Skip navigation

 

 

 

 

ΤΑ “ΛΑΙΚΑ & ΜΠΛΟΥΖ” ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΙΝΗΣ ΞΥΔΗ

 
Το παρόν σημείωμα πάνω στην υπό έκδοσιν ποιητική συλλογή της Χαριτίνης Ξύδη, “Λαϊκά & Μπλουζ”, δεν ενέχει κριτική υπόσταση και ανάλογο ρόλο, στον βαθμό που τα ποιήματα έχουν παρουσιαστεί κατά το πλείστον στην προσωπική σελίδα της ποιήτριας στο facebook (όπως, επίσης, κάποια εξ αυτών σε διαδικτυακούς ιστότοπους και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά) και αναμένεται η έκδοση.

Αυτό το σημείωμα, κατά συνέπεια και εξ ανάγκης, συνιστά, λοιπόν, ένα είδος προ-εισαγωγικής σκέψης πάνω στην πλέον πρόσφατη δουλειά της ποιήτριας.

Εξ αρχής, αξίζει να λεχθεί πως αυτό που προκαλεί ιδιαίτερη θαυμαστική εντύπωση διαβάζοντας κανείς τα ποιήματα στην εν λόγω ενότητα, είναι η επιτυχής εννοιολογική ισορροπία εν είδει “σχοινοβασίας”, επί της συγκεκριμένης, “ειδικότερης” θεματολογίας και σε αρμονική αντιστοιχία, βέβαια, με τον “κατάλληλο” ποιητικό λόγο.

Τα “Λαϊκά και Μπλουζ”,  δεν είναι σε καμμία περίπτωση μια μηχανιστική, ευθέως αναλογική μεταφορά της θεματολογίας και της γενικώτερης νοοτροπίας/τεχνοτροπίας των δύο αυτών ειδών της μουσικής τέχνης στον γραπτό λόγο και την ποίηση.

Πρόκειται για ποιήματα, και μάλιστα ποιήματα άρτια, μιας άψογης αισθητικής ποιότητας, δημιουργημένα κάτω από πάσα νομοτέλεια της ποιητικής τέχνης.

Δεν είναι, λοιπόν, “τραγούδια”, ούτε συναποτελούν στιχουργικό υλικό για τραγούδια, με την αφορμή της ποίησης ή όχι. Όμως, από την άλλη, κρατούν την εννοιολογική/εντυπωσιομορφική ατμόσφαιρα του “τραγουδιού”, προσδίδοντας την πλήρη “αίσθηση” αυτών μέσα από την ούσα ποίηση, και αυτή η  επιτευχθείσα “ενότητα αντιθέτων” θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια προσωπική επιτυχία της Χαριτίνης Ξύδη σε αυτήν την πολύ ιδιάζουσα περίσταση του γραπτού λόγου.

Εδώ η Χαριτίνη Ξύδη ωθείται σε έναν λόγο, που προσωπικά θα τον χαρακτήριζα ως πλήρη μιας ανθηρής αυστηρότητας, πράγμα που σημαίνει, πως η έκφραση της ποιήτριας είναι μεν λιτή και σύντομη, αλλά, χάρις στην δεξιοτεχνία της, πλήρης και από εικονοποιητική/συναισθηματική έκφραση και θυμική ευρυθμία.

 

 

Έντονα “ατμοσφαιρικές” και εν ταυτώ βιωματοληπτικώς ισχυρές ποιητικές εικόνες σε μιαν απόδραση προς την μυθολογία των λαϊκών τραγουδιών και του μπλουζ (δύο είδη, άλλωστε, που παρουσιάζουν, ορισμένως, “εκλεκτικές” συγγένειες). Αμεσότητα έκφρασης και αναδραστική στοχαστικότητα σε διακριτικότερο, υπαινικτικό πλάνο. Λόγος καλλίρροος και ενδοανατρεπτικός μαζί. Ο έρωτας, φυσικά, πανταχού παρών στα ποιήματα σε όλην την γκάμα των συναισθημάτων και των εντάσεών του. Κτύπος και χάδι μαζί οι ανθισμένοι στίχοι της. Ένα πανόραμα της καρδιάς.

Η Χαριτίνη Ξύδη, αρθρώνει εδώ έναν λόγο καρδιάς, ο οποίος, όμως, δομείται πάνω σε πολύ προσεγμένες,  έξυπνες εκκλήσεις και αποστροφές του στιχικού λόγου, και κατορθώνει να μας συγκινεί στο έπακρον ως αναγνώστες, τόσον με το βάθος του συναισθήματος όσον και με τον υποβλητικό ρόλο του νου που κατεργάζεται το θαύμα της ποίησης μέσα από το πρωτογενές συναίσθημα.

Σε μιαν εποχή στην οποία η εύκολη, αβασάνιστη και αδιεξόδως πρόχειρη ποίηση συσσωρεύεται στα ράφια των βιβλιοπωλείων και τους ιστότοπους του διαδικτύου, ως μνημεία παρακμής της  εποχής μας, εξαιρετικά επιτυχημένες ποιητικές συγγραφές, όπως αυτή η πλέον  πρόσφατη της Χαριτίνης Ξύδη, που κατορθώνουν να συγκεράζουν πράγματα, τα οποία  απαιτούν ικανότατη και λεπτή αίσθηση χειρισμού του λόγου, δεν μπορεί παρά να προσφέρουν, αν όχι ακριβώς αισιοδοξία εν συνόλω για μιαν ολόκληρη εποχή, τότε, τουλάχιστον μιαν ανάσα πρόσληψης δημιουργικότητας, κυρίως δε, μιαν αίσθηση ότι η πραγματική ποίηση δεν είναι μόνη της σε αυτόν τον καιρό, και ας φαίνεται έτσι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το σώμα δεν είναι η φυλακή της ψυχής, ως είθισται κάποτε να λέγεται, αλλά η έκφραση της ψυχής, η δυνητική ευτυχία της.

