Skip navigation

Πολύ λίγοι άνθρωποι κατανοούν πραγματικά τι είναι το μυαλό τους.
Οι περισσότεροι απλά χρησιμοποιούνται από αυτό.

Υπάρχουν τρεις κατηγορίες ανθρώπων στο κόσμο. Αυτοί που απευθύνονται στην καρδιά και είναι η πλειοψηφία, εκείνοι που απευθύνονται στον νου και είναι σαφώς ανώτεροι, και ακόμα, οι πιο σπάνιοι που απευθύνονται στο Πνεύμα. Αυτοί οι τελευταίοι είναι πάνω απ’ όλα οικονομία χρόνου.

Ηλιομνήμων πόλη, ηλιοτροπούσα ζωή· ανύποπτοι πάντα οι περαστικοί θα προσπερνούν την λάμψη του χρόνου.

Ο άνθρωπος δεν περιορίζεται ποτέ από την Ιστορία. Η παρουσία του μπορεί να είναι έγχρονη, αλλά το πνεύμα του είναι άχρονο. Έως τώρα, το πλεόνασμα της συνείδησής του το διαχειρίστηκε είτε η Μεταφυσική (έτσι όπως την γνωρίσαμε από τον Duns Scotus έως τον Fichte και τον Bergson), είτε η Θρησκεία.
Η Ποίηση θα μπορούσε να είναι ένας εναλλακτικός τρόπος διαχείρισης του αχρόνου πλεονάσματος του ανθρώπου, εάν δεν ήταν πιθανώς κάτι πολυτιμότερο: ο μόνος  έξυπνος ή κατάλληλος  τρόπος για να απαλλοτριώνονται τόσο η Μετα
φυσική όσο και η Θρησκεία, προς όφελος του καθαρού Πνεύματος.
Η Ποίηση συνεπώς δεν έρχεται να αντικαταστήσει ή καταργ
ήσει την Μεταφυσική και την Θρησκεία, αλλά τις διαμεσολαβήσεις τους. Η μεγαλύτερη αμεσότητα που προκύπτει, δεν μπορεί παρά να θέσει κάποτε ως αίτημα και αυτή την ίδια την κατάργηση της Ποίησης ως διαμεσολάβηση.
Ή αλλιώς, το άλμα από την αλήθεια της Ποίησης στην Ποίηση της Αλήθειας.

Όσο σκοτεινιάζει μια ιστορική εποχή, τόσο αναγκάζονται να λάμπουν οι άνθρωποι για να μπορούν να βλέπουν μπροστά τους.

Όποιος θέλει να αποκτήσει την Γνώση, την δημιουργεί.

Πάντα θα υπάρχει κάτι για να προσπεράσει κάποιος. Η ζωή είναι το περίσσευμα της σκέψης.

Η ποίηση υπάρχει κατά την νύχτα της ανθρωπότητας, ποτέ κατά την ημέρα της. Αυτή η τελευταία δεν έχει φανεί στους αιώνες ακόμα· η ποίηση ωστόσο ξέρει πάντοτε να διαχειρίζεται την νύχτα του κόσμου ως εάν ήταν ημέρα. Στην πραγματικότητα η ποίηση δεν έρχεται να φωτίσει τον κόσμο (αυτό είναι ο ερασιτεχνισμός ή η απλοϊκότητα στη γραφή) αλλά κάνει ακριβώς αυτό: αναγκάζει το σκοτάδι από μόνο του να φωτοβολήσει.


Οι πόλεις πάντα ονειρεύονται…Και τα όνειρά τους η ανθρώπινη βαρυθυμία τα καλεί αδικαιολόγητα “καθημερινότητα”.  Και όμως, δεν υπάρχει τίποτε το καθημερινό στην καθημερινότητα, ποτέ δεν υπήρξε.  Υπό τον όρο βέβαια να μην είσαι εσύ καθημερινός.

