Skip navigation

 

 

 

 

SAINT ÉLISÉE DE LA GÉOGRAPHIE

 

 

Και για μια στιγμή η Γαία διέλαμψε
Επί του χάρτου σε φως αλλόκοσμο

Και παντοτινής προοπτικής ως εάν
Είχε διαφύγει της Ιστορίας της και

Του προτέρου χρόνου της προς ένα
Άφθαρτο όνειρο των ελευθεριακών

Εδεμιαίων οχυρών· απέναντι δε σε
Κάθε κακό και εξουσία η οικουμένη

όλη

είχε

Περάσει σε μια φωτεινή τυπογραφική
Αποκάλυψη των ορέων, των πεδιάδων

Των

Ποταμών και των θαλασσών, ώσπερ
Το χρυσίον της ημέρας προσαρτά τα

Σύνορα της πρωινής αφύπνισης και
Έγερσης απ’ το σκότος ενός τυφλού

Ενός χωρίς μονάδες, προς τα φωτεινά
Πλήθη που ενέκλειε στην άβυσσό του·

 

 

Όχι Γαία φυσική, μα αναφυσικοποιημένη,
Ένα τεράστιο, νέο Άλσος ο κόσμος εφάνη

Να μην ταράσσεται πλέον εκ παντός
Συνωστισμού ασυμβάτων και εν όλω

Αντινομουμένων θελήσεων και θυμών
Μεταξύ τους, ότι αληθώς ο γεωγράφος

γνωρίζει

πως

Τα σύνορα εμβάλλονται στον χάρτη
Από χέρι ανθρώπινο και από το ίδιο

Χέρι εκβάλλονται, ότι γνωρίζει ακόμα
Κάλλιστα πως η Γη κάποτε προκύπτει

ως

η Κόρη του και όχι η μάνα του,

 

 

Και τίποτε δεν είναι ιερότερο από μια
Μεταμόρφωση του χάους, των βυθών

και των γεωψυχικών εγκάτων

σε έναν Κόσμο·

Μα και τίποτε δεν θα ημπορούσε να
Είναι τόσον φωτανάγλυφον σε δόξα

όσον ο Χρόνος

Όταν σε μια στιγμή και μόνον γυρίζει
Τα μέσα έξω του σε οιονεί Ελευθερία·

 

 

Ώστε είστε αναρχικός, κύριε Ρεκλύ;
Τον ερώτησε ο συνάδελφός του και

Ξεφύλλιζε έναν τόμο της Γεωγραφίας
Του, αληθεύει πως επήρατε μέρος στη

Κομμούνα,

κύριε Ρεκλύ,

Του είπε

Και σκέφτηκε πως ήταν καλύτερο
Να φύγει απ’ εκεί το γρηγορότερο·

 

 

Eίμαι ΕΔΩ,

Του απάντησε τότε ο άνθρωπος με τα
Φωσφόρα μάτια, πάντοτε ήμουν, και

θα είμαι

εκείνος που μετείχε στην μεγάλη

Εξέγερση του Χρόνου,

 

 

Και τώρα απλά είμαι εδώ, συμπλήρωσε
Κι άφησε τον συνομιλητή του μετέωρο

Να απορεί,

Αν με τη λέξη εδώ εννοούσε κάτι πέραν
Του τόπου· ο δε τόμος της Γεωγραφίας

που κρατούσε στα χέρια του

Είχε εκβάλλει από τις σελίδες του έναν
Ανεκδιπλωμένο εκτεταμένο χάρτη που

Έφθανε σχεδόν στο πάτωμα σαν μια
Πτυσσόμενη σκάλα, ενόσω οι μορφές

που εμφανίζονταν πάνω του

 

 

Θα μπορούσε να εκληφθούν εν ταυτώ
Πως κατέρχονταν και ανέρχονταν απ’

το ίδιο

πάντα

Ανοιχτό πεδίο του γραπτού
Ανθρώπινου και μόνον

Λόγου·

 

