Skip navigation

 

 

 

 

 

Ο ΚΛΙΝΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

(όταν καταστρέφεται μια χώρα, υπάρχει ελπίδα ακόμα – όταν πεθαίνουν ο εγκέφαλος και η λογική της, καμμία)

 

1. Αν η πραγματικότητα, από καθαρά υπαρκτική/φιλοσοφική άποψη, είναι η εκάστοτε προτιμώμενη φαντασία,

2. τότε η πραγματικότητα του facebook, είναι οι εκάστοτε αλληλοαποκλειόμενες φαντασίες ανάμεσα στους χρήστες του.

Το (1) είναι κάτι σαν, ας πούμε,  ονειροντολογικός ορισμός, που απλά επισημαίνει μιαν Αλήθεια (με την πλήρως φιλοσοφική έννοια ότι, δηλαδή, δεν υπάρχει εκεί έξω καμμία “αντικειμενική” πραγματικότητα, κοινή για όλους, και ότι οι “πραγματικότητες” είναι όσες τα υποκείμενα, και προ-επιλεγμένες), αλήθεια, ακόμα και όταν αυτή μπορεί να ερμηνευθεί στην χειρίστη εκδοχή της παρωδίας της, ήτοι της μονοκόμματης ονειροπόλησης και του απλοϊκού ετσιθελισμού.

Το (2), όμως, (fb-state of mind), είναι σκέτη, καθαρή, παρωδία χωρίς απολύτως καμμία πραγματικότητα, τουτέστιν, η πραγματικότητα όχι ως η εκάστοτε προτιμώμενη φαντασία, αλλά ως η εκάστοτε προτιμώμενη, -για όποιους λόγους (τρόπος του λέγειν)-, παρανοϊκή υπεραυθαιρεσία,

και κάπου εδώ, αυτοκαταργείται το όλο πράγμα, ακόμα και ως παρωδία του εαυτού του, και απομένει μόνο το ευγενές βλέμμα του βοδιού, όταν ματαίως προσπαθεί να αναθαρρήσει, “κολλημένο” και σκεπτόμενο την πιθανολογούμενη ή θρυλούμενη διαφορά του από το χοιρινό κρέας.

 

 

 

 

Advertisements

 

 

 

 

Μια παθιασμένη, ολοσύγκορμη αγκαλιά στο ίδιο εγκαταλελειμμένο υπόστεγο. Είχαν προσαπορροφηθεί τόσον πολύ μεταξύ τους σε κάθε δριμύτητα, όσον ρημάζανε μαζί τα απομεινάρια ενός παγκόσμιου χρόνου προς όφελος ενός ιδιωτικού ρίγους που τους συνήρπαζε μέχρι τις εσχατιές της πιο ηδονικής σκοτοδίνης.

Στην μεγάλη εξωτερική επικράτεια απλώνοταν μονίμως ένα χλωμό σκότος – ο ήλιος δεν ανέτειλε πλέον στον ορίζοντα, αλλά μόνον μέσα στους ανθρώπους,

των όσων πλέον, των σίγουρα όχι πολλών, μπορούσε το εσώτερο και διαρκέστερο είναι τους να τον αντέξει.

 

 

Μόλις έξω από το υπόστεγο, -το οποίο, παραδόξως, ενέμενε αρκετά φωτισμένο- από την μια πλευρά, φαινόταν ένας βρώμικος, πλήρως παρατημένος τόπος, και από την άλλη, σκορπισμένα εδώ κι εκεί σκέλεθρα λόγου, παρατημένα και αυτά στο μηδέν του ανθρώπου. Ενίοτε, κάποιες σκιές προσπαθούσαν να τα μετακινήσουν, άγνωστο προς τα πού, όμως μετά από λίγο εγκατέλειπαν την απόπειρά τους και αφήναν τα σκέλεθρα στην θέση τους.

‘Αλλοτε ακούγονταν κάτι σαν σποραδικοί ψίθυροι τραγουδιών που σπάζανε προοδευτικώς σε ρυάκια αγάπης, και τελικώς, όχι σπάνια, προέβαλε ξανά στην μεγάλη ερημιά η Πρώτη Φωτιά του κόσμου, εμφανής σε κάθε ορατότητα, απ’ όποιο σημείο και αν επέλεγες για να την δεις. Σαν ένας ακόμη ήλιος που παραμόνευε κρυμμένος για να αλλάξει κάποια στιγμή την όψη της γης.

 

 

Υπήρξαν οι δυο τους εραστές, προφανώς, σε μιαν ηλίθια εποχή.

Όμως ο κόσμος, ολοένα ερημώνοντας, δεν θα υπήρχε λόγος να μην ερημώνει όμορφα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επανάσταση, εξέλιξη, προώθηση, σήμερα πια, μπορεί να σημαίνει, απλά, ή και μόνον, το να ερμηνεύουμε τον Κόσμο και το Αίνιγμά του, καθαρά μέσα από τις διαδικασίες και λειτουργίες του Νου ως Αρχέτυπον και ως πρώτη δρώσα ισχύς.

Φαίνεται πως ο κόσμος αυτός δομείται πάνω σε ένα “automate incorporel” (ο συγκεκριμένος όρος που χρησιμοποίησε  ο Leibniz  για τις “Μονάδες” του, παραμένει απαράμιλλος και, σίγουρα, χρηστικός και γι’ αυτήν την περίπτωση), και ακριβώς γι’ αυτό , διενεργείται και τελείται σε “πεπρωμένα” (ατομικά, αλλά και συλλογικά), ή αλλιώς, μερίδια ρόλων, τα οποία, τα “ανδρείκελα” και “γυνείκελα” κατά μίαν έννοια, δηλαδή οι άνθρωποι μέχρι σήμερα, φέρουν εις πέρας, πιστεύοντας, φυσικά, πως οι ίδιοι δημιουργούν την ζωή τους (μόνον ως ένα μικρό, σχετικά, βαθμό, προς το παρόν,  είναι εφικτό αυτό, και μετά απο σκληρή πάλη). Αν δεν είχαν αυτή την ψευδαίσθηση, άλλωστε, δεν θα είχαν όρεξη να συμμετέχουν στο Amphitheatrum που είναι αυτός ο κόσμος.

 

 

Πραγματικά προμηθεϊκή εποχή, αρχίζει, όταν 1) αναγνωρίζεται και κατανοείται το μόλις άνω προλεχθέν και όταν 2) οι σάρκινες μαριονέττες αυτονομούνται από τα σενάρια που τους έχει προ-πλέξει αυτό το automate incorporel, που είτε το αποκαλέσει κανείς “θεό”, είτε  “δαίμονες” ή  “κενότητα”, κλπ., δεν έχει τόσον μεγάλη σημασία.

Φανταστείτε έναν Κύκλο που κάποια στιγμή περιπίπτει στην σχηματική έλλειψη και την ωοειδή μορφή,  και αρχίζει σιγά σιγά να ραγίζει σε ακανόνιστα σχήματα (όπως ένα αυγό), δημιουργώντας θραύσματα στην επιφάνειά του, πλήρως άνισα μεταξύ τους.

Αυτή, λοιπόν, η θραυσμένη επιφάνεια, είναι ακριβώς η Έκρηξη του Υποκειμένου και της Ανισομορφίας. Όμως, το Υποκείμενο  βρίσκεται ήδη εγκλωβισμένο στα δίχτυα των “προκαθορισμένων ρόλων”.  Και αυτό δεν είναι κάτι άλλο παρά η αρχή της ανθρώπινης Ιστορίας, ως χρόνος προ-“ετοιμασμένος”.