Ο,τιδήποτε από το Αίνιγμα του Κόσμου δεν σωματοποιείται και δεν λαμβάνει “υλική” μορφή (έστω και αν η “ύλη” δεν υπάρχει, – πρόκειται, δηλαδή, για ψευδαίσθηση, μια ψευδαίσθηση ωστόσο που προσφέρει Ζωή!), είναι κάτι το φονικό έναντι της υπόλοιπης “υλοποίησης”.

Φυσικά, ο κόσμος αυτός, μπορεί να εκληφθεί, και είναι με την σειρά του, μια “φυλακή”. Όχι κατ’ ανάγκην όμως για πάντα. Τουλάχιστον, τα κάγκελα είναι απτά ή προφανή, και μπορεί να “πριονισθούν” κάποτε.

 

 

Το “τίποτα” όμως δεν έχει κάγκελα. Είναι απέραντο, άπειρο, και χωρίς καμμία δυνατότητα διαφυγής. Πρόκειται για το πλέον εφιαλτικό “χρυσό κλουβί” που μπορεί να φανταστεί κανείς.

Εκείνο,  από το οποίο μια φορά κι έναν καιρό, παίξαμε την (μη) ύπαρξή μας κορώνα-γράμματα ως ανθρωπότητα για να τα καταφέρουμε να αποδράσουμε και να διαφύγουμε, δεν υπάρχει λόγος να το “αναπαριστούμε” καμμία φορά ως ζωντανή  imago mundi , και σε καμμία εποχιακή παρακμή- διάλυση.

Επειδή το ζητούμενο μιας παρακμής δεν είναι απλά ο εκβαρβαρισμός της συνείδησης, όπως επίσης η πτώχεια και το χοντροκομμένο της σκέψης και της έκφρασης, αλλά ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΥΤΑ, ως προ-δι-αιώνιο “κρυμμένο αίτημα” που δεν συνειδητοποιείται φυσικά,  η οπισθοχώρηση στο μακάριο τίποτα της α-μορφίας και του προ-συνειδητού.

 

 

Σε οριακές εποχές, σε εποχές διάλυσης, στις οποίες αναζητούνται τα άλματα και οι υπερβάσεις, “ένας” στους “δύο” πεθαίνει.  Το “τίποτα” δεν μπορεί να πεθάνει, έτσι κι αλλιώς, γιατί δεν “ζει”.  Εκείνο που κινδυνεύει να πεθάνει: ο μελλούμενος κόσμος,

-αυτός,  ακριβώς, προορίζεται και να ζήσει!


 

 

 

 

 

 

 

Τι είναι μια επανάσταση;

Μια επανάσταση δεν είναι μόνον “ιστορικό” φαινόμενο, αλλά, πάνω απ’ όλα, αναπαραγωγή της ίδιας της ουσίας της ζωής. Η ζωή δεν έχει  άλλον τρόπον του υφίστασθαι απαρχής της έως τώρα, από το να αναπαράγει το ίδιο το αρχέτυπο της μαζικής εξέγερσης και απόδρασης από μιαν πρωταρχική κατάσταση μακαριότητας και ασυνειδητότητας στους “ουρανούς”.

Ένα ελικόπτερο προσγειώθηκε στην απέραντη, άπειρη ταράτσα του ουρανού και μας φυγάδευσε στην γη. Το υλικό, υπαρκτό ελικόπτερο θα εμφανιστεί πολύ αργότερα ως φόρος τιμής σ’ εκείνην την εξέγερση.

Επανάσταση είναι όταν το υποκείμενο διαφεύγει από τον κόσμο των αντικειμένων (ιστορικώς) ή των μη κειμένων (πρωταρχικώς-αχρονικώς).

Σε κάθε επανάσταση γιορτάζει ο Χρόνος τα γενέθλιά του.

 

 

 

 

 

 

 

Αύριο στο “Fish and Mr Hiroshima” της Χαριτίνης Ξύδη, ( όπως, άλλωστε, κάθε Τετάρτη, 6-8 μ.μ. στον amagi), ένα αφιέρωμα στον Μάνο Λοίζο.

 

 

Εννοείται, βέβαια, πως θα είμαστε συντονισμένοι και αύριο σε μιαν ακόμα μοναδική  εκπομπή της Χαριτίνης .

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Νους είναι μια νόσος στην ανθρωπότητα, σίγουρα, ή μάλλον, η νόσος της ανθρωπότητας, όμως μαζί και ένας “σκοπός”, ένας καινούργιος θεός που δεν έχει αναλάβει ακόμα εξουσία στον κόσμο.

Ζούμε ακόμα σε μια γενικευμένη υπνηλία φαντασμάτων, η λεγόμενη “ανθρώπινη κατάσταση” έως σήμερα (και όχι για πάντα) δεν είναι παρά μια ανεξέλεγκτη και εφιαλτική κατάσταση “μαύρης μαγείας” (με την πλέον ανθρωπολογική , πρωτογονική έννοια), εξ αιτίας του γεγονότος ότι ο Νους δεν είναι ακόμα “γνωστός”. Δρα όμως. Το ότι αυτό δεν συνειδητοποιείται, είναι το πλέον επικίνδυνο.

Η υπερσύγχρονη Φυσική, εξ άλλου, μόλις αρχίζει και “υποψιάζεται” την σχέση ανάμεσα νου και “ύλη” (ό,τι και αν εννοεί κανείς με αυτήν την λέξη), μια σχέση, όμως, που θεωρούσαν βέβαιη  πριν από χιλιάδες χρόνια.

 

 

Λέμε το “υποκείμενο” της δράσης. Όσον αναγκαίο, φυσικά, και αν είναι  το υποκείμενο, δεν παύει, ωστόσο, αυτό το “υπο-” να χαρακτηρίζει την σχέση εξουσίας ανάμεσα σε άνθρωπο και σε μοίρα.

