Skip navigation

 

 

 

 

Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Ο έρωτας. Το απλό, φωτεινό “σ’ αγαπώ, μωρό μου”.

Ο έρωτας είναι ίσως το μοναδικό καταφύγιο σε αυτή την εποχή.

Παραδόξως, οι παρακμιακές, “σκοτεινές” εποχές δημιουργούν εκ των προτέρων μια καλύτερη ερωτική ατμόσφαιρα.  Τα αισθήματα, η έλξη, το πάθος, λάμπουν πολύ πιο έντονα τότε.

Σε μια περιττή εποχή, στην οποία, δεν μπορεί να κάνει κάποιος κάτι καλύτερο από (κυρίως) υπομονή ώσπου να τελειώσει, ο έρωτας είναι ό,τι προτιμώτερο, ιδιαίτερα μάλιστα, όταν ο ίδιος δεν προβλέπεται ποτέ να τελειώσει.

 

[αναδημοσιευμένο απόσπασμα  από κείμενο του Ιανουαρίου του παρόντος έτους]

 

 

 

 

 

 

 

 

Η επιτυχής ποίηση είναι όπως ο φθόγγος ड़  στην Hindi γλώσσα (prakrit φθόγγος που διαφέρει από το σανσκριτικό ड).

Πρόκειται για έναν φθόγγο που ακούγεται ως κάτι ανάμεσα d και r, με μια πολύ “σκληρή” χροιά στην εκφορά του! (ένα απλό παράδειγμα: η Hindi λέξη बड़ा – baṛa, που σημαίνει “μεγάλος”).

Σχεδόν αδιανόητος φθόγγος, ώστε καθίσταται αδύνατον για έναν δυτικό να φανταστεί στην ακοή κάτι τέτοιο, και αδύνατον εξ ίσου να τον προφέρει, αν βέβαια, δεν εξασκηθεί καταλλήλως επ’ αυτού και δεν μάθει μετ’ εμπειρίας να τον προφέρει άνετα.

Οι δύο φθόγγοι, εξαιρετικά ανόμοιοι και άσχετοι μεταξύ τους, ο d και ο r ακούγονται ομού ως ΕΝΑΣ καινούργιος φθόγγος σε αυτήν την περίπτωση.

Αυτό θα μπορούσε να είναι μια μίνι αλληγορία για το ποιητικό φαινόμενο, αν δεν ήταν και κάτι ακόμα -στην ουσία- ελαφρώς διαφορετικό.

 

 

Θέλω να πω, ότι η ποίηση είναι coincidentia oppositorum, άνευ των αντιθέτων δεν υπάρχει ζωή, πόσον μάλλον δεν θα μπορούσε άνευ αυτών να υπάρξει η ποίηση, η οποία προκύπτει μεν από την ζωή, όμως δεν τελείται ή εξαντλείται σε έναν αναπαραγωγικό ρόλο αυτής, αλλά η ίδια, και με την σειρά της, εμμένει ως μια ανώτερη συνείδηση της ζωής, όπως επίσης και ως ο δυνητικός αναμορφωτής της (τουλάχιστον, εν μέρει και για τους αντιληπτικώς πιο προικισμένους αναγνώστες).

Τουτέστιν, η ποίηση είναι πάντα κάτι το υπαρξιακώς απρόσμενο.

Δεν είναι, ακριβώς, ένα ταξίδι, αυτό είναι σίγουρα η ζωή. Η ποίηση, απλά, σου αφαιρεί τους “σταθμούς” από την θέα, και στη θέση τους παρουσιάζει κάτι άλλο, ούτε καν σταθμούς κατ’ ανάγκην, – κάτι, σίγουρα, μη οριζόμενο εκ των προτέρων. Η ποίηση κυμαίνεται συνεχώς ως μια ερημική-μαγική παραλληλία της ζωής, απ’ όπου μπορεί να προκύψει ή να μην προκύψει ο,τιδήποτε.

 

 

Συνενώνει και υπερβαίνει δυο εξαιρετικώς ανόμοια πράγματα μεταξύ τους, ήτοι την τελουμένη ζωή και την γραφή , όχι όμως με σκοπό η δεύτερη να αναπαράγει αδιεξόδως και μιμητικώς την πρώτη, αλλά, βαθύνοντας στοχαστικώς την εμπειρία της και αναπλάθοντάς την σε μια καθολικότερη κλίμακα προσληπτικής εμπειρίας. Από αυτήν και μόνον την άποψη, μιαν ειδική άποψη, η ποίηση είναι ανώτερη της ζωής, γιατί την εμπεριέχει και την μεταμορφώνει.

