Η λατρεία της μηχανής επιφαίνεται πάντα με προϊστορικούς όρους. Η αυτοματικότητα και η ακρίβεια στη κίνησή της υποβάλλει συνεχώς την ιδέα της πλήρως επιτυχούς επιβιώσεως ανάμεσα στα δάση και τις ζούγκλες των συγχρόνων κοινωνιών. Στη πραγματικότητα μια μηχανή είναι ένα τοτέμ ενώ οι τελετουργίες πέριξ αυτής δεν είναι άλλες από τις ίδιες πάντα καθημερινές κινήσεις και συνήθειες των ιθαγενών των πόλεων στους οποίους όμως επ’ουδενί δεν έχει αφεθεί κάτι από την μεγαλοπρέπεια της προϊστορίας.

Ο στοχαστικός απομυθοποιεί, ο μικροαστός ευτελίζει.

Άνθρωπος λέγεται το ζώον που θέλει να πρωταγωνιστεί.

Θά’λεγε κανείς πως η ανακάλυψη του κινηματογράφου έγινε για να επιφέρει μια νέα αυτοσυνείδηση στην ανθρωπότητα. Στην προσπάθειά τους οι άνθρωποι να υποκρίνονται ακόμα και προς τον εαυτό τους για να νοιώσουν πρωταγωνιστές στην ταινία της καθημερινότητάς τους, αλλοτριώθηκαν συμπεριφορικώς σε τέτοιο βαθμό ώστε τους ήταν αδύνατον πλέον να θυμηθούν πώς ήταν η ζωή “έξω από το πανί”. Υποαπασχολούμενοι πρωταγωνιστές σε φτηνά b movies, και μοιραίοι θεατές σε παλιοκαιρισμένα καθίσματα ανήγγειλαν τη νέα δόξα των ημερών με τρόπο σιωπηρό, ωσάν ο πρωταγωνιστής να ήταν ένα ανομολόγητο μέσα στην πλήρη εμφάνισή του μυστικό. Ο καθένας προσπαθούσε να είναι ο πρωταγωνιστής και κανένας δεν ήθελε να είναι κομπάρσος. Και όμως περνούσαν όλη τη ζωή τους στην προσπάθεια να κάνει ο ένας τον άλλο κομπάρσο του, όχι φυσικά χωρίς αμηχανίες και έντονες διαμαρτυρίες ένθεν κακείθεν. Αυτός ο διηνεκής σάλος απετέλεσε την πρώτη πλήρη και τετελεσμένη Βαβέλ στην ιστορία της ανθρωπότητας

Η μικροαστική τάξη είναι η κατ’εξοχήν ονειρική τάξη. “Πιασμένη” άγαρμπα στο δίχτυ των μικροεπιδιώξεων-μικροαπολαύσεων-μικροεκδικήσεων της, ονειρεύεται πάντα μια πιο πρωταγωνιστική διαχείριση αυτής της μικρότητας. Όμως μονάχα η ιστορία  (ή ο θεός)  μπορεί να φέρει πραγματικά τους ανθρώπους σε πρωταγωνιστικό ρόλο και όχι ο ατομικός πανικός έναντι του προσωπικού χρόνου που διαφεύγει όπως το αέριο από το μπουκάλι.
Από αυτή την άποψη η μικροαστική τάξη είναι άτυχη. Όντας ο  κομπάρσος της ιστορίας μπορεί να διαμαρτύρεται μόνο με τα ιδιωτικά “όνειρα”. Όνειρα που θα καταλήγουν από τον ένα κάλαθο των αχρήστων στον άλλο, στο βαθμό που η ιστορία μπορεί να κάνει  “δεκτά”  μονάχα τα αναμορφωτικά όνειρα των πρωταγωνιστριών τάξεων.  Και πάντα ο μικροαστός κατά τάξη και κατά συνείδηση (το δεύτερο είναι ο όλεθρος όχι το πρώτο)  θα επικεντρώνει τα βέλη διαμαρτυρίας του προς μια αφηρημένη και απογυμνωμένη από κάθε ιστορικό προσδιορισμό “ζωή” επειδή δεν εισακούει τις προσευχές του, τη στιγμή που θα έπρεπε απλά να συγυρίσει πρώτα το κελλί του , για να μην κάθεται συνεχώς κάτω στο πάτωμα της ιστορίας.

Συνήθως οι άνθρωποι λειτουργούν όπως ο Προκρούστης. Αν η πραγματικότητα δεν εμφανίζει την έτοιμη ιδέα τους γι’αυτήν τότε ακρωτηριάζουν την πραγματικότητα για να χωρέσει στην ιδέα τους. Επειδή ωστόσο η πραγματικότητα δεν αλλάζει, την ακρωτηριάζουν ως ιδέα πάλι στο μυαλό τους. Η συνύπαρξη της πρώτης έτοιμης ιδέας και της ακρωτηριασμένης ιδέας στο νου τους , δεν είναι εύκολη αλλά δεν εγκαταλείπεται. Παράγει συνήθως αυτό που αποκαλούμε “κοινωνική ειρήνη”. Το θέαμα των ανθρώπων που συναγελάζονται με ακρωτηριασμένες πραγματικότητες στο μυαλό τους είναι το από παλιά θρυλούμενο μαζικό τέρας της κοινωνικοποίησης. Ο,τιδήποτε κοινωνικοποιείται είναι τερατωδία, ο,τιδήποτε μένει στην εξατομίκευση και μόνον είναι απλά μια πιο τρυφερή τερατωδία.