Το υποκείμενο δεν συνιστά από μόνο του παρά πάλη για χειραφέτηση από κάθε τι “ασυνείδητο” που το καθορίζει ακόμα. Το “ασυνείδητο”, εξ άλλου, είναι απλά ένα επίθετο και ορίζει ιδιότητα, όχι ουσία. Ως όρος, δεν λέει απολύτως τίποτα το σημαντικό. Πρόκειται για σύμβαση και ορολογία αμηχανίας. Λέει απλά, πώς “κάτι” είναι “ασυνείδητο”. Το τι όμως, είναι άλλη υπόθεση .

Από την άλλη, ο  Νους που σκέφτεται και συλλαμβάνει τον εαυτό του, δεν είναι θέμα μόνον φιλοσοφίας, αλλά κυρίως θέμα άμεσης ανάδρασης στην καθημερινή ζωή και της μεταμόρφωσής της.

Ένας “σόρσερερ”  στο οροπέδιο του  Chota Nagpur είναι κατά μίαν έννοια τρομαχτικό πλάσμα, επειδή χειρίζεται νοητικές δυνάμεις που δεν κατανοεί. Η συμβολική-μυθική-πρωτοθρησκευτική γλώσσα περιγραφής που χρησιμοποιεί για τις δυνάμεις που χειρίζεται, μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαίνουσα, αλλά μακριά ακόμα από μια πλήρη και αφηρημένη κατανόηση. Απ’ αυτήν την άποψη ο πρωτογονικός μάγος είναι και αυτός “υποκείμενο” και όχι “κύριος” της μοίρας.

Το υποκείμενο της Ιστορίας αγωνίζεται ώστε να γίνει κάποια στιγμή υπερβατικό υποκείμενο, τουτέστιν, υπερκείμενο (αν θα μπορούσα να το καλέσω έτσι). Από το υποκείμενο ως το υπερκείμενο μεσολαβεί μια χαοτική κατάσταση ασυνείδητης τέλεσης της ζωής και των ενεργειών της.

 

 

Είναι σαν να παρακολουθεί κανείς έναν δρόμο μεγάλης κυκλοφορίας στον οποίον τα οχήματα συγκρούονται συχνά το ένα με το άλλο, επειδή οι οδηγοί τους ανεξήγητα ή παραδόξως χάνουν τον έλεγχο και δεν υπολογίζουν σωστά τις “ταχύτητες” και τις “αποστάσεις”. Αυτό είναι ο νους ακόμα. Δεν σημαίνει, όμως, πως δεν προορίζεται να βασιλέψει κάποια στιγμή στον κόσμο.

Γιατί ο Νους, αν μη τι άλλο, για να μπορέσει να δράσει “συνειδητά” στον  κόσμο πρέπει να ειναι “πάνω” και από τον εαυτό του ακόμα, πρώτα να μην κινδυνεύει από αυτόν τον ίδιον.

Κανένα πράγμα, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι ελεύθερο αν δεν είναι πάνω απ’ όλα ελεύθερο από τον ίδιον τον εαυτό του.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ν τῇ σκιᾷ αὐτοῦ ἐπεθύμησα καὶ ἐκάθισα, καὶ καρπὸς αὐτοῦ γλυκὺς ἐν λάρυγγί μου”

Άσμα Ασμάτων, B’,3

 

Η περιβόητη σκηνή στοματικού έρωτα στην Παλαιά Διαθήκη. Από τους πιο όμορφους, πορνογραφικούς υπαινιγμούς  στην παγκόσμια λογοτεχνία.

Η απόδειξη, γιατί ο Σολομών, και ο Εμπειρίκος πολύ αργότερα, εμμένουν ως οι καλύτεροι ερωτογράφοι/”πορνογράφοι”, σε  μιαν εποχή, σήμερα, στην οποία η υστερική, αγαμική  χιλιοεπανάληψη των λέξεων “μουνί”, “αρχίδια” κλπ.  εν γραπτώ, δεν είναι τίποτε περισσότερον από γελοιογραφική, κακότεχνη πόζα λέξεων σε έρημον υαλογραφείον.

Αυτά, άλλωστε, έχουν νόημα, ιδιωτικώς, όχι γραπτώς. Οι πολυπληθείς υστεριογράφοι στην εποχή μας, κατά συνέπεια, που “μαλακίζονται” εν γραπτώ, δεν είναι λογοτέχνες, αλλά απλοί υστερικοί σε μια παρακμιακή εποχή, στην οποία τα πάντα δεν έρχονται παρά εκ των παρωχημένων υστέρων, όταν κάτι δεν θα είχε νόημα αν δεν επισυμβαίνει εκ των προτέρων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αν θα ήθελα να συνοψίσω την όλη μου σκέψη επί του “Μυστηρίου”, από μίαν άποψη και από μίαν οπτική τουλάχιστον, τότε θα προέκυπταν τα κάτωθι εν είδει συμπερασματικής-καταληκτικής υπογράμμισης:

Το Μυστήριο πάντοτε θα προσπαθεί να “καταπιεί” τον άνθρωπο, ο δε άνθρωπος, συνήθως φοβισμένος , πάντοτε θα εκλιπαρεί το Μυστήριο να μην τον σκοτώσει, ή θα το καλοπιάνει, θα ζητάει το ένα και το άλλο κλπ.

Δεν υπάρχει τίποτε περισσότερον στον κόσμο, μέχρι στιγμής, από την πιο αδυσώπητη πάλη ζωής και θανάτου ανάμεσα στον άνθρωπο και κάτι που (ακόμα) δεν κατανοεί.

Όλα τα άλλα, πάντα τα  δευτερεπιγενόμενα φαινόμενα επ’ αυτής της σχέσης σχέσεων καλούνται απλά “Ιστορία της ανθρωπότητας”.