Όπως, άλλωστε,  έλεγε και η Αμερικανίδα ποιήτρια Ann Sexton: “Suicide is, after all, the opposite of the poem”, ανακηρύσσοντας έτσι ως πρωταρχικό ή ουσιαστικό αντίθετο του θανάτου, όχι την ζωή, αλλά την ποίηση!

 

 

Αν δε, προσέξετε την μορφή του γράμματος ड़  θα διαπιστώσετε, ασφαλώς, πως είναι κατά κάποιο τρόπο “οφιοειδής”, κάπου δηλαδή, ο ποιητικός όφις παρίσταται ανάμεσα ζωή και γραφή, και ελίσσεται μεταξύ τους.

Υπάρχει βέβαια και το μήλο.

Όμως στο τέλος, το ποίημα αποβαίνει μηλόπιττα, όχι μήλο.

Η δε κακή ποίηση, είναι μάλλον χυλόπιττα. 

Και όπως δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από χυλοπιττά που επιμένει, κλαίει, βρίζει και παρακαλάει, ώσπου να γίνεται διαρκώς ρεζίλι των σκυλιών και των γατιών, έτσι και η κακή ποίηση, ομοίως ή αναλόγως επιμένει.

Στο κάτω κάτω αν δεν υπήρχε κακή ποίηση, δεν θα γελούσαμε ειδικώτερα και επί συγκεκριμένου. Δεν είναι υποτιμητικό αυτό. Είναι ρεαλιστικό. Σκληρός ρεαλισμός, σίγουρα, απάνθρωπος εν μέρει, πιθανότατα, αλλά δεν βαριέστε, κάποιος πάντα καίγεται στο χυλό που μόνος του φτιάχνει, και τρώει μετά τα γιαούρτια (στη μάπα) που δεν προλαβαίνει καν να φυσήξει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

της Χαριτίνης Ξύδη

 

Ηρωίδες του Ντράγιερ
Αντιγόνες σε κλεψύδρα
από μπαρούτι

Για πόση λάμψη
προειδοποιούν
τα καμένα φιλμ
Για πόσο καημό
οι καθρέφτες

Μπαλαρίνες σε μουσικό κουτί
Αγνές γενναιόδωρες κι απελπισμένες
από χιλιάδες λέξεις – σπείρες
πιο χυδαίες και από εγκληματία

Μπροστά στον καθρέφτη
προσεύχονται ακίνητες
Να μην υπάρξει άλλος δρόμος
άλλη ερημιά κυψέλη ή σύνορο

Μαγικά να τελειώσει
η ζωή τους
στο κουταλάκι της βανίλιας

 

(“Τακούνια “, Άνεμος, 2011)

 

 

Υστερόγραφον σημείωμα:

το παραπάνω ποίημα της Χαριτίνης Ξύδη,  συνιστά κατά την γνώμη μου ένα από τα ωραιότερα και αρτιότερα ποιήματα της ελληνικής λογοτεχνίας των τελευταίων χρόνων (αλλά και σε μεγαλύτερον βάθος χρόνου), και σηκώνει, πάλι για το δικό μου βλέμμα, μιαν ανάλυση στίχο-προς-στίχο, λόγω της υποδειγματικής γραφής του·   από την πλέον αναπάντεχη εκκίνησή του (η οποία εισάγει θεματογραφικώς ένα σταθερό μοτίβο του μεγάλου Δανού σκηνοθέτη Καρλ Ντράγιερ στις ταινίες του), μέχρι την εκπληκτική κατάληξή του. Ανάλυση, για την οποία επιφυλάσσομαι εν καιρώ.

 

 

 

 

 

 

 

 

Η “υπόθεση Ηριάννα” (φυλακή, στην ουσία,  λόγω της προσωπικής ερωτικής σχέσης της !) σε αυτό το ζομπιoτροφείον που έχει καταντήσει η χώρα μας, η οποία προσπαθεί, άλλωστε, να φτάσει το επίπεδο του Μεξικό του τέλους του 19ου αιώνα, χωρίς να τα καταφέρνει και πολύ, για να λέμε την αλήθεια,

δείχνει ότι αυτή η χώρα έχει καταστεί πλέον ΑΜΕΣΑ επικίνδυνη για κάθε νοήμονα ή ξεχωριστό άνθρωπο.