Σκοπός, όμως, είναι,  αυτά τα ανισομερή τμήματα να γίνουν το καθένα τους ένας πλήρης κύκλος από και για τον εαυτό του,

και όχι να καταρρεύσουν όλα μαζί στην διάλυση ενός θραυσμένου ωού.

 

 

Υπάρχει πάντα μια Δύναμη που καλεί σε διάλυση, και μια Δύναμη που καλεί σε προώθηση. Αυτή η Πρωταρχική Σχιζοφρένεια του Σύμπαντος, βρίσκεται ακόμα και μέσα σε κάθε άνθρωπο ξεχωριστά.

Και εδώ, άλλωστε, εντοπίζεται το δίλημμα, κάθε δίλημμα, κυρίως, το αρχετυπικό δίλημμα του ανθρώπου, εκείνο το παμφάγο “είτε-είτε”, που δεν είναι κάτι άλλο παρά συμπαράγωγο αυτού του Κουκλόκοσμου.

(σημείωση: επί τη ευκαιρία, ακούστε τον θαυμάσιο “Κουκλόκοσμο” του μεγάλου Έλληνα συνθέτη της αβάν-γκαρντ και ηλεκτρονικής μουσικής, Στέφανου Βασιλειάδη, μόλις κάτω στο βίντεο που παρατίθεται).

 

 

Η Πρώτη Αυτοσυνείδηση και Εξυποκειμενικοποίηση έχει ως “τίμημα”, λοιπόν,  τον εγκλωβισμό στο Πεπρωμένο.

Αυτό ακριβώς το τίμημα πρέπει να αρθεί. Και αυτό, μπορεί να γίνει,  όχι μόνον όταν φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς τίμημα πια (χωρίς διλήμματα και είτε-είτε, επίσης) , αλλά πρωτίστως, κατανοήσουμε το ΠΩΣ μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Ότι μπορεί να γίνει, είναι σίγουρον, δεν υπάρχει αμφιβολία. Δεν θα σκεφτόμασταν καν αυτές τις λέξεις και έννοιες, αν δεν περίμενε ήδη στην γωνία αυτός ο “νέος κόσμος”.

Ασφαλώς και υπάρχει συγκεκριμένος “μηχανισμός” (όχι νόμος ακριβώς) που προκαλεί αυτόματα αυτόν τον εγκλωβισμό και την τέλεση του Πεπρωμένου. Ο Νους, μπορεί, κάλλιστα, να τον συλλάβει, να τον τροποποιήσει, να τον άρει, να τον κάνει ό,τι θέλει, με λίγα λόγια.

Αυτή είναι όλη κι όλη η ιστορία σε μια (κοσμολογική) Ιστορία που λογικά δεν έχει Τέλος, αλλά, σίγουρα, πάντοτε Αρχή.

 

 

 

 

 

 

 

ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ

 

Αν δεχθούμε (το “αν”, καθαρά εισαγωγικό, γιατί εγώ το δέχομαι πλήρως) πως αυτός ο κόσμος συνιστά το έκτυπο ή το παράτυπο μιας απόλυτης πραγματικότητας, μη άμεσα αντιληπτής πλέον στις αισθήσεις μας, εξ αιτίας μιας διαδικασίας οντολογικής φούγκας που διαρκώς μας απομακρύνει από αυτήν (μιαν απόλυτη πραγματικότητα που δεν έχει σημασία αν θα την αποκαλέσουμε “Παράδεισο”, “Πεδίο της πρωταρχικής Βουδδότητας”,  “Σουνγυάτα”, “Γκουενβέντ”- κατά τους Γαλάτες, ” Όλυμπον”,  Άσγκαρ”, κλπ), τότε, εξ ορισμού και τρόπου καταβολής, ο κόσμος αυτός δεν μπορεί παρά να συνιστά, επίσης, έναν “κάτω κόσμο”.

 

 

Αν δεχθούμε, ακόμα, πως ο κόσμος αυτός υπάρχει για να διαλυθεί και να επιστρέψει στην απόλυτη πραγματικότητα, με ωρολογιακή ακρίβεια εκδίπλωσης-απορρόφησης, τότε, ο ίδιος καθίσταται ακόμα δώρον άδωρον, στο βαθμό που κάθε κύκλος, δεν μπορεί παρά είναι φαύλος κύκλος, αν δεν προμηνύει σαφώς και αποφασιστικώς την ρήξη του με τον εαυτό του κάποια στιγμή.

Σε αυτή την περίπτωση, ο μεν κύκλος εν πρώτοις αναγκαίος, η δε λύση του ακόμα πιο αναγκαία.

Όπου υπάρχει το Έν, αυτό δημιουργεί και την Επιθυμία για το Δύο. Και, ορθώς, συμβαίνει έτσι.

 

 

Όταν ο κόσμος, λοιπόν,  γίνει το Μέσον Ξενοδοχείον (και όχι η Κάτω Αθλιότητα) έναντι του Πάνω Κόσμου που θα έχει καταστεί το Άνω Ξενοδοχείον και θα είναι πανεύκολο το “πήγαινέλα” ανάμεσα στα δυο ξενοδοχεία, χωρίς να χρειάζεται καν να μεσολαβεί ο θάνατος ή οποιαδήποτε ντεμοντέ αγιότητα, τότε, μπορούμε να ομιλούμε για μια λύση τόσον στο ανθρώπινο όσον και στο θεϊκό αδιέξοδον.

Ο δε Νους είναι ειδικά κατασκευασμένος, και ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ, για τον στοχασμό και την ανασκευή αυτών των θεμάτων.

 

 

Η παλαιά προκατάληψη που διαγιγνώσκει φάλτσα, πως “το μυαλό του ανθρώπου δεν μπορεί να φτάσει τέτοια ζητήματα”, όχι μόνον αντικρούεται ακόμα και από τα πλέον βασικά κείμενα των θρησκειών, στον βαθμό που αναγνωρίσουμε μια κάποια περαιτέρω αρμοδιότητά τους περί αυτών των θεμάτων και επί της μέσης συνείδησης,
(επί παραδείγμασι: το ευαγγελικό παρά Ιησού: “Γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς“, δεν θα μπορούσε να προτείνεται αυτό, αν ο άνθρωπος δεν ήταν εξ ορισμού ικανός να γνωρίσει την Αλήθεια, – ο Βούδδας που δεν κήρυξε και τίποτε άλλο, κλπ. κλπ.),
αλλά αντικρούεται, επίσης και από την πλέον κοινή λογική.

Ο Νους δεν μπορεί να θέσει με σαφή τρόπο συγκεκριμένα ερωτήματα, αν δυνητικώς δεν ενέχει την απάντηση/λύση τους σε κάποια άκρη του.

Με τον ίδιο τρόπο που δεν θα μπορούσε να υπάρξει η λέξη “καράβι”,  αν το αντικείμενο δεν είχε προσχηματιστεί ήδη σε αισθητηριακή εμπειρία στην φερομένη ως “έξω πραγματικότητα”. Δεν υπάρχει καμμία διαφορά, έτσι κι αλλιώς, η γνώση είναι ανάμνηση (ισχύει πάντα η πλατωνική διαπίστωση εν προκειμένω), με τον ίδιο τρόπο που η ανάμνηση της αισθητηριακής εμπειρίας μας οδηγεί σε έναν συγκεκριμένο λεκτικό όρο.