 

 

Σε αυτήν την θανάσιμη πάλη δεν υπάρχει συμβιβασμός. Είτε το Μυστήριο θα καταπιεί πλήρως τον άνθρωπο, αφού θα τον έχει μεταχειριστεί πρώτα σαν κούκλα θανάτου για τους σκοπούς του (ανάπτυξη και διάλυση του κόσμου εν είδει “παιγνίου”), είτε ο άνθρωπος, τελικώς, θα ασκήσει με την σειρά του καθυποταγή και εξουσία στο Μυστήριο και θα χρησιμοποιήσει τον κόσμον προς δικό του όφελος, προς δική του χαρά, ηδονή και δημιουργικότητα.

Σε κάθε περίπτωση, η Λερναία- [LearnΑία] Ύδρα, εξολοθρεύεται μόνον με την καύση της “κεντρικής κεφαλής’ της.

Όλα τα άλλα κεφάλια που ξεφυτρώνουν δεν είναι παρά φυτεία ενός αιεί παρακμάζοντος χρόνου, γιατί ο Χρόνος από την φύση του είναι “φωτεινή” καταρροή ρήξης και εξέγερσης, αλλά και παρακμής που συναρτάται σχεδόν σε κάθε βήμα αυτής της “καταρροής”.

Μια Εναντιοδρομία, λοιπόν.

Το Μυστήριο πάντοτε επιθυμεί κάποια στιγμή να “επαναρροφήσει” πίσω τα πράγματα και να τα διαλύσει σε μια παραδείσια κόλαση “μη υποκειμενικότητας” και αφηρημένης “αγάπης” στους ουρανούς.  Αν δεν είσαι ζωντανός, αναγκαστικά “αγαπάς” μόνον (με αυτόν τον τρόπο: διάλυση υποκειμένου), τουτέστιν, “πονάει χέρι, κόβει χέρι”. Καμμία σχέση, φυσικά, με την ερωτική αγάπη των ανθρώπων. Εδώ πρόκειται για μια θανάσιμη “αγάπη”. Είναι η αγάπη της μη-ζωής και της …ησυχίας στην μακαριότητα.

Μια σατανική ουράνια παραπλάνηση και απάτη (υποτίθεται για καλούς σκοπούς), έναντι της οποίας εμμένει το Έπος της Φυγής μιας ανθρωπότητας που μακελεύεται μέσα στον Χρόνο για να “πληρώσει τας γραφάς”.

Να τις “πληρώσει” δηλαδή και με τις δύο έννοιες.

 

 

Είναι αυτό που λένε, “στοίχισε ο κούκος αηδόνι” (άλλως, το “κάρμα”), όμως ακόμα και η ύπαρξη των φυσικών αηδονιών στον κόσμο δεν είναι, έτσι κι αλλιώς, παρά σημάδι της αποτυχίας κάθε τάσης που σκοπεύει να φονεύσει οποιοδήποτε μέλλον και όχι να το δημιουργήσει. Μεμερισμένως δε, κάθε ανέραστου και ψυχοπαθητικού κύκλωπα-κούκου της παρακμής όταν εμμένει ως όργανο δυνάμεων που δεν κατανοεί και χρησιμοποιείται εξαντλητικώς έως τέλους με αντίτιμο τον ίδιον τον θάνατόν του,–

[εν είδει υποκειμενικοποιημένου, περιττού ίσως, επιμέτρου]

— και  ο οποίος, αμήχανος, δεν μπορεί παρά να ακούγεται μηχανικά στα άδεια εγκεφαλικά σπήλαια των άλλων, εξ ίσου νενεκρωμένων κούκων σε μιαν εποχή, στην οποία σπάνια υπάρχει πλέον “αναγνωστικό υποκείμενο” ,

ψυχορραγώντας δε στην κόψη του χρόνου και φοβούμενος σαν τρελλός το ήδη χιλιάκις τετελεσμένο (και εδώ ας μας συγχωρηθούν τα γέλια).

 

 

 

 

 

 

 

zahhak2_phixr

 

 

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟΝ ΣΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

 

Στην μυθοκοσμολογία της αρχαίας περσικής Avesta ο ήρωας Thraêtaōna ((ή, πιθανώς, με περισσότερη ακρίβεια προφοράς, Thraêtaōnô : αυτή είναι η αρχαία ονομασία του, ονομάστηκε αργότερα και Fereydūn), εξολοθρεύει το εφιαλτικό ερπετό Dahāka, το οποίο παρουσιάζεται με τρία σαγόνια, έξι μάτια, τρία κεφάλια και με μια συντριπτική δύναμη τέτοια που θα μπορούσε να σπείρει το θάνατο σε πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα.

Η μάχη ήταν κρίσιμη:  το ερπετό αντιπροσώπευε, -θα μπορούσε να πει κανείς με ερμηνευτική ασφάλεια, αλλά κατά μίαν έννοια μόνον, καθώς μπορούν να υπάρξουν “πολλές οπτικές” επ’ αυτών των θεμάτων- τις αρχέγονες δυνάμεις του Χάους που προσπαθούσαν να “απορροφήσουν” τον κόσμο σε μια κατάσταση διάλυσης, ή θα το λέγαμε αλλιώς, σε μια πρωταρχική νύχτα μη υποκειμενικότητας. Ο Ahura-Mazda, όμως, είναι πάνω απ’ όλα ο θεός που προκρίνει την “ανάδυση” του Κόσμου. Στην Avesta, η μέριμνά του γι’ αυτόν τον κόσμο υπεραφθονεί ακόμα και σε λεπτομέρειες, ο ίδιος δεν προασπίζεται απλά την υπεροχή του αρχαίου περσικού παραδείσου.

Βέβαια, οι μάχες των ηρώων με τα ερπετά ή με άλλες πρωτο-μορφές του Χάους δεν είναι σπάνιες στις διάφορες μυθολογίες του κόσμου (ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, τον βαβυλωνιακό Marduk στην μάχη του με την Tiamat), όμως αυτό που κινεί υποψίες για περισσότερο φως στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι το όνομα “Dahāka”. 