Από την μια η τραγική παθητικότητα του πλήθους που λες και περιμένει ούτε καν κάποιον επίγειο δικτάτορα, αλλά, μάλλον, κάποιον κακοδαίμονά της να διαλύσει μια και καλή τα πάντα μέσα σε μια πολ-ποτική Πνύκα ανάγκης και να την στείλει πακέτο στην πλήρη ανυπαρξία,

από την άλλη, το κενό εξουσίας με την απίστευτη διαφθορά,

και να μην ξεχνάμε βέβαια και την μόνιμη απειλή των τουρκαλάδων (άλλη ζωώδης κατάσταση εκεί),

όλα αυτά, λοιπόν, δείχνουν ότι αυτή η χώρα ΑΠΕΤΥΧΕ, απέτυχε τραγικά. Και απλά, καθόμαστε και παρακολουθούμε σαν ηλίθιοι.

Κυρίως, όμως, είναι οι νοητικές-πνευματικές λειτουργίες που πεθαίνουν, και αυτό είναι το πλέον επικίνδυνο.

Επειδή όσον υπάρχουν αυτές, υπάρχει και ελπίδα. Αν όμως ο εγκέφαλος μιας χώρας τελειώσει, δεν υπάρχει καμμία ελπίδα πλέον. Κλινικός θάνατος καλείται αυτό στις εντατικές των νοσοκομείων.

Μόνο ένα επαναστατικό θαύμα μπορεί να σώσει αυτό το ζομπιοτροφείον και να το βγάλει από τον αυτο-καννιβαλισμό του.

Επανάσταση, όμως, ουσιαστική, εκεί που έχει νόημα. Στις θλιβερές ΝΟΟΤΡΟΠΙΕΣ αυτής της χώρας. Όλα τα άλλα, απλά θα βαθύνουν και θα κλιμακώσουν το χάος.

 

 

 

 

 

 

 

 

Πάντοτε οι μισάνθρωποι και οι κυνικοί θα οικτίρουν την ανθρώπινη φύση και θα χιλιοελεεινολογούν την ύπαρξη, επειδή οι ίδιοι είναι ανίκανοι να σκεφθούν κάτι παραπάνω από τις όποιες, όσες, τυχούσες, μικροσυμφεροντολογικές απογοητεύσεις τους. Μην ζητάτε από τον κάθε πικραμένο ή απορριφθέντα να βγάλει και τα πιο αξιόπιστα συμπεράσματα για την ανθρωπότητα. Θα ήταν αστείο κάτι τέτοιο, αν δεν ήταν ήδη τραγικό και εν πολλοίς ανήθικο.

Η αλήθεια όμως είναι, πως δεν μπορούμε να εξάγουμε κανένα πόρισμα, κανένα συμπέρασμα, και κανένα αξίωμα με καθολικό κύρος, κατά μήκος της Ιστορίας, πριν και μετά από αυτήν, συνολικότερα και ειδικότερα για ένα πλάσμα, όπως ο άνθρωπος, που ΑΚΟΜΑ δεν είναι ο εαυτός του!

Ο άνθρωπος μέχρι σήμερα, δεν είναι παρά ένα 5-10% του εαυτού του, όχι παραπάνω. Αυτό είναι το συνειδητό-νοητικό μέρος του . Το υπόλοιπο δεν το ελέγχει, μπορεί να ανήκει στον προγραμματισμό της μοίρας, να ανήκει στον θεό, στους δαίμονες, σε όποιον θέλετε εν πάση περιπτώσει, όμως, σίγουρα,  είναι υποσυνείδητο ή/και ασυνείδητο (αυτοί οι δύο όροι δεν ταυτίζονται μεταξύ τους).

 

 

Συνεπώς, δεν μπορείς να ζητάς λογαριασμό, εν συνόλω, από ένα πλάσμα που ακόμα είναι ένα Φάντασμα και δεν έχει παρά ελάχιστο έλεγχο επί του εαυτού του. Σωφρονέστερο θα ήταν να διερευνάς για το ΠΟΙΟΣ ή ΤΙ ακριβώς ελέγχει αυτό το πλάσμα ως εάν ήταν μαριονέττα! Για ποιον σκοπό, και γιατί σε τόσην σκοτεινότητα και κρυψίνοια (αυτά τα δύο δεν προοιωνίζουν ποτέ κάτι καλό προς όφελος του ανθρώπου).