Ακόμα και αν η σύνολη τέχνη και ο όλος κόσμος εξαφανίζονταν, θα αρκούσε το πρόσωπο της γυναίκας μόνον για την παραγωγή μιας ολόκληρης ποίησης εξ αρχής και εν αρχή.
Δεν είναι μόνο θέμα αισθητικής ή ομορφιάς εδώ· είναι πάν’ απ’ όλα ένας βαθύτερος κοσμολογικός “ανοιχτός λογαριασμός” από αρχέγονους αιώνες: η γη, η οικουμένη είναι η Μητέρα· το Πρόσωπο της Γυναίκας είναι η Κόρη.
Η Ποίηση δεν αιτείται ποτέ την γη (την Μητέρα), αλλά έναν άλλον κόσμο (την Κόρη). Δεν έχει απολύτως καμμία ξεχωριστή σημασία αν αυτός ο άλλος κόσμος καταστεί κάποτε ορατός για τους ανθρώπους:
αυτό, έτσι κι αλλιώς, έχει ήδη συμβεί στο Πρόσωπο της Γυναίκας.

Τα πάντα στο κόσμο είναι μαγικά και όχι πραγματικά. Αν μπορούσε κάποιος να αποσύρει ξαφνικά εκείνο το πέπλο της μαγείας  που καλύπτει και ορίζει την “πραγματικότητα”, τότε ολόκληρη η εικόνα του κόσμου θα σωριαζόταν με μιάς στην αχανή σκόνη των απειραρίθμων ποιημάτων που συγκροτούν αυτή την Δημιουργία.
Αυτό που μένει μετά, είναι είτε να παραμερίσει αυτή τη σκόνη για να δει τι κρυβόταν από πίσω, είτε να την μαζέψει και να την βάλει πίσω στην κλεψύδρα του χρόνου, ξαναβρίσκοντας τον κόσμο.

 

Σύμφωνα με ένα μάλλον παρωχημένο κλισέ, σημασία δεν έχει το τι λες, αλλά το πώς το λες. Στην πραγματικότητα σημασία δεν έχει ούτε το ένα , ούτε το άλλο· και από την άλλη βέβαια, σημασία έχουν και τα δυο ομού και ισαξίως, γιατί μόνο μια πολύ μηχανιστική ή αναίτια δυιστική αντίληψη θα έκανε ένα τέτοιο σφάλμα αισθητικής και θα χώριζε την μορφή από το περιεχόμενο, μην κατανοώντας πως είναι εν.
Όμως αυτό που έχει πρώτιστη σημασία, για την ποίηση τουλάχιστον, είναι το τι ΔΕΝ λες, και κυρίως το ΠΩΣ δεν το λες…
Ο ποιητικός λόγος στην ουσία  είναι μια σπάτουλα ακριβείας, για να χτίζει κάποιος σταδιακά, μεθοδευμένα και πολύ προσεχτικά αυτό που δεν υπάρχει στο ποίημα.

Ποίηση και επικαιρότητα είναι εξ ορισμού αντίφωνες δυνάμεις. Η επικαιρότητα κολακεύει το χρονικό παρόν ούτως ώστε να εξευμενίσει το μέλλον που έρχεται· πρόκειται στην ουσία για ένα σχεδόν ανακλαστικό  τελετουργικό των ανθρώπων μπροστά στον φόβο της επιβίωσης.  Η ποίηση ωστόσο αντικαθιστά το χρονικό παρόν, με ένα αιώνιο παρόν, χωρίς μέλλον, χωρίς παρελθόν· μονάχα με το γυμνό βλέμμα της αιεί ανεπίκαιρης και στυγνής ομορφιάς μπροστά στους έκπληκτους κόλακες του πραγματικού.

Σε κάθε άνθρωπο αναλογεί και του πέπρωται μονάχα ένας δρόμος για να διανύσει. Δρόμος όχι εύκολα φανερός, τον οποίον αποφεύγοντας ο άνθρωπος ενστικτωδώς καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του, ήδη τον έχει διανύσει γι’ αυτό μια ώρα αρχίτερα.

Η ζωή είναι από τη φύση της εξωπραγματική. Αν οι άνθρωποι την εκλαμβάνουν ως πραγματική, αυτό οφείλεται στη χαμηλή στάθμη της ποίησης μέσα στο μυαλό τους. Αν έβλεπαν όλα τα πράγματα στην (οραματική) πληρότητά τους, θα γελούσαν όπως αιώνια γελάνε οι άγγελοι στους ουρανούς.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.