 

 

Το Χερουβίμ που φυλάττει με φλόγινη ρομφαία την Πύλη της Εδέμ και το Δέντρο της Ζωής, δεν αποκλείεται να καταλάβουμε κάποτε, πως, κυρίως, είμαστε εμείς οι ίδιοι όταν φοβόμαστε.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[Η όλη “συνομιλία” μου, αν μπορώ να την πω έτσι, με την Μοναδολογία του Leibniz,  σε έξι συνέχειες κειμένων, κάποτε,  στο Century Camera II, επικεντρωνόταν στο εξής:

στον βαθμό που ο Γερμανός φιλόσοφος διείδε,  σπερματικώς βέβαια και εν αφοριστική συνόψει , πως η ελάχιστη “δομική” μονάδα της ύλης είναι κάτι, όχι μόνον “άυλο”,  αλλά εν ταυτώ και συγχρονικό,  έμενε περαιτέρω -και αν εξαιρέσουμε την εξαντλητική διερεύνηση της συγχρονικότητας σε συγκεκριμένους εννοιολογικούς τόπους και ασφαλείς διατυπώσεις που ξέμεινε από τότε ως, ακόμα ανεκπλήρωτο, καθήκον στην  ιστορία της σκέψεως-, το ερώτημα του σκοπού της ύπαρξης του κόσμου, και κατά πώς μπορεί να προκύπτει πλέον, δεδομένης της συγχρονικότητας της ελαχιστοτάτης δομής του. Εδώ ο Leibniz μάλλον δεν ξεφεύγει από μιαν συμβατική ιουδαιοχριστιανική οπτική  (ήταν και οι εποχές τέτοιες που δεν “σηκώναν” πολλά πολλά). Η “Θεοδικία” του, καίτοι ιδιαζόντως σημαίνον και κρισιμότατο έργο για την όλη σκέψη του, εμμένει, ωστόσο, -και κατά την δική μου γνώμη-, το πλέον ατυχές.

Το παρακάτω απόσπασμα (Μάιος 2012), είναι από την προαναφερθείσα σειρά κείμενων που έφερε τον τίτλο “Μια Ανάγνωση της Μοναδολογίας του Leibniz”, κατά τον Μάιο του 2012.]

 

 

Ο Leibniz υπήρξε σφόδρα πολέμιος μιας αρχής που επιχειρούσε να αναγάγει την ύλη σε ένα υλικό ελάχιστο, και απ’ αυτήν την άποψη αντετίθετο στις θεωρήσεις των Ατομικών φιλοσόφων, τόσον των αρχαίων όσον και των συγχρόνων, της εποχής του. Θεωρώντας την ύλη ως άπειρα διαιρετή, ο Γερμανός φιλόσοφος εξέλαβε το “άτομο” ως μιαν ουτοπία, στον βαθμό, που το ίδιο όντας το υλικό όριο μέσα σε ένα περιβάλλον “κενό” (κάτι το οποίο βέβαια ποτέ δεν θα δεχόταν ο Leibniz· “κενό” του χώρου κατ’ αυτόν αλλά και κατά την μοντέρνα Φυσική αργότερα, απλά, δεν υπάρχει), δεν μπορούσε, λοιπόν, παρά να αυτοαίρεται ως ιδέα, για τον λόγο ότι έχοντας μορφή και έκταση, όσο απειροελάχιστη και αν είναι αυτή, πολύ απλά δεν θα ήταν δυνατόν παρά να διαιρείται ad infinitum.

Γιατί η διαίρεση ad infinitum, θα ρωτούσε, ίσως, κάποιος,

και επ’ αυτού , θα μπορούσαμε να απαντήσουμε το εξής: εφ’ όσον το “άτομο” έχει μορφή και έκταση, τότε δεν είναι απηλλαγμένο μερών, δεδομένου ότι η ύπαρξη της υλικής μορφής προϋποθέτει τόσον ότι η ίδια συνιστά μέρος σε κάτι άλλο, όσον, επίσης, ότι συναπαρτίζεται από μέρη η ίδια.
Η μορφή είναι εκτός των άλλων ποσοτική έννοια, εκ φύσεως δηλαδή διαιρετή, και κατά λογική ακολουθία, αν μια ορισμένη ποσότητα ύλης ορίζεται ως το ελάχιστό της, τότε αυτό το γεγονός καθ’ εαυτό αίρει το συνεχές της τελευταίας με μια αυθαίρετη ασυνέχεια (το εξ ορισμού και εκ φύσεως διαιρετό σε κάποιο σημείο, “δεν πρέπει” να διαιρείται περαιτέρω, επειδή κάτι τέτοιο ταιριάζει περισσότερον με την ιδέα που μπορεί να έχουμε για την ύλη και τα πράγματα).

 

 

Δεν χρειάζεται, ίσως, να υπερτονίσουμε το πόσον εντυπωσιακώς, και σίγουρα ιδιοτρόπως, επιβεβαιώθηκε σε αυτό το σημείο ο Leibniz, με τις ποικίλες υποατομικές θεωρήσεις και πειραματικές επιβεβαιώσεις στον 20ό αιώνα.

Απ’ αυτήν την άποψη, λοιπόν, η διαβεβαίωση του Leibniz ότι, δηλαδή, οι Μονάδες είναι τα “πραγματικά Άτομα της Φύσης” (les véritables Atomes de la Nature) και τα “στοιχεία των πραγμάτων” (les Éléments des choses), συνιστά, θα έλεγε κανείς, μια δήλωση από την “αντίπερα”  όχθη της Ύλης:

στον βαθμό που οι Μονάδες είναι “απλές υποστάσεις”, (substances simples) δίχως μέρη (sans parties), τότε, όντως, δεν μπορεί να διαιρεθούν περαιτέρω, όμως μια τέτοια εσχάτη αναγωγή της ύλης στην πιο τελεσφόρο, όσον και παράδοξη από άποψη λειτουργικής λογικής, δομική μονάδα της, αποσύρει αυτή την “μονάδα” από το “υλικό” πεδίο και να την ορίζει σε καθαρά πνευματική αρχή (ή αλλιώς το αναπάντεχο της “ελαχίστης” μονάδας ύλης, που δεν είναι ωστόσο υλική αλλά μεταφυσική!).

 

 

Περαιτέρω, εφ’όσον οι Μονάδες δεν έχουν μέρη, δεν μπορεί παρά να δημιουργούνται μια για πάντα και να εκμηδενίζονται (εφ’ όσον μπορεί να εκμηδενισθούν, κάτι που ο Leibniz μάλλον αμφισβητεί) μια για πάντα επίσης.
Η σταδιακή φυσική γέννηση και εμφάνιση της ύλης, συνεπώς, δεν είναι ίδιον των Μονάδων, και αυτό γιατί μονάχα τα σύνθετα σώματα μπορεί να προβάλλουν σε ύπαρξη και να ολοκληρώνονται σταδιακά (par parties), όπως π.χ. οι ζωντανοί οργανισμοί, – όχι όμως και εκείνο που μπορεί να υφίσταται μονάχα “sans parties”.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό, να γίνει εδώ αντιληπτή μια πρώιμη διαλεκτική που αναπτύσσει θεωρητικά ο Leibniz ανάμεσα στο Όλο και τα Μέρη, ιδιαίτερα όσον αφορά το γεγονός, ότι η Μονάδα όντας άφθαρτη και απλή υπόσταση δίχως μέρη, συγκροτεί στην ουσία ένα νέο Όλο μέσα στο Όλο, και όχι ένα “μέρος” που απλά αθροίζεται στο Όλο του, όπως παραμένει λόγου χάριν το “άτομο”.
Το γεγονός ότι ή έσχατη δομική μονάδα του Όλου του κόσμου είναι εξ ίσου ένα πληρέστατο Όλο, αυτό προτρέπει σε δημιουργικές αντιφάσεις (με την εγελιανή έννοια και όχι εκείνη της αντινομίας του Kant) και νοησιαρχικές εκκρεμότητες (δυνατότητες), στις οποίες ο Leibniz αργότερα θα ανταποκριθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, για τα δεδομένα του καιρού του βεβαίως, και πάντα σε αφοριστικά πλαίσια.