Βέβαια, μια τέτοια διαπίστωση εν γενικότητι δεν μπορεί να άρει την φυσική αυτοάμυνα εν ειδικότητι. Για παράδειγμα, αν εμένα με απειλήσει στο δρόμο κάποιος με ένα πιστόλι, δεν πρόκειται, φυσικά, να σκεφθώ όλα τα παραπάνω ως παρετέθησαν, ότι, δηλαδή,  ο άνθρωπος αυτός τελεί κατ’ εκείνη την στιγμή άβουλο άθυρμα στα χέρια μιας μαριονεττούχου μοιραίας δύναμης κλπ. κλπ.,  αλλά το πώς θα τον εξουδετερώσω με αποτελεσματικότερο τρόπο!  Πυροβολείς πρώτος , προτού σε πυροβολήσουν.

Έτερον εκάτερον, βέβαια, όπως έτερον  εκάτερον είναι η ανθρώπινη ζωή , γενικώτερα. Έτερον εκάτερον μιας φριχτής ασυνειδητότητας, από την οποία με χίλιους κόπους μπορέσαμε κάποτε να διαφύγουμε, όμως, ακόμα , δεν έχουμε συμπληρώσει το έργο αυτής της φυγής.

Η λέξη “επανάσταση” είναι εδώ το κλειδί. Επανάσταση ουσιαστική, όμως, τουτέστιν, προς κέντρα λακτίζοντας , και όχι εξαντλούμενοι σε θυμικές ανοησίες και ανορθολογικές αποστροφές.

Επανάσταση, σίγουρα, στο κέντρο της ύπαρξης, όχι στις περιφέρειές της.

 

 

Μια πολύ αρχαία, σανσκριτική παροιμία (αν μπορούμε να πούμε ότι είναι παροιμία) λέει :

“Παίρνοντας το πλήρες από το πλήρες, το ίδιο το πλήρες παραμένει”

(pūrṇasya pūrṇam ādāya pūrṇam evāvaśiṣyate –  पूर्णस्य पूर्णम् आदाय पूर्णम् एवावशिष्यते )

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο άνθρωπος δεν έχει πλήρη συνείδηση του εαυτού του, όμως αυτό δεν σημαίνει πως η ανθρώπινη παρουσία στον κόσμο δεν συνιστά μια τέτοια “μεταφορά πληρότητας”-αν εφαρμόσουμε την παραπάνω σανσκριτική αρχή στην περίπτωση που μας αφορά εδώ-, από το πλήρες πάλι στο πλήρες, μόνο που δεν έχει συντελεστεί ακόμα το “έργο”.

Κάποιος ή κάτι “κηδεμονεύει” το ανθρώπινο ον, “εν κρυπτώ” (αν δεν συνέβαινε αυτό, ο άνθρωπος θα ήταν εξ αρχής “πλήρως” συνειδητός), και αυτό από μόνο του, όπως καταλαβαίνετε, συνιστά κάτι αποκρουστικό. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν έχει νόημα να κόβεις συνεχώς τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας που ξεπηδούν το ένα μετά το άλλο σαν τρελλά αυτόματα θανάτου, αλλά να στοχεύεις απευθείας στην “κεντρική κεφαλή”.

Προς κέντρα λακτίζειν, πάντοτε, όλα τα άλλα είναι χαμένος χρόνος.

Το Αίνιγμα του Κόσμου, δεν χρειάζεται μόνον γερά μυαλά για να το κατανοήσουν, αλλά και καλή κλωτσοπατινάδα (μερικές φορές). Επειδή δεν υπάρχει Αίνιγμα τέτοιο  που να μην είναι θανάσιμα εχθρικό προς τον άνθρωπο. Μια ανηλεής πάλη για εξουσία εντοπίζεται εδώ. Είτε ο άνθρωπος θα καθυποτάξει το Αίνιγμα είτε το Αίνιγμα θα τον συντρίψει, στην κυριολεξία. Όποιαδήποτε άλλη οπτική είναι για χαζοχαρούμενα προσκοπάκια που προβάλλουν στο σύμπαν, την επιθυμία μιας “οικογενειακής στοργής”. Αυταπάτες φυσικά. Τίποτε δεν προχωρεί χωρίς την μυθική σπάθη του Περσέως ή το ρόπαλο του Ηρακλέους.

 

 

Στην λουριανική Kabbalah, η έννοια της tikkun olam ( תיקון עולם  – επιδιόρθωση, επισκευή του κόσμου ) είναι κεφαλαιώδους και κρίσιμης σημασίας. Ο υλικός κόσμος, εν αρχή δεν μπορεί να υποδεχθεί το “εξεγερμένο” ή “δημιουργούν” (όπως το πάρει κανείς, ο Λούρια φυσικά αναφέρεται σε “δημιουργία”) φως και κατασυντρίβονται τα “κελύφη”. Κατά συνέπεια, η όλη συνειδητή κίνηση της ανθρωπότητας, από ένα σημείο και μετά, δεν μπορεί παρά να έχει ως σκοπό την “επιδιόρθωση” του κόσμου και την αποφυγή μιας έσχατης κοσμικής καταστροφής.