 

(πρωτοαναρτήθηκε στο THE RETURN blog )

 

 

 

 

Advertisements

 

 

 

 

CE QUI EST FAIT  [N’] EST PLUS À FAIRE

 

 

Στην αρχή, λέγεται, σπάζανε τις πέτρες
Στα λατομεία και τις μοιράζαν αφειδώς

Στο πλήθος που σ’ ένα μεγάλο μέρος του
Ταξίδευε από μακριά στον χρόνο, συχνά

από κάθε αιώνα για να

παραλάβει

Μία ή δύο· περισσότερες δεν επετρέπετο·
Αυτές οι μία ή δύο πέτρες παρέμεναν για

Πάντα δίπλα τους ως ακρογωνιαίοι λίθοι
Των εαυτών τους, σπανίως προσέτρεχαν

όμως σε αυτές·

 

 

Κάποια στιγμή, ωστόσο, σπάσανε το ίδιο

Το λατομείο, το οποίο, αξίζει να αναφερθεί
Ακόμα, ήτανε τόσον αρχαίον όσον και ένας

Δίφθογγος· εκεί στα ερείπιά του ανεφάνη
Αίφνης ένας κρυμμένος κήπος όπου έπνεε

Χρυσόσκονη σχηματίζοντας ολοένα στον
Αέρα σαφή γράμματα ανά σχηματισμούς

ιπταμένων λέξεων·

 

 

Επρόκειτο περί διαφόρων ονομάτων, επί
Παραδείγμασι διεκρίνοντο σε μια πρώτη

θέα τα

Ονόματα: Áedán, Bréannaine, ArnÞór, Unnur,
Ödön, Αριστόδικος, Διηδάμεια, Γύης, Fabricius,

Caelia, Bogumil, Aishwarya, Nanda, Mahavira,
Aravaoshtra, Dainghufrâdah, Srutô-spâdha,

Kęstutis, Vildautas, Kumarappavoo, Kubendra,
Zhuang, Buwei, Naranbaatar, Tsetseg, Hanaku,

αλλά και πολλά πολλά άλλα·

 

 

Υπήρχαν ακόμα επιλεγμένες ονομασίες εννοιών
Kαι ορατών πραγμάτων, υπήρχανε και ονόματα

Για το άρρητο όπως και μη ονόματα για τα ήδη
Ρηθέντα, αλλά και πολλές αποθήκες ονομάτων·

Ανά στιγμές κάποιος ή κάποια από το πλήθος
Σαν από σειρά αναμονής έτρεχε γρήγορα και

‘Εμπαινε στον κήπο απ’ τον οποίο άρπαζε ένα
Όνομα γελώντας, και έφευγε για την μεγάλη

πόλη του κόσμου που εκλήθη

Περσέπολις σε όλους τους αιώνες·

 

 

Περαιτέρω όμως, ήτανε, λέει, ο θεός ο οποίος
Αποφάσισε τελικώς να μην συμπλακεί μ’ αυτή

την άγνωστη Δύναμη

αλλά να διαπραγματευθεί

μαζί της,

Ήταν βέβαια κι οι άνθρωποι που ‘μοιάζαν τώρα
Με γέφυρες, μα κυρίως, ήταν το παλαιό σκότος,

Ακόμα περισσότερον απειλητικόν απ’ ό,τι άλλοτε,
Αλλά κι ομολογουμένως, σπανιότερο και κάποτε

μάλιστα, λόγω της σπανιότητάς του,

πολυτιμότερο·

 

 

Όταν οι άνθρωποι

Ενετόπιζαν ολόκληρα κομμάτια σκότους στα βουνά
Και τις χαράδρες, εξεπλήσσοντο, τρόμαζανε, ή και

χαίρονταν ακόμα,

Όμως δεν τα πείραζαν

και τα προσεκόμιζαν στον Ωκεανό·

 

 