 

 

Ακόμα, είναι ίσως καίριο να διαπιστώσουμε, πως η θεώρηση των Μονάδων, όπως την επιχειρεί ο Leibniz, καθορίζει σε ιστορικό επίπεδο περαιτέρω, την πρώτη απόπειρα της εποχής του Μπαρόκ να χειραφετηθεί φιλοσοφικά από κάθε προηγούμενη εποχή, τόσον από τους Σχολαστικούς του Μεσαίωνα (αν και ο Leibniz διατηρεί σε σημαντικό βαθμό ακόμα την σχολαστική ορολογία και νοοτροπία) , όσον και από τις θεωρήσεις του Descartes και του Spinoza, προωθώντας ένα όραμα της ύλης στον κόσμο των εννοιών της Φιλοσοφίας, πλήρως συνάδον με το καλλιτεχνικό-δημιουργικό όραμα αυτής της εποχής:

ο κόσμος των εξαντλητικώς και υπεραρτίως από αισθητική άποψη αρχιτεκτονημένων κήπων και των πολυπλόκων συνδυασμών των ηχουμένων σωλήνων του εκκλησιαστικού οργάνου, απαιτούσε μια άλλη σχέση ανάμεσα στο Όλο και τα Μέρη και ανάμεσα στην ορατή υλική έκταση του κόσμου και τον αόρατο Νου:

 

 ‘
όχι αυτή που πραγματώνεται και φέρεται εις πέρας μέσω ενός Deux ex Machina (Descartes), ούτε εκείνη που διαλύει τις μορφές σε έναν ωκεανό της Υπόστασης (Spinoza), αλλά την πρώτη “αυτόματη” και αυτοκινούμενη πληρότητα του ίδιου του θεού, τουτέστιν τον κόσμο της “προεγκατεστημένης αρμονίας” που καθρεφτίζει με το καλύτερο τρόπο την φιλοδοξία μιας εποχής να μείνει στην Ιστορία ως η πρώτη πραγματωθείσα Civitas Dei.
 

 

 

 

 

 

της Χαριτίνης Ξύδη

 

Προσπάθησα να επιστρέψω
σε μια ηλικία
όπου οι αποστάσεις φαίνονταν
μικρότερες των αποφάσεων
να τις διανύσεις.
Σε μια συνέπεια
που παρείχα στον εαυτό μου
απόκρημνη αλλά
σχεδόν σωματική.

Είναι πάντα το ίδιο δύσκολο
να επιστρατεύω το οξυγόνο
– που άλλοι έχουν στο τσεπάκι τους –
για να μην αποπνιγώ.

 

 

Το οξυγόνο μου υπερασπίζεται
ένα μοντέλο μεταμόρφωσης και τόλμης.

Μετά, ίσως παρακμάζει.

Μα, δείχνει σαν
το δικό μου οξυγόνο
να είναι απαραίτητο
για τη δική σας ζωή.

 

 

Οι άνθρωποι, όμως, ξέρετε
αλλάζουν.

 

{Εγκόλπιον Αϋπνίας,  Μεταμόρφωση}

 

 

 

 

 

 

 

 

 

MAN RAY: Le Retour à la Raison (1923)

 

Το “Le Retour à la Raison”,  είναι η πρώτη απόπειρα του Man Ray να εκφραστεί με κινηματογραφικά μέσα (ή μάλλον με κινηματο-ποιητικά μέσα) και αρκετά εντυπωσιακή, όσον αφορά την σύνδεση του τίτλου με το περιεχόμενο. Πρόκειται για ένα, στην ουσία,  τρίλεπτο (σχεδόν) σχόλιο πάνω στον τίτλο, στην θέαση του οποίου ο ανυποψίαστος θεατής, διόλου απίθανο να …απορήσει και να θεωρήσει το όλο εγχείρημα ως ένα αστείο ή μια φάρσα.

Φαινομενικά ασύνδετες ή αυθαίρετες εικόνες που στηρίζονται και συνδομούνται, κυρίως πάνω σε περιστροφές φωτεινών πηγών, και ακόμα, στα παιγνίδια φωτός και σκιάς που προκύπτουν και έρχονται να υπερτονίσουν την επιστροφή στο “λόγο”, την “λογική” (la raison, βέβαια, είναι ο λόγος, με την έννοια της λογικής πρωτίστως, αλλά είναι και η “αιτία”· πρόκειται για μια τρίπτυχη έννοια που έχει να κάνει με την, ας πούμε, πιο ντετερμινική όψη της λογικής, χωρίς αυτό, φυσικά, να είναι απόλυτο).

 

 

Από μιαν πρώτη άποψη, λοιπόν, το φιλμ παρά, ή και σε πλήρη αντίθεση με, τον τίτλο του, δίνει την εντύπωση μιας “αντιδραστικής” ανορθολογικής υπονόμευσης, κάθε έννοιας λογικής. Πράγμα βέβαια που είναι σωστό, αρκεί να απαλειφθεί η λέξη “ανορθολογική”, και να προστεθεί ακόμα η λέξη “συμβατική” πριν από την λέξη “λογική”.
Πρόκειται, συνεπώς, για μιαν υπονόμευση κάθε συμβατικής ή αυστηρά αιτιοκρατικής λογικής.

 

 

Συχνά, έχει γίνει η παρεξήγηση σε παλαιότερους αλλά και σε πιο σύγχρονους καιρούς , να εκλαμβάνεται ο σουρρεαλισμός ως ένα πλήρως ανορθολογικό ξέσπασμα των υποσυνειδήτων δυνάμεων της τέχνης, προς όφελος μιας ολοσχερούς άρσης κάθε λογικής υπέρ της πρωτοκαθεδρίας του “φαντασιακού”.

Χωρίς να σημαίνει ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη, περιστασιακά ή διαρκέστερα, στην ιστορία του σουρρεαλισμού (επί παραδείγματι η “αυτόματη γραφή”, η οποία ωστόσο κάποια στιγμή έπαυσε να αποτελεί σουρρεαλιστικό θέσφατο), εν τούτοις, θα ήταν πολύ ρηχή ή επιφανειακή η άποψη εκείνη που θα αδυνατούσε να δει στις σουρρεαλιστικές διαδικασίες παραγωγής της τέχνης, έστω και μέσα από τις κάποτε πρωτόλειες ή αδέξιες φιλοσοφικά απόπειρές της, τίποτε περισσότερον από μια θέληση για την επιστροφή σε μιαν ανορθολογική massa confusa.

 

 

“Le Retour à la Raison”, παρ’όλ’ αυτά, τιτλοφορεί ο Man Ray το ευφυέστατο τρίλεπτο φιλμ του. Και έχει λόγο, raison, γι΄ αυτό σίγουρα, καθώς ο σκοπός εδώ είναι η ανίχνευση μιας “άλλης” λογικής, -τέτοια που η τέχνη με την ελευθερία της επιτρέπει κάποτε-, και η οποία δεν βασίζεται μόνο στην αιτιότητα (ή, σχεδόν, καθόλου σε αυτήν), αλλά, κυρίως, στις συγχρονικές εκφάνσεις της πραγματικότητας (το “αντικειμενικό τυχαίο” του σουρρεαλισμού), ή ακόμα και στον χειρισμό του πλέον ωμού, και ερριμμένου ως έχει στην αισθητηριακή εποπτεία, τυχαίου.