Επειδή το ζητούμενο (τουλάχιστον, για κάθε άνθρωπο που αγαπάει την ζωή), δεν μπορεί να είναι η επιστροφή στην ασυνειδησία, παραδεχόμενοι μέσα από ένα δαιμονικό παιγνίδι εξαπάτησης ότι ο άνθρωπος είναι αυτοκαταστροφικό ον, όπως τόσον εύκολα και αστόχαστα οι μισάνθρωποι και οι υπαρξιακοί γκρινιάρηδες μονολογούν, αλλά ζητούμενη, εν τέλει, είναι η καλύτερη ορατότητα της Sekhinah (שכינה), τουτέστιν η ορατότητα της “θεϊκής παρουσίας”, αλλά ως “νύμφη” αυτήν την φορά,  άλλως, ο Κόσμος ως το πεδίο και η κληρονομιά της Κόρης ( בת – bath).

Μένει, βέβαια,  τόση σαβούρα στο μυαλό και τις νοοτροπίες για να καθαριστεί, ώσπου να φτάσουμε εκεί (μην το θεωρεί κανείς, όμως,  και μια υπόθεση για το απώτατο μέλλον…  ξαφνικά έρχονται αυτά τα πράγματα πάντα, όπως το κάθε τι στην ανθρώπινη Ιστορία), που πραγματικά, οποιοσδήποτε (insect-) “exterminator” του  Αμερικανού συγγραφέα William S. Burroughs , θα θεωρούσε πιθανώς μάταιη την όλη δουλειά.

 

 

Αλλά το “ματαιότης ματαιοτήτων”, το ξέρουμε καλά πια, είναι ένα …μάταιο σλόγκαν. Κανείς, εν τη πράξει, δεν το ακολούθησε μέχρι σήμερα, πέρα από τους αυτόχειρες και τους καταθλιπτικούς, και υπάρχει λόγος γι’ αυτό.

Θέλω να πω, πως η ζωή είναι προτιμώτερη από την γκρίνια και την μισανθρωπία, και σίγουρα, κάτι τέτοιο, προκαλεί ανησυχίες και φόβους, σε όσους έχουν καλοσυνηθίσει στο ρόλο της “μαριονέττας” και στο να σκέφτονται άλλοι για λογαριασμό τους και ποτέ οι ίδιοι,

πέρα από τα τετριμμένα σύνορα μιας νόησης που οφείλει να μην  έχει άλλο νόημα και ρόλο στον κόσμο, ει μη εκείνον της διαρκούς ανατροπής και της πάση θυσία προωθητικής διεξόδου,

στα πάντα που αφορούν την ολοσχερή χειραφέτηση του ανθρωπίνου όντος πάνω σε αυτήν την Γαία .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ζέστη, πράγματι ανυπόφορη και δεν αφήνει πολλά περιθώρια για γράψιμο.

Εν πάση περιπτώσει, ας ακούσουμε ένα Νυχτερινό του μεγάλου Λιθουανού ζωγράφου και συνθέτη Mikalojus Konstantinas Čiurlionis (1875 – 1911), μιας και το Vilnius αναφέρεται στην προηγούμενη ανάρτηση.

Μπορεί να ανεβάσω εδώ καμμιά φορά, αναλόγως τα κέφια, την ποιητική τριλογία μου, “Mikalojus Konstantinas Čiurlionis” (Μάιος-Ιούνιος 2011).

Πολύ σημαντική μορφή στην ευρωπαϊκή κουλτούρα, και εν πολλοίς άγνωστος στην Ελλάδα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Europos panorama1preview_phixr

 

Ο Πύργος της Ευρώπης (Europos Bokštas) που βρίσκεται στο Vilnius της Λιθουανίας, αποτελεί σίγουρα ένα από τα πλέον παράξενα οικοδομήματα των αρχών του νέου millenium. Έχοντας ύψος 148 μέτρα, κτίστηκε ως μέρος του εορτασμού της βαλτικής χώρας για την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το έτος 2004.  Κτίσμα μιας υπερμοντέρνας, σχεδόν μεταβιομηχανικής σχεδιαστικής, φαντάζει ως εάν εμφυτεύθηκε στο αστικό περιβάλλον από ένα αδιευκρίνιστα μακρινό όσον όμως -και παραδόξως- αρχαϊκό μέλλον με τις πολύ αδρές, μονολιθικές, απόλυτες στην όψη  γραμμές του: 

σε κάθε περίπτωση, ένα “verslo centras” – εμπορικό κέντρο, που ορθώνεται σε μιαν ιστορική, έτσι κι αλλιώς, πόλη με μεγάλη σημασία για την Ευρώπη.

