Skip navigation

 

 

 

 

 

 

Το zeppelin φαντάζει, κάποτε, όχι ως πτητική μηχανή, αλλά ως ένα τρομαχτικά μυστηριακό αντικείμενο με κρυμμένες φωτοβολήσεις σήμανσης επ’ αυτού, ακόμα, του πεπρωμένου των εθνών,

-άλλως, ή μέσα από μια προνομιακότερη θέα, σαν μια παράσταση εξέγερσης του Νου έναντι του Αινίγματος που τον περιβάλλει.

Μα πραγματικά, “κάτι” εντοπίζεται εκεί “πάνω”. Δεν καθίσταται σαφές από ποιο ρήγμα της ανθρώπινης συνείδησης προέκυψε έτσι σχεδιασμένο, ώστε να παραπέμπει σε πλάσμα του ωκεανού, μάλλον, παρά του αέρα.

Επειδή η Λύση είναι “απλή” (τρόπος του λέγειν), αλλά πολύπλοκα κρυμμένη, και το zeppelin είναι τόσον πολύπλοκα απλό, όσον μια οβίδα που δεν εκρηγνύεται και ένα ψάρι που πετάει στον αέρα.

Όσον, τελικώς , το γράμμα Α ως άτρακτος του πουθενά στα χιλιέρημα σκότη του σύμπαντος, όπου η ανθρώπινη φωνή άλλοτε ψελλίζει μιαν έφοδο στα παρασκήνια των θεών, και άλλοτε την εννοεί πιο σοβαρά, και γίνεται η νύχτα ημέρα (illumination) και ο κακός (καλός) χαμός.

 

 

Το zeppelin. 

Μερικές φορές, δεν έχει νόημα να δεις κάτι άλλο πέρα από την “στάση” του στον αέρα. Συγκλονιστικό θέαμα, τουλάχιστον για μένα.

“Στάση”, εξ άλλου, καλείται επίσης, η εξέγερση, η ανταρσία.

Έχει νόημα, λοιπόν, να είσαι περαστικός από τον κόσμο, ή να “σταθείς” σε αυτόν;

Ας το πούμε διαφορετικά.

Υπάρχουν άνθρωποι που λες και γεννήθηκαν με μιαν έτοιμη “διαταγή” στο μυαλό τους να την υπακούν μονίμως, άλλοι που είναι τόσον ηλίθιοι ώστε να τα κάνουν όλα μαντάρα με την ψυχο-νευρωτική απείθειά τους και την πλήρη έλλειψη συνεργασιμότητας που τους διακρίνει,

και ελάχιστοι, ελαχιστότατοι, 

που ξέρουν να “χτυπούν” με ακρίβεια κάθε φορά.

 

 

Το zeppelin, έτσι κι αλλιώς, φαντάζει, κάποτε ακόμα, και σαν μια ακινητοποιημένη σφαίρα στον αέρα.

Επειδή, είναι κάτι περισσότερον από αφανές στην προφάνειά του, πως

κάποιος αφέτης πυροβόλησε, σημαίνοντας την “εκκίνηση” στην  αρχή της δημιουργίας του κόσμου, μια φορά κι έναν καιρό.

Η σφαίρα που έφυγε, κατά τα φαινόμενα,  μας συντροφεύει ακόμα, καθώς οδεύουμε όλοι μαζί για τον τελικό “στόχο” είτε το γνωρίζουμε είτε όχι, ανεξάρτητα, μάλιστα,  από το τι κουβαλάει στο μυαλό του ο καθένας μας και κατά πόσον είναι, ακόμα, μαριονέτα του οποιουδήποτε πεπρωμένου,

ή έχει επιτελέσει την “στάση” του στον αέρα, όπως φυσικά, αυτό το θαυμαστό, πτητικό αντικείμενο που ξέρει,  αλήθεια, να κρύβεται πλήρως φανερωμένο  στα όμματα αμετόχου πλήθους,

 

 

όταν αυτό το τελευταίο μέλλει να ξεβραστεί μια και καλή σε κάποια χρυσή ακτή του μέλλοντος. Σαν να μην έκανε τίποτε άλλο τόσους αιώνες, παρά να ταξιδεύει με  zeppelin κατά το χρονικό μήκος της Ιστορίας,

ταξίδι, ασφαλώς, που ποτέ δεν πήρε χαμπάρι ότι συνέβη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 της Χαριτίνης Ξύδη

στον Διονύση

 

Το αγόρι μου

σπρώχνει τα χέρια στο αδιανόητο
τις ανάσες στο απροχώρητο
Τσιμέντο
αέρας νερό και λέξεις
συνείρονται σε μια
μικρογραφική θλίψη
Πάντως
ο έρωτάς του που δεξιοτεχνεί
στις μορφεϊκές άπνοιες
είναι ανίκητος

 

 (από την υπό έκδοσιν ποιητική συλλογή “Λαϊκά και Μπλουζ”)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κατά το έτος 1714 ο Leibniz συνέγραψε ένα εξαιρετικά παράδοξο φιλοσοφικό βιβλίο για τα δεδομένα του καιρού του, το οποίο αποτελείτο από 90 παραγράφους σε αφοριστική διατύπωση και με τον συνολικό τίτλο “La Monadologie” (περιέπεσε σε λήθη, μάλλον, για πολλά πολλά χρόνια, και του εδόθη η απαιτούμενη προσοχή σε  κατοπινότερους καιρούς).

Ο Leibniz, καίτοι Γερμανός, συνέγραψε το βιβλίο του απ’ ευθείας στα γαλλικά, απότοκο προτιμήσεως ίσως από την καρριέρα του ως διπλωμάτης. Όμως, δεν είναι, σίγουρα, αυτός ο λόγος της παραδοξότητας του έργου, αλλά, μάλλον, το περιεχόμενό του θα επαρκούσε ως λόγος για μια τέτοια εκτίμηση.

“Σκοτεινό” και εν πολλοίς “ακατανόητο” έως και σήμερα έργο, για το οποίο ανά καιρούς εγράφησαν ουκ ολίγες αστοχίες , ενώ αρκετές φορές ανεμπόδιστες, αμέριμνες ανοησίες του καλού- κακού καιρού (η “για καλό και κακό” διστακτική ημιμάθεια που χαρακτήρισε πολλούς παρελθόντες γνωμολόγους επί τούτου), κυρίως, του ψυχρού και ανάποδου καιρού.