Το φιλμ φαντάζει σαν μια αναζήτηση μέσα από φώτα και σκιές, που στο τέλος παίρνουν μορφή και υπόσταση στις καμπύλες του γυμνού σώματος της Kiki de Montparnasse (γνωστό καλλιτεχνικό μοντέλο της εποχής και ερωμένη του Man Ray), υπογραμμίζοντας με έναν εξαιρετικά ευρηματικό εικονοληπτικό τρόπο την σημασία της σουρρεαλιστικής Αισθητικής, σε μιαν αποθέωση της ομορφιάς του γυναικείου σώματος, ως πρώτιστο “ενδιάμεσον” , και σε συμβολικό επίπεδο, προς την επανεύρεση ενός Καθαρού Λόγου που δεν έχει πλέον σχέση με την συμβατική λογική, αλλά με κάτι άλλο που οφείλει η ανθρωπότητα να το ανιχνεύσει, σε κάθε περίπτωση, πέραν του σουρρεαλισμού.

 

 

Άλλωστε, γι’ αυτό ακριβώς ενέσχε κεφαλαιώδη αξία ο σουρρεαλισμός κατά τις εποχές που έδρασε. Έθεσε κρίσιμα ζητήματα, οριακά για την σκέψη, την ζωή και την τέχνη, όχι για να τα λύσει ο ίδιος (όποτε κατέληξε δόγμα ο σουρρεαλισμός, κυρίως κατά την κατοπινότερη παρακμή του, υπήρξε το χειρότερο απ’ όλα τα δόγματα), αλλά η ίδια η Ιστορία, ή η ανθρωπότητα, σε πιο ώριμες καλλιτεχνικά/στοχαστικά περιστάσεις και κινήσεις.

 

 

 

(το κείμενο αυτό είχε πρωτοαναρτηθεί στο Century Camera II κατά τον Φεβρουάριο του 2012)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αυτό που, σίγουρα, θα άξιζε να σκεφθούμε περαιτέρω επί της gamelan μουσικής, και πρωτίστως επί των  gamelan χορών του Μπαλί στην Ινδονησία, είναι το εξής:

οι μορφές των χορευτριών (συνήθως, ή κατά πλειοψηφίαν εμφάνισης) και χορευτών, παρουσιάζονται εν προόδω χορού  σε μιαν απροσδόκητη “σπαστική” κινησιολογία, έντονη και υποβλητική τόσον, ωσεί, πραγματικά, εν είδει μαριονεττών που αυτοσαγηνευόμενες, οι ίδιες σαγηνεύουν με την σειρά τους.

Κάτι αλύγιστο, ακλόνητο και ανηλεές, σίγουρα αόρατον, φαντάζει πως “ρυθμίζει” τους χορευτικούς βηματισμούς τους, ενώ ταυτόχρονα οι μορφές των χορευτριών “λάμπουν” καταλλήλως, ώστε να επιδίδουν την εντύπωση πως έχουν υπερβεί το ανθρώπινο στάδιο ή μέτρο επικοινωνίας, και αποπειρώνται να επικοινωνήσουν διανθρωπίνως και διακοινωνικώς με άλλον τρόπον.

Λάμπουν, με άλλα λόγια, σαν θεότητες κατ’ εκείνη την στιγμή, ως εάν απεκάλυπταν τα εσώτερα μυστικά του κόσμου, ενώ λίγο πιο κει, η πολύ ιδιαίτερη -και με, μάλλον, πλήρως ξενίζοντα ή εξωφρενικό για τα αυτιά ενός δυτικού ανθρώπου, εξοπλισμό οργάνων- gamelan ορχήστρα , επιδίδεται σε ακραίες, (ημι)αυτοσχεδιαζόμενες ηχητικές υπερβασίες επί της πεντατονικής κλίμακας, και σε μιαν πολυρυθμική βάση τέτοια, η οποία, αλήθεια, έκανε κάποτε τον Claude Debussy να αναρωτηθεί στα σοβαρά, επί του κατά πόσον “ρυθμικώς πτωχή” μπορεί να φαντάζει η Δύση, έναντι αυτής της πολύτροπης ρυθμογόνου πανδαισίας που εμφανίζει μια gamelan ορχήστρα.

 

 

Όμως το θέμα μας εδώ, δεν είναι ακριβώς η μουσική του Μπαλί, αλλά οι χοροί του, και αυτοί ιδωμένοι κάτω από ένα συγκεκριμένο πρίσμα.

Μια μαριονέτα είναι και η θεότητα, και όχι μόνον ο άνθρωπος, αν δούμε με ακρίβεια το τι παρουσιάζουν αυτοί οι χοροί.

Αυτό είναι όλο κι όλο το εσώτερο νόημά τους.

Καλά την ανθρώπινη, αλλά ποιος κινεί την θεϊκή μαριονέττα τότε, θα μπορούσε, ευλόγως να ρωτήσει κάποιος.

Αυτοκινούμενη, θα (έπρεπε να) ήταν, φυσικά, η απάντηση.

 

 

Ο νους του ανθρώπου τρέμει ακόμα στην ιδέα μιας θεϊκής αυτοκίνησης ή ενός θεϊκού μηχανισμού, γιατί πιστεύει ότι κάτι τέτοιο αποβαίνει περισσότερον εις βάρος του. Έχει πάντοτε την τάση να φαντασιώνει κάποια “προσωπική θεότητα” που σκύβει κάθε φορά να ακούσει το πρόβλημα ή το παράπονό του.

Πιστεύει ότι η θεότητα δεν μπορεί να είναι ένα είδος “μηχανής”.  Μάλλον, δεν μπορεί καν να το φανταστεί, του προκαλεί φρίκη ή τρόμο μια τέτοια σκέψη, και ίσως όχι αδικαιολόγητα. Προβάλλει στον “θεό” την εικόνα του παππού του, την εικόνα του Στάλιν ή του Τσώρτσιλ, την εικόνα, εν πάση περιπτώσει, κάποιας φίγουρας η οποία δεν έχει άλλη δουλειά να κάνει, από το να τον ακούει και να τον συμβουλεύει, όντας στο υπερεπέκεινα πόδι, επί 24ώρου βάσεως.

Προβαίνοντας σε μια τέτοια φαντασίωση ο μέσος άνθρωπος (όχι, κατ’ ανάγκην, όμως,  ο ιδιαίτερα μορφωμένος ακόλουθος ή πιστός μιας θρησκείας), πάλι μια μηχανή σκέπτεται ή επιθυμεί. Αλλά, για να λέμε την αλήθεια, κατά πολύ χειρότερη από μιαν απρόσωπη θεϊκή μηχανή. Αν η ιδέα της μηχανής του φαντάζει ασεβής, δεν θα είχε λόγο ωστόσο να μην λογίσει την ιδέα ενός κατά παραγγελίαν θεού-μπάτλερ, ασεβέστερη.

Όμως, στο κάτω-κάτω, η Αλήθεια είναι προτιμώτερη από οποιοδήποτε αίσθημα ευσεβείας ή ασεβείας. Η πρώτη είναι για πάντα, το δεύτερο είναι πολύ σχετικό, ανάλογα με την εποχή, τις συγκεκριμένες κοινωνίες και την μαύρη τύφλα που δέρνει το ανθρώπινο μυαλό ακόμα.

Έχω γράψει αλλού, πως αυτός ο κόσμος δεν προϋποθέτει απαραίτητα έναν Deus ex Machina, σίγουρα, όμως, ο ίδιος, δεν είναι παρά μια Machina ex Deo.