Το γεγονός μάλιστα  ότι ο πύργος είναι κτισμένος σε μια χώρα, της οποίας η γλώσσα πρέπει να θεωρείται ως μία από τις παλαιότερες, αν όχι η παλαιότερη, στην Ευρώπη, αυτό, χωρίς φυσικά να αποτελεί κάτι σκόπιμο, εν τούτοις δεν πρέπει να αγνοείται ως μια δυναμική σύμπτωση ανάμεσα σε μέλλον και παρελθόν.

Η λιθουανική γλώσσα σχεδόν δεν έχει αλλάξει δομή και λεξιλόγιο εδώ και τρεις χιλιετίες, και ως εκ τούτου βρίσκεται σε στενή σχέση με την εν πολλοίς εικαζομένη “πρωτο-ινδοευρωπαϊκή” γλώσσα που συνένωνε, σύμφωνα πάντα με αυτή την θεωρία, όλες τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες σε μια κοινή, πρωταρχική γλώσσα.

 

Antakalnis, apie 1897 m. (LNM)

 

Όμως αυτό, μπορεί να το δει κανείς και στην στενή σχέση της λιθουανικής με την πρωτεύουσα αρχαία ινδική, δηλαδή την σανσκριτική γλώσσα. Όταν το μάτι μας διατρέχει ένα κείμενο γραμμένο στα λιθουανικά, συχνά ανευρίσκουμε εκεί ατόφιες σανσκριτικές λέξεις. Ένα πολύ απλό παράδειγμα: το λιθουανικό “πότε;” (kada) είναι το ίδιο, με την αυτή έννοια, σανσκριτικό kadā (कदा).  Υπάρχουν φυσικά πάμπολλα παραδείγματα εν προκειμένω.

Ο Europos Bokštas , από αυτή την άποψη, και στην εποχή που κτίστηκε, επιφέρει στην θέα του ένα άγνωστο μέλλον σε ένα κεφαλαιώδες για την ευρωπαϊκή εξέλιξη παρελθόν, στο όμορφο, παράξενο, Vilnius.

Είναι κτισμένος, θα έλεγε κανείς, όχι στο πουθενά της γεωγραφίας, αλλά στο πουθενά, ή έστω το χείλος, της ίδιας της Ιστορίας.

Τι μπορεί να είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα, εκτός από ένα καράβι που μπάζει νερά, ωστόσο το μοναδικό εναπομείναν καράβι ακόμα για τους λαούς της; Όπως και να έχει,  η κατάπτωση και ο εκφυλισμός των πολιτικών οραμάτων σε απλό, διοικητικό πρακτικισμό, δεν αίρουν την αυτοτέλεια και την μοναδικότητα της ηπείρου. Πολύ περισσότερο, δεν θα μπορούσαν να άρουν το “αρχέτυπο”.

 

18701880_phixr

 

‘Εγραψα τα δύο ποιήματα “Europos Bokštas” και “Europos Bokštas II”  της ενότητας “367 Macro-miniatures” κατά τον Μάρτιο του 2012 και κατά τον Νοέμβριο του 2013 αντίστοιχα, ως “επεισόδια” μιας κατά κάποιον τρόπον μοντέρνας Οδύσσειας, και με κεντρική αναφορά στον λιθουανικό “Πύργο της Ευρώπης”.

Επειδή η Ευρώπη, σήμερα, είναι μια μαρτυρία του αδιαχώρητου, και δεν εννοούμε φυσικά οποιοδήποτε πληθυσμιακό αδιαχώρητο, αλλά το πνευματικό αδιαχώρητό της. Ταυτόχρονα, όμως, αυτό το τελευταίο συνιστά και μιαν αναμονή του “νέου” ως όραμα για τον κόσμο.