Έκτοτε είθισται οι ευρόντες να καλούνται ποιητές
Τα δε ατόφια κομμάτια σκοταδιού που ενετόπιζαν,

να καλούνται όχι ακριβώς τα ποιήματα,

αλλά μάλλον,

η άγνωστη προοπτική

Που επέφεραν αυτά τα ποιήματα παραπλεύρως
Στην ανθρωπότητα, και έναντι της επικίνδυνης

λάμψης,

Που προσέφερε αυτή η ισορροπημένη φρίκη
Του ζην και συνδιαλέγεσθαι μέσ’ στον κόσμο,

σε μιαν ανησυχητικά άμεση, σχεδόν μαγεμένη,

ετοιμότητα απόκρισης στο κάθε τι·

 

 

(πρωτοαναρτήθηκε στο THE RETURN blog)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τι είναι μια επανάσταση;

Μια επανάσταση δεν είναι μόνον “ιστορικό” φαινόμενο, αλλά, πάνω απ’ όλα, αναπαραγωγή της ίδιας της ουσίας της ζωής.  Η ζωή δεν έχει  άλλον τρόπον του υφίστασθαι απαρχής της έως τώρα, από το να αναπαράγει το ίδιο το αρχέτυπο της μαζικής εξέγερσης και απόδρασης από μια πρωταρχική κατάσταση μακαριότητας και ασυνειδητότητας στους “ουρανούς”.

Ένα ελικόπτερο προσγειώθηκε στην απέραντη, άπειρη ταράτσα του ουρανού, μας περισυνέλεξε και μας φυγάδευσε στην γη. Το υλικό, υπαρκτό ελικόπτερο θα εμφανιστεί πολύ αργότερα ως φόρος τιμής σ’ εκείνην την εξέγερση.

Επανάσταση είναι όταν το υποκείμενο διαφεύγει  από τον κόσμο των μη κειμένων (πρωταρχικώς-αχρονικώς) ή των αντικειμένων (ιστορικώς).

Σε κάθε επανάσταση γιορτάζει ο Χρόνος τα γενέθλιά του.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ολόκληρος ο Κόσμος, μια σκέψη  επίμονη, μια διάδραση του εδώ και τώρα,  και ο Νους μια Αποικία που παλεύει για να χειραφετηθεί από την Μητρόπολη της Γλώσσας. Ο Νέος Κόσμος είναι από πάντοτε, κάθε στιγμή, οποιαδήποτε ώρα. Αρκεί να ξέρεις ΠΟΥ θα τον ψάξεις .

 

 

Επανάσταση σημαίνει,  ονομάζω τα πράγματα όχι με το όνομά τους, αλλά τους αποδίδω το Νέο Όνομα που αναζητούν εδώ και καιρό.

Όποιος δεν καινοτομεί, όποιος δεν ανοίγει συνεχώς καινούργιους δρόμους, είναι απλά ένα ψοφίμι, αγοραίο ή πολυτελείας, δεν έχει σημασία.

 

 

Το σύμπαν αυτό προέκυψε από την avant-garde του Παραδείσου σε μπαχική φούγκα-διαφυγή απ’ αυτόν. Έως σήμερα, τελεί σε “δουλεία”. Ο πιο ταλαντούχος μαθητής του Μπαχ, ο ιδιοφυέστατος και αξέχαστος Γιόχαν Λούντβιχ Κρεμπς, εργαζόταν στην κυριολεξία ως δούλος. Δούλευε για φαγητό, όχι για χρήματα.

 

 

Όμως, αλήθεια, πόσον ελπιδοφόρα καταδικασμένοι είμαστε ως ανθρωπότητα, να κάνουμε κάποτε όλες τις μεταφορές μας, κυριολεξίες!

