανείς, κάτι σαν μια καθαρή έναστρη νύχτα στην μουσική του.

Οι μεγάλες συννεφοστοιχίες στις τοκκάτες και φούγκες του Buxtehude και του Bach (καθώς και οι διαμαρτυρίες από τους συγχρόνους τους για την πολύπλοκη και υποτίθεται “μπερδεμένη” μουσική τους, ιδιαίτερα του δευτέρου) θα έλθουν αργότερα ως κατάληψη πραγματικότητας εν αιθρία.

Είθισται οι άνθρωποι να βλέπουν κάτι ρομαντικό στα σύννεφα. Ο Buxtehude και ο Bach έβλεπαν σε αυτά πρωτίστως την εισβολή του Μυστηρίου.

“Ιδού έρχεται μετά των νεφελών”. Πολύχρωμες οι συγχορδίες του Buxtehude, ωσεί φλεγόμενα ουράνια βιτρώ που απλώνονταν στον ορίζοντα καταλαμβάνοντας προοδευτικά κάθε ορατή έκταση της Γαίας.

Εν τω μεταξύ, οι πληθυσμοί των μετα-αναγεννησιακών πόλεων σε ανυποψίαστη, χαρωπή passacaglia, έχοντας ακόμα καιρό για να φτάσουν στο αδιέξοδο της Ιστορίας, εκεί όπου τίποτε άλλο δεν οφελεί, μήτε η γνώση μήτε η μέριμνα, ει μη η αποκατάσταση του Φαέθοντος μέσα από τα κρυμμένα κλαβιέ του Ουρανού.

 

 

Advertisements