Δεν υπάρχει, στην ουσία, σήμερα στην ανθρωπότητα κανένα “όραμα” για το μέλλον, επειδή ο Χρόνος έχει συρρικνωθεί σε μια συνεχόμενη ή φαινομενικά μόνιμη κρίση-αναμονή.  Δεν έχει νόημα να προσπαθεί να ανεύρει κανείς αιτίες γι’ αυτό. Πάντα αυτές οι τελευταίες είναι πολύ σχετικές, επειδή στην ουσία, εδώ πρόκειται για ένα όριο του Χρόνου και κάτι τέτοιο από μόνο του συνιστά απόλυτη, για την περίπτωση, αιτία.

Παρομοίως φαντάζει και ο Europos Bokštas. Δεν είναι πλέον ένας πύργος-Τοτέμ, αλλά ένα Τοτέμ που έχει αποχωρήσει από την θέση του, ένα φυγαδευμένο Τοτέμ, αφήνοντας μετέωρη την ευρωπαϊκή, αλλά και περαιτέρω, παγκόσμια ανθρωπότητα.  Ένας πύργος πλέον τόσον αινιγματικός, όσον αινιγματική είναι, γενικώτερα,  η πόλη του Vilnius. Όμως, σε καμμιά περίπτωση δεν επιδίδει την εντύπωση ενός παρακμιακού κτίσματος, τουναντίον, θα έλεγε κανείς πως πρόκειται για μια φωτεινή παρουσία – αλλά και σκοτεινή μέσα στην ακόμα αινιγματικότητά της- από μια εποχή που δεν ήλθε ακόμα.

 

 

Επειδή, δεν είναι εκείνος που προετοιμάζει το μέλλον, αυτός που το κτίζει κιόλας. Κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν σημαίνει πως κατά μία έννοια δεν το προετοίμασε, αν φυσικά έκανε όντως αυτή την δουλειά.

Ο “Χρόνος”.

Ο Χρόνος δεν υπάρχει για να αποκαλύπτει κανένα αποτέλεσμα, αλλά για να ανατρέπει όλα τα προσδοκούμενα ή αναμενόμενα αποτελέσματα.

Αφήνοντας όμως, πρώτα, τα σκοτεινά ή ημίφωτα προμηνύματά του πίσω.

 

 

 

 

 

 

 

 

À L’ ŒUVRE ON CONNAÎT L’ ARTISAN

 

 

 

 

 un hommage à François Couperin

 

Η σάλα έγεμε από τις χαρωπές μορφές
Των κυριών της αυλής που επενίσχυαν

Την ήδη δεδομένη κυτταρική άνοιξη του
Ανθρωπίνου χρόνου στις απαλές επόψεις

Των κορμών τους, καθώς οι ήδη ήχοι του
Κλαβεσέν, σαν από ‘να ασημόφωτο λεπτό

σύρμα

Φτιαγμένοι, περιδιαχέοντο ενώπιον ενός
Ουρανού που συνέχιζε να μένει σιωπηλός

Ενώ επί της γαίας έλαμπε κουτί ανεωγμένο
Με δύο σειρές των πλήκτρων, από παλαιά

το δώρο των θεών

Προς την διαθέσιμη μνήμη του κόσμου
Εξ όπου μια εποχή τόσον θεατρική και

ευθέως χυμική

μπορούσε

Ακόμα να υπάρξει μέσ’ στους λειμώνες
Της τέχνης και της στιλβούσης σαρκός

των ανθεοτρόπων μαινάδων,

Τ’ αδιάσειστο απογευματινό

Βασίλειο της Ιστορίας

Αιτώντας από τους εξώστες της τυφλής
Αλλ’ όχι αδιάκριτης ορμής προς τη ζωή·

Η δε λεία στα αυτιά όσον και περίτεχνη
Ηχοτεκτoνική του τσεμπαλίστα επέδιδε

Την εντύπωση ενός πίδακα του χρόνου
Εξ όπου απέκλιναν ωσάν από το κέντρο

Ενός λεπτουργημένου μπαρόκ κήπου οι
Κοκκινόφωτες παγκόσμιες εσπέρες των

Βερσαλλιών,

Φρανσουά, του έλεγαν, είσαι σαν ο ήλιος
Μιας τέχνης που δύσκολα φθείρεται από

Τους ακατάλληλους·  εδώ μονάχα όποιος
Είναι μαιτρ, μπορεί να υπάρξει, ότι αυτό

Το κουτί ενέχει μια διάλεκτο καθαρά του
Φωτός, και εκείνος ο που δεν μπορεί έστω

Επ’ ολίγον ν’ αποχωριστεί τ’ ολόδικό του
Βαρετό ανθρώπινο σκοτάδι, μέλλεται να

ατυχήσει σ’ αυτό το αδυσώπητο

κυνήγι του αγνώστου,

Φρανσουά,

Όμως, τι ‘ναι αυτό αλήθεια που μπορεί να
Κάνει κάποιον ποιητή του κλαβεσέν όπως

Εσύ και όχι έναν απλό τσεμπαλίστα και
Τι ‘ναι εκείνο που όταν καταδράμει στο

Μυαλό του καλλιτέχνη ερημώνει πάντα
Τον λείο θόρυβο της ζωής προς όφελος

Μιας άλλης οράσεως, πολύ πιο διευκρινούς
Στις ανωφέρειες των εννοιών και των ήχων