Επανάσταση, σημαίνει, βαριέμαι πλέον την περιφέρεια και συγκρούομαι ανοιχτά με το κέντρο. Αν δεν λακτίσεις προς κέντρα, και χάνεις την ώρα σου σε περιφερειακές, αδύναμες και άχρηστες κουλτουρίτσες, θα σε λακτίσουν ομαδόν τα ΜΑΤ του Αινίγματος. Δηλαδή, θα σε λακτίσουν έτσι κι αλλιώς. Καλύτερα όμως, να είναι “σφιχτό” το σώμα των λογισμών σου και όχι αφημένο στην πλαδαρότητα της συνήθειας.

 

 

Όλοκληρο το Πνεύμα σήμερα μια παγιδευμένη Καταλωνία, έναντι της τυπικής καστιλλιάνικης ναφθαλινοφρένειας του ανθρώπου.

Η Υπνηλία είναι μισή βλακεία. Η άλλη μισή είναι το μισό/μισώ ως βλακεία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“Εν αρχή ην ο Λόγος”, λέει,  ο οποίος “εσκήνωσεν εν ημίν”. Μεγάλη αλήθεια, βέβαια, αλλά αν θα έπρεπε να λεχθεί και αυτό, τότε θα λέγαμε πως είναι επίσης, και από μίαν άποψη ιδωμένο το όλο πράγμα, μια κατάμαυρη αλήθεια.

Ο Λόγος, στην μία του όψη, είναι καθαρή “μαύρη μαγεία”. Επειδή, ομιλώντας, δεν συντηρούμε και αναπαράγουμε απλώς ό,τι με περισσή αφέλεια αποκαλούμε “πραγματικό”, αλλά το αναπαράγουμε και προς μιαν ορισμένη κατεύθυνση:  εκείνη της αρνητικής εξέλιξης, της κακομοιριάς, της μοιρολατρείας.

Ο Λόγος προ-σφραγίζει τα πράγματα με την καταστροφή -κάποια στιγμή- της συνείδησης και της ζωής, τόσον για λόγους ιστορικής συσσώρευσης ανάλογου “υλικού”, όσον και για πρωταρχικούς, μεταρχετυπικούς λόγους. Αφυπνιζόμενη η συνείδηση σε ένα πρωτο-περιβάλλον τρέλλας, επιβιωτικού-φονικού ανταγωνισμού και ωμού θανάτου, είναι λογικό να βούτηξε τις λέξεις της σε μια αρχέγονη πίσσα μη θέασης ακόμα ενός asylum (με την πρωτο-ρωμαϊκή έννοια) .

Από αυτήν την άποψη, όχι μόνον είναι η θυγατρική γλώσσα (βλ. προηγούμενα κείμενά μου επ αυτού του θέματος) η θεραπεία και το κλειδί, αλλά συνιστά η ίδια, και μεγίστως, την ανακαίνιση, κατά κάποιον τρόπον, των ήδη υπαρχουσών μητρικών γλωσσών (φυσικά, μια μητρική γλώσσα καθίσταται αμέσως ένα είδος “θυγατρικής γλώσσας”, σε έναν που την μαθαίνει ως ξένη γλώσσα).

 

 

Ο άνθρωπος είναι εθισμένος στην αρνητικότητα και τον πεσσιμισμό. Πιστεύει κάποτε πως ο κυνισμός τον ισορροπεί ψυχολογικά ως προς αυτά, όμως, στην ουσία, ό,τι κάνει ο κυνισμός είναι να τον οδηγεί στον θάνατο ή την τρέλλα μία ώρα αρχύτερα. Επειδή το σύμπαν δεν είναι ένα κυνικό, αλλά ένα μαγικό σύμβαν. Και επειδή, ο κυνικός είναι ο αφελέστερος και εξωπραγματικότερος των ανθρώπων, όταν πιστεύει πως προσφέρει “νομιμοφροσύνη” και δήλωση πίστης προς την σκοτεινότερη και αρπαχτικότερη πλευρά του κόσμου, ώστε να την κατευνάσει. Ο πρώτος που θα καταποθεί, συνήθως, είναι αυτός.