Το μεγάλο αεροπλάνο του κόσμου έχει τον Όμηρο ως κινητήρα του, τους αττικούς τραγωδούς ως άτρακτο, τον Σαίξπηρ ως σύστημα εξαερισμού και τον Wagner ως τα πτερά του.
Στις θέσεις των επιβατών κάθονται όλοι και κανείς, ενώ στο πιλοτήριο…Στο πιλοτήριο είναι ο μέσος καθημερινός άνθρωπος που αποφάσισε να γίνει αεροπειρατής.

Ο χειρότερος εχθρός του ανθρώπου είναι το προφανές. Επειδή τον εξαναγκάζει να ανακλάται άσκοπα σε επαναλαμβανόμενες αυτοαναφορικές ταυτότητες χωρίς ουσία. Οι άνθρωποι όχι σπάνια όμως βρίσκουν ευχαρίστηση στο προφανές επειδή θέλουν να καλοπιάνουν-εξευμενίζουν την ανέμελη συρροή της πραγματικότητας. Το προφανές είναι ένα κλειστό δωμάτιο με καθρέπτες από το οποίο ουδεμία διαφυγή υπάρχει παρόλες τις φαινομενικά ευρύχωρες δυνατότητες της προοπτικής. Η ουσία είναι ένα κλειστό δωμάτιο μεν και αυτή από το οποίο όμως κάθε διαφυγή είναι δυνατή επειδή οι τοίχοι δεν υπάρχουν (ούτε και οι καθρέπτες συνεπώς).Πρόκειται για έναν ασκό του Αιόλου που προκαλεί τρικυμία μονάχα σε αυτόν που τον φοβάται. Ή σε όποιον δεν μπορεί να δει το κόσμο χωρίς την διαμεσολάβηση των καθρεπτών.

Η κωμική διάσταση στον έρωτα σιγοφλέγει την αγάπη στην εσχάρα των καθημερινών πράξεων, όσο ασήμαντες και αν είναι οι τελευταίες. Το γέλιο είναι η συνουσία πριν την συνουσία, η πλήρης καθυποταγή του κόσμου σε πεδίο κωμωδίας ενώπιον των ερωτευμένων.

Οι νύχτες δεν είναι σκοτεινές, οι μέρες δεν είναι φωτεινές: τούτη την αλήθεια ακόμη και η ποίηση δεν μπορει να την “κυριολεκτίσει” και απλά την “μεταφέρει”. Η πραγματικότητα κάποτε γίνεται το αποσιωπημένο και πολύ διστακτικό μυστικό της ποίησης καθώς -και παραδόξως- η δεύτερη ήδη υπερβαίνει σε πραγματικότητα την πρώτη κατά πολύ.

Όταν μια ιστορική εποχή δύει, όλα τα φώτα στα σπίτια είναι ανοιχτά. Όμως τίποτε πλέον δεν κατοικεί εντός.

Η ποίηση είναι η μοναδική ελπίδα για τον κόσμο. Επειδή ακριβώς τον ξαναφτιάχνει χωρίς να τον βάζει στην ταλαιπωρία να ξαναφτιάχνεται.

Ο άνθρωπος είναι πάντοτε το αποτσίγαρο, ποτέ το ολόκληρο τσιγάρο από το πακέτο. Συνήθως δεν είναι ευκρινές αν είναι ακόμα αναμμένο ή πατημένο. Είναι ακίνητο χωρίς να περιμένει, σαν οφθαλμός που δεν εστιάζει, βιαστική σφραγίδα στη τυχαία εποχή, ο συμπυκνωμένος υετός της κρυπτογραφίας .

Αυτό που ήταν ανέκαθεν το μέγα πρόβλημα “οπτικής” του ανθρώπου, ότι δηλαδή “βλέπει” πάντα στους άλλους αυτό που θέλει να βλέπει και όχι αυτό που συμβαίνει πραγματικά, οφείλεται στο γεγονός ότι ο ίδιος έχει παραδώσει τα ηνία της ύπαρξής του σε μια μικροτυχοδιωκτική ραθυμία αναμονής του ανέλπιστου. Ζει πραγματικά αυτός που δεν νοιάζεται να “ζήσει”. Υπάρχει πραγματικότερα αυτός που δεν βιάστηκε να υπάρξει. Ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής είναι αυτός που περιφρονεί κάθε πρωταγωνιστική φαντασίωση. Που σαν το σκιώδες πλοίο όλων των βαρέων απειλών και τρόμων της ανθρωπότητας καθώς πλέει σε παράπλευρη θάλασσα, καταφθάνει κάποτε στο προορισμό του φροντίζοντας το λιμάνι να είναι -οπωσδήποτε- άδειο.

Οι πραγματικά δημιουργικοί άνθρωποι δεν είναι αυτοί που κατανοούν τις απαιτήσεις της εποχής τους καλύτερα. Αλλά εκείνοι που δημιουργούν ακόμα καινούργιες απαιτήσεις επί της εποχής τους. Απαιτήσεις που η τελευταία συχνά αδυνατεί να τις κάνει δικές της και περιορίζεται απλώς στο να παρακολουθεί τους πρωτοπόρους σα να ήταν αυτονομημένες ανθρώπινες σκιές που δεν νοιάζονται ιδιαίτερα να επανακολληθούν επί των σωμάτων.