Και στις απότομες πλαγιές του εσωτέρου
Ολύμπου των ανθρώπων, τι’ ναι αυτό που

κάνει κάποιον ποιητή,

Φρανσουά,

Τον ρωτούσαν, ενώ η θυμική, ζωηρότονη
Πορφυρότητα της εσπέρας δεν είχε λείψει

ακόμα από τον ορίζοντα,

Ως εάν ανέμενε και αυτή να ακούσει την
Απάντησή του για να τελέσει ήσυχα τον

ουράνιο κύκλο της εκ των υστέρων·

Η ομιλία του, είπε τελικά, και ξανάρχισε
Να παίζει,

Και είναι αλήθεια,

πως εξεπλάγησαν κατά τι

Όμως δεν το σχολίασαν περαιτέρω, καίτοι
Διατελούσαν όλως βέβαιοι ότι θα ακούγαν

Είτε την λέξη δεξιοτεχνία είτε πιθανώς την
Λέξη έμπνευση από έναν άνθρωπο που τις

Είχε και τις δύο σίγουρα σε μέγιστο βαθμό,

Η ομιλία του,

τους ξαναείπε,

Και τα χέρια του περιέδραμαν τα κλαβιέ
Ασταμάτητα ωσάν οι πτέρυγες της πλέον

Προχωρημένης ανθρώπινης νύχτας που
Εγκυμονούσε έναν ήλιο άγνωστο ακόμα

στο σκηνικό στερέωμα της δράσης,

Λέξεις- νότες, άλλοτ’ εξονυχιστικά ήρεμες
Και κάποτε ωσεί δριμείες κραυγές με τους

δυνατούς κτύπους επί των κλαβιέ

Το μέγα μυστήριο της ούσης τέχνης μην
Κάνοντας πιο προσιτό απ’ όσο εκείνο της

ζωής,

Μην ούτως ή άλλως σ’ όσους δεν θα ήταν
Εύκολον ακόμα να διακρίνουνε τον τόσον

ή όσον ήχο της ζωής

απ’ τον

ακοίμητο απόηχό της·

 

(πρωτοαναρτήθηκε στο THE RETURN blog)

 

 

 

 

 

 

 

Yom Shabbat (יום שבת) – Yom Rishon (יום ראשון) ,  Σάββατο – Κυριακή :

oλόκληρη η Δημιουργία του Κόσμου δεν είναι παρά μια σαββατιάτικη έξοδος στον Χρόνο και την Μορφή, μέχρι πολύ αργά, έως την πλέον βαθεία νύχτα του ανθρώπου…

Το πρωί της Κυριακής, ακολουθεί επίσκεψη στο άπειρο Μουσείο της Εδέμ, όπου και παρατίθεται αυτός ο κόσμος.

Κακά τα ψέμματα όμως. Μέχρι σήμερα, δεν έχει υπάρξει κυριακάτικη μελαγχολία που να μπορεί να συγκριθεί σε ενδιαφέρον με την δριμεία ανάδυση-ανασάλευση της Ζωής κατά τα Σάββατα.

Μέχρι σήμερα, κυρίως, δεν έχει υπάρξει Κόσμος που να μην είναι ο ίδιος προτιμώτερος απ’ ό,τι (φέρεται πως) τον δημιούργησε.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

CHILDE HAROLD

 

Θέλοντας να ξεφύγει από την εποχή του ,

έφθασε στον βυθό της.

 

ΥΓ. Ο βυθός δεν είναι παρά ανεστραμμένη επιφάνεια. Ο εφιάλτης του κόσμου, το Κήτος του κόσμου, είναι εν δυνάμει ο μελλοντικός Κήπος του κόσμου (ο θάνατος του Πεπρωμένου). Τα αβυσσαία πλάσματα που ενεδρεύουν στους βυθούς, δεν είναι παρά τα πτηνά του Νου που ακόμη κοιμούνται.