 

 

Στο έργο του λοιπόν ο Leibniz, υποστηρίζει πως η απώτατη δομή της ύλης, είναι …άυλη, και την αποκαλεί “Μονάδα”. Οι “Μονάδες” απαρτίζουν τον υλικό κόσμο, είναι υπέρτατα απλές και όχι σύνθετες, και ακόμα, δεν έχουν απολύτως ουδεμία σχέση η μία με την άλλη, όσον τελούν σε ένα  είδος “προεγκατεστημένης αρμονίας” μεταξύ τους. Από εκεί και πέρα ο συγγραφέας αναλίσκεται ευλόγως σε περαιτέρω αφοριστικές σκέψεις που έχουν να κάνουν με την όσον το δυνατόν διεξοδικότερη επεξήγηση πάνω στο συγκεκριμένο, και ομολογουμένως όχι τόσον αναμένομενον, κόνσεπτ του.

(σημ: οι παλαιότεροι αναγνώστες μου, μπορούν να ανατρέξουν στο ιστολόγιο του Century Camera II, όπου επεχείρησα κατά το έτος 2012  ένα αναλυτικό βλέμμα επί της λεϊβνίτειας Μοναδολογίας, σε μια σειρά τεσσάρων εκτενών κειμένων και σε στενή συνάρτηση με την μεσαιωνική σχολαστική φιλοσοφία, προεκτείνοντας, σε κάθε περίπτωση την λεϊβνίτειαν σύλληψη και σε ζητήματα τέχνης).

 

 

Όπως (όχι πάντα εύκολα) μπορεί να αντιληφθεί κάποιος, η σύλληψη του Leibniz δεν προκύπτει από καμμία παρατήρηση επί του εξωτερικού κόσμου, ούτε καν από έναν αναστοχασμό ή αντιπαράθεση επί των θέσεων παλαιοτέρου φιλοσόφου, αλλά πρόκειται, θα μπορούσαμε να πούμε ίσως, για ένα καθαρά φιλοσοφικό “fiction”.

Κάπως, παραδόξως πώς,  έσχε την ενόραση ή την φαντασίωση των Μονάδων ο Γερμανός φιλόσοφος, και κάθησε και έστησε έναν “μικρόκοσμο” όπως τον ήθελε, και, βέβαια,  τον συνέγραψε με τον τρόπο που ήθελε.

 

 

Η πρώτιστη ή κύρια παρατήρησή μου, έχει να κάνει με αυτό ακριβώς: αποδέχεται ή δεν αποδέχεται κανείς την εννοιολογική αφοριστική και τεκμηρίωση της “Μοναδολογίας”, συμφωνεί ή διαφωνεί, εν μέρει ή εξ ολοκλήρου, εν τούτοις, το όλο “σύστημα”, για μένα τουλάχιστον, προσδίδει την εντύπωση μιας μεταφυσικής “Μηχανής”, που λες και απέμεινε στον κόσμο από μιαν μεγάλη Φυγή που επισυνέβη κάποτε από ένα πρωταρχικό πεδίο “μακαριότητας”.

“Ασώματα αυτόματα” (automates incorporels) αποκαλεί κάπου ο Leibniz τις Μονάδες του.  Απ’ αυτά ακριβώς τα ασώματα, συνίσταται, κατά την γνώμη του, η ενσώματος ύλη.

 

 

Η όλη προβληματική και διαλεκτική ανάμεσα στο μεταφυσικό-άυλο που τελείται εν είδει “αυτομάτου” και ως ελάχιστη δομική μονάδα της ύλης (!) και την ύλη καθ’ εαυτή, μας ανασύρει το θέμα της Μηχανής, αλλά με μιαν άλλην οπτική.

Η Μοναδολογία φαντάζει όχι ως Deus ex Machina, αλλά ως Machina ex Deo, στο δικό μου βλέμμα.

Ο ίδιος ο κόσμος, σε τελική ανάλυση είναι μια Machina ex Deo.

 

 

Αν ο κόσμος, συνεπώς, (και από μίαν άποψη ιδωμένος) είναι μια Μηχανή Φύσης και Θανάτου, απομεινάρι ex Deo, και ανηλεές, νεκρό βλέμμα μιας τρόπον τινα  “φοροεισπρακτικής” κίνησης επί της Ζωής έναντι θανάτου (κάτι προσπαθεί να “πισωγυρίσει” πάντοτε τα πράγματα προς εκείνην την πρωταρχική κατάσταση “μακαριότητας”, στην οποία δεν εντοπίζεται, σίγουρα, ο θάνατος, και μπορούμε, ασφαλώς,  να ομιλούμε για ένα είδος “αθανασίας”, αλλά με βάναυσο ίσως τίμημα την έλλειψη συνείδησης της ζωής και συνεπώς της απόλαυσής της), τότε ο άνθρωπος αναγκαστικά εφευρίσκει έναν deus ex machina για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στην θανάσιμη πάλη του με αυτή την κοσμική “μηχανή”. Μιαν άλλην μηχανή, ή μηχανές δηλαδή, για να αντιμετωπίσει αυτή την πρωταρχική, θανάσιμη Μηχανή.

Η μηχανή, όμως, ως αρχέτυπο, έννοια και πραγματικότητα, δεν είναι ακριβώς ένα Τοτέμ για την ανθρωπότητα. Πρόκειται μάλλον για ένα Τοτέμ που διαρκώς απο-τοτεμοποιείται, λόγω της εξαιρετικά χρηστικής και ωφελιμιστικής παραμέτρου που διακρίνει την σύσταση της υπόστασής της. Επειδή, είναι αλήθεια, πως αν κάτι αποβαίνει εξαιρετικά και άμεσα χρηστικό και χρησιμοποιήσιμο, δεν το σέβεσαι και τόσον (τουλάχιστον με μιαν ιερατική/ιεροπρακτική έννοια).

Ομιλούμε, σίγουρα, για έναν “θεό”-υπηρέτη στην συγκεκριμένη περίπτωση, η Μηχανή, άλλως, deus ex machina, με μιαν, ασφαλώς κατά πολύ πλατύτερη έννοια από εκείνη που εντοπίζεται στην αρχαία τραγωδία (την οποία ωστόσο, συμπεριλαμβάνει εμμέσως).

 

 

Η Μοναδολογία του Leibniz, μας παρέχει ένα εγκόσμιο θέαμα αυτοματισμού το οποίο λίγο απέχει από το να χαρακτηριστεί (μετα)παραδείσιο και τρομώδες μαζί.