Έψαξα πριν από κάποιο καιρό για να βρω την ρίζα της λέξης “Dahāka” και δεν βρήκα κάτι  καλύτερο ή πιο πειστικό (ανάμεσα σε διάφορες ερμηνείες που έχουν προταθεί κατά καιρούς) από το “dâs” που σημαίνει στα αρχαία περσικά “καταστρέφω”. Προσωπικά, πιστεύω πως αυτή η ερμηνεία-συσχέτιση πρέπει να είναι και η ορθότερη.

 

a956b555bd63ae2430c2eb499984a9dd

 

Όμως σκοπός αυτού του κειμένου είναι άλλος και όχι να σταθεί στις πιθανές διχογνωμίες των γλωσσολόγων. Θέλω να πω, δηλαδή, πως στην ουσία  κάθε “παρακμή” που εμφανίζεται ιστορικά στην ανθρωπότητα δεν είναι παρά ιδιαίτερη αναπαραγωγή-επανεμφάνιση ενός κοσμολογικώς “πεινώντος” πρωταρχικού χάους. Μια αναπαραγωγή μέσω της οποίας επιχειρείται,- αν ιδωθεί βαθέως η ίδια ως προς τον όχι πάντοτε συνειδητό σκοπό που κρύβει εντός της-, η “εξίσωση” πάντων των πραγμάτων, πολλές φορές ακόμα και σε παρωδία ισχύος μεν, αλλά σίγουρα στο αίτημα μιας πλήρως ανορθολογικής “ισοπέδωσης” των μορφών.

Η “διαφοροποίηση” σε αυτή την περίπτωση δεν είναι ανεκτή.  Όπως είναι λογικό ή αναμενόμενο, εναντίον  αυτής της τελευταίας κάθε παρακμή δεν κάνει και δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο από το να επιχειρεί να ρημάζει κάθε τι το ορατό σ’ ένα απερίγραπτο χάος αυθαιρεσίας, ψεύδους και αδικίας.

Από εκεί και το απαρηγόρητο της αποτυχίας της, όπως διαπιστώνεται πάντοτε. Επειδή, ο κόσμος, θα λέγαμε, δεν έχει ποτέ την τάση να ξαναγυρίζει “πίσω”, στην μη-οργάνωση και τελικώς στην μη ύπαρξη . Το “φωτεινότερο” μέρος της ύπαρξης είναι κατά πολύ πιο αποφασιστικό και αντιστέκεται στην μη διαφοροποίηση (ας θυμηθούμε και το ευαγγελικό: “καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν”). Άλλωστε αν χαθεί το φως δεν υπάρχει ή δεν νοείται καν αυτό το ίδιο το σκότος!

 

800px-ajdahak_dream

 

Επιθυμώντας (συνειδητά ή ασυνείδητα) κάθε παρακμή την άρση της διυποκειμενικής ανισότητας, στην ουσία μετατρέπεται η ίδια σε Dahāka – dâs που θέλει να πισωγυρίσει τα πράγματα σε μια κατάσταση στην οποία δεν υφίσταται ακόμα η βάσανος του υποκειμένου. Βέβαια, αυτή η τυφλή ορμή για καταστροφή ή ορμέμφυτο του θανάτου,  δεν διαφέρει σε τίποτα από το “πονάει χέρι, κόβει χέρι”. Είναι παντελώς ανήμπορη, λοιπόν, να κατανοήσει , κυρίως να κατανοήσει το πιο καθοριστικό:

πως η ίδια κάθε φορά είναι μη συνειδητό όργανο ενός αρχετύπου μυθικού συμβάντος που επέρχεται και παρέρχεται μέσα από τους κύκλους της ιστορίας.

 

 

Χρόνος παρακμιακός, γεμάτος απορρίμματα, χρόνος του τίποτε σε ενδονύκτια του κόσμου παρομιλία και ψευδαισθήσεις εξουσίας: πράγματα που ακολουθούνται πάντοτε από την ανηλεή σπάθη του Thraêtaōna όταν πέφτει στην ώρα της για να απονείμει δικαιοσύνη.

Χρόνος μιας ήττας που δεν μπορούν να ελέγξουν αρκετοί άνθρωποι της εκάστοτε παρακμής, μιας και έρχεται από κάτι πολύ βαθύ στον Χρόνο.  Άλλωστε, μονάχα οι ήρωες μπορούν να τα βάλουν με τους θεούς ή με τον Χρόνο, οι άνθρωποι ενός παρακμάζοντος κύκλου ποτέ. Όσον δε έχει να κάνει με το πρώτο σκέλος της μόλις προηγούμενης πρότασης, θα έλεγε κανείς πως μόνον η Ελληνική Μυθολογία εμφανίζει ένα τέτοιο “προνόμιο”. Εγώ προσωπικά δεν έχω δει πουθενά στην Περσική (αλλά και σε άλλη) Μυθολογία τους ήρωες να τα βάζουν με τους θεούς. Πιθανώς να μην είχαν λόγο για κάτι τέτοιο. Ο Ahura-Mazda, άλλωστε,  μέσα από τις συνομιλίες του με τον Zarathustra εμφανίζεται ως εξαιρετικά καλόβολος, συμπαθητικός και ανοιχτόμυαλος “τύπος”.

Όμως, αυτό είναι άλλο θέμα.

Όχι και τόσον αν σκεφθεί κανείς πως βρισκόταν παρά τω πλευρώ όλων των ηλιακών ηρώων των μυθικών χρόνων της Περσίας και σίγουρα είχε τους λόγους του γι’ αυτό .

 

(κείμενο του περασμένου Οκτωβρίου, που επαναναρτάται για ειδικούς και συγκεκριμένους λόγους)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όσοι κρυπτο-αντισημίτες “ενοχληθήκατε”, -και μιλώ τώρα για φερόμενους ως πιο “σοβαρούς”, όχι για γνωστά crap-, καλόν θα είναι να αναφέρετε τους πραγματικούς λόγους της ενόχλησής σας και όχι να το ρίχνετε σε χύμα ανορθολογισμό και απερίγραπτη ανοησία. Δηλαδή, δείχνετε να μην έχετε καν στοιχειώδες “γνώθι σαυτόν”, όταν προβαίνετε σε τέτοια καμώματα.