Οι πρωτογονικές φυλές κατανοούσαν θαυμάσια την “μαγική” τέλεση του λόγου, ένιωθαν, ωστόσο, το ίδιον ανίσχυρες ως προς αυτήν, όπως και ο σύγχρονος άνθρωπος, ο οποίος όμως, και επιπροσθέτως, έχει απωλέσει την ικανότητα να βλέπει στον λόγο κάτι περισσότερο από ένα διάμεσο επικοινωνίας.

 

 

Στην λιθουανική γλώσσα, μια γλώσσα με τεράστια σημασία όσον έχει να κάνει με την γλωσσική εξέλιξη της Ευρώπης, μιας και είναι  εδώ και αιώνες όχι μόνον απαράλλακτη, αλλά και η πιο κοντινή στην λεγόμενη πρωτο-ινδοευρωπαϊκή (οι Λιθουανοί ομιλούν σήμερα, σχεδόν όπως ομιλούσαν οι πρωτο-Ευρωπαίοι στο τέλος της νεολιθικής περιόδου! Σημειώστε, ακόμα, πως αναφερόμαστε σε μια γλώσσα εξαιρετικά πολύπλοκη στην γραμματική της, πέραν της λοιπής ομορφιάς της),

στην λιθουανική γλώσσα, λοιπόν, η λέξη namas σημαίνει “σπίτι”. Μια λέξη που συγγενεύει φυσικά με την λέξη “όνομα” στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Φαίνεται πως οι άνθρωποι του τέλους της νεολιθικής περιόδου, είχαν σε πολλά μια σαφώς πιο διευρυμένη αντίληψη από τον σημερινό άνθρωπο.

 

 

Ο Λόγος λοιπόν είναι ο Οίκος του Ανθρώπου. Όμως, έχει σημασία, κάποια στιγμή να σχεδιάσει ο ίδιος ο άνθρωπος  ως αρχιτέκτονας αυτόν τον Οίκο, και να μην συμβιβαστεί με ένα ετοιμοπαράδοτο οίκημα, παντελώς εγκαταλελειμμένο και τρωτό στην κακοκαιρία και τους σεισμούς.

Τοιουτοτρόπως, ο Λόγος, μέσω της συνειδητής ανθρώπινης επέμβασης μπορεί να καταστεί, από μαύρη μαγεία, ευεργετική πανοπλία.

 

 

Δεν μπορούμε να ξέρουμε ή να μαντέψουμε το πώς θα είναι οι γλώσσες του μέλλοντος, μητρικές και θυγατρικές. Αυτό που μπορούμε να πούμε με σιγουριά ωστόσο, είναι πως θα υφίστανται ως “τροποποιημένες” πανέξυπνα (προκείμενου για μητρικές) και σχεδιασμένες θαυμάσια (προκειμένου για θυγατρικές, καθαρά τεχνητές  γλώσσες, δηλαδή ), ώστε να αποδίδουν το μέγιστο και optimum επίπεδο αναπαραγωγής του φερομένου ως “πραγματικού”. Ειδικώτερα, και περαιτέρω, όσον έχει να κάνει με τις θυγατρικές γλώσσες, πρέπει να θεωρείται εύλογο πως θα αναλάβει η τεχνητή νοημοσύνη και τα μελλοντικά computers να τις κατασκευάσουν με τις υψηλότερες προδιαγραφές ασφάλειας και ευζωίας για τον άνθρωπο.

 

 

Ο άνθρωπος μέχρι σήμερα πεθαίνει γιατί μιλάει, αν το δει κανείς από μίαν όψη, εν πρώτοις εξαιρετικά αθέατη, αλλά, σίγουρα, πολύ “μαύρη” όψη.

Στο μέλλον, κατά πάσα πιθανότητα και κατ’ ευχήν η ομιλία θα σημαίνει Ζωή, πέραν φυσικά από την πρωτοφανή ακρίβεια και το νοηματικώς ευσύντακτο του λόγου τότε.