Δεν έχει σημασία, τώρα, να αναλωθούμε σε επιμέρους ζητήματα, όπως, για παράδειγμα, στο γεγονός ότι ελάχιστοι παρετήρησαν την τρομερή εκλεκτική συγγένεια της λειβνίτειας “προεγκατεστημένης αρμονίας” με την γιουνγκιανή “αρχή της συγχρονικότητας”. Έτσι κι αλλιώς, και οι δυο θεωρήσεις ενέμειναν έως σήμερα σε πολύ αρχικά στάδια, δεν ανεπτύχθησαν περαιτέρω, και λογικώς, στο βαθμό που εδώ, το πέρασμα από μια θεώρηση στα μόλις αρχικά της στάδια σε μια βιωματική-πειραματική φάση, ήταν κάτι περισσότερον από αναγκαίο, τόσον αναγκαίο, όσον κανείς, ωστόσο, από την άλλη, δεν το επετέλεσε έως σήμερα. Πράγμα, βεβαίως, που κάποτε πρέπει  να γίνει .

Σημασία έχει το εξής. Να κατανοήσουμε, σε αυτό εδώ το κείμενο τουλάχιστον, την έννοια της Μηχανής καλύτερα και να την δούμε στις σωστές διαστάσεις της, μακριά από φετιχιστικές προσηλώσεις ή βεβιασμένες (δήθεν) “ρομαντικές” απορρίψεις της.

 

 

Ο Κόσμος, εξ άλλου, ολοένα μας πείθει και περισσότερον πως είναι μια Machina ex Deo, απομεινάρι μιας μεγάλης ταραχής και φυγής κάποτε από μιαν “άλλη” κατάσταση (α)συνειδητότητας.

Ο Δαυίδ,όμως, λέει,  νίκησε τον Γολιάθ.

Η “σφενδόνη” εδώ, ωστόσο, έχει το νόημά της. Μπορεί να πρόκειται για μιαν άλλη “μηχανή” έναντι της μεγάλης μηχανής που καταπίνει και καταπίνει ανθρώπους και ζωές σε αυτόν τον κόσμο.

Όμως, δεν το πιστεύω αυτό, καίτοι βεβαίως η ανάπτυξη της τεχνολογίας έχει να προσφέρει πολλά και ανεπανάληπτα στον δρόμο προς μια καθολική χειραφέτηση της ανθρωπότητας από κάθε πεπρωμένο.

Όμως, ο Νους.

 

 

Ο Νους, λοιπόν, είναι σίγουρα ένα είδος “μηχανής”, αλλά και κάτι πολύ παραπάνω. Ο αστάθμητος, απρόβλεπτος, και κυρίως, ο πρωτότυπος παράγων που τον διακρίνει, τον αποτρέπει κατά πολύ στο να ταυτιστεί με την έννοια μιας “μηχανής”, όσον, βέβαια, και αν κατά τα άλλα, μπορεί να συμπίπτει μαζί της ανά περιστάσεις ή μεμερισμένες λειτουργικότητες. Στο κάτω κάτω ο ανθρώπινος νους από καθαρά επεξεργαστική/υπολογιστική πλευρά βρίσκεται πολύ πιο πίσω συγκριτικά με ένα μηχάνημα του είδους (αυτό μην το δένετε και  ότι πάντα θα συμβαίνει έτσι!).

Όμως αν ο κόσμος είναι machina ex deo, τότε ο Νους είναι, σίγουρα, ο άγνωστος “Χ” της ανθρώπινης εμπειρίας που δύναται ή δεν δύναται να κυριαρχήσει επ’ αυτής της machina (μόνος του, αλλά και κατασκευάζοντας και ο ίδιος “μηχανές”).

Ή μήπως, θα έπρεπε να υποψιαζόμαστε κάποτε περισσότερον, πως αυτά τα δύο, δεν είναι τόσον,  ή απόλυτα, άσχετα μεταξύ τους, όσον φαντάζουν εν πρώτοις;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“παγκόσμια” ημέρα της ποίησης ή για μιαν όντως “εγκόσμια” ημέρα της ποίησης;

 

Λέγει η εβραϊκή Βίβλος πως “εν αρχή εποίησαν τα Ελοχίμ (ο Ελοχίμ) τον ουρανό και την γη” κλπ. -όπου “Ελοχίμ” η πρώτη προσωνυμία του “θεού”, μαζί και κύριο όνομα, φυσικά, που εμφανίζεται στην Βίβλο. Λέξη που εκφέρεται μεν στον ενικό, αλλά είναι σχηματισμένη ως εάν ήταν σε πληθυντικό αριθμό (“-ιμ”, η πληθυντική κατάληξη στα εβραϊκά ονόματα αρσενικού γένους).

Γιατί “πληθυντικός” ο (οι, τα) Ελοχίμ; (όπου το “χ”, εκφέρεται εν είδει ελαφράς πνοής, “Ελο’ίμ”  ίσως ακριβέστερο ως σήμανση προφοράς).

Θα μπορούσαν, ας πούμε, να δηλώνουν διάφορες και διαφορετικές μεταξύ τους προθέσεις (αλλά και ιδιότητες) του θεού; Όπως και να ‘χει, είναι ένα “σύνθεμα” το όλο πράγμα, σε κάθε περίπτωση.

 

 

Φαντάζει φυσικά η πρώτη στιγμή της δημιουργίας του Κόσμου σαν έκρηξη βαριεστημάρας, τσαντίλας, θυμού, θέλησης για “ποίηση”(δημιουργία), αγάπης κλπ., όμως είναι “σύνθεση”. Το μόνον αναμφισβήτητο. Σύνθεση ως πρόθεση, σύνθεση και ως αποτέλεσμα.

Η ποίηση, συνεπώς, όπως φαίνεται εκ της πρώτης μακροκοσμικής εκδήλωσής της, είναι μια κίνηση από το (υποτιθέμενο ή εικαζόμενο) “απλούστερο” προς την “σύνθεση”. Δεν είναι κάποια ναίφ δοξολογία προς το “άσπρο και παχύ αρνάκι” που γίνεται σουβλιστό κατά το εβραϊκό Πέσαχ (εξ αυτού πέρασε το έθιμο και στον χριστιανικό κόσμο).

 

 

Η υποχρέωση (αλλά και ηδονή κάποτε) της σύνθεσης εμμένει έκτοτε στους ανθρώπους, αν πολύ απλά θα ήθελαν να συνεχίσουν να ζουν, ακόμα και από μια πλέον στοιχειώδη βιολογική άποψη του φαινομένου της ζωής.