Η βλακεία, άλλωστε, είναι σαν την καράφλα. Όσον περισσότερον μεγαλώνει, τόσον γεμίζει τον κόσμο γύρω της με τρίχες.

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα σχετικώς πρόσφατο κρούσμα αντισημιτισμού από την πλευρά του γνωστού σκιτσογράφου Στάθη, καθώς και η σχετική ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδας προς απάντησίν του, έρχονται να μας δείξουν ότι η σχετική εγκεφαλοπάθεια που αφθονεί στην χώρα μας, κοντεύει να γενικευθεί ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικής συγκρότησης, προσωπικότητας και διανοητικής υπόστασης .

Δεν πάει, άλλωστε, πολύς καιρός που το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας σε έρευνά του διεπίστωσε μια απίστευτη αύξηση της αντισημιτικής προδιάθεσης στην χώρα μας (σαράντα τοις εκατό να δηλώνει πως το “Ολοκαύτωμα ήταν θετικό” ή είχε “θετικές πλευρές”!). Επιπροσθέτως, μάλιστα, αξίζει να αναφερθεί πως η σχετική έρευνα που έχει διενεργήσει η Anti-Defamation League σε παγκόσμιο επίπεδο, παρουσιάζει την Ελλάδα ως την πιο αντισημιτική χώρα στην Ευρώπη, με ένα ποσοστό του 67 %.

Το θέμα είναι το εξής. Ο αντισημιτισμός στην  χώρα μας, κατά μείζονα πλειοψηφικό λόγο, πιστεύω πως είναι λανθάνων και με “δικαιολογίες” (γι’ αγρίους). Συνήθως δεν φανερώνεται άμεσα, καλύπτεται υποκριτικώς και εν μέρει πίσω από διάφορα “κλισέ” που θεωρούνται “ανεκτά” στην Ελλάδα,   ούτως ώστε να μην επισύρει μομφή ρατσισμού, όμως όταν του δοθεί η ευκαιρία …ξεσπαθώνει.

Τα ποσοστά υποκρισίας, βλακείας, ρατσισμού, συμπεριφορικού και πολιτικού φασισμού έχουν αυξηθεί κατακόρυφα στην χώρα μας, και σε συνθήκες πλήρους διάλυσης/αποσύνθεσης. Και ας μην βιαστεί κανείς να πει πως η “κρίση” μπορεί να γεννήσει τέτοια πράγματα, γιατί πάει πια να καταστεί μια πολύ αμήχανη ή “ντροπαλή” , -σίγουρα ανορθολογική-, δικαιολογία αυτό το πράγμα.

Μια κρίση, κατά κύριον λόγον, γεννά ανθρώπους στους δρόμους να διεκδικούν την ζωή, γεννάει κινητοποιήσεις στην έξω πραγματικότητα (και όχι εύκολη παθητική “γκρίνια” στο facebook), όπως, άλλωστε, συνέβη σε άλλες χώρες. Δεν γεννά αρκετούς ηλεκτρονικούς ηλίθιους, και bullies. Προπάντων, δεν μπορεί να γεννήσει αντισημίτες με πλήρως διαλυμένο μυαλό και με συνωμοσιολογίες του ελαχίστου IQ. Καμμία “αναγκαία” σχέση αιτιότητας δεν διαπιστώνεται ανάμεσα σε αυτά τα δυο.

Θα αναδημοσιεύσω εδώ ένα παλαιότερο κείμενό μου στο Century Camera II, που φέρει τον τίτλο “Ο λανθάνων αντισημιτισμός στην Ελλάδα”, και το οποίο εγράφη με αφορμή κάποια κουτοπόνηρα αντισημιτικά καμώματα του Ευάγγελου Βενιζέλου τότε.

 

Ο ΛΑΝΘΑΝΩΝ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, 

18/10/2012

 

 

Και είπε πρόσφατα ο αποτυχημένος πρόεδρος του υπό εξαφάνιση ΠΑΣΟΚ, Βενιζέλος, πως “του έκανε εντύπωση ότι τα τρία πρώτα ονόματα στην λίστα Λαγκάρντ είναι εβραϊκής καταγωγής” (!).
Βέβαια, δεν συμπλήρωσε το “γιατί”· προτίμησε να το αφήσει να αιωρείται ως εάν πονηρό κλείσιμο του ματιού σε ανοιχτομάτηδες και προφανώς με την ελπίδα ότι οι ακροατές και αναγνώστες των ΜΜΕ θα “έπιαναν το υπονοούμενο”.
Λανθάνων αντισημιτισμός από λανθάνοντες πολιτικούς σε ένα κράτος και μια κοινωνία που ναυαγούν δεν είναι κάτι τόσο απίθανο να επισυμβεί και να καθίσταται κάποτε ορατό με περισσή ξεδιαντροπιά.

Όμως, σε κάθε περίπτωση είναι διαφορετικό να είναι αντισημίτης ένας νεοναζί, λόγου χάριν, από το να αφήνει με όλως κουτοπόνηρο τρόπο αντισημιτικά υπονοούμενα ένας mainstream πολιτικός, έστω και ανυπόληπτος πλέον. Το δεύτερο είναι τρομαχτικά επικίνδυνο, όπως εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς, γιατί με τον τρόπο του δείχνει πως οι χειρότερες αντισημιτικές προλήψεις δεν βρίσκουν κανένα εμπόδιο να αναπαραχθούν σε επίπεδο κορυφής της εξουσίας και από εκεί να ανακατευθύνουν με εξαιρετικά ανεύθυνο τρόπο απρόβλεπτες αντιδράσεις προς τα κάτω.