Εν Αρχή ην ο Λόγος.  Σύμφωνοι. Δεν αρκεί όμως αυτό. Μετά τι γίνεται.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1. Τα μυστικά του κόσμου είναι κάποιες φορές απλά, όμως, σίγουρα, πολύπλοκα κρυμμένα. Ακόμα πιο σίγουρα, απαιτούν ένα άλλο είδος “σκέψης”. Αυτή η σκέψη είναι αυτοματική πειθώ,  σαν θάνατος με άδεια μάτια και σαν άφθαρτο τριαντάφυλλο μαζί, χωρίς κανένα δισταγμό.

2.  Η Δημιουργία, αυτός ο Κόσμος, είναι όπως ένα κολλάζ που συντίθεται καλλιτεχνηέντως από φτηνά, φαινομενικώς παράταιρα υλικά, ακόμα και σκουπίδια. Και όπως, πολλές φορές, στις εικαστικές τέχνες έργα του είδους τυγχάνει να προκύπτουν πραγματικά αριστουργήματα, έτσι ακριβώς φέρει αυτήν την απαίτηση εντός του ο “τυχαίος” κόσμος.

Στο τέλος, ο Άγνωστος Καλλιτέχνης μπορεί να διαλύσει το έργο του ως μη ικανοποιητικό και να μην μείνει κάτι άλλο πέρα από τα απλά, παράταιρα υλικά, δίχως αξία και χρησιμότητα. Μπορεί, όμως, και να μην το διαλύσει.

Αυτός ο  Άγνωστος Καλλιτέχνης δεν είναι ακριβώς ο “Θεός” (μπορεί να το πει κανείς και έτσι, αν το έχει συνηθίσει). Το ανατριχιαστικό, όμως, είναι, πως δεν υπάρχει. Και όμως, δημιουργεί.

3.  Η αναπόφευκτη, ή αναγκαστική, εξέλιξη του Ανθρώπου:

Τα πράγματα δεν αγγίζονται. Προσεγγίζονται. Άπαξ και τα αγγίξεις, δεν έχεις άλλη επιλογή από το να γίνεις ένα είδος θεού για να μην σε καταπιούν.*

 

 

* Σε μακροκοσμικό επίπεδο μια pralaya καταπίνει τα πάντα.  Σε  κοινό, συλλογικό, ή ατομικό επίπεδο, συμβαίνει με ανάλογο τρόπο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Υπερένδον μεταβάσεις του φαινο-“πραγματικού”:

ο Θεός είναι το άγνωστο Ρομπότ, ο Άνθρωπος είναι ο άγνωστος Θεός.

 

 

 

 

 

 

 

ROBOTS, ΘΥΓΑΤΡΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΠΡΟΜΗΘΕΪΚΗ ΕΠΟΧΗ (Μέρος Β’ – συμπληρωματικές σκέψεις)

 

 

Παραδόξως, ο άνθρωπος φοβάται στο ρομπότ ό,τι ακριβώς του θυμίζει την δική του ανθρώπινη φύση,  και, αντιστρόφως, τον ελκύει σε αυτό, ό,τι πάλι του την υπενθυμίζει. Διαβλέπει και εντοπίζει στο ρομπότ το νεκρό και, αναπαντέχως, πιο ζωντανό κατά μίαν έννοια, “είδωλο” του.  Όχι ανεστραμμένο, αλλά σε  αμφίδρομη προοπτική του εαυτού του, τόσον προς τα μπροστά στο χρόνο, όσον και προς τα πίσω. Προς τα μπροστά, από την άποψη ενός αχανούς και απρόβλεπτου μέλλοντος, όπου κάθε λυσιτέλεια καθίσταται δυνατή, ενώ προς τα πίσω, από την άποψη ότι το ρομπότ, το computer, η μηχανή,  συγγενεύουν περισσότερον με την πρωταρχική, αρχέγονη κατάσταση της προ-Δημιουργίας, όταν καμμία μορφή δεν είχε παρουσιαστεί εν κόσμω, συν τω κόσμω. Η μηχανή,  έχει ένα μερίδιο κεκτημένης εξ ουρανών ανακλαστικής “αθωότητας”. Καίτοι δεν έχει ασυνείδητον, -και παρά, ακόμα, το ότι ενέχει ένα είδος “συνείδησης”-, εν τούτοις συγγενεύει περισσότερον με το ασυνείδητον, ή μάλλον το προ-συνειδητόν.