Ζούμε συνεχώς, σε κάθε λεπτό, “συνθέτοντας”, είτε το συνειδητοποιούμε αυτό πάντα είτε όχι, και είμαστε κατά μίαν έννοιαν υποχρεωμένοι να το κάνουμε, αν θα θέλαμε την επόμενη στιγμή να αναπνέουμε και όχι να πέσουμε νεκροί.

 

 

Εκφέρουμε τον όρο “απο-σύνθεση” κατά μείζονα λόγο για τα πτώματα.  Δεν διαφέρει σε τίποτα και από το πτώμα μιας εποχής που αποσυντίθεται και, πλέον, όζει. Εδώ η ποίηση με την πρωταρχική και πλήρως δρώσα έννοια της λέξης, συχνά εγκαταλείπεται προς όφελος ενός “πατσαβουριού” προθέσεων και προ- ή ημι-γλωσσικής απεύθυνσης, ενώ ειδικώτερα, όσον τουλάχιστον έχει να κάνει με την μορφή εμφάνισης και την κριτική επιχειρηματολογία της, απολήγει  σε ένα πολυτραβεστί μείγμα αφέλειας, σύμβασης,χιλιομάσησης/χιλιοκατάποσης των ιδίων πραγμάτων, απλότητας (με την ιδεοψυχαναγκαστική, αυταπατηλή και όχι με οποιανδήποτε αναγκαία εκ περιστάσεων έννοια), γνωμολογικής αυθαιρεσίας, έξαλλης και μανιακής προπαγάνδας με άι κιού ταραγμένου κοτόπουλου, “πλαγίου” θηλυπρεπούς σχολιαστικού (παρα)λόγου και σε εξαιρετικά κραγμένες ή γνωστές περιπτώσεις ψυχικώς πασχόντων, κουκουλοφορία για γέλια, κλινικό μίσος, αλλεπάλληλα ονλάιν εγκεφαλικά κλπ., τα γνωστά.

Όμως δεν είναι για γέλια, όλα αυτά, αλλά δεν είναι για τίποτα, γενικώτερα.

Πρόκειται απλά για νεκρό χρόνο.

 

 

Πτώματα λόγου, αλλά και προ-πεθαμένοι άνθρωποι που περιμένουν να αποσυντεθούν πλήρως.

Ο χρόνος όλος, εξ άλλου, παραμένει σε καιρούς “pralaya” μια δυνατότητα εξ αντιστρόφου.  Επειδή σε μιαν αποσύνθεση, μην περιμένει κανείς στο τέλος να εντοπίσει κάτι σαν τις απλές “μονάδες” του Leibniz  (πού τέτοια τύχη, ας είναι καλά οι φιλόσοφοι, που δεν χάνουν  ποτέ την διαύγειά τους μέσα σε όλο αυτό το παρδαλό καζάνι του μέχρι τούδε κόσμου). Μάλλον, μέσα σε όλη αυτή την μπόχα και τον παραλογισμό, -φαινόμενα αδυναμίας και απελπισίας έτσι κι αλλιώς-, ας του είναι αρκετό να διαπιστώνει, εν είδει προ-μελέτης και προ-όρασης εξ αντιθέτου,  μόνον την υπόσχεση μιας χρυσής, ηδονιστικής “ερημιάς” που αναμένει στο μέλλον την ποίηση, αλλά και την ίδιαν την ζωή.

 

 

Γιατί το “σύνθετον” έχει και άλλο σκοπό, εκτός της πρώτης δημουργίας.  Να καταλήξουμε κάποια στιγμή σε έναν όντως όντα “ποιητικό” κόσμο: την μετατροπή/υπέρβαση της ζωώδους “αγοράς”, του πρωτόγονου “δήμου”,  σε πανυδρογειακό “σελφ-σέρβις” των ελεύθερων υποκειμένων της μη-Ιστορίας (ή ακριβεστέρα, της υπερ-Ιστορίας) πια.

Εκεί, ναι, μπορούμε να μιλάμε πλέον για πλήρη χειραφέτηση του ανθρωπίνου υποκειμένου (περισσότερον ως “αντικείμενο” φέρεται έτσι κι αλλιώς μέσα στους διαδρόμους του “ιστορικού” μέχρι τώρα). Όμως, αυτό, είναι μια άλλη ιστορία μέσα στην Ιστορία, με την οποία, έτσι κι αλλιώς, συχνά καταπιανόμαστε και από εδώ, και, σίγουρα, θα ξαναασχοληθούμε.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γαλακτώδες ημίφως σε γλυπτή κάμαρα.  Aνθοφορία σ’ ένα χάσμα του Χρόνου. 

Από παντού τα δευτερόλεπτα να προκύπτουν ηλιοτρόπια που γέρνουν όμως όχι προς τον ήλιο, αλλά προς την καρδιά (ένας ακριβέστερος προσανατολισμός).

Μυσταγωγία σε έναν σκιώδη πλανήτη . Το φως των κεριών.

Το ντιβάνι γεμάτο από τον ιδρώτα των κορμών μας, δίπλα οι μισογεμάτες κούπες του καφέ,

ενώ, ολόγυρα, εδώ κι εκεί, διάσπαρτοι ανθρωπολογικοί/εθνολογικοί τόμοι, ποίηση,  cd της Τζένης Βάνου και του Μαργαρίτη, Ραχμάνινοφ και Μπαχ,  λαϊκά και μπλουζ,

που θα συσσωρεύουν μέσα στην καρδιά ένα  άγνωστο “κεφάλαιον” των  ημερών. Αυτή η ζωή,  μαζί σου.

Εκείνο το κεφάλαίον της καρδιάς, που μόνον αυτός ο έρωτας γνωρίζει πάντοτε πώς θα το  κρατάει μακριά από το “μικρογράμματον” αυτής της εποχής.

Όμορφο, τρελλό κορίτσι, σ’ αγαπώ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ημέρα η προχθεσινή  με άσχημες ιστορικές μνήμες, μιας και η 14η Μαρτίου, ως (κατ’ ελπίδα) γνωστόν, είναι η ημέρα αρχής μιας ασύλληπτης τραγωδίας για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης το 1943.