Αυτή η Machina (από μίαν άποψη ιδωμένη και στην πιο “σκοτεινή” μορφή της) είναι το Πεπρωμένο που ρυθμίζεται τόσον συνολικώς, όσον και άπαξ για κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, και αυτή η κίνηση είναι Μία και ενοποιημένη, όσον και αν δεν φαίνεται τέτοια στην ανθρώπινη αντίληψη και εμπειρία!

 

 

Και εδώ, αναπόφευκτα, εγείρεται το θέμα της “συγχρονίας”.

Θέμα τεράστιο, πολύμορφο, τρομακτικό κάποτε, όμως δεν υπάρχει περίπτωση ως ανθρωπότητα να ξεκολλήσουμε έστω και ένα εκατοστό από το έλος της σύμβασης, της χιλιοτετριμμένης κοινοτοπίας, της ελεεινής άγνοιας και του μεταφυσικού τρόμου, αν δεν δούμε αυτό το θέμα στην πιο πλήρη διέκτασή του.

Άλλωστε, και οι Μπαλινέζες χορεύτριες τελούν πάντοτε, ή σχεδόν πάντοτε, σε μια πλήρη συγχρονία κατά τους “σπαστικούς”, μιας ιδιαίτερης ομορφιάς, αυτοματικούς χορούς τους.

Μια συγχρονία που, εν μέρει, θυμίζει την, τόσον, σε σχεδόν εγκληματικό βαθμό, αγνοημένη Μοναδολογία του Leibniz, όταν ο Γερμανός φιλόσοφος ψαύοντας ή ανιχνεύοντας αυτό το θέμα, θεώρησε πως οι μη υλικές “μονάδες”, άπειρα απλές, είναι η δομή της …ύλης (πρωτοποριακό, σχεδόν σοκαριστικό για εκείνα τα χρόνια, αν κάνανε τον κόπο περισσότεροι να αντιληφθούν το τι πραγματικά ΕΝΝΟΟΥΣΕ ο Γερμανός φιλόσοφος) και πως αυτές οι “μονάδες” δεν τελούν σε ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΚΑΜΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑΣ η μία με την άλλη, αλλά σε μια καθαρή σχέση συγχρονίας!

 

 

Δυόμιση αιώνες πριν ο Jung  αναφερθεί στην “συγχρονικότητα” (παρουσιάζοντάς την απλώς, και μηδόλως ερμηνεύοντάς την, καίτοι σαφώς δίδει την εντύπωση κάποτε , πως ο ίδιος είχε αναπτύξει την προσωπική ερμηνεία του, αποφασίζοντας ωστόσο για άγνωστον λόγον να μην την εκθέσει στο κοινό), ο Leibniz παρουσιάζει ένα πρότυπο “συγχρονίας”, που όσον στοιχειώδες ή ελλιπές και αν μπορεί να φανεί στα μάτια μας σήμερα, δεν παύει, ωστόσο, να είναι το πρώτο που εμφανίστηκε, με τόσην κατηγορηματικότητα μάλιστα, στην δυτική σκέψη.

Η συγχρονικότητα δεν συνιστά κατ’ ανάγκην κάτι “ανώτερο” από την αιτιότητα. Αυτή, τουλάχιστον, είναι η δική μου γνώμη. Το όλο θέμα εμμένει για άλλην μια φορά στην πλευρά του “συνειδητού”.

 

 

Με άλλα λόγια, μια ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΗ συγχρονικότητα πρέπει να θεωρηθεί κατώτερη από μια ΣΥΝΕΙΔΗΤΗ αιτιότητα.

Δεν παρουσιάζει κατ’ ανάγκην μια χρηστική/γνωσιολογική/λειτουργική αξία, να περπατάς, (αναφέρω ένα παράδειγμα), στο δρόμο και να βλέπεις τα νερά του βρόχινου ρυακιού να σχηματίζουν το σχήμα ενός σπαθιού, να επιστρέφεις μετά στο σπίτι σου και ρίχνοντας το μπουφάν σου πάνω στη κρεμάστρα, να σχηματίζεται στον τοίχο η σκιά ενός σπαθιού, να ανοίγεις την τηλεόραση και να φαίνεται μια κινηματογραφική ταινία στην οποία πολεμιστές ορμούν με σπαθιά, και να ανοίγεις αμέσως το ραδιόφωνο και να ακούς κατ’ εκείνη ακριβώς την στιγμή να αναγγέλλεται ο “χορός των σπαθιών ” !

 

 

Φυσικά, εδώ μιλάμε για “νοήμονα σύμπτωση”, όχι για απλή σύμπτωση, όπως θα έλεγε ο Jung, τουτέστιν, “κάτι” ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΑ και εν πλήρει νοήσει, σου παρουσιάζεται, τινάζοντας στον αέρα όλους τους νόμους της θεωρίας των πιθανοτήτων και επιθυμεί να “συνομιλήσει” μαζί σου μέσα από την γλώσσα των συμβόλων.
Ο Jung είχε αναφέρει σχετική εμπειρία του με το σύμβολο του “ιχθύος” και τις απανωτές νοήμονες σύμπτωσεις που του είχαν επισυμβεί μέσα σε μια μέρα.

Στον βαθμό που ΔΕΝ θυμάσαι να τα έχεις προκαλέσει όλα αυτά εσύ συνειδητά, και στον βαθμό ακόμα που δεν γνωρίζεις το ΠΩΣ έγινε αυτό, μια τέτοια ασυνείδητη συγχρονικότητα δεν σε “προάγει”, αλλά μάλλον σε επιστρέφει πίσω στην πρωτογονική κατάσταση, όσον  δεν μπορείς να επεξεργαστείς και διακρίνεις, σε έναν όποιον βαθμό, τον μηχανισμό προκλήσεως των γεγονότων.

Αναγκάζεσαι, συνεπώς, για να προστατέψεις τον εαυτό σου, να αναπτύξεις ένα ιδιαίτερο, τελετουργικό, είδος επικοινωνίας με το Άγνωστο, όπως έκανε ακριβώς ο πρωτογονικός άνθρωπος.

 

 

Το ζητούμενο, όμως, είναι η ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ του μηχανισμού, και αυτό είναι κάτι τελείως διαφορετικό (και, φυσικά, το ανώτερο), επειδή εδώ, ακριβώς, εντοπίζεται το μυστικό της πιο αρχέτυπης-αρχέγονης Μαγείας (λευκής και μαύρης),  αλλά και της πλέον υπερσύγχρονης Φυσικής των επιταχυντών των υποατομικών σωματιδίων.

(όμως, εδώ κάνω μια παύση, ή βάζω μιαν άνω τελεία, και θα συνεχίσω, αν συνεχίσω,  επί του θέματος σε άλλο κείμενο).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχει κανένας λόγος, να σκέφτεται κάποιος οποιοδήποτε μέλλον αυτού του κόσμου, αν δεν μπορεί να φανταστεί τον πλανήτη στον οποίον ζούμε, κάποια στιγμή να παύει ως  Μητέρα-Γη, και να γίνεται Κόρη-Γη!  ‘Η, αλλιώς, σημαίνοντας και μεθερμηνεύοντας  με μυθολογικούς όρους, η Ανδρομέδα, που σώθηκε τελικά από το Κήτος.

Κάτι, εκεί έξω, περιμένει, εδώ και αιώνες .

Όχι να αλλάξει το ίδιο.

Δεν “υπάρχει” έτσι κι αλλιώς.

Να αλλάξει, περιμένει, ωστόσο, ο τρόπος που το βλέπουμε.