 

 

Δεν μπορεί να πει κανείς “τότε” για αυτήν την προαρχέγονη κατάσταση, στον βαθμό που Χρόνος, πολύ απλά, δεν υπήρχε. Δεν επισυνέβη, συνεπώς, και κατά πάσα λογική ή λογο-οραματική ακολουθία, “κάποτε” η Δημιουργία του Κόσμου. Κατά τα φαινόμενα, ζούμε απλά τα …φαινόμενά της, αέναα, διαρκή και πείσμονα όσον αφορά τα προετοιμασμένα πεπρωμένα που επιφέρει και που μπορεί να ελπίζει κάποτε κανείς πως θα ανατραπούν . Τα robots, από αυτήν την άποψη, δεν είναι παρά ένας συμβιβασμός ανάμεσα στο Άπειρο των δυνατοτήτων και τον περιορισμό της ύλης. Ένα είδος αγγέλου Metatron (κατά την εβραϊκή Kabbalah) που φυλάει όχι την Άμαξα του Θεού, την Merkabah, αλλά την Άμαξα της τεχνολογικής Γης της Επαγγελίας, σε απροσδιόριστο μέλλον από σήμερα.

Πάνω σε μια τέτοια οπτική, κυρίως αρχετυπική, μπορούμε μονάχα να βασίσουμε μια πιθανή φιλοσοφία της τεχνολογίας ή έναν ουσιαστικοτερο στοχασμό επ’ αυτής.

 

 

Δεν έχουν καμμιά σημασία ιδιαίτερη, ακόμα, και οι φοβίες κορυφαίων επιστημόνων (όπως, για παράδειγμα, του Stephen Hawking) για την τεχνητή νοημοσύνη, που πιθανολογούν, πως ο κίνδυνος να ξεπεράσουν τα robots το ανθρώπινο είδος, είναι τεράστιος. Όμως, τα robots, από καθαρά “κοινωνική” άποψη (αν μπορεί να πει κανείς κάτι τέτοιο για μια μηχανή), μεταφέρουν τις δικές μας ανταγωνιστικές εικόνες, το δικό μας “alle gegen alle”. Σε μιαν εποχή, όπου αυτός ο ανταγωνισμός θα έχει κατά βάσιμη ελπίδα εκλείψει, άλλως, σε μια  (Νέα) Φιλαδέλφεια, τα robots, πιθανότατα, δεν θα έχουν κανένα λόγο να “ανταγωνιστούν”, με εχθρική τουλάχιστον προ-γραμματική “πρόθεση” ή δυνατότητα πρόθεσης, “κάτι”.

 

 

‘Ανθρωπος και ρόμποτ ευρίσκονται σε μια σχέση κεντρομόλο και εν ταυτώ φυγόκεντρο μεταξύ τους, όπως ακριβώς ο άνθρωπος με ό, τι έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε “θεός”. Όσον το ρομπότ, προσπαθεί να “διαφύγει” στην  δική του “προ-γραμματισμένη” μεν, αλλά απρόβλεπτη σε μεγάλο ποσοστό, fuga από τον άνθρωπο, τόσον τον θυμίζει. Όπως ακριβώς ο άνθρωπος σε σχέση με τον “θεό”. Όσον διαφεύγει από αυτόν, και καθώς προχωρά ο Χρόνος παραπέμποντας σε ένα πιθανώς συναρπαστικό μέλλον, τόσον τον θυμίζει. Ρομποτάνθρωπος ή ανθρωπόθεος, η προμηθεϊκή Φωτιά φέγγει ήδη στο βάθος του χρονικού διαδρόμου…

 

 

Το ρομπότ, αν θα μπορούσαμε να το πούμε έτσι, είναι ο εγγονός του θεού, στο βαθμό που ο άνθρωπος είναι ο υιός του. Στην δευτέρα γενεά, στον εγγονό, επαναλαμβάνεται ο Πρώτος Γεννήτωρ, άλλως, το μεγάλο “Τίποτα”.