“Σκοτεινή” εν πολλοίς ιστορία, και μπορείτε να δείτε, σχετικά, ένα πολύ ενδιαφέρον φωτογραφικό υλικό από το “Abravanel Blog” που ειδικεύεται, κατά κάποιον τρόπον, επί της εβραϊκής ζωής (και) στην Ελλάδα.

Μπορείτε, ακόμα, να διαβάσετε, ένα παλαιότερο, περιστασιακό, κείμενό μου που φέρει τον τίτλο “Ο Λανθάνων Αντισημιτισμός στην Ελλάδα” στο Century Camera II.

 

 

Αξίζει να σημειωθεί, περαιτέρω, πως οι τελευταίες έρευνες του Πανεπιστημίου Μακεδονίας (τα αποτελέσματα των οποίων, διαβάσαμε στην εφημερίδα “Καθημερινή” πριν από λίγες ήμερες) που έχουν να κάνουν με τα αντισημιτικά αισθήματα ανάμεσα στους νεοέλληνες σήμερα, είναι τραγικά απογοητευτικές αν όχι σχεδόν απίστευτες!

Σαράντα τοις εκατό των ερωτηθέντων απήντησε πως βλέπει το Ολοκαύτωμα “θετικά”,  ή εν μέρει(!) θετικά !

Σχεδόν ένας στους δυο  στην πατρίδα μας, δηλαδή,  καλοβλέπει τους “φούρνους για τους Εβραίους”, και αυτό, όπως καταλαβαίνετε, είναι κάτι παραπάνω από εφιαλτικό:

πραγματικότητα!

 

 

Η κρίση, πρωτίστως πνευματική κρίση ( γιατί τελικά, όπως λέει η κοινή, σοφή διαπίστωση: “όλα τα προβλήματα από το μυαλό ξεκινούν”), έχει εξαχρειώσει, ψυχικά και διανοητικά, σημαντικά πληθυσμιακά τμήματα στην χώρα μας. Δεν υπάρχει όμως δικαιολογία σε αυτό. Αν δεν καταλάβουμε κάποτε, πως σε αυτήν την χώρα οι “νοοτροπίες” μας τίναξαν στον αέρα, δεν θα καταλάβουμε ποτέ τίποτα. Υπάρχει ένας λόγος που άνθρωποι πεθαίνουν και δεν κουνιέται φύλλο! Αυτό δεν είναι μόνον αδιαφορία και εθισμός στην αποσύνθεση, είναι πάνω απ’ όλα, και πρωταιτίως, υπέρτατη βλακεία!

Ένας τέτοιος αντισημιτισμός, σίγουρα, (και για να επανέλθουμε στο θέμα μας) είναι αδιανόητος για την χώρα μας και σίγουρα συναρτάται με όλην την έκρηξη λαϊκισμού, καθυστέρησης,  συχνών κρουσμάτων ξενοφοβίας/ισλαμοφοβίας,  μισογυνισμού, ομοφοβίας και λοιπών ρατσιστικών αντιμετωπίσεων, όπως, επίσης, και με την γελοιότητα του εγκεφαλοπαθούς/ψυχανωμάλου bullying στο ελληνικό διαδίκτυο.

Κάποτε, δεν απογυμνώνεται παρά ένας εξαθλιωμένος, συμπλεγματοπαθής πυρήνας συμπεριφοράς, ο οποίος δεν χρειάζεται καν κάποιο από τα προαναφερθέντα σύνδρομα για να εξαντλείται απλώς στην προγλωσσική κραυγή του “γιατί εσύ, και όχι εγώ, ρε ” (και δεν κάνει τον κόπο ο εκάστοτε προγλωσσικός να ρίξει μια ματιά στο σύμπαν που του φώναζει/απαντάει δριμύτατα, και σίγουρα, λαϊστί, πλην όμως ακριβολογικώς:”γιατί απλά είσαι μαλάκας, άνθρωπέ μου -ούτε για γέλια!”).

 

 

Να πω εδώ, προσωπικά, πως δεν είμαι Εβραίος και δεν έχω οποιαδήποτε εβραϊκή καταγωγή (το έχω ακούσει και αυτό, εννοείται, μέσα στα …. άπαντα της παράνοιας και της λάσπης κατ’ εμού που έχουν εκτοξευθεί ανά καιρούς από διάφορα παντελώς και παγκοίνως γελοία πλάσματα), και ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω τι το κακό θα είχε.  Μα, εδώ, κάποιο δύστυχο με είπε και μουσουλμάνο (τι το κακό θα είχε και αυτό αν συνέβαινε!;).

Όμως, …Εβραίος μουσουλμάνος, ομολογώ ότι μου είναι κάπως ….πολύ για να το φανταστώ (έχω δακρύσει στα γέλια, να με συγχωρείτε), αλλά δεν βαριέσαι,  Ελλάδα είναι εδώ, τα πάντα τελούν σε μια δοκιμασία και τεστ αντοχής ενός στοιχειώδους, ακόμη, δείκτη νοημοσύνης.

Αρκεί να μην μας φαίνεται, όταν κατεβαίνει αναπάντεχα πολύ αυτός ο δείκτης, παράξενη αυτή, η όλη αποσύνθεση, εντός της οποίας ανεξέλεγκτα χορεύουν πια όλα τα ζαλισμένα σκουλήκια.

 

 

 

 

 

 

   της Χαριτίνης Ξύδη

 

Ήταν ένα όνειρο που δεν συγκράτησα

Είναι πιθανό να συναντηθήκαμε
στην αποβάθρα ενός τραίνου
με προορισμό τις Ινδίες
γιατί φορούσα σάρι και εσύ
κρατούσες από το χέρι
ένα μελαψό αγόρι
που χαμογελούσε.

Είναι ακόμη πιο πιθανό
να επιστρέφαμε από το Κάιρο
γιατί ήσουν ολόκληρος
σαν κήπος της Μοντάζα
και εγώ επιθυμούσα να αλλάξω
τη λύπη από τα μάτια σου σε χαρά
και να τη μεταλάβω.

Πάντως, δεν άνοιξα τον φροϋδικό ονειροκρίτη.
Δεν μ’ ενδιαφέρει τι θα δείξει ο καφές
τα χαρτιά
οι γραμμές στο χέρι.

Να ‘ρθω πάνω σου να πέσω ξαφνικά, λέει
1ης Ιουλίου και Πηγάσου
που έμαθα ότι συχνάζεις.