 

 

Στο κάτω κάτω η νεωτερική ευρωπαϊκή κοινωνία χτίστηκε στο έδαφος του αντισημιτισμού: από τους πρώτους κανόνες “καθαρότητας του αίματος” (limpieza de sangre) στην Ισπανία του 16ου αιώνα, μέχρι τα γενικευμένα αντιεβραϊκά πογκρόμ ανά εποχές, περιστάσεις και πολιτικές σκοπιμότητες καθ’ όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, έως το τραγικό αποκορύφωμα της Shoah, του “Ολοκαυτώματος” από τους Γερμανούς ναζί, το δόγμα της “αποβολής” του ξένου, του ακατανόητου “Εβραίου”  δεν έλειψε ποτέ στις εμπράγματες, τραγικές και ιδιαίτερα απάνθρωπες, εφαρμογές αυτής της κοινωνίας.

Αυτή η “λεπτή” επισήμανση περί “εβραϊκών ονομάτων” που έκανε ο Βενιζέλος σίγουρα δεν είναι κάτι που μπορεί να το προσπεράσει κάποιος εύκολα, παρόλες τις δικαιολογίες που επιστρατεύθηκαν εκ των υστέρων για να “καλύψουν” τα πράγματα.

Σε αυτή την περίπτωση, όπως και σε κάθε τι στη ζωή, οι δικαιολογίες απλά επιβαρύνουν την θέση εκείνου που πράττει ένοχα και καταφέρνουν να μετατρέψουν μια υποψία σε πλήρη βεβαιότητα.

 

 

Οι δύο δημόσιες τοποθετήσεις Ελλήνων Εβραίων (μιλώντας εκ μέρους των εαυτών τους και μόνο και όχι στο όνομα κάποιου μαζικού εβραϊκού φορέα ή κοινότητας) όσον αφορά το ζήτημα, ήτοι, η πρώτη, με την αγανάκτηση που την διαπνέει να ελέγχεται μεν αλλά δύσκολα να κρύβεται, από τον κ.Ζαν Κοέν και η δεύτερη, αρκετά μετριοπαθής και ευγενική -όσο και ιστοριογραφική καθώς έχει να κάνει με τον φανερό κρατικό και όχι λανθάνοντα αντισημιτισμό στην Ελλάδα- από τον κ.Ιακώβ Σιμπή, προσπάθησαν να κάνουν ορατά τα μη ευκόλως εννοούμενα αυτονόητα απέναντι στα ευκόλως υπονοούμενα αδιανόητα του Βενιζέλου.

Αν ήμουν Εβραίος και απευθυνόμουν μέσω των εφημερίδων στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, ομολογώ ότι δεν θα ήμουν τόσον συγκρατημένος. Το λιγότερο, θα ζητούσα την αποπομπή του Βενιζέλου από κάθε δημόσιο και πολιτειακό αξίωμα της χώρας.

Τα λεγόμενά του, ωστόσο, δεν έρχονται εν αιθρία: είναι, θα έλεγε κανείς, πρόβλημα χρόνιο και γενικώτερο στην ελληνική κοινωνία ο λανθάνων αντισημιτισμός.

 

 

Χρόνια ακούμε από εδώ και από εκεί, από τους πλέον ετερόκλητους και απίθανους τύπους ανθρώπων (όχι κατ’ ανάγκην νεοναζί, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι) πως οι “Εβραίοι κυβερνούν τον κόσμο”, “ο …Κίσσινγκερ θέλει να καταστρέψει την ελληνική γλώσσα”(!),  “οι Εβραίοι είναι πίσω απ’όλα και τα κάνουν όλα”, κλπ. κλπ. με λίγα λόγια όλη ΑΚΡΙΒΩΣ η φτηνή χιτλερική παραμυθολογία περί των “κακών Εβραίων” που επιβουλεύονται τις χώρες και τους λαούς του κόσμου με τους οποίους συμβιώνουν, ήταν και δυστυχώς συνεχίζει να είναι παρούσα στα πιο αποπροσανατολισμένα και συγκεχυμένα πληθυσμιακά στρώματα που πάντοτε ψάχνουν τουλάχιστον έναν αποδιοπομπαίο Εβραίο αν όχι τον …ίδιο τον Ιούδα, για να εκτονώσουν είτε τα προσωπικά αδιέξοδά τους , είτε πιο επίκαιρα, την οργή τους από την αιφνίδια και απρόσμενη προλεταριοποίησή τους λόγω της κρίσης.

Είναι σχεδόν αδύνατον να μεταπείσεις έναν πεπεισμένο ηλίθιο να απομακρυνθεί από τις ψευδοϊστοριολογικές παραισθήσεις του σε σχέση με τους “κακούς Εβραίους”. Ο αντισημιτισμός είναι μακροπρόθεσμο δηλητήριο.. Περνάει απρόσκοπτα αλλά και ανεπαίσθητα από γενιά σε γενιά και αυτό είναι στην ουσία το modus operandi του ανορθολογισμού του.

Δεν είναι απλά ότι κάποιος πρέπει να φταίει για την όλη κατάσταση, είναι και ποιος επιλέγεται “να φταίει” δια μέσου των αιώνων.

 

 

Οι Εβραίοι υπήρξαν ανέκαθεν το ιδανικό θύμα για την ρατσιστική και μισανθρωπική κτηνωδία διαφόρων αρχουσών τάξεων της ευρωπαϊκής ηπείρου: ο ιδανικός “εσωτερικός εχθρός”. Και αυτό γιατί η Εβραϊκή Διασπορά, εξ αρχής αποκλείστηκε από τις πιο άμεσες παραγωγικές τάξεις και στράφηκε αναγκαστικά είτε στο εμπόριο είτε στην επιστημονική και καλλιτεχνική ιντελλιγκέντσια” για να επιβιώσει.