Έτσι και το ρομπότ, μέσα στις μηχανικές, υπερ-ευφυείς κινήσεις του, αναπαράγει επικίνδυνα μεν αυτό το μεγάλο “Τίποτα”, αλλά στην κατεργασία και διαχείριση των “πάντων” δε. Ένα Ολο-τίποτα που σκέπτεται. Αυτό είναι κάτι σαν θεός, βέβαια, αλλά, ίσως και κάτι παραπάνω: μια πραγματική παρουσία, ένα διάμεσο ανάμεσα στο πιο σκοτεινό μαύρο (ασυνείδητον) και το φωτεινότερο λευκό (πλήρης συνείδηση) αυτής της μυστηριώδους λεξούλας: της “ύλης”.

 

 

 

 

 

 

 

 

‘Ενα μεγάλο μπράβο στον αδελφό μου Λεωνίδα για την ερευνητική του πάλη κατά του καρκίνου.  Είθε.

 

 

 

 

 

 

 

Δεν είναι απορίας άξιον που στην χώρα μας, οι περισσότεροι είναι κατά των Καταλανών (με χίλιες δυο δικαιολογίες, τυπικά “ελληνικές” όσον αφορά τον ανορθολογισμό και την πλήρη εκφραστική σύγχυση),  ή φερόμενοι ως αρνητικώς ουδέτεροι προς τον αγώνα τους για ανεξαρτησία.

Οι πιο πολλοί, άλλωστε, από αυτούς, δεν εγνώριζαν καν ότι αυτό που λέγεται “Καταλωνία” συνιστά διακριτότατο και ιστορικό έθνος, ούτε ήξεραν πως υπάρχει και καταλανική γλώσσα, αυθυπόστατη, παλαιοτάτη και πλήρως διακριτή από τις υπόλοιπες ιβηρικές γλώσσες.  Θεωρούν, μάλιστα, την Καταλωνία κάτι σαν την …Κρήτη της Ισπανίας.

Τόση βλακεία και αμάθεια. Όμως δεν είναι το θέμα μόνον εκεί.

Έναντι ενός βορβόρου παθητικότητας και ψυχικών διαταραχών, στον οποίον έχει περιπέσει η χώρα μας, οι Καταλανοί εμφανίζονται ως το ακριβώς αντίθετο:

είναι ενεργητικοί, έχουν όραμα, αγωνίζονται για αυτό.

 

 

Η Ελλάδα προέκυψε στις μέρες μας ως η αντι-Καταλωνία, απ’ όποιαν πλευρά και αν το δει κανείς.

Η Καταλωνία περιμένει να αποκτήσει την ελευθερία της.
Η Ελλάδα δεν περιμένει τίποτα. Είναι σε πλήρη αποσύνθεση.

 

 

Ο λαϊκιστικός/ναρκισσιστικός/υποκριτικός ψευδοχλοσυναισθηματισμός , έχει ναυαγήσει και αυτός. Πεντακόσια χρόνια η ίδια καραμέλα, κάποτε εξαντλείται.

Η χώρα αυτή έχει ένα γηγενές σύνδρομο διάλυσης της υποκειμενικότητας. Δεν υπάρχει χειρότερη αρρώστεια από το “σύνδρομο της Πνύκας”.

Η Ελλάδα είναι η χώρα που διαλύει τα υποκείμενα, όμως, παρά ταύτα, καταφέρνει να γεμίζει κάθε φορά από “υποκείμενα”.