 

(από την υπό έκδοσιν ποιητική συλλογή, “Λαϊκά & Μπλουζ” )

 

 

 

 

 

 

 

Αν θα θέλαμε κάποτε να εννοήσουμε πλήρως την παράξενη εκείνη δισημία που κάνει ένα πεπρωμένο να είναι πεπρωμένο και όχι δυνατότητα ή ενδεχομενικότητα, πιθανολογουμένη ή διαπιστωμένη εκ των υστέρων, δεν έχουμε τότε πάρα να σκεφτούμε τον Μαξ Μπροντ όταν έσωζε τα χειρόγραφα του Κάφκα από βέβαιη καταστροφή.

Το ερώτημα θα ήταν το εξής, λοιπόν:

ήταν “θέληση” του πεπρωμένου να σωθούν ή να καούν τα χειρόγραφα του Κάφκα!;

Η απάντηση δεν είναι προφανής. Και όποιος σπεύσει να απαντήσει αυθορμήτως, το πιο πιθανόν είναι ότι πάσχει  από κατακλυσμό “ετοίμων εικόνων” περισσότερον από εκείνον που θα μπορούσε να αντέξει και υπερβεί ένας πιο καθαρός νους καθώς κρίνει κατ’ έννοιαν και όχι κατά πρόληψιν.

Ο Μαξ Μπροντ, κάλλιστα μπορεί να έδρασε “υπέρ” ή “εναντίον” του πεπρωμένου,  χωρίς φυσικά και στις δυο περιπτώσεις να το γνωρίζει ο ίδιος.

 

 

Πεπρωμένο, είναι ακριβώς αυτό: μια “δύναμη” (λίγο του συρμού ο όρος αυτός για την συγκεκριμένη περίσταση), μια “παγίδα”,  που αφήνει τα πράγματα να εκτυλίσσονται μονάχα όταν εξυπηρετούν με αυτόν τον τρόπο  έναν προκαθορισμένο σκοπό. “Αυτό που πρέπει να γίνει”.

Το αντικείμενο όμως του Πεπρωμένου, ο άνθρωπος, που εν ταυτώ είναι το υποκείμενο της δικής του δράσης, δεν έχει γνώση εκ των προτέρων εκείνου που “πέπρωται”. Κατά συνέπειαν, εκών-άκων δεν ορίζει παρά μια μαριονέτα στα χέρια δυνάμεων που δεν κατανοεί, και κάτι τέτοιο, -όπως είναι κατ’ ελπίδα αντιληπτό-,  στο βαθμό που είναι συνειδητό πλάσμα και όχι απλό πλαστικό στρατιωτάκι, δεν είναι επιτρεπτό. Δεν είναι επιτρεπτό, ούτε από μιαν άποψη κοσμολογικής, ούτε από άποψη ηθικής τάξεως, σίγουρα.

Συμβαίνει όμως.

 

 

Η “ελεύθερη βούληση” δεν είναι καθόλου ασύμβατη με την ιδέα του Πεπρωμένου, αρκεί να ληφθεί από την άποψη μιας δυναμικής ενότητας αντιθέτων. Αν ο νους είναι εθισμένος στην λογική των ασυμφιλιώτων αντιθέσεων δεν βλέπει τίποτε, γενικώς, είναι χειρότερος από τυφλός: υπάρχει μόνον “είτε-είτε”, την στιγμή που στον κόσμο, την ζωή,  υπάρχουν “και αυτό-και εκείνο”, “το άσπρο και το μαύρο μαζί”.

Στο βαθμό, λοιπόν, που η βούληση επιλέγει συνειδητώς μια κίνηση α από τις κινήσεις α’, α”,α”’….κλπ. (το κοινό γράμμα α, ως το κοινό στοιχείο της πρόθεσης επί συγκεκριμένου αντικειμένου επιλογής) , αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως αυτή κίνηση δεν είχε “προεπιλεγεί” από μιαν άγνωστη δύναμη (συλλογικού ασυνειδήτου, του θεού, της Σουνγιάτα, κλπ.), εφ’ όσον ό,τι επισυμβαίνει σε μια στιγμή, δεν σημαίνει επίσης απαραίτητα πως δεν είχε ήδη επισυμβεί ως προ-επιλογή σε χρόνο άχρονο!

 

 

Θα έλεγαν, για παράδειγμα, οι παλιοί καλοί Λατίνοι σχολαστικοί συγγραφείς του μεσαίωνα: “ο θεός δημιούργησε τον κόσμο  αιωνίως (sub specie aeternitatis), όχι σε χρόνο δοσμένο” .

Bεβαίως, ολόσωστο, ως σκέψη, εφ’ όσον δημιουργούμενο κάτι από την άποψη της αιωνιότητας, σημαίνει πως εμπεριέχει χρόνο “προκαθορισμένο”,  δηλαδή Πεπρωμένο.

Στον βαθμό, λοιπόν, που συμβαίνει αυτό, ο μύθος της “ελεύθερης βούλησης” δεν είναι παρά “στάχτη στα μάτια”, αν θα θέλαμε να είμαστε συλλογιστικώς ειλικρινείς αλλά και συμπερασματικώς αμείλικτοι.  Φαίνεται έτσι πως η λεγομένη “ελεύθερη βούληση” δεν είναι τίποτε περισσότερον από μια σκιώδης υποψία ελευθερίας σε ένα σύμπαν που ακόμα στενάζει κάτω από την Ανάγκη και την Γραφειοκρατία του “σκοπού”.

Κάτι σε “πείθει” πως λειτουργείς για σένα τον ίδιο, ενώ στη  ουσία εξυπηρετείς τα “σχέδιά” του, χωρίς, φυσικά, να το καταλαβαίνεις.

 

 

Ο κόσμος όσον δεν είναι όντως πραγματικός, αλλά παραμένει μια “σκιά” ή ένα “φάντασμα”, δεν είναι παρά μια μηχανή πεπρωμένου και θανάτου. Στο βαθμό που υποκειμενικοποιείται, ατομικοποιείται και λαμβάνει έκφραση μέσα από τον Άνθρωπο, τότε ελλοχεύει και μια προμηθεϊκή ελπίδα απαλλαγής από κάθε πεπρωμένο, αλλά και μια ελπίδα να καταστεί ο κόσμος αυτός, αυτή η σκιά θεάτρου, περισσότερον “πραγματικός”.