 

 

 

 

 

 

 

Το θέμα δεν είναι κατά πόσον μπορεί να βρεθεί μια ικανή “λύση” στην ανθρώπινη κατάσταση, με όλα τα (φαινομενικά, κυρίως) αδιέξοδά της -αυτό, παραδόξως, ίσως αποδειχθεί σε κάποια, όσα,  χρόνια το ευκολότερο-, αλλά το κατά πόσον ο ανθρώπινος νους, βομβαρδιζόμενος επί αιώνες από ηττοπαθείς προπαγάνδες (για παράδειγμα: “είσαι ένα τίποτα μπροστά στο σύμπαν”, “ζούμε, και κάποτε ‘πρέπει’ να πεθάνουμε, επειδή έτσι βλέπουμε, και έτσι μάθαμε να αναμένουμε “), θα μπορέσει να ξεκολλήσει από πλήρως (αυτο)καταστροφικές μεθόδους του σκέπτεσθαι.

 

 

Το Πεπρωμένο είναι Εχθρός.  Ακόμα και αν τυγχάνει ο “κλήρος” να προκύπτει ευνοϊκός για έναν άνθρωπο, τούτο επισυμβαίνει ερήμην της συνείδησης και θέλησής του,  ερήμην, με δυο λόγια, της αξιοπρέπειας της αυθυποστασίας του, πράγμα που σημαίνει ότι ο άνθρωπος χρησιμοποιείται ο ίδιος ως η μαριονέτα του ιδίου του θανάτου του, και τίποτε περισσότερον. Κάτι τον θρέφει, τον αναλώνει, τον αποσύρει, αδιαφορώντας πλήρως για την δική του ύπαρξη, τις επιθυμίες του, τις επιδιώξεις του. Αυτό το “κάτι”, είναι ομιχλώδες, σκοτεινό, σχεδόν σατανικό, ένας μηχανισμός με τυφλά μάτια που δεν ακούει τίποτε από οποιανδήποτε παράκληση η ανθρώπινη ικεσία. Καταπίνει και εκβάλλει. Εκβάλλει και καταπίνει. Ως προς αυτό, φαίνεται πως δεν σταματάει ποτέ, μέχρι, φυσικά, μια σπάθη, ως εάν εκείνη που κατείχε ο Περσεύς, καταπέσει με δύναμη πάνω του και το εξολοθρεύσει. Βέβαια, δεν ομιλούμε εδώ περί υλικής σπάθης. Κυρίως, μάλιστα, θα μπορούσε κάποιος να επιπροσθέσει και τούτο στις προλεχθείσες σκέψεις:

όσον περισσότερον δυσκατόρθωτο φαντάζει κάποτε ένα πράγμα, τόσον παραδόξως, αναπαντέχως, απιστεύτως, πιο εύκολα λύεται. Σαν με μια απλή “ρύθμιση” σε ένα μηχάνημα.

Μένουν, ωστόσο, από την άλλη, επικές μάχες της ανθρωπότητας να τελεσθούν ώσπου να επισυμβεί κάτι τέτοιο, για τον απλό λόγο ότι οι προπαγάνδες αιώνων δεν ξερριζώνονται εύκολα από τον νου. Θέλω να πω, ότι το να κάνει κάποιος μια “ρύθμιση”, αυτό, από μόνο του, δεν είναι τίποτα. Ώσπου να πάει να κάνει όμως αυτήν την απλούστατη κίνηση, θα πρέπει πρώτα να αναμετρηθεί με τρόμους, ανασφάλειες, και υποσυνείδητα ταμπού αιώνων και αιώνων.

 

 

Ο ανθρώπινος νους είναι τρομαχτικά επιρρεπής σε κάθε ανορθολογική (αυθ)υποβολή. Δεν λειτουργεί,- καίτοι έχει σαφώς αυτήν την δυνατότητα-, τόσον με όρους της Ratio, όσον με καθαρά φοβικούς όρους αυτοσυντήρησης απέναντι στο Άγνωστο που το τρέμει σαν τρελλός, είτε το ομολογεί είτε όχι. Και το Άγνωστο επιφέρεται στην τρομοκρατική ισχυοφάνειά του πάντα με πληθυντική δύναμη. Με άλλα λόγια ο Νους, τελεί ακόμα σε εκείνη την κατάσταση που προσωπικά εγώ θα αποκαλούσα “όρος του Δήμου” και συνεπώς όρος, ακόμα, του “δείμου”.
Ο θάνατος, όμως,  δεν πρόκειται να πάψει να υφίσταται στην ανθρωπότητα, αν δεν πεθάνει πρώτα ο Δήμος (ως έννοια, ως βίωμα, πολιτικό και κοινωνικό,  ως γενικώτερος τρόπος του διακοινωνείσθαι).

Κατά μίαν έννοια, και όχι απολύτως, ο Δήμος είναι το Κήτος του Πεπρωμένου που σκότωσε ο Περσεύς (βέβαια, το Κήτος είναι και άλλα πράγματα).
Κυρίως, όμως, Δήμος-Δείμος είναι από μόνος του μια υπενθύμιση-απειλή , ότι ο κόσμος κάποια στιγμή θα πρέπει να πάψει να υπάρχει και να διαλυθεί πίσω στο “πλήθος” του Τίποτα. Αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να είναι ή να μην είναι αποδεκτό από την ανθρώπινη συνείδηση. Προσωπικά, προκρίνω την δεύτερη απόφαση.

Ο άνθρωπος από την στιγμή που γεννιέται, δεν μπορεί να δραστηριοποιηθεί και να λειτουργήσει μέσα στην Ελευθερία, επειδή  φοβάται αυτό  που παραμονεύει εκεί έξω. Η όλη του προσπάθεια δεν κυμαίνεται, παρά μόνο στο πώς θα “κερδίσει” αυτό το Κήτος που πρόκειται τελικά να τον σκοτώσει (εν είδει “πεπρωμένου”).  Πώς θα κερδίσει τον έπαινο ή την ανοχή του δήμου, φοβούμενος και αυτοτροποποιούμενος γι’ αυτό τον λόγο, συνεχώς. Συνήθως παλεύει για να αποκτήσει την “ανοχή” του Κήτους, να μην τον πειράξει, δηλαδή, ή να μην τον σκοτώσει, τουλάχιστον, “πριν της ώρας του”.

Όμως, δεν υπάρχει περίπτωση ο κόσμος να περάσει από την Αναγκαιότητα στην Ελευθερία, αν η έννοια του “δήμου” δεν πεθάνει μια για πάντα. Όρος εκ των ουκ άνευ.

 

 

Κατά μίαν έννοια, ο δείμος απέναντι στον δήμο, βάζει σε κίνηση και λειτουργία (εν μέρει ) τον μηχανισμό του Πεπρωμένου, αλλά αυτό, θα είναι ίσως το θέμα ενός ξεχωριστού δοκιμιακού κειμένου.

Μιλώντας για πεπρωμένο, ωστόσο, αξίζει να αναφερθούμε σε μερικά παραδείγματα, για να το δούμε στην πιο ωμή και αδυσώπητη επιφάνεια της φονικής ενόρμησής του.

Ένας μακρινός συγγενής μου πριν από αρκετά χρόνια, πήγε να ψωνίσει μαζί με την γυναίκα του σε ανθοπωλείο, παρακειμένως της εθνικής οδού. Πολύ κοντά στο μαγαζί, και σε υπερυψωμένο επίπεδο, βρισκόταν μια οδική γέφυρα, που εννοείται, ήταν πλήρης κινήσεως κατ’ εκείνην την στιγμή. Καθώς, λοιπόν, κοιτούσε ο συγγενής μου τα λουλούδια, ένα διερχόμενο από την γέφυρα όχημα που είχε αναπτύξει πολύ μεγάλη ταχύτητα, εξετράπη της πορείας του, έσπασε το προστατευτικό κιγκλίδωμα και -στην κυριολεξία- ιπτάμενο,  προσγειώθηκε εφορμώντας μέσα στο ανθοπωλείο, όπου και χτύπησε με τρομαχτική σφοδρότητα τον άνθρωπο. Η γυναίκα του, δίπλα του, δεν έπαθε απολύτως τίποτα.