Ο λεγόμενος “εβραϊκός διαφωτισμός” (η “haskalah”) των 18ου και 19ου αιώνων από ανθρώπους, ανάμεσα σε άλλους, όπως ο φιλόσοφος Moses Mendelssohn (παππούς του συνθέτη Mendelssohn) που είχε ως σκοπό να αποβάλλει σε σχετικό βαθμό την θρησκευτικότητα από την εβραϊκή κοινότητα και να αφομοιωθούν πλήρως οι Εβραίοι από τις τοπικές ευρωπαϊκές κοινωνίες ώστε, εκτός των άλλων, να μην γίνονται και “στόχος”, κάθε άλλο παρά έλυσε το πρόβλημα:

στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μεγαλοφυίες όπως ο Richard Wagner μπορούσαν κάλλιστα να γράφουν κατά την ανάπαυλα των συνθετικών προσπαθειών τους απερίγραπτες αντισημιτικές ανοησίες και λιβέλλους (π.χ. “Ο Ιουδαϊσμός στην Μουσική”), ώστε κάποτε να απορεί κανείς αν είναι όντως ο ίδιος άνθρωπος στις δυο αυτές δραστηριότητες.

Όπως και να έχει, και φτάνοντας στον 20ό αιώνα, κατά το τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης οι περισσότεροι γιατροί και δικηγόροι για παράδειγμα (όπως επίσης και σε άλλα επαγγέλματα) στην Γερμανία ήταν Εβραίοι, γεγονός που προκαλούσε την μήνιν του ναζιστικού κόμματος.

Εφ’ όσον συνεπώς οι Εβραίοι κατείχαν θέσεις-κλειδιά στην οικονομική ζωή της χώρας, τότε δεν ήταν τόσο απρόσμενο για τους …παγανιστές ναζί να θυμηθούν ότι “σταυρώσαν τον Χριστό”! Οι πλέον ανορθολογικές προλήψεις και τα πλέον απύθμενα κοιτάσματα φυλετικού μίσους που σιγοκοιμώνταν στα πιο καθυστερημένα στρώματα της γερμανικής μικροαστικής τάξης ξεθάφτηκαν από την ναζιστική βαρβαρότητα για τους σκοπούς της και προετοίμασαν το δρόμο για το Auschwitz-Birkenau.

 

 

Γιατί ο αντισημιτισμός, σε καιρούς σχετικά ήρεμους φαίνεται “γραφικός”, ακίνδυνος ή περιορισμένος, ωστόσο έρχονται κάποτε και οι πιο ταραγμένοι καιροί που μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική τραγωδία.

Και από αυτή την άποψη σε αυτήν την χώρα ανέχτηκαμε επί μακρόν όψεις της (καθυστερημένης) νεοελληνικής κοινωνίας, καθαρά φασίζουσες (πράγμα το οποίο σημαίνει: πλήρως φασιστικές που προσωρινώς και μόνον δεν αναγγέλουν “πολιτικό” φασισμό) με το ελαφρυντικό του “γραφικού” και σήμερα βλέπουμε τους κατάμαυρους καρπούς.

Ανεχτήκαμε τον αντισημίτη που “δεν χωνεύει τους Εβραίους” χωρίς να ξέρει το γιατί ή πιστεύοντας ότι το ξέρει χάρις σε τερατωδώς ηλίθιες συνωμοσιολογίες που δεν αντέχουν ούτε σε IQ υπό του μηδενός· ανεχτήκαμε τον “ελληναρά”, τον “μαγκάκο”, τον μισογύνη, τον ομοφοβικό, το “αντράκι” της πλάκας με την παιδιαριώδη σεξιστική φρασεολογία της απωθημένης στέρησης, τον τσογλαναράκο που επιθυμεί να περάσει τις χυδαιολογίες και τα βρισίδια του ως …”ανατροπή”, τον ψυχανώμαλο διαδοσία και συκοφάντη για γέλια, τον “ολίγον” ή …”κατ’ ανάγκην” ρατσιστή που δεν φταίει αυτός αλλά οι ξένοι που τον “αναγκάζουν” να έχει τέτοιες απόψεις, τον ψυχοπαθολογικά εγωληπτικό ψευδοτσαμπουκά, ανέχτηκαμε τον έναν και τον άλλον, ανέχτηκαμε όλη την  γκάμα της γραφικής γελοιότητας και τις παρδαλές ποικιλίες της καθυστέρησης και της διακοινωνικής δεισιδαιμονίας.

Και φτάνει η στιγμή που κατανοεί κανείς πως ο φασισμός δεν προκύπτει έτσι ξαφνικά από την άβυσσο της οικονομικής κρίσης.

Προϋπάρχει ήδη το έδαφος, το ανθρώπινο συμπεριφορικό έδαφος πάνω στο οποίο παρελαύνει εν είδει αγήματος ή έστω συμμοριακού μπουλουκιού. Φαίνονται αμέσως οι “έτοιμοι από καιρό” που θα πουν το “ναι” στο φασισμό και ως πολιτική δύναμη πλέον και όχι απλά και μόνο ως συμπεριφορική νοοτροπία η οποία έτσι κι αλλιώς αφθονεί στην χώρα μας.

Και τότε τα πράγματα δεν είναι καθόλου γραφικά. Τουναντίον, περιγράφουν με ακριβή τρόπο μια συγκεκριμένη πολιτική ψυχολογία ποικίλων πληθυσμιακών στρωμάτων που οδηγούνται από το κακό στο χειρότερο και δείχνουν με τον τρόπο τους πως με αυτού του είδους τον ανορθολογισμό δεν πρέπει να παίζει κανείς:

γιατί ο αντισημιτισμός μπορεί να φαίνεται πως στρέφεται κατά ενός λαού και μόνον, όμως στην ουσία στρέφεται εναντίον όλης της ανθρωπότητας συνολικά. Αφ ης στιγμής η αρχή γίνεται με έναν “αποδιοπομπαίο λαό”, τότε είναι ζήτημα χρόνου και μόνον να κλείσει κανείς ολόκληρη την ανθρωπότητα και όλους τους λαούς του κόσμου σε ένα παγκόσμιο στρατόπεδο συγκέντρωσης.