Λένε οι ινδουιστές περί Κάρμα κλπ,, και έχουν δίκιο. Το Κάρμα είναι υπαρκτός νόμος , όμως το ζήτημα δεν είναι αυτό, όσον το ότι είναι ένας απαράδεκτoς νόμος, τουλάχιστον ως προς μία, “μεταθανάτια” όψη του, σίγουρα. Ένας άνθρωπος που “ξαναγεννιέται” με νέα μορφή, έχει “κενή”, “λευκή” συνείδηση, είναι στην ουσία ένας άλλος άνθρωπος και δεν “οφείλει” στην πραγματικότητα τίποτα.

 

 

Υπάρχει μια ιστορία στην Μαορί Μυθολογία, για έναν άνθρωπο που περπατάει συνεχώς σε μια λίμνη κοιμώμενος. Περίπου, σαν να υπνοβατεί. Το κεφάλι του είναι μόλις έξω από τα νερά. Δεν κάνει τίποτε άλλο, από το να πηγαίνει από την μιαν άκρη της λίμνης στην άλλην και τούμπαλιν.

Αυτός είναι ο (φερόμενος ως) ζωντανός άνθρωπος, ο χρονικός άνθρωπος  στην ουσία, έτσι όπως θα μπορούσε να το αποδώσει πολύ παραστατικά και με ημισυνειδητό-ημιμαγικό τρόπο η ευφυής κουλτούρα ενός πρωτογονικού λαού. 

Αν μπορούσε , λοιπόν, να ξυπνήσει, αυτός ο άνθρωπος, θα ήθελε πιθανώς να βγει έξω στην στεριά.

Όμως η στεριά ποικίλλει ως “ερμηνεία”.

Έχει σημασία, δηλαδή, να του “αρέσει” κιόλας.  Μπορεί, φυσικά, να είναι ό,τι λογίζεται από τις θρησκείες του κόσμου ως “παράδεισος”, αλλά μπορεί και ένας Νέος Κόσμος. Ας μην βιαστεί, όμως, κανείς να απαντήσει τι θα προτιμούσε.

 

 

Γιατί σε αυτόν τον κόσμο, δεν είναι η αποκάλυψη πάνω από το βίωμα και την, έστω, φθαρτή, ζωή, και εδώ εντοπίζεται πάντοτε το δίλημμα του σοφού, του μάγου, του συνειδητού ποιητή, κάθε ανθρώπου, όσον έχει να κάνει με την σωστή απάντηση σε αυτό το ερώτημα: κατά πόσον, δηλαδή, μπορεί η Ζωή, καίτοι καθαρά φαινομενική, και εν είδει σκιάς στην παρούσα φάση της ανθρωπότητας, να είναι πιο πολύτιμη από το “πισωγύρισμα”  σε μιαν “απόλυτη αλήθεια”.

Όχι εύκολο δίλημμα και αυτό.

Όμως, τουλάχιστον, όσον ζει κανείς, μπορεί να έχει μια ελπίδα να “μοιράσει” με μεγαλύτερη ψυχραιμία τις σκέψεις του και να απαντήσει με ισορροπία σε αυτό το δίλημμα. Επειδή, αν μη τι άλλο, είναι ίδιον της ζωής η ελπίδα και όχι μια “τελική” κατάσταση που σε προκαθορίζει μια για πάντα , μην αφήνοντάς σου περιθώρια για περαιτέρω δράση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο λαϊκισμός στην τέχνη δεν είναι νοοτροπία ή τάση, αλλά μια βαθύτερη (και ανομολόγητη) επιθυμία για ένα τέλος της τέχνης,  στο όνομα, λόγου χάριν, ότι ένα ποίημα δεν είναι …σάντουιτς και δεν τρώγεται (μην απορείτε!, το σκεπτικό σε αυτή την περίπτωση, δεν …διαφέρει και πάρα πολύ!).

Στο όνομα, δηλαδή, μιας πρωτοφανούς εγκεφαλικής σύγχυσης που “απλοποιεί” και “απλοποιεί” συνεχώς, ενάντια σε κάθε ανθρωπολογική εξέλιξη, για να βρει στο “κάτω κάτω της γραφής” το υποκάτω του ανθρώπου, και πιο κάτω σίγουρα δεν πάει.

Μετά από μια τέτοια κατηφορική πορεία, κανείς δεν πρόκειται να βρει την “γη της επαγγελίας” της “προσφοράς πλήθους”, όπως θα την συναντούσε σε κάποιο δημοφιλές λαϊκό άθλημα ή στην αγοραία πολιτική (εκεί τα “πλήθη” θα έπρεπε να αναζητούνται), αλλά μόνον την έκπτωση και τον θάνατο.

Όταν οι έννοιες αρχίζουν και “συρρικνώνονται” επικίνδυνα, ο θάνατος δεν είναι μακριά…

Κυρίως, όταν τα πάντα διαλύονται σε μιαν ακατονόμαστη εγχώρια “pralaya”, είναι λογικό μέσα στο παράλογό του, να εκλαμβάνεται πλέον η τέχνη ως κάτι “μη συμβατό” όχι με την πραγματικότητα ακριβώς ,

αλλά, μάλλον, με την “πείνα για πραγματικότητα” που μαστίζει  τους εγκεφάλους των παρακμιών (μα αν είσαι από το πρωί ως το βράδυ στο facebook, και έχεις ξεχάσει κάθε πραγματικότητα, δεν σου φταίει η ποίηση ή οι …”λέξεις” γι’ αυτό!).

 

 

Το να μην καταλαβαίνεις πως τέχνη και ζωή είναι δύο διαφορετικά πράγματα (“συμπίπτουν” χωρίς να ταυτίζονται, και αλλίμονον αν ταυτίζονταν), είναι ένα πράγμα. Σε καιρούς τραγικής παρακμής και αποσύνθεσης όμως, το να επιζητείς να καταργήσεις κάθε τέχνη  και κάθε σκέψη που πάει πέρα από το “αρνάκι άσπρο και παχύ”, επειδή δεν μπορείς να  βάλεις το αρνάκι ως λέξη στον φούρνο και να το φας, ή επειδή με ένα ποιηματάκι της οκάς μπορεί να πιάσεις περισσότερα λάικ στο facebook, αυτό είναι, απλά, γελοιότητα.