Πραγματικά, ήταν σαν ο θάνατος να τον κυνηγούσε κατ’ εκείνη την στιγμή. Σαν κάτι, τόσον προγραμματισμένο και, σίγουρα, όχι συχνό στην λογική των πιθανοτήτων, να ώρμησε ΕΙΔΙΚΑ για να τον εντοπίσει και σκοτώσει. Αμέριμνος καθώς χάζευε τα λουλούδια, απογειώθηκε στην κυριολεξία ένα αυτοκίνητο από την διπλανή γέφυρα, εισέβαλε στο κατάστημα και, κατά μίαν εξαιρετικά συντομοχρονική έννοια, έψαχνε να τον βρει ώσπου να τον σκοτώσει.

Αυτό είναι το Πεπρωμένο. Ένα σύνολο “ρυθμίσεων”, πάντοτε, που στοχεύει,  α’) στην πάση θυσία απόσυρση της ανθρώπινης κούκλας από την ζωή και β’) στην ανακατομή του διαθέσιμου και περιορισμένου πλούτου της σύνολης ύπαρξης ανάμεσα στις ανθρώπινες κούκλες με στόχο την κάποια στιγμή μεγάλη pralaya, τουτέστιν, την διάλυση και απόρροφηση του σύμπαντος και της ζωής πίσω στις σκοτεινές καταβολές του μεγάλου, μυστηριακού και παντοδύναμου Τίποτα.

 

 

Ο Greg Moore υπήρξε ένας εξαιρετικά ταλαντούχος οδηγός αγώνων ταχύτητας  κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’90, ο οποίος είχε ήδη διακριθεί στο φημισμένο αμερικανικό πρωτάθλημα του CART (Championship Auto-Racing Teams, ο θρυλικότερος θεσμός αγώνων ταχύτητας στον κόσμο, όταν υπήρχε, – τα γνωστά “champcars”, ή αλλιώς, η αμερικανική -και κατά πολύ πιο συναρπαστική από την F1-  φόρμουλα, που συνέχισε να υπάρχει αργότερα κάτω από το θεσμό του Indy Racing League).

Ο νεαρός τότε Greg Moore (γεν. το 1975), λοιπόν, υπήρξε τόσον ταχύς και δεξιοτέχνης, ώστε θεωρείτο, πραγματικά, ως το μέλλον των αγώνων ταχύτητας μονοθεσίων. Πολλά από τα προσπεράσματά του υπήρξαν τόσον θεαματικά, ώστε έγραψαν από μόνα τους ιστορία.

Στον τελευταίο αγώνα του πρωταθλήματος του έτους 1999, στην οβάλ πίστα της Φοντάνα στην Καλιφόρνια, ο Moore παρ’ ολίγον να σκοτωθεί σε ένα τρομαχτικό ατύχημα κατά τα δοκιμαστικά, στουκάροντας σφοδρότατα στο περιτοίχιο με εξαιρετικά μεγάλη ταχύτητα.

Παρ’όλ’ αυτά την γλύτωσε. Ή, ακριβέστερα, φάνηκε πως την γλύτωσε κατ’ εκείνη την στιγμή. Ακριβώς την επομένη, όμως, κατά την διάρκεια του αγώνα, είχε άλλο ατύχημα, απίστευτα φρικιαστικό, που σήμανε και το τέλος της ζωής του.

 

 

Δεν υπήρξε άνθρωπος που να είδε και τα δύο ατυχήματα και να μην είπε ότι “κάτι” ήθελε να σκοτώσει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ τον νεαρό οδηγό. Μα ούτε ένας. Όλοι σκέφτηκαν το ίδιο πράγμα.
Κάτι εξώκοσμο, αλλόκοτο, πειναλέο, αδυσώπητο ήθελε να τον αποσύρει από την ζωή, κοιτώντας στα σκοτεινά κιτάπια της Μοίρας και υπολογίζοντας μέσα από αυτά. Επιτέθηκε δυο φορές συνεχόμενες. Την πρώτη αστόχησε, την αμέσως επομένη, όμως, δεν αστόχησε.

Όπως και να έχει όμως, την πρώτη φορά δεν τα κατάφερε, πράγμα που σημαίνει πως το Πεπρωμένο δεν είναι παντοδύναμο. Μπορεί να ηττηθεί. Για να ηττηθεί όμως πρέπει πρώτα να “αναγνωριστεί”. Είναι αδύνατον να νικήσεις κάτι που αγνοείς, από καθαρή αμέλεια ή εθελοτυφλώντας στην ύπαρξή του. Κυρίως, είναι αδύνατον να νικήσεις κάτι, αν δεν καταλάβεις τον μηχανισμό λειτουργίας του, ώστε να αναπτύξεις έναν ισχυρότερο μηχανισμό αντιμετώπισής του.

 

 

Στα Νησιά των Τόνγκα στον Ειρηνικό Ωκεανό, υπήρχε μέχρι , τουλάχιστον, μισόν αιώνα πριν, ένα παράξενο ταμπού που υποχρέωνε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τον υποπέσαντα σε ένα βαρύ αμάρτημα , όταν τρώει, να μην χρησιμοποιεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τα χέρια του.  Με λίγα λόγια ο taboo’ed προσέκυπτε στο χώμα και έτρωγε την τροφή του σαν σκύλος (το συνηθέστερο, εκτός αν βρισκόταν κάποιος να τον βοηθήσει σε αυτό).

Αυτή, έως σήμερα, είναι σε γενικές γραμμές  η ιστορία της ανθρωπότητας έως σήμερα. Ένας Tonga, taboo’ed.

Τα χέρια της είναι “δεμένα”, και σαν τα σκυλιά οι άνθρωποι μασουλάνε από το χώμα τα κόκκαλα που τους ρίχνει ένα υπεριστορικό σχέδιο ξεδίπλωσης-επαναπορρόφησης του σύμπαντος, προκειμένου να τους κρατάει στοιχειωδώς ζωντανούς για την εξυπηρέτηση των δικών του επιδιώξεων και μόνον.

Όμως, αυτό το πράγμα δεν συνάδει με καμμία έννοια δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας. Κυρίως, όμως, δεν θα υπήρχε περίπτωση ο άνθρωπος να συλλάβει την έννοια της Ελευθερίας, αν κάτι τέτοιο δεν προϋπήρχε πρώτα εν είδει ΑΥΤΟΥΠΟΝΟΜΕΥΣΕΩΣ μέσα στον μυστικό, σκληρό πυρήνα της δημιουργίας αυτού του κόσμου ωσεί θεάτρου μαριονετών.

Μια μαριονέτα, όμως, αν είναι σάρκινη και τυγχάνει να έχει (αυτο)συνείδηση, όταν “ξυπνήσει”, θα βρεθεί ενώπιον ενός διλήμματος. Είτε θα απορρίψει πλήρως αυτόν τον κόσμο και θα επαναπορροφηθεί στο Μεγάλο Τίποτα, είτε θα κερδίσει την Ελευθερία της, κρίνοντας, ότι αυτός ο κόσμος αξίζει να υπάρχει και να βιώνεται.

Αρκεί, φυσικά, να έχει κανείς το “ελεύθερο” να καθορίζει μόνος του την μοίρα του, βγαίνοντας για πρώτη φορά από τρελλή, απίστευτη ως προς αυτό το θέμα άγνοια αιώνων.