Είναι αδιανόητον στον 21ο αιώνα να καθίσταται αδύνατον να κατανοείται πλέον (στην χώρα μας είναι αυτή η μόδα και πρόκειται ασφαλώς για διανοητικό απότοκο του …facebook!) και συμπροσθέτως να εξορκίζεται και να παραμορφώνεται πάνω από ένας αιώνας “μοντερνισμού” (ό,τι και αν εννοεί κανείς με αυτήν την λεξούλα)  και να παρουσιάζεται αντ’ αυτού ένα ανύπαρκτο, φανταστικό, καρικατουρίστικο μοντέλο που δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα και αντανακλά, μάλλον, την θυμογελοιογραφική οπτική που παρουσιάστηκε επ’ αυτού από τις ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του 60 και μέσα φυσικά στην πλήρη ασχετοσύνη τους  (και χωρίς να φταίει κατά τα άλλα ο ελληνικός κινηματογράφος εκείνης της εποχής).

 

 

Φυσικά, το μέλλον δεν είναι αυτός ακριβώς ο “μοντερνισμός” του 20ού αιώνα, αλλά, σίγουρα, δεν θα μπορούσε να είναι το ξήλωμά του και η οπισθοχώρηση σε κάτι χρονικώς και ιστορικώς πρότερον αυτού!

Υπάρχει μια ανάγκη “σύνθεσης” και “υπέρβασης” για το μέλλον, όμως αυτό είναι άλλο θέμα και ας μην το συζητήσουμε εδώ.

Από πού και ως πού, όμως, και με ποιο θράσος, θα παρουσιάζονται άνθρωποι όπως ο T.S.Eliot στην ποίηση ή ο Stockhausen στην μουσική, ως, ούτε λίγο ούτε πολύ,” ex cathedra ακατανόητοι” και το ένα και το άλλο κλπ., αυτό είναι κάτι που αδυνατεί ένας στοιχειωδώς σκεπτόμενος νους να συλλάβει στην όλη φρίκη του.

Από πού και ως πού, θα βάζουμε,  ακόμα, από την κεντρική πόρτα του σπιτιού, το φάντασμα του εθνικισμού και θα απορρίπτουμε κάθε “διεθνική” τάση της τέχνης, αυτό είναι, ακόμα, το διαιώνιο “κόμπλεξ” μιας χώρας που από το 1830 και μετά δεν τόλμησε να “ενηλικιωθεί” και αντιπαραβάλλεται παιδιάστικα με κάθε τι το “ξένο” (λες και το ανθρώπινο μπορεί ποτέ να είναι πραγματικά “ξένο”). Λες και ο Σολωμός απ’ εκείνους τους καιρούς κιόλας , δεν είχε λόγους να μελετά τον Χέγκελ και τον Μπαίμε, αλλά τον κάθε βουκολικό ποιητίσκο!

 

 

Υπάρχει θέμα στην χώρα μας, και πρέπει να το αναγνωρίσουμε θαρραλέα. Αυτό δεν είναι “κρίση” απλώς, είναι ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ πάνω απ’ όλα, – είναι ένας εφιάλτης! Ένας εφιάλτης όμως που αργότερα ή γρηγορότερα αναμένεται να τελειώσει μιας και, καλώς ή κακώς, σε αυτόν τον επαναληπτικό ντουνιά τα πάντα είναι κύκλος και η παρακμή δεν ξεφεύγει από αυτόν τον κανόνα.

Οι άνθρωποι που δυσανασχετούν με αυτή την  κατάσταση είναι ΠΟΛΛΟΙ και πιθανώς περισσότεροι από τα ξεχαρβαλωμένα μυαλά της ευκολίας, της παρακμής και του αθρόου λουμπενισμού. Απλώς, δεν είναι οργανωμένοι ακόμα σε μια συγκεντρωτική δύναμη “κρούσης”. Θα γίνει και αυτό. Ήδη γίνεται.

“Entartete Kunst” – εκφυλισμένη, αποσυντιθέμενη τέχνη, αποκαλούσαν οι ναζί την μοντέρνα τέχνη. Δεν είναι κάτι διαφορετικό αυτό που ακούγεται στις μέρες μας.

Συνεπιπροσθέτως, σε έναν κυκεώνα θηλυπρεπούς ή ερμαφρόδιτης ψευδομαγκιάς και στην  παραδειγματική δειλία ανάληψης ευθύνης γνώμης (ή λάσπης), όπως επίσης και στις βλαχοκουτοπονηριές ανθρώπων που έχουν “σαλτάρει” πια κανονικά (εξαιρούνται φυσικά, οι ελάχιστοι που καίτοι απεχθάνονται τον μοντερνισμό, εν τούτοις δεν ξεπέφτουν σε γελοιότητες, – η διαφωνία από εκεί και πέρα θεμιτή).

 

 

Τόσοι “σαλταρισμένοι” και “εμμονικοί” πλέον, κυρίως αδιέξοδοι σε μια πορεία που μπορεί να οδηγήσει μονάχα από αποσύνθεση σε αποσύνθεση,  ώστε ακόμα και αν δάγκωναν το σάντουιτς και όχι το ποίημα, είναι κάτι περισσότερον από σίγουρον πως ο ξεδοντιασμένος έτσι κι αλλιώς δεν έχει νόημα πλέον να δαγκώσει ο,τιδήποτε.

Ακόμα περισσότερον ανθρώπους, γιατί εκεί μονάχα γέλια προκαλεί.

 

 

 

 

 

 

 

Όσοι ενδιαφερόμενοι, μπορείτε να διαβάσετε το κείμενό μου που φέρει τον τίτλο “Μερικές καταληκτικές σκέψεις για τα ‘Τέσσερα Κουαρτέτα’ του T.S.Eliot” , στο ηλεκτρονικό περιοδικό “Στίγμα Λόγου”.

Τα “Τέσσερα Κουαρτέτα” συνιστούν κατά την γνώμη μου την κορύφωση της ποιητικής προσπάθειας του Eliot, στον βαθμό που, πέραν των άλλων λόγων, ορίζουν και ένα στοχαστικό- “διυπερπολιτισμικό” βλέμμα απομάκρυνσης/προσέγγισης σε μιαν πολύ ταραγμένη εποχή. 

Αυτό, άλλωστε, είναι και το γνώρισμα κάθε πολύ σημαντικής ποίησης στους αιώνες. Ανακαλύπτει το “καθολικότερο” μέσα από ανύποπτους, αναπάντεχους “δρόμους”. Υπερβαίνει κατά πολύ ακόμα και αυτή την ιδέα του “ποιητικού υποκειμένου”,  προς ένα άγνωστο, ακόμα, υποκείμενο δράσης επί των ανθρωπίνων, του οποίου την ύπαρξη η καλή ποίηση διαισθάνεται/στοχάζεται πάντοτε εκ